Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Ιστορίες που κανένας δεν ξέρει

Υπόθεση
Στην πρώτη ιστορία, ο Εργοκλής ζει όλη του τη ζωή προσπαθώντας να αποφύγει τους κινδύνους για τους οποίους τον προειδοποίησε ο πατέρας του. Αλλάζει κάθε τόσο στόχους και ταυτότητα, όμως η απειλή επανέρχεται και τον στοιχειώνει ό,τι κι αν κάνει. Στη δεύτερη, τρία αδέρφια αναζητούν το χρυσό κλειδί για το κουτί που περιέχει τις απαντήσεις σε όλα τα γιατί του κόσμου. Στην τρίτη, ο Διοκλής εύχεται να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω, και το άλογό του τον βοηθάει να πραγματώσει το όνειρό του.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου 
Εικονογράφηση: Βασίλης Παπατσαρούχας 
ISBN: 978-960-16-1238-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 1984
Σελίδες: 50
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ’, Ε’, Στ’

Κριτική
Τρεις όμορφες, αυτόνομες ιστορίες, δοσμένες με τη μορφή παραμυθιού. Το κείμενο της Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου είναι απλό, σαφές και καλογραμμένο. Η εικονογράφηση όμως είναι σχεδόν απούσα, πέρα από μια μικρή εικόνα στο ξεκίνημα κάθε ιστορίας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την πυκνή γραφή (γραμματοσειρά και διάστιχο) ίσως δυσκολέψει τους μαθητές στο να διαβάσουν ξεκούραστα τις ιστορίες. Επίσης, το μέγεθος της πρώτης ιστορίας, (20 σελίδες) θα μπορούσε να αποδειχθεί κάπως προβληματικό για τις μικρότερες ηλικίες.

Καθώς μοιάζουν με παραμύθια, οι ιστορίες μπορούν να διαβαστούν και από μικρότερα παιδιά. Εμείς ωστόσο θα το προτείναμε περισσότερο σε μαθητές της Δ’, Ε’ και Στ’ τάξης, οι οποίοι θα μπορούσαν να επεξεργαστούν καλύτερα τα μηνύματα που περιέχονται.

Οι μικροί αναγνώστες που θα ασχοληθούν με τα ελκυστικά αυτά παραμύθια, είναι πολύ πιθανό να προβληματιστούν και να ζητήσουν από εσάς διευκρινήσεις. Μην είστε όμως σίγουροι ότι θα μπορέσετε να βρείτε εύκολα τις κατάλληλες απαντήσεις στα ερωτήματά τους. Το κείμενο αφήνει ορθάνοιχτα πολλαπλά ενδεχόμενα ερμηνείας.

Στην πρώτη ιστορία, το θέμα μπορεί να είναι η διαρκής αναζήτηση ταυτότητας του νέου ανθρώπου· θα μπορούσε όμως η συγγραφέας να αναφέρεται και στις παράλογες φοβίες που περνάνε από τους γονείς στα παιδιά, στοιχειώνοντάς τα για μια ολόκληρη ζωή, μέχρι και εκείνα να γίνουν γονείς και να τις μεταφέρουν στην επόμενη γενιά. Καθώς, ωστόσο, είναι πιθανό να μην έχουμε ιδέα για το τι ακριβώς θέλει να υπαινιχθεί η συγγραφέας, το κείμενο μας δίνει μια πολύ καλή αφορμή για συζήτηση με τα παιδιά που το διαβάζουν και προβληματίζονται εξίσου.

Η δεύτερη ιστορία είναι πιο μικρή, πιο απλή και μάλλον με λιγότερο ενδιαφέρον. Η συγγραφέας παίζει με το σχήμα του κύκλου και μας εξηγεί μέσα από ένα όμορφο παραμυθάκι το γιατί οι απορίες του ανθρώπου δεν έχουν τέλος. Ένα θέμα που μπορεί να συζητηθεί, είναι το αν ο καθένας επιτρέπεται να εγκαταλείπει μια «σταυροφορία» που έχει αναλάβει, όταν στο δρόμο βρίσκει «λωτούς», θέλγητρα ικανά να τον αποσπάσουν από τον αρχικό του στόχο.

Η τελευταία ιστορία ξεκινάει πολλά υποσχόμενη και με ένα όμορφο τέλος γεμάτο σοφία, αλλά στη μέση μοιάζει να κάνει «κοιλιά». Θεωρώ δηλαδή ότι με το να υπερβαίνει το σχήμα των τριών -ας μας επιτραπεί να εκφραζόμαστε με όρους παραμυθιού- και να επαναλαμβάνει το μοτίβο του ταξιδιού γύρω στις 7 φορές, κάπου μπερδεύει τους αναγνώστες, και ειδικά τους μικρούς: πίσω και πιο πίσω και μετά μπρος και μπρος και μπρος… Σίγουρα πάντως περνάει αρκετά χρήσιμα μηνύματα, όπως το ότι πρέπει κανείς να σκέφτεται τις συνέπειες των πράξεών του προτού δράσει, ή το ότι οφείλουμε να προσέχουμε τι ευχόμαστε, γιατί μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Επίσης, το τελικό δίδαγμα, πως όταν ενεργούμε με ελπίδα και αγάπη καταφέρνουμε πολλά περισσότερα απ’ ό,τι αν απλώς γκρινιάζουμε ευχόμενοι όλα να ήταν διαφορετικά, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Περιέργεια, Δραστηριοποίηση

Απόσπασμα 
- Μην τεμπελιάζεις! Απόπαιρνε τον Εργοκλή ο πατέρας του, σαν τύχαινε να τον ιδεί πρωί πρωί να μιλάει στα δέντρα και στα λουλούδια· όταν τον έβλεπε τ’ απομεσήμερο να παίζει και να κουβεντιάζει με τα ζωντανά· σαν τον πετύχαινε το βράδυ να κοιτάζει τ’ άστρα, θαρρείς και πάλευε να βρει τρόπο να τα μετρήσει.

Γιατί όλα αυτά τα ‘χε συνήθειο ο Εργοκλής. κι ας μην έβρισκε άκρη με τ’ άστρα, κι ας μην καταλάβαινε τι έλεγαν τα ζωντανά, κι ας μην του απαντούσαν τα δέντρα και τα λουλούδια.

- Μην τεμπελιάζεις! του φώναζε ο πατέρας του. Μεγάλωσες πια κι ο καιρός περνάει. Μάθε γράμματα, μάθε μια τέχνη να γλιτώσεις από τη φτώχεια, να ξεφύγεις από το γίγαντα, μη σε σκλαβώσει σαν και του λόγου μου. Γιατί, άμα μείνεις φτωχός, θα ‘σαι αδύναμος σαν και μένα. Και τότε θα ‘ρθει μια μέρα το θεριό να σε πιάσει. Σκλάβο του θα σε κάνει, θα σε βάλει στη δούλεψή του κι από τα νύχια του δε θα μπορείς να γλιτώσεις. –και να το ξέρεις.

- Από τα νύχια του δε θα μπορώ να γλιτώσω, το ξέρω, μουρμούριζε ο Εργοκλής, σαν άκουγε του πατέρα του τις ορμήνιες.
Κι ύστερα ρώταγε φοβισμένα:
- Είναι πολύ μεγάλος, πατέρα, ο γίγαντας; Έχει μεγάλο κορμί;
- Και μεγάλο κορμί έχει και δύναμη πολλή έχει, πρόσωπο δεν έχει μονάχα, του αποκρινόταν.

Λαχτάριζε ακόμα πιο πολύ ο Εργοκλής με τούτα τα παράξενα που άκουγε, πιότερο γιατί δεν καταλάβαινε: Πώς και γινότανε δηλαδή να μην έχει πρόσωπο το θεριό; Και γιατί τάχα να λέει ο πατέρας του πως ήταν του λόγου του αδύναμος, αφού και το κορμί και τα μπράτσα του ήταν γερά και δουλειά στο χωριό τους δεν ήταν που να μην μπορεί να την καταφέρει; Κι ύστερα, πώς και γινότανε να ‘ναι ο πατέρας του σκλάβος του γίγαντα και το γίγαντα ο Εργοκλής να μην τον έχει ανταμώσει ποτέ; Για να το λέει όμως εκείνος έτσι θα ήταν. Και σίγουρα ο Εργοκλής καλά θα έκανε το γίγαντα να τον φοβάται.

Τον φοβόταν λοιπόν κι αυτός, τον φοβόταν όλο και πιο πολύ, ώσπου, σαν πέρασε λίγος καιρός, θαρρούσε πως το πρωί, πίσω απ’ του βουνού την κορφή, ξεμύτιζε του γίγαντα το κεφάλι. Τ’ απομεσήμερο θαρρούσε πως άκουγε τα βήματα του θεριού να σιμώνουν. Και το βράδυ θαρρούσε πως ξεχώριζε στον ουρανό μια μαυριδερή σκιά να πλαταίνει. Παράτησε, λοιπόν, τ’ άστρα και τα μετρήματα, σταμάτησε τις κουβέντες με τα ζωντανά, λησμόνησε τα δέντρα και τα λουλούδια, πήρε βιβλία, μολύβια και χαρτιά κι έτρεξε με τ’ άλλα παιδιά στο σχολειό, για να μάθει γράμματα.

Γραφτό του ήταν, ωστόσο, του Εργοκλή γράμματα πολλά να μη μάθει.

- Χάνει την ώρα του ο γιος σου με το σχολειό και το δάσκαλο, είπε μια μέρα στον πατέρα του ένας τρανός πραματευτής που ‘χε φτάσει στο χωριό με τη φανταχτερή του πραμάτεια. Τα πολλά γράμματα τι να τα κάνει; Πλούσιος γίνεται και με τα λίγα που ξέρει. Δώσ’ μου τον για παραγιό κι αν μάθει τη δουλειά καλά και καταπώς πρέπει, σαν μεγαλώσει, θα ‘χει βιος πιότερο απ’ το δικό μου.

Ο πατέρας του Εργοκλή δεν ήθελε να τον δώσει. Τον πονούσε το γιο του, τον αγαπούσε και δεν ήθελε να τον χάσει. Έβαλε ύστερα και τα κλάματα η γυναίκα του, σαν άκουσε πως θα ‘φευγε το παιδί του, κι ο πραματευτής έτοιμος ήταν να ξεκινήσει μονάχος. Όμως ο Εργοκλής, που πες πες για το γίγαντα φοβότανε τώρα πιότερο το θεριό απ’ ό,τι αγαπούσε τα γονικά του, ήθελε σώνει και καλά να φύγει από το χωριό. Αν πήγαινε μακριά, σκέφτηκε, πού ξέρεις; Μπορεί να τον έχανε ο γίγαντας, να μπερδευόταν και να μην μπορούσε ποτέ να τον βρει.

- Αν θέλεις να μη με σκλαβώσει και μένα ο γίγαντας, άσε με, πατέρα, κι ας πάω, του είπε. Προκοπή στο χωριό δε θα δω. Φτωχός θα μείνω, αδύναμος θα ‘μαι και το θεριό θα με πιάσει – δε θα γλιτώσω.

Ο πατέρας του το σκέφτηκε από δω, το ξανασκέφτηκε από κει και τέλος είπε το ναι, κι ας μην το ‘θελε, ας έκλαιγε κι η γυναίκα του. Έδωσε την ευχή του στον Εργοκλή με σφιγμένη καρδιά – θες για να μην του χαλάσει χατίρι, θες για να μη σταθεί εμπόδιο στην προκοπή του παιδιού, θες γιατί καταλάβαινε πως ζύγωνε η ώρα που θα ερχότανε το θεριό, την αλήθεια ποιος να την ξέρει;

Ξεκίνησε, λοιπόν, ο Εργοκλής, με το καινούριο αφεντικό να δουλέψει παραγιός, να μάθει του πραματευτή τη δουλειά, να γίνει πλούσιος και δυνατός, να μην μπορεί μηδέ γίγαντας μηδέ κανένας και τίποτα σε τούτο τον κόσμο να τον σκλαβώσει.

Δεν ήταν όμως κι εύκολη η δουλειά που του ‘λαχε να κάνει. Στιγμή δε στεκόταν, λεπτό δεν του περίσσευε ν’ αναπαυτεί. Χωριό και κεφαλοχώρι δεν άφηναν με τον πραματευτή που να μη σταματήσουν, να μην ξεφορτώσουν, να μην απλώσουνε την πραμάτεια τους και να μην αρχίσουν το πούλημα. Και μόλις τέλειωναν τα καλά που κουβαλούσαν μαζί τους πήγαιναν στη μεγάλη πόλη με τη μεγάλη αγορά και γέμιζαν τη μεγάλη καρότσα τ’ αφεντικού μ’ άλλα καινούρια. Τάιζαν ύστερα καλά τ’ άλογό τους, έπινε τ’ αφεντικό κρασί μπόλικο, καλότρωγε κι ο Εργοκλής κι άρχιζαν πάλι να τριγυρνάνε σε χωριά και κεφαλοχώρια.

- Κουράστηκα, έλεγε ο παραγιός κάθε τόσο, σαν πλήθαιναν οι δουλειές, το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα.

Όμως τ’ αφεντικό δεν τον λυπόταν καθόλου.
- Η δουλειά έχει κούραση, του αποκρινόταν. Αν δε δουλέψεις, προκοπή δε θα δεις.

Όσο κι αν δούλευε όμως ο Εργοκλής, την προκοπή δεν την έβλεπε. Πέρασε ένας ολάκερος χρόνος, πέρασε δεύτερος, πέρασε τρίτος, πέρασαν κι άλλοι πολλοί, μα φτωχός ήταν και φτωχός έμενε. Παραγιός ήταν και παραγιός έμενε. Να τρέχει να βοηθάει τ’ αφεντικό, να φορτώνει και να ξεφορτώνει την πραμάτεια στη μεγάλη καρότσα, να φροντίζει το άλογο, κι όλο ν’ αλλάζει τόπο, κι όλο να γυρίζει από χωριό σε κεφαλοχώρι, κι όλο τα ίδια, κι όλο τα ίδια, και τίποτα μα τίποτα να μην αλλάζει, κι ούτε μια νύχτα να μην πέφτει στο στρώμα που να μην είναι ξεθεωμένος από την κούραση και κακιωμένος με τη μαύρη του μοίρα.

Share/Bookmark

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Σώστε το Φαραώ!

Υπόθεση
Βρισκόμαστε κάπου στο 1250 π.Χ. στην αρχαία Αίγυπτο. Όταν ο πατέρας και ο αδελφός της μικρής Θούγια συλλαμβάνονται με την κατηγορία της τυμβωρυχίας, εκείνη είναι βέβαιη ότι πρόκειται για συκοφαντία. Μαζί με τον φίλο της Χάπου και τον πιστό του σκύλο Χορ, θα προσπαθήσουν να διαλευκάνουν το μυστήριο και να βρουν τους πραγματικούς ενόχους, που έχουν στα σκαριά ένα πολύ σκοτεινό σχέδιο· ένα σχέδιο που θέτει σε κίνδυνο τον Φαραώ και ολόκληρη την Αίγυπτο!

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Ρενέ Χόλερ (Renée Holler)
Μετάφραση: Γρηγόρης Αθανασίου 
Εικονογράφηση: Μιχαέλα Ζανγκλ (MichaelaTwinSangl) 
ISBN: 960-04-3216-3
Τίτλος πρωτοτύπου: Rettet den Pharao!
Έτος 1ης Έκδοσης: 2002 (στα ελληνικά 2006)
Σελίδες: 123
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ’, Δ’, Ε’

Κριτική
Άλλη μια χαριτωμένη αστυνομική περιπέτεια ιστορικής μυθοπλασίας, από τον κύκλο Ιστορικά Μυστήρια. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει προς το παρόν μόλις τρία βιβλία (Σώστε το Φαραώ, Επίθεση στην Πομπηία, Στη Σκιά της Ακρόπολης), ενώ η πλήρης σειρά Tatort:Geschichte αριθμεί πάνω από 10 τίτλους. Η γραφή είναι απλή και κατανοητή, ενώ η γενικότερη επιμέλεια και πάλι πολύ προσεγμένη. Τα στοιχεία είναι μεσαίου μεγέθους, το διάστιχο αραιό και η εικονογράφηση της πολυτάλαντης κυρίας Ζανγκλ πανταχού παρούσα, αν και λιγότερο βοηθητική σε σχέση με το άλλο βιβλίο της σειράς που αναλύσαμε πρόσφατα. Στο τέλος κάθε κεφαλαίου, οι αναγνώστες θα συναντήσουν ένα μικρό γρίφο, η λύση του οποίου θα τους βοηθήσει να συνεχίσουν. Ειδικά στο πρώτο κεφάλαιο μάλιστα, η αποκρυπτογράφηση του κωδικοποιημένου μηνύματος πρέπει να γίνει οπωσδήποτε. Εδώ πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η εκφώνηση κάποιων γρίφων είναι λίγο δυσνόητη, αλλά οι μαθητές μπορούν πάντα να προσφύγουν στο λυσάρι των τελευταίων σελίδων, οπότε πρόβλημα ουδέν. Τα κεφάλαια έχουν μέτριο μέγεθος, που δεν ξεπερνάει ποτέ τις 10 σελίδες, οπότε δεν δυσκολεύουν τον μικρό αναγνώστη. Επίσης, όπως και στα υπόλοιπα βιβλία της σειράς, στο τέλος του βιβλίου συναντάμε και γλωσσάριο, χρονολογικό πίνακα μεταξύ 1550 π.Χ. -1070 π.Χ., ενημερωτικές πληροφορίες για την εκπαίδευση, μουμιοποίηση κλπ. στην αρχαία Αίγυπτο, αλλά και έναν χάρτη της χώρας του Νείλου.

Το βιβλίο προτείνεται σε παιδιά των Γ’, Δ’ και Ε’ τάξεων, αγόρια αλλά και κορίτσια που αγαπούν τις περιπέτειες και τα μυστήρια, εκείνα που θα ήθελαν στο μέλλον να ασχοληθούν με την αρχαιολογία ή που απλώς απολαμβάνουν τις ταινίες του Indiana Jones.

Κάποιες γερμανικές κριτικές χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη περιπέτεια προβλέψιμη, αλλά προσωπικά έχω διαφορετική άποψη. Βρήκα την ιστορία αρκετά ενδιαφέρουσα· ίσως κάπως απλή, όμως άλλο τόσο ευχάριστη. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η απλότητα είναι ένα από τα ζητούμενα στην λογοτεχνία για παιδιά. Επιπλέον, το ότι τα γεγονότα εκτυλίσσονται σε μια εποχή γεμάτη μυστήριο, ανάμεσα σε πυραμίδες, μοχθηρούς τυμβωρύχους και παπύρους δεμένους με μάγια, είναι από μόνο του αρκετό για να δώσει άλλον αέρα στην πλοκή.

Οι συμβάσεις είναι δυστυχώς παρούσες όπως και σε άλλα βιβλία της σειράς, ενώ και πάλι καμαρώνουμε τους ήρωες να αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις με μια εντελώς σύγχρονη –μεταβιομηχανική- αντίληψη. Όχι ότι βάζω και το χέρι μου στη φωτιά, αλλά δύσκολα θα περίμενα π.χ. από ένα ανήλικο κορίτσι του 1200 π.Χ. να θεωρήσει ότι η κατάρα στην είσοδο ενός τάφου «είναι μόνο και μόνο για να φοβίζει τους τυμβωρύχους» (σελ. 92). Τα βαθύτερα διδάγματα από την άλλη, είναι από περιορισμένα έως ανύπαρκτα. Ίσως με λίγη προσπάθεια, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο «δίδαγμα» ότι όταν κινδυνεύει η οικογένειά μας, η προσωπική μας ασφάλεια, οι νόμοι, το σχολείο και όλα τα υπόλοιπα, μπορούν να μπουν για λίγο στην άκρη.

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, τα παιδιά θα γνωρίσουν τελικά ένα σωρό πράγματα για την αρχαία Αίγυπτο, και μάλιστα με έναν πολύ ευχάριστο τρόπο, που επιπλέον θα ενδυναμώσει τη φαντασία τους και θα ενισχύσει το λεξιλόγιό τους.


Αξίες - Θέματα
Επιμονή, Φιλία, Παρατηρητικότητα

Απόσπασμα 
Ο Χάπου έσφιγγε τα δόντια του, καθώς η βέργα του δασκάλου του προσγειωνόταν στον πισινό του.

«Μα στ’ αλήθεια πέθανε η γάτα μας!» συνέχιζε το ψέμα του. Όμως δεν είχε νόημα. Ο Κουν – Ανούπ, ο δάσκαλός του, δεν πίστευε λέξη απ’ όσα άκουγε.

Λίγο αργότερα, ο Χάπου πλησίασε κουτσαίνοντας τους άλλους μαθητές, που κάθονταν στη σκιά ενός φοίνικα στον περίβολο του ναού. Με δυσκολία κατάφερε να κάτσει οκλαδόν. Το μάθημα της γραφής ξεκινούσε.

«Ας παρατηρήσουμε το ιδεόγραμμα νου για το νερό.» Ο δάσκαλος ζωγράφισε με το πινέλο  του δύο μικρές κυματιστές γραμμές πάνω σε μια πήλινη πλάκα.

«Αυτό το ιδεόγραμμα χρησιμοποιείται, όπως ήδη γνωρίζετε, όχι μόνο για το νερό αλλά και για το γράμμα Ν.»

Ένα αγόρι σήκωσε χαρούμενο το χέρι του.

«Τι είναι, Νέφερ;» τον ρώτησε ο Κουν – Ανούπ.

«Το όνομά μου αρχίζει με ένα νου, το ιδεόγραμμα για το νερό.»

«Σωστά. Και τι σημαίνει αυτό;» είπε και ζωγράφισε μια παλάμη στην πήλινη πλάκα.

«Ντοτ ή παλάμη, κύριε, και το ιδεόγραμμα αυτό χρησιμοποιείται συνάμα και για το ντ

Στη συνέχεια, οι μαθητές έπρεπε να εξασκηθούν στη γραφή με τα καλαμένια πινέλα τους πάνω στις πλάκες τους. Αντέγραφαν ένα κείμενο, το οποίο διάβαζαν ύστερα όλοι μαζί φωναχτά. Όμως, ακόμα και μετά το μεσημεριανό διάλειμμα, το μάθημα συνέχισε να είναι βαρετό. Είχαν θρησκευτικά και ο Κουν – Ανούπ τους μιλούσε για τα αιγυπτιακά τελετουργικά.

«…αντικείμενα καθημερινής χρήσης, ουσέμπτι, φυλαχτά και, φυσικά, Βιβλία των Νεκρών», απαρίθμησε ο δάσκαλος μια μακριά λίστα από αντικείμενα. «Ποιος από σας γνωρίζει περί τίνος πρόκειται;» ρώτησε κοιτάζοντας τα παιδιά.

Ο Νέφερ σήκωσε επιμελώς το χέρι του, ενώ πίσω του ο Χάπου χασμουριόταν, καλύπτοντας το στόμα του με την παλάμη του.

«Ταφικές προσφορές», απάντησε ο καλύτερος μαθητής της τάξης.

Ο Κουν – Ανούπ έγνεψε καταφατικά.

«Σωστά. Και έτσι, φτάσαμε στο θέμα μας, το οποίο σκοπεύω σήμερα να σας αναλύσω διεξοδικά.» Ο δάσκαλος ξερόβηξε. «Το Βιβλίο των Νεκρών. Μια από τις σημαντικότερες ταφικές προσφορές, χωρίς την οποία ένας νεκρός θα χανόταν στον Κάτω Κόσμο. Ποιος γνωρίζει περί τίνος πρόκειται;»

Ακόμα και ο εξυπνάκιας ο Νέφερ σιωπούσε.

«Τα Βιβλία των Νεκρών είναι μαγικά βιβλία», εξήγησε ο δάσκαλος.

Μαγικά βιβλία! Ο Χάπου τεντώθηκε αμέσως στη θέση του. Ξαφνικά, είχε εξαφανιστεί όλη του η βαριεστιμάρα. Άρχισε να παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή την παράδοση του δασκάλου.

«Όπως όλοι σίγουρα γνωρίζετε, η ψυχή ενός νεκρού, κατά το ταξίδι της στον Κάτω Κόσμο, πρέπει να τα βγάλει πέρα με μια σειρά πιθανούς κινδύνους και περιπέτειες. Υπάρχουν δηλητηριώδη φίδια, επικίνδυνοι κροκόδειλοι και κακά πνεύματα που παραμονεύουν με τα δίχτυα τους. Πώς μπορεί μια ψυχή να γλιτώσει από όλους αυτούς τους κινδύνους;» Ο Κουν – Ανούπ κοίταξε προσεκτικά τους μαθητές του. «Έχει κανείς καμιά ιδέα;»

«Αν το Βιβλίο των Νεκρών είναι μαγικό βιβλίο, τότε υποθέτω πως σε αυτό θα καταγράφονται μαγικές φράσεις», πρότεινε ο Σέτνα, ένα αγόρι με μακριές μπούκλες. «Εννοώ, φράσεις με τις οποίες οι ταξιδιώτες μπορούν να προστατευτούν.»

«Σωστά!» τον επαίνεσε ο δάσκαλος. «Πρόκειται για μια συλλογή μαγικών κειμένων, που βοηθάνε τους πεθαμένους να αποφεύγουν τους κινδύνους που τους απειλούν.» Σταμάτησε για λίγο και μετά πρόσθεσε: «Στο βιβλίο περιέχονται επίσης και ένα σωρό άλλες χρήσιμες πληροφορίες. Υπάρχουν ξόρκια που βοηθάνε τις ψυχές να επισκέπτονται τη μέρα τον κόσμο των ζωντανών και το βράδυ να επιστρέφουν με το πλοιάριο του Ρα ξανά στον Κάτω Κόσμο. Ναι, τι είναι, Χάπου;» Ο δάσκαλος κοίταξε τον νεαρό που σήκωνε ζωηρά το χέρι του.

«Το Βιβλίο των Νεκρών είναι το ίδιο με το μαγικό βιβλίο του Θωθ;» ρώτησε ο Χάπου ταραγμένος.

«Το μαγικό βιβλίο του Θωθ;» Ο Κουν – Ανούπ τον κοίταξε κουνώντας πέρα δώθε το κεφάλι του. «Πώς σου ήρθε αυτή η ιδέα;»

Ο Χάπου σήκωσε τους ώμους του.

«Δεν έχω ιδέα! Θα πρέπει να το άκουσα κάπου στη Νεκρόπολη», απάντησε δήθεν αδιάφορα.

«Το μαγικό βιβλίο του Θωθ», άρχισε να εξηγεί ο Κουν – Ανούπ, «δεν έχει απολύτων καμία σχέση με τα Βιβλία των Νεκρών. Παρ’ όλα αυτά, θα σας εξηγήσω εν συντομία περί τίνος πρόκειται. Σύμφωνα με το μύθο, αυτό το επικίνδυνο βιβλίο ανήκε στο μάγο Πταχοτέπ. Λέγεται πως όποιος έχει στην κατοχή του αυτό το βιβλίο μπορεί να εξουσιάζει όχι μόνο τον κόσμο των ζωντανών αλλά και τον κόσμο των νεκρών. Υποτίθεται πως σε αυτό υπάρχουν γραμμένες μαγικές φράσεις, που δίνουν στον άνθρωποι τη δυνατότητα να καταλαβαίνει ακόμα και τη γλώσσα των ζώων.»

Τα παιδιά έμειναν κατάπληκτα.

«Αλλά», συνέχισε ο Κουν – Ανούπ σηκώνοντας προειδοποιητικά το δείκτη του χεριού του, «αν βρεθεί σε λάθος χέρια, ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί με άσχημο τρόπο. Ο Πταχοτέπ το γνώριζε καλά αυτό και γι’ αυτό το πήρε μαζί του στον τάφο του».

«Ξέρει κανείς πού βρίσκεται θαμμένος ο μάγος;» ρώτησε ένας μαθητής.

«Όχι», απάντησε ο Κουν – Ανούπ χαμογελώντας. «Αυτό πολλοί θα ήθελαν να το γνωρίζουν.»

«Και τι θα γινόταν, λοιπόν, κύριε», ρώτησε ο Χάπου το δάσκαλο, «αν ένας τυμβωρύχος κατάφερνε να ανακαλύψει τον τάφο του; Αυτό δε θα ήταν πολύ επικίνδυνο για την Αίγυπτο και το Φαραώ;»

Ο δάσκαλος έγνεψε καταφατικά.


Share/Bookmark

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Το Βροχοπούλι

Υπόθεση
Ο δωδεκάχρονος Αποστόλης ζει στο ορεινό χωριό ενός νησιού και λατρεύει τη θάλασσα. Η ισχυρή φιλία που αναπτύσσει με έναν γλάρο, το Βροχοπούλι όπως το βαφτίζει, θα γίνει αφορμή να αναστατωθεί η τοπική κοινωνία. Θα επικρατήσει τελικά η κοινή λογική ή η άποψη του κοινοτάρχη που θέλει να διώξει το πουλί για να μην του κουτσουλάει την προτομή που πρόσφατα έστησε στην πλατεία του χωριού;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Παπαδόπουλος
Συγγραφέας: Χρήστος Δεσύλλας 
Εικονογράφηση: Εύα Καραντινού
ISBN: 960-412-3846-Χ
Έτος 1ης Έκδοσης: 2005
Σελίδες: 78
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ ή εδώ
Τάξεις: Δ’

Κριτική
Μικρό διήγημα σε τρίτο πρόσωπο, με γραφή απλή, γραμμική πλοκή και έμμεσο διδακτισμό που παραπέμπει σε περασμένες δεκαετίες. Στα αδύναμα σημεία του έργου και η έκφραση, που κινείται σε επίπεδα απλοϊκότητας, αλλά και κάποια "επιχειρήματα" που δικαιολογούν τις πράξεις του ήρωα, τα οποία φλερτάρουν με την αφέλεια. Η εικονογράφηση είναι δυστυχώς σχεδόν ανύπαρκτη, αφού σε όλο το βιβλίο συναντάμε μόλις 3 ολοσέλιδες ζωγραφιές. Το μέγεθος της γραμματοσειράς που έχει επιλεγεί είναι σχετικά μικρό, αλλά το διάστιχο μάλλον επαρκές ώστε η ανάγνωση να γίνεται χωρίς τα μάτια να κουράζονται πολύ. Ωστόσο, το γεγονός ότι κάποια κεφάλαια φτάνουν μέχρι και τις 17 σελίδες, δεν βοηθάει ιδιαίτερα τους μικρούς αναγνώστες.

Το βιβλίο μοιάζει καταλληλότερο για παιδιά της Δ’ τάξης, καθώς τα μικρότερα παιδιά ίσως δυσκολευτούν, ενώ τα μεγαλύτερα υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να βαρεθούν. Περισσότερο θα μπορούσαμε να το προτείνουμε σε αγόρια που συμπαθούν ιδιαίτερα τα ζώα.

Οι προθέσεις του συγγραφέα κατά πάσα πιθανότητα είναι αγνές, αφού προσπαθεί με το έργο του να μεταδώσει ένα μήνυμα αγάπης και συμφιλίωσης μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Ο τρόπος ωστόσο που το κάνει, όπως και οι συμβάσεις που χρησιμοποιεί για να πείσει τους αναγνώστες, μου δημιούργησαν προσωπικά αρκετές ενστάσεις.

Καταρχάς, η περιβαλλοντική προσέγγιση που υιοθετεί, αφορά την παλιά, γνωστή και ξεπερασμένη «ανθρωποκεντρική» οικολογία· αυτήν που το πρωί της Κυριακής μας ζητάει να αγαπήσουμε ένα γλάρο επειδή καταλαβαίνει τι του λέμε και κάθεται να τον χαϊδέψουμε, και το μεσημέρι της ίδιας μέρας μας σερβίρει να φάμε κόκορα κρασάτο. Λες και ο γλάρος δεν θα άξιζε τον σεβασμό μας αν δεν χώνευε τους ανθρώπους, ή λες και ο κόκορας δεν αξίζει να ζει, επειδή κάνει καλύτερη σούπα από τον γλάρο.

Κατά δεύτερον, το διήγημα αναπαράγει τέτοια στερεότυπα, που, πασπαλισμένα με διδακτισμό και σερβιρισμένα με απλοϊκότητα, μας δυσκολεύουν να πιστέψουμε ότι διαβάζουμε όντως κείμενο του 21ου αιώνα: Ο πατέρας φέρνει το φαγητό στο σπίτι, η μητέρα καθαρίζει τα ψάρια με ευκολία γιατί έτσι έχει συνηθίσει, τα ψάρια είναι ωφέλιμα γιατί περιέχουν ω3 και φώσφορο. Έτσι απλά και όμορφα. Η αυθεντία ξαναζεί όταν ο γηραιότερος του καφενείου αποφασίζει να μιλήσει, καθώς όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό, τόσο σοφά λόγια δεν είχαν ξανακούσει… (σ.61), ενώ ρίγη εθνικής υπερηφάνειας κατακλύζουν τον μικρό πρωταγωνιστή όταν ακούει τον πανηγυρικό του γυμνασιάρχη… Στοιχεία που αν τα συναντούσαμε σε κείμενο της Π. Δέλτα δεν θα μας ξένιζαν καθόλου, εκατό χρόνια μετά φαντάζουν λίγο εκτός κλίματος. Τα παιδιά βέβαια δεν αποκλείεται να διασκεδάσουν, διαβάζοντας την εμβόλιμη ιστορία ενός ηρωικού κομάντο [που μεταμφιεσμένος σε καλόγερο ανατινάζει μια γερμανική κεραία και «ξαπλώνει» κάμποσους αγουροξυπνημένους ναζί, πριν τον φάει μπαμπέσικα σαν την υπολοχαγό Νατάσσα – ή μάλλον τον Ορέστη της – ο τελευταίος ετοιμοθάνατος γερμανός], αλλά στις μέρες μας συνιστώνται λιγότερο αιμοβόρικες και πολεμοχαρείς προσεγγίσεις για τα παιδιά.

Τη χαριστική βολή έρχονται να δώσουν οι συμβάσεις, η απολυτότητα και οι αφορισμοί. Ο μικρός αναγνώστης θα διδαχθεί ότι οι άνθρωποι είναι καθάρματα, άσπλαχνοι και μαύρες ψυχές και ότι μόνο τα μικρά παιδιά που είναι αγνά μπορούν να δώσουν λύση στα μεγάλα προβλήματα. Θα μάθει ότι το άγρυπνο μάτι του Θεού τα παρακολουθεί όλα, και πως η τιμωρία χτυπάει τους κακούς για τις πράξεις που κάνουν, ειδικά στα κρυφά. Αν ωστόσο η τιμωρία δεν έρθει από τον ίδιο το Θεό, τότε υπάρχει πάντοτε και η αυτοδικία, η οποία επιτρέπει σε όμορφα και ευγενικά πουλιά όπως οι γλάροι, να δώσουν «ένα μάθημα» στον κακό (στην περίπτωσή μας κοινοτάρχη), ακόμα και αν αυτό σημαίνει να του καταστρέψουν το σπίτι. Όντως σας θυμίζει ξανά κινηματογράφο, αυτή τη φορά κάτι από Χίτσκοκ.

Για να μην αφήσουμε παραπονεμένο τον μοντέρνο αμερικανικό κινηματογράφο, προσθέτουμε και μια πινελιά από Dr. Doolittle. Το δίδυμο των πρωταγωνιστών συμπληρώνει, εκτός από τον μικρό Αποστόλη, ένας γλάρος αλλιώτικος από τους άλλους. Το πουλί αυτό, όχι μόνο καταλαβαίνει αυτά που ακούει από τα κοινοτικά μεγάφωνα ή εκείνα που του λέει το παιδί, αλλά ξέρει να διαβάζει και τα όσα γράφουν οι ταμπέλες. Επιπλέον διαθέτει υποκριτικές ικανότητες, αφού κοιτάζει με βλέμμα γεμάτο ευγνωμοσύνη αυτούς που το ταΐζουν και με απειλητικό ύφος εκείνους που τον εκνευρίζουν. Τέλος να προσθέσουμε ότι τα «κρω-κρω» με τα οποία εκφράζεται, διαφέρουν σε χροιά, ανάλογα με αυτό που θέλει να πει. Στα θετικά να αναφέρουμε ότι είναι ένας θεοσεβούμενος γλάρος, οπότε όταν ο μικρός του εκμυστηρεύεται ότι κάνει σκασιαρχείο από την εκκλησία για να τον συναντήσει, το πτηνό τον οδηγεί χωρίς δεύτερη κουβέντα πίσω στο ναό.

Αν με τα παραπάνω σχόλια, το βιβλίο έχει αρχίσει να σας θυμίζει ταινία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου (όχι του καλού, εκείνου της επταετίας) διαβάστε το απόσπασμα, ώστε να κρίνετε και μόνοι σας.

Οι συμβάσεις βέβαια δεν τελειώνουν εδώ, αλλά θα καταντούσε κουραστικό να τις παραθέσουμε μία προς μία. Ας έχει ωστόσο υπόψη του ο αναγνώστης, ότι περίεργα πράγματα δεν σταματούν να συμβαίνουν οποτεδήποτε αυτό εξυπηρετεί τη ροή του διηγήματος. Ας μου επιτραπεί ένα τελευταίο χαριτωμένο: ο εγγονός φτάνει δώδεκα χρονών για να ακούσει για πρώτη φορά την αγαπημένη ιστορία του παππού του…

Ολοκληρώνοντας, να αναφερθούμε ενδεικτικά σε κάποια προβλήματα διατύπωσης, που πιθανόν να οφείλονται σε ελλιπή έλεγχο των επιμελητών του κειμένου. Καθώς παρόμοια λάθη τα διορθώνουμε στους μαθητές, θεωρούμε πως οφείλουμε να τα επισημαίνουμε και όταν τα συναντάμε σε κείμενα που απευθύνονται σε παιδιά και μάλιστα έχουν φτάσει ως τις σχολικές βιβλιοθήκες. Έτσι, φράσεις όπως: ένα πρωινό, έκπληκτοι οι χωριανοί, άκουσαν την παρακάτω ανακοίνωση πολλές φορές κατά τη διάρκεια της μέρας. (σ.47) ή η αντίδραση του Αποστόλη ήταν μεγάλη. (σ.49) κ.ά. θεωρούμε πως θα μπορούσαν κάλλιστα να αποδοθούν ορθότερα..

Για τους οπαδούς της θετικής σκέψης, υπάρχουν κάποια ιδιαίτερα χρήσιμα μηνύματα στο βιβλίο όπως το η ισχύς εν τη ενώσει (ή καλύτερα γλάροι ενωμένοι ποτέ νικημένοι), και διδαχές όπως το οι πολιτικοί ξαναψηφίζονται επειδή οι άνθρωποι ξεχνούν γρήγορα. Επίσης, πληροφορίες που σπάνια συναντάμε σε βιβλία για παιδιά, όπως για  παράδειγμα η έμμεση αναφορά στο θέμα των προσοδοκυνηγών και των ομάδων πίεσης: όταν όλο το χωριό κατακρίνει τη νέα (αντιπουλιτευτική;) πολιτική του κοινοτάρχη, η κυρα Λεμονιά η καθαρίστρια συνεχίζει να τον στηρίζει, καθώς έτσι γλιτώνει το καθάρισμα της πλατείας από τις κουτσουλιές.

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Περιβάλλον

Απόσπασμα 
Το μεσημέρι ήλθε και ο πατέρας του απ’ τα χωράφια, κρατώντας στα χέρια δυο σακούλες με φρέσκα ψάρια. Του τα είχε φυλάξει ο καπετάν Αργύρης από την τράτα του, κάτοικος του παραπέρα χωριού.

Μετά το φαγητό, η μητέρα του βάλθηκε να τα καθαρίσει στο νεροχύτη της κουζίνας. ήταν μια εύκολη δουλειά για κείνη, αφού τα ψάρια σπάνια έλειπαν απ’ το τραπέζι. Γνώριζαν πόσο υγιεινά είναι, πλούσια σε πρωτεΐνες, με λίπος που δε βλάπτει τον οργανισμό και φώσφορο.

Ο Αποστόλης την παρακολουθούσε υπομονετικά, κάνοντας τη σκέψη ότι θα έπρεπε να πάρει στα κρυφά μερικά, για να ταΐσει την επομένη το φίλο του. Έτσι κι έγινε. Τα ψάρια ξελεπιάστηκαν, αφαιρέθηκαν τα σπάραχνα απ’ τα κεφάλι, πετάχτηκαν οι κοιλιές, ξεπλύθηκαν και μπήκαν στο ψυγείο.

Στην πρώτη ευκαιρία που βρήκε, όταν η μητέρα του έπιασε την κουβέντα με τη γειτόνισσα, έβαλε μέσα σε μια πλαστική σακούλα μερικά και τα έκρυψε έξω στην αυλή του σπιτιού.

Το ίδιο βράδυ έμεινε πολλές ώρες ξάγρυπνος στριφογυρνώντας στο κρεβάτι του. Απ’ το μυαλό του δεν έφυγε ούτε στιγμή ο γλάρος. Η μια σκέψη του έφερνε την άλλη και είχε μεγάλη αγωνία αν θα έβρισκε το πρωί το φίλο του στην πλατεία.

Βέβαια, δε θα στενοχωριόταν αν δεν ήταν συνεπής στο ραντεβού του. Εάν όμως ήταν; Αυτό θα σήμαινε πως τα πουλιά καταλαβαίνουν τους ανθρώπους.

Από τα βιβλία που είχε διαβάσει γνώριζε ότι αυτό συμβαίνει με τα πανέμορφα δελφίνια. Γιατί όχι και με τους γλάρους; Δεν είχε λοιπόν παρά να περιμένει μέχρι το πρωί, οπότε και θα είχε μιαν απάντηση στο ερώτημά του.

Το δωμάτιό του φωτιζόταν από τις αστραπές, που δε σταμάτησαν, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που τον πήρε το ύπνος με τη σκέψη ότι το Βροχοπούλι μέσα στην κακοκαιρία θα είχε βρει μια ζεστή γωνιά για να κοιμηθεί.

Το πρωί που ξύπνησε άκουσε τη βροχή που συνεχιζόταν αδιάκοπη και χτυπούσε στα κεραμίδια αλλά και στα παράθυρα του δωματίου του. Ανησύχησε. Ήταν βέβαιος πως η μητέρα του δε θα του επέτρεπε να βγει έξω με τέτοιον καιρό. Θυμήθηκε ότι την προηγουμένη την είχε καλέσει να πάνε μαζί στην πλατεία, μα τώρα που το ξανασκεφτόταν κατάλαβε ότι είχε κάνει μεγάλο λάθος. Γιατί πώς θα έπαιρνε τα ψάρια μαζί του που κρυφά είχε βγάλει απ’ το ψυγείο; Όχι, δεν έπρεπε να πάνε μαζί. Και σιγά την όρεξη που είχε η μητέρα του να τρέχει μες στην πλατεία για να δει ένα γλάρο ενώ είχε τόσες δουλειές να κάνει…

Αυτές τις σκέψεις έπλαθε στο μυαλό του για να παρηγορηθεί, μέχρι τη στιγμή που η φωνή της ακούστηκε σε όλο το σπίτι:
«Μάρτης, γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης. Μουχλιάσαμε οι άνθρωποι από τη βροχή. Τι είναι τούτο πάλι φέτος; Δε θα σταματήσει και καμιά φορά;»

Μετά μπήκε σαν σίφουνας στο δωμάτιό του, φανερά εκνευρισμένη.

«Είναι ώρα ν’ αφήσεις το πάπλωμα και να πας στην εκκλησία».

Τι χαρά! Δεν το είχε σκεφτεί πως ήταν Κυριακή. Με ήλιο ή με βροχή, αυτός έπρεπε να πάει στην εκκλησία, έτσι απαιτούσε η μητέρα του, κι ας μην πήγαινε εκείνη, προφασιζόμενη πως είχε να κάνει του κόσμου τις δουλειές, ακόμη και τις Κυριακές.  Χώρια το φαγητό! Έπρεπε να μαγειρέψει τη μακαρονάδα με τον κοκκινιστό κόκορα, που έτρεχαν τα σάλια του κάθε φορά που τον έτρωγε. Ήταν το αγαπημένο γεύμα της οικογένειας, ιδιαίτερα του παππού, ο οποίος επέμενε τα μακαρόνια να είναι χοντρά, αν και οι υπόλοιποι προτιμούσαν τα ψιλότερα, τελικά όμως είχε υπερισχύσει η γνώμη του.

Με πολύ κέφι αλλά και αγωνία ντύθηκε ζεστά και ξεπόρτισε, κρατώντας και την ομπρέλα στο χέρι.

Πέρασε πρώτα από την αυλή κι έβγαλε τα ψάρια από την κρυψώνα. Εκεί δίπλα παραμόνευαν και δύο γάτες, οι οποίες, παρά τη βροχή, δεν έφευγαν, επειδή τους μύριζαν τα ψάρια, μόνο που ήταν αδύνατο να τα βγάλουν, αφού ήταν πολύ καλά φυλαγμένα για δύο λόγους:πρώτον για να μην τα βρει κανείς και δεύτερον για να μην τα φάνε οι γάτες.

Ο Αποστόλης γνώριζε πόσο οι γάτες αποφεύγουν το νερό πάνω στη γούνα τους, είναι κάτι που δεν τους αρέσει καθόλου. Η μητέρα του, για να τις διώχνει από την αυλή, τους έριχνε έναν κουβά νερό κι εκείνες εξαφανίζονταν. Για να στέκουν όμως μες στη βροχή, θα πεινούσαν πολύ οι καημένες.

Έβγαλε τα ψάρια από την κρυψώνα και, φωνάζοντάς τους ψι ψι ψι, βγήκε από την αυλή ακολουθούμενος απ’ τα γατιά μέχρι το σοκάκι. Άνοιξε την πλαστική σακούλα και τους έριξε κάτω δυο, που τα έβαλαν στο στόμα τους κι έτρεξαν κάτω από το μπαλκόνι της Κατίνας, για να τ’ απολαύσουν με την ησυχία τους.

Ο Αποστόλης ξεκίνησε όχι για την εκκλησία, αλλά για την πλατεία. ήταν η πρώτη φορά που είπε ψέματα στη μητέρα του. Κι αν το μάθαινε; Ε, θα της έλεγε πως ήταν με το Βροχοπούλι, μα σαν δε τον έβρισκε εκεί, τότε θα πήγαινε οπωσδήποτε στη λειτουργία.

Share/Bookmark

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Τρεις λεύκες στην αυλή μας

Υπόθεση
Όταν τα 12 παιδιά της έκτης τάξης ξεκινάνε την τελευταία τους χρονιά στο δημοτικό σχολείο, τίποτα δεν τα προϊδεάζει ότι θα είναι τόσο περιπετειώδης. Διάφορα όμως γεγονότα στην προσωπική τους ζωή και στη σχολική καθημερινότητα, όπως και οι νέες σχέσεις που θα διαμορφωθούν αναμεταξύ τους, θα δοκιμάσουν τις αντοχές τους, θα αναπλάσουν τους χαρακτήρες τους και θα τα οδηγήσουν τελικά στην ωρίμανση, μετασχηματίζοντάς τα στο τέλος της χρονιάς από νεαρές προνύμφες, σε πεταλούδες έτοιμες να πετάξουν προς την εφηβεία.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Άγκυρα
Συγγραφέας: Χρύσα Κοζανιτά 
Εικονογράφηση: Θανάσης Τσίτσικας
ISBN: 978-960-422-826-3
Έτος 1ης Έκδοσης: 2010
Σελίδες: 132
Τιμή: περίπου 8 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ’, Γυμνάσιο

Κριτική
Συγκινητικό διήγημα που απευθύνεται περισσότερο σε παιδιά της τελευταίας τάξης του δημοτικού ή και μεγαλύτερα. Η γραφή του είναι σχετικά απλή, αλλά τα γεγονότα που διαδραματίζονται σε πολλαπλά επίπεδα και το πολυπρόσωπο του πράγματος, ίσως μπερδέψουν κάποιους αναγνώστες. Στα θετικά η ευαίσθητη πένα της συγγραφέως, που θα μεταφέρει τους τυχερούς αναγνώστες που θα της το επιτρέψουν, σε έναν κόσμο γεμάτο με πλούσια συναισθήματα. Εικονογράφηση δυστυχώς δεν υπάρχει, ενώ το μήκος των περισσοτέρων κεφαλαίων κυμαίνεται μεταξύ 10-15 σελίδων με στοιχεία κανονικού μεγέθους και απλό διάστιχο. Όσοι λοιπόν μαθητές αποφασίσουν να διαβάσουν το βιβλίο, καλό είναι να έχουν ήδη κάποια αναγνωστική εμπειρία, ώστε να καταφέρουν να το ολοκληρώσουν χωρίς δυσκολία.

Εμείς θα το προτείναμε περισσότερο σε κορίτσια αλλά και αγόρια της Στ’ τάξης, που ίσως ευκολότερα ταυτιστούν με τη μικρή Νένη, τη Φιλομήλα ή τον Χάτσι.

Το διήγημα είναι πυκνογραμμένο, με πλοκή που θα μπορούσε να αποτελέσει υλικό για περισσότερα από ένα βιβλία. Θίγονται πάρα πολλά ζητήματα της καθημερινής σχολικής πραγματικότητας, όπως οι σχέσεις δασκάλων – μαθητών και το πώς αυτές επηρεάζουν τη διαδικασία αλλά και το περιεχόμενο της διδασκαλίας, οι επεμβάσεις των γονέων στο έργο του δασκάλου, η αντιμετώπιση της συμπεριφοράς των «δύσκολων» παιδιών, ο τρόπος που η εξωσχολική καθημερινότητα των μαθητών επηρεάζει τις επιδόσεις τους, κ.ά. Προσωπικά μάλιστα υπήρχαν σημεία που θα προτιμούσα η διήγηση να σταθεί περισσότερο σε κάποια θέματα και να τα αναλύσει σε βάθος, παρά να προχωρήσει βιαστικά σε επόμενα.

Αν τα παραπάνω δεν σας φάνηκαν αρκετά, εκτός από καταστάσεις που αφορούν αποκλειστικά το σχολείο, το κείμενο θίγει και άλλα ευρύτερα θέματα, όπως π.χ. ο ανταγωνισμός μεταξύ φύσης και οικιστικής ανάπτυξης, ο ρατσισμός, αλλά και ηθικά διλήμματα που συχνά απασχολούν τα παιδιά: π.χ. Είναι η φιλία ιερή ακόμα και όταν οι φίλοι μας παρανομούν;

Υπάρχουν λοιπόν πολλοί λόγοι να ασχοληθεί ένα νεαρό παιδί με το παρόν βιβλίο, μια και θα συγκινηθεί με τις ιστορίες των πρωταγωνιστών, θα προβληματιστεί, αλλά και θα γνωρίσει τρόπους με τους οποίους μπορεί να αντιμετωπίσει καταστάσεις που το απασχολούν. Αρκεί να έχει την ωριμότητα να αναγνωρίσει, να αντιπαραβάλει με τη δική του πραγματικότητα και να αφομοιώσει με τον τρόπο του, τα όσα συναντήσει στην ιστορία.

Στο σημείο αυτό να παρατηρήσουμε ότι παρότι οι συνθήκες, οι διάλογοι, τα σχόλια και οι αντιδράσεις των μαθητών συμβαδίζουν τις περισσότερες φορές με την πραγματικότητα, η συγγραφέας σε κάποια σημεία -θέλοντας ίσως να δώσει έμφαση- μοιάζει να ζηλεύει τον κόσμο των παραμυθιών και να πετάγεται ως εκεί χρησιμοποιώντας φαντασιακά στοιχεία. Έτσι ο ρεαλισμός ανατρέπεται και διάφορα υπερφυσικά συμβαίνουν: (α) Από τον κομμένο κορμό μιας λεύκας ξεπετάγεται μια καινούρια, τόσο δυνατή που τρυπάει το πάτωμα της σχολικής αίθουσας. (β) οι μαθητές στην τάξη κάθονται ήσυχοι, ακούνε και καταλαβαίνουν τη δασκάλα που τους απαγγέλλει ποιήματα και ιστορίες στα αγγλικά, απογειώνονται με τα φτερά της φαντασίας και συμμετέχουν σιωπηλά στο μύθο, κρέμονται εκστασιασμένοι απ’ τα χείλη της, αδιαφορούν για το κουδούνι που καλεί σε διάλειμμα, και στο τέλος την χειροκροτούν! Δυστυχώς τέτοιες καταστάσεις βιώνουν οι εκπαιδευτικοί μόνο όταν κοιμούνται ή βρίσκονται υπό την επήρεια ναρκωτικών... :-)

Η νέγρα, εύθραυστη και γητεύτρα κυρία Φιλομήλα, είναι μια από τις προσωπικά αγαπημένες μου ηρωίδες, και ίσως κατά βάθος η πραγματική πρωταγωνίστρια της ιστορίας. Δυστυχώς, οι φήμες λένε ότι δεν υπάρχουν σχέδια για συνέχεια στην επαγγελματική της σταδιοδρομία.

Αξίες - Θέματα
Διαφορετικότητα, Εκπαίδευση, Φιλία, Συνεργασία, Επιμονή, Περιβάλλον

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
Την άλλη μέρα, ο κύριος Θωμάς ενημέρωσε τους μαθητές του ότι την τελευταία ώρα θα έκαναν μάθημα στην Αίθουσα Πολλαπλών Χρήσεων. Τι μάθημα, δηλαδή! Θα τους έδινε τους ρόλους τους και θα συζητούσαν για την παράσταση πάλι.

Τους το ανακοίνωσε την πρώτη ώρα, αμέσως μόλις μπήκε στην τάξη και όλη αυτή η αναμονή έχει ανάψει για τα καλά τα αίματα των παιδιών. Ας ήταν και για την παράσταση, τι να γίνει! και μόνο που θα άλλαζαν περιβάλλον και δε θα χρειαζόταν να λύνουν ασκήσεις ή να λένε το μάθημα απ’ έξω, τους ήταν αρκετό.

Αλλά για να γίνει αυτό έπρεπε να περάσει ακόμα μια ώρα, η Πέμπτη, και για την πέμπτη ώρα το σημερινό πρόγραμμα έγραφε Αγγλικά. Τα παιδιά δεν είχαν μέχρι εκείνη τη μέρα κάνει καθόλου Αγγλικά στο σχολείο, γιατί το υπουργείο δεν είχε στείλει καθηγήτρια.

Ο δάσκαλός τους, όμως, σήμερα τους ανακοίνωσε ότι η καθηγήτρια Αγγλικών είχε παρουσιαστεί επιτέλους και πως το σημερινό πρόγραμμα θα γινόταν κανονικά.

«Μα δεν έχουμε φέρει βιβλία», είχε διαμαρτυρηθεί ο Σωτήρης.

«Νομίζω ότι η κυρία Φιλομήλα θα δείξει κατανόηση».

«Φιλομήλα! Τι σόι όνομα είναι αυτό;» πετάχτηκε ο θανάσης, που σπάνια έχανε ευκαιρία για πείραγμα.

«Μήπως είναι πραγματική Αγγλίδα;» πρόσθεσε ο Σωτήρης και όλη η τάξη έσκασε στα γέλια.

«Ή μήπως είναι φίλη με τα μήλα;» συνέχισε την πλάκα ο Θανάσης.

Αυτά είχαν ειπωθεί την πρώτη ώρα και τώρα, που το κουδούνι είχε σημάνει την αρχή της πέμπτης, τα παιδιά περίμεναν με περιέργεια την έλευση της κυρίας Φιλομήλας.

Η έκπληξη που περίμενε τα παιδιά ήταν μεγαλύτερη απ’ ό,τι μπορούσαν να φανταστού. Ξαφνικά είδαν στην πόρτα τη διευθύντρια, με ένα αμήχανο χαμόγελο κολλημένο στα χείλη. Δίπλα της ερχόταν…

Η Νένη ανοιγόκλεισε με δύναμη τα βλέφαρα, σίγουρη ότι τα μάτια της της παίζουν παιχνίδια. Αλλά το απίστευτο δίδυμο που έμπαινε δειλά - δειλά στην αίθουσα, δεν έλεγε να εξατμιστεί. Το κορίτσι ασυναίσθητα στράφηκε στους συμμαθητές της, να καταλάβει αν όλοι έβλεπαν αυτό που έβλεπε κι η ίδια. Το αποσβολωμένο ύφος ολωνών τη διαβεβαίωσε ότι τα μάτια της ήταν μια χαρά και ότι… ότι… αυτή η νεαρή νέγρα που στεκόταν δίπλα στη διευθύντρια, πρέπει να ήταν η καινούρια καθηγήτρια των Αγγλικών.

Η διευθύντρια έκανε στη σκουρόχρωμη κοπέλα νόημα με το χέρι της να περάσει πρώτη. Εκείνη χαιρέτησε τα παιδιά και κατευθύνθηκε προς την έδρα. Η διευθύντρια την ακολούθησε μέχρι το κέντρο της αίθουσας. Εκεί κοντοστάθηκε και κοίταξε τους μαθητές με τα γκρινιάρικα μάτια της, που σήμερα είχαν πάρει μια ψεύτικα γλυκερή έκφραση. Με τη γνωστή τσιριχτή φωνή της και χωρίς να εγκαταλείπει το αμήχανο χαμόγελο, είπε στα παιδιά που την κοιτούσαν σαν χαμένα:

«Όπως θα καταλάβατε, η κυρία Φιλομήλα Λυκούδη είναι η καινούρια καθηγήτρια Αγγλικών του σχολείου μας. Είμαι σίγουρη ότι εσείς, που είστε οι μεγαλύτεροι μαθητές του σχολείου μας, θα τη βοηθήσετε να κατατοπιστεί και θα έχετε μια άψογη συνεργασία μαζί της».

Η διευθύντρια δεν περίμενε για απάντηση. Γύρισε κι έριξε μια γρήγορη ματιά στην κυρία Φιλομήλα, μουρμούρισε ότι τους αφήνει τώρα να γνωριστούν καλύτερα και αποχώρησε.

Τα περισσότερα παιδιά έμειναν για λίγες στιγμές με το βλέμμα καρφωμένο στην πόρτα. Γιατί πού να κοίταζαν, αλήθεια; Ότι υπήρχαν και μαύρες καθηγήτριες, αυτό πια ξεπερνούσε τη φαντασία και του πιο απίστευτου σεναρίου.

«Το Λυκούδη ελληνικό δεν είναι;» ρώτησε ο Θανάσης τη Λουκία δίπλα του.

το κορίτσι αρκέστηκε σε ένα σήκωμα των ώμων.

Ο Σωτήρης έσκυψε στο αυτί της Γιώτας:
«Να δεις που θα είναι Αμερικάνα».

Η Γιώτα συνέχισε να μουντζουρώνει το τετράδιό της αμίλητη. Δεν ακουγόταν το παραμικρό. Τα λεπτά , όμως  περνούσαν και αναγκαστικά ένα - ένα τα παιδιά άρχισαν α σηκώνουν το κεφάλι και να κοιτάζουν τη νεοφερμένη δασκάλα, που έδειχνε ότι προσπαθεί να τακτοποιήσει τα πράγματά της στην έδρα.

Έβγαλε από την τσάντα της το κινητό της και το ακούμπησε σε μια γωνιά της έδρα. Δίπλα, ακριβώς, τοποθέτησε δύο –τρεις φωτοτυπημένες σελίδες. Στο τέλος, κρέμασε την τσάντα της στην πλάτη της καρέκλας της. Όταν, πια, σήκωσε το κεφάλι, τα περισσότερα παιδιά την κοιτούσαν εξεταστικά.

«Έχω μια φοβερή δυσκολία», ήταν οι πρώτες λέξεις που άρθρωσε σε άψογα ελληνικά. «Δεν συγκρατώ εύκολα ονόματα. Θα με διευκολύνετε λοιπόν πολύ αν γράψετε το όνομά σας σε ένα χαρτί. Εγώ θα περάσω να το καρφιτσώσω στην μπλούζα σας».

Αμέσως έχωσε το χέρι στην τσάντα της και έβγαλε από μέσα ένα σακουλάκι με παραμάνες. Ο Αλέξανδρος την είδε να έρχεται στο θρανίο του. βιάστηκε να γράψει το όνομά του, αλλά το χαρτάκι που είχε σκίσει απ’ το τετράδιό του ήταν μικρό και το πολυσύλλαβο όνομα δεν χωρούσε. Το τσαλάκωσε βιαστικά.

«Με την ησυχία σου», του είπε η κυρία Φιλομήλα, έτσι που τον είδε αγχωμένο.

«Κυρία, είστε Ελληνίδα;» άκουσαν όλα τα παιδιά τον Θανάση να ρωτάει.

Ο Γιώργος έκρυψε με το χέρι του το γέλιο που του ανέβηκε αυθόρμητα στο στόμα. Η Νένη και ο Χάτσι κοιτάχτηκαν και σιωπηλά έδειξαν την έκπληξή τους για το θράσος του Θανάση. Όλη η τάξη ήξερε ότι αυτό που πραγματικά ήθελε να μάθει ο Θανάσης δεν ήταν αν η καθηγήτριά τους ήταν Ελληνίδα, αλλά γιατί ήταν μαύρη.

Share/Bookmark

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Επίθεση στην Πομπηία


Υπόθεση
Το έτος 62 μ.Χ. ένας αρχιτέκτονας στην Πομπηία λαμβάνει μια απειλή για επίθεση στο υδραγωγείο της πόλης. Οι δίδυμοι γιοι του Κάιος και Μάριος αποφασίζουν να εξιχνιάσουν το μυστήριο και να αποκαλύψουν τον εκβιαστή, ακολουθώντας μια σειρά από στοιχεία. Θα τα καταφέρουν άραγε να σώσουν τη φήμη του πατέρα τους και την πόλη όπου ζουν;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Φάμπιαν Λενκ (Fabian Lenk)
Μετάφραση: Γρηγόρης Αθανασίου 
Εικονογράφηση: Άννε Βόστχαϊνριχ (Anne Wöstheinrich) 
ISBN: 960-04-3207-4
Τίτλος πρωτοτύπου: Anschlag auf Pompeji
Έτος 1ης Έκδοσης: 2002 (στα ελληνικά 2006)
Σελίδες: 124
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ’, Δ’, Ε’

Κριτική
Συμπαθητική αστυνομική περιπέτεια ιστορικής μυθοπλασίας, που μπορεί να ξυπνήσει το ενδιαφέρον των παιδιών για τη ρωμαϊκή εποχή και να τους δώσει αρκετές σχετικές γνώσεις με ευχάριστο τρόπο. Η γραφή είναι απλή, αν και σε κάποια σημεία το κείμενο μοιάζει λίγο στατικό, κάτι που ίσως οφείλεται στη μετάφραση. Η στοιχειοθεσία είναι κατάλληλη, καθώς τα γράμματα έχουν μέτριο μέγεθος και το διάστιχο είναι αραιό. Γενικά, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η επιμέλεια είναι πολύ προσεγμένη, αφού εκτός των άλλων, σχεδόν σε κάθε δισέλιδο συναντάμε την πρόσχαρη (παρότι ασπρόμαυρη) εικονογράφηση της κυρίας Wöstheinrich που επεξηγεί τα τεκταινόμενα και βοηθάει τους αναγνώστες να προχωρήσουν. Επίσης, στο τέλος κάθε κεφαλαίου, ένα μικρό αίνιγμα (στη συγκεκριμένη περιπέτεια τα περισσότερα είναι quiz παρατηρητικότητας) περιμένει τα παιδιά για να το λύσουν, τέχνασμα που κάνει τους αναγνώστες συμμέτοχους στην πλοκή, και ανεβάζει το ενδιαφέρον τους, παρακινώντας τους να προχωρήσουν. Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και τα κεφάλαια, που χάρη στους εντυπωσιακούς τους τίτλους καλούν τα παιδιά να τα ξεκινήσουν, ενώ το μέτριο μέγεθός τους (γύρω στις 9 σελίδες πραγματικού κειμένου το κάθε ένα) επιτρέπει να διαβαστούν εύκολα. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, στο τέλος του βιβλίου συναντάμε και bonus γλωσσάριο (που επεξηγεί τις λατινικές λέξεις και φράσεις που συναντάμε στο κείμενο), χρονολογικό πίνακα 50-100 μ.Χ., ενημερωτικές πληροφορίες και διάφορα σχεδιαγράμματα.

Το βιβλίο προτείνεται τόσο σε παιδιά της Ε’ τάξης, που στην αρχή της σχολικής χρονιάς ασχολούνται με τη ρωμαϊκή ιστορία, όσο και σε μικρότερα των Γ’ και Δ’ τάξεων, που ενδιαφέρονται για περιπέτειες, για την επιστήμη της αρχαιολογίας, ή απλώς τους αρέσει ο Αστερίξ και θα ήθελαν να δουν έναν γαλατικό καυγά να ζωντανεύει σε κείμενο παιδικής λογοτεχνίας.
Όπως αναφέραμε πιο πάνω, η επιμέλεια έκδοσης είναι υποδειγματική. Δυστυχώς το περιεχόμενο δεν φτάνει σε αντίστοιχο επίπεδο ποιότητας. Όχι ότι είναι βαρετό, καθώς όπως είπαμε η ιστορία διαβάζεται με αρκετό ενδιαφέρον· περιλαμβάνει άλλωστε κυνηγητά, μυστήρια, ίντριγκες και κινδύνους για τους ήρωες. Θα το χαρακτηρίζαμε όμως περισσότερο σαν κείμενο - πασατέμπο (για να περνάει η ώρα), παρά σαν κάτι που μπορεί να «σημαδέψει» τους αναγνώστες ή να αλλάξει τη σχέση τους με το διάβασμα. Τα μόνα διδάγματα που μπορούμε μετά βίας να στραγγίξουμε από το κείμενο είναι: (α) το δόγμα «δεν διαλεγόμαστε με εκβιαστές και τρομοκράτες» που στις μέρες μας έχει έτσι κι αλλιώς μεγάλη πέραση, και (β) αν δοκιμάσεις να πιάσεις έναν εγκληματία χωρίς να το πεις στους γονείς σου, μπορεί να αντιμετωπίσεις κινδύνους. Θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι στο φινάλε της ιστορίας εντοπίσαμε και (γ) ένα κερασάκι φεμινισμού, αφού η επέμβαση της από μηχανής μαμάς ταιριάζει περισσότερο με κάτι του στυλ «αν δεν βγει να τραγουδήσει η χοντρή» παρά με την αναγνώριση του ρόλου της γυναίκας στη ρωμαϊκή κοινωνία.

Ας το διαβάσουν λοιπόν οι μικροί μας φίλοι το βιβλίο, αφού εκτός από μια καλή εξάσκηση στο διάβασμα θα τους προσφέρει ψυχαγωγία και γνώσεις, ενώ με τα φτερά της φαντασίας, θα τους ταξιδέψει πίσω στα ρωμαϊκά χρόνια. Αλλά ας μην ελπίζουμε για πολλά περισσότερα.

Οφείλουμε στο σημείο αυτό να σταθούμε σε ένα δύο ζητήματα. Πρώτον, καλό είναι να γνωρίζουν τα παιδιά ότι η νοοτροπία των Ρωμαίων το 62 μ.Χ. δεν περιείχε και πολλά στοιχεία της χριστιανικής διδασκαλίας. Έτσι, σπανιότερα θα περίμενε κανείς να συναντήσει ανθρώπους που οι αρχές τους απαγόρευαν την τιμωρία των δούλων -σαν τον μπαμπά Αυρήλιο-, και συχνότερα εργοδηγούς που τιμωρούσαν τους δούλους όταν έκαναν λάθη (βλ. και J. Bingham, Roman World, σ.45). Ανθρώπους σαν τον βοηθό Βρούτο δηλαδή, παρότι στο κείμενο παρουσιάζεται ως καρικατούρα που επιδιώκει να μαστιγώνει τους πάντες και τα πάντα!

Ένα άλλο στοιχείο σύγχρονης νοοτροπίας που έχει διεισδύσει στο κείμενο, είναι η σχέση των ανθρώπων με τα θεία. Το να αποφασίσει ένας Ρωμαίος να ρωτήσει τους μάντεις ή τους ιερείς για το πώς θα προχωρήσουν οι εργασίες του ή για το τι απόφαση θα έπρεπε να πάρει σε ένα σημαντικό δίλημμα, ήταν κάτι που συνέβαινε συχνά. Λιγότερο συχνά αντίθετα, θα βλέπαμε κάποιον να χαρακτηρίζει την πίστη στις μαντείες ως «βλακείες» δημοσίως, όπως συμβαίνει και πάλι με τον μπαμπά Αυρήλιο (σελ. 28), που τελικά αποδεικνύεται αρκετά προοδευτικός για την εποχή του.

Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με τις αρκετές συμβάσεις του κειμένου· παρότι τα μεγαλεπήβολα σχέδια των κακών πάντοτε εξυπηρετούν καλύτερα την πλοκή των διηγημάτων, εξυπακούεται ότι η δηλητηρίαση ενός και μόνο ανθρώπου που στέκεται εμπόδιο θα ήταν κάτι πολύ πιο απλό και λογικό (ακόμα και στην αρχαία Ρώμη) απ’ ό,τι η απόφαση να δηλητηριαστεί μια ολόκληρη πόλη για να καταστραφεί η φήμη του ανθρώπου αυτού, ώστε εκείνος να αναγκαστεί σε παραίτηση. Δεν υποστηρίζω κάποια λακωνική προσέγγιση για τη λογοτεχνία, απλώς η τελευταία αυτή εκδοχή στερείται ρεαλισμού και παραπέμπει περισσότερο σε παρανοϊκό αρχικακό της D.C. Comics (π.χ. Joker, Πιγκουίνο). Οι συμβάσεις ωστόσο δεν περιορίζονται εδώ. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας θα παρακολουθήσουμε τους δύο 12χρονους πρωταγωνιστές να καλπάζουν ξέφρενα με τα άλογά τους κυνηγώντας κακούς, να μπαινοβγαίνουν στα δημόσια λουτρά αναζητώντας στοιχεία και να γρονθοκοπούνται από έναν μεγαλόσωμο άντρα (βλ. απόσπασμα) χωρίς να ανοίξει μύτη· τέλος, το ένα από τα δύο αδέλφια μοιάζει να ενοχλείται περισσότερο από τις τσουκνίδες που το τσιμπάνε, παρά από ένα βέλος που έχει μόλις δεχθεί στον ώμο του, στο τέλος της περιπέτειας. Αυτά βέβαια φαντάζομαι ότι συγχωρούνται ποιητική αδεία. Λιγότερο ωστόσο θα συγχωρούσα στον μεταφραστή την απόδοση του ονόματος Caius στο (γερμανοπρεπές αλλά ανύπαρκτο) «Κάιος» αντί για το «Γάιος» που χρησιμοποιούμε στα ελληνικά εδώ και κάτι χιλιάδες χρόνια.

Για όσους τέλος ενδιαφέρονται, η ιστορία περιλαμβάνει και έναν Έλληνα που εκτελεί χρέη γραμματέα, τον Περικλή, ο οποίος παρά την εικονογράφηση που τον αποδίδει σαν Αιγύπτιο και τους χαρακτηρισμούς «σπασίκλας», «πολυλογάς», «φαφλατάς», κ.ά. που τον συνοδεύουν αρχικά, καταφέρνει τελικά να διατηρήσει έναν μάλλον αξιοπρεπή δευτερεύοντα ρόλο στην περιπέτεια.

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Συνεργασία, Επιμονή, Παρατηρητικότητα

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
Τα δύο αδέρφια ακολούθησαν στις μύτες των ποδιών τους τα υγρά ίχνη, που οδηγούσαν σε μια πόρτα που με την πρώτη ματιά δε φαινόταν.

«Πάμε στοίχημα πως ο τύπος είναι εκεί μέσα;» ψιθύρισε ο Μάριος. «Μας άκουσε να ερχόμαστε και γλίστρησε εκεί μέσα για να κρυφτεί!»

«Σωστή παρατήρηση!» τον παίνεψε ο Κάιος. «Και τώρα;»

«Θα ορμήσουμε μέσα φυσικά!» είπε μέσα από τα δόντια του ετοιμοπόλεμος ο Μάριος. «Τι άλλο;»

«Κι αν ο τύπος είναι οπλισμένος;» ρώτησε ο Κάιος.

Όμως, ο Μάριος βρισκόταν ήδη μπροστά στην πόρτα. Την έσπρωξε με προσοχή. Η πόρτα άνοιξε τρίζοντας. Πίσω της βρισκόταν ένα μικρό δωμάτιο, στο οποίο υπήρχε κάθε είδους σαβούρα. Προφανώς επρόκειτο για μια αποθήκη. Από ένα υπερβολικά μικρό παράθυρο έμπαινε λίγο φως.

Ο Μάριος τόλμησε ένα βήμα προς τα μπρος. Ο αδερφός του στάθηκε ακριβώς από πίσω του. Βήμα βήμα προχώρησαν προς τα μέσα με τις καρδιές τους να χτυπάνε δυνατά και τις γροθιές τους σφιγμένες.

Ξαφνικά η πόρτα έκλεισε πίσω τους με θόρυβο. Πριν το πάρουν είδηση τα δίδυμα, η επίθεση ήρθε από τα νώτα.

Ο δυνατός άντρας, που ήταν κρυμμένος πίσω από ένα μεγάλο αμφορέα ακριβώς δίπλα στην είσοδο, χτύπησε τον Κάιο δυνατά στην πλάτη. Ο Κάιος έπεσε πάνω στον αδερφό του, ο οποίος βρέθηκε στο πάτωμα.

Το πρόσωπο του αντιπάλου τους ήταν καλυμμένο με ένα μαντίλι που άφηνε να φαίνονται μόνο τα μάτια. Ο ογκώδης άντρας ξυλοκοπούσε τώρα το Μάριο, που τον άκουγε να αγκομαχά από πάνω του καθώς προσπαθούσε να καλυφθεί. Κατάφερε να αρπάξει το  πόδι ενός καθίσματος που βρέθηκε εκεί μέσα και χτύπησε με αυτό τον άντρα με το καλυμμένο πρόσωπο. Ακούστηκε μια κραυγή. για μια στιγμή φάνηκε ο αντίπαλος να έχει βγει εκτός μάχης. Όμως αμέσως ακολούθησε η επόμενη επίθεση: ο Μάριος εισέπραξε μια κλοτσιά στην κοιλιά και διπλώθηκε στα δύο.

Ο Κάιος έτρεξε να βοηθήσει τον αδερφό του. Άρπαξε το δεξί χέρι του άντρα και το πίεσε με όλη του τη δύναμη προς τα κάτω. Ο άντρας τον έσπρωξε μακριά βρίζοντας και ελευθερώθηκε. Ακούστηκε ένας μεταλλικός ήχος· κάτι είχε πέσει στις πέτρινες πλάκες του πατώματος.

Ο άντρας έψαξε για μια στιγμή με το βλέμμα του το πάτωμα. Έπειτα, έριξε μια μπουνιά στο στήθος του Κάιου, ο οποίος τρίκλισε προς τα πίσω. Ο άντρας με το καλυμμένο πρόσωπο άνοιξε απότομα την πόρτα και έφυγε από την αποθήκη.

Με τα πρόσωπά τους αλλοιωμένα από τον πόνο, τα δυο αδέρφια σηκώθηκαν σιγά σιγά.

«Όλα εντάξει;» αναστέναξε ο Μάριος. Κρατούσε την κοιλιά του.

Ο Κάιος έγνεψε καταφατικά. «Παίξαμε ένα χέρι ξύλο. Εκτός αυτού, ο τύος έχασε κάτι», είπε και σήκωσε από κάτω ένα χρυσό δαχτυλίδι.

«Άσε με να το δω», τον παρακάλεσε ο Μάριος και άρχισε να παρατηρεί προσεκτικά το κόσμημα.

«Μα το Δία, Κάιε, πέτυχες διάνα! Είναι ένα δαχτυλίδι με σφραγιδόλιθο. Έχει ρία γράμματα πάνω του:ένα Μ, ένα Α και ένα Π!»

«Αυτά είναι σίγουρα τα αρχικά του εκβιαστή!» είπε θριαμβευτικά ο Κάιος. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια φωνή, η οποία τους έφερνε στο νου κάτι κακό.

«Πάλι εσείς!»έσκουξε ο τετράγωνος επιστάτης των λουτρών με το κατακόκκινο κεφάλι που έμοιαζε με κεφάλι γαλοπούλας. «Το ήξερα πως θα δημιουργούσατε μόνο προβλήματα. Δρόμο και μη σας ξαναδώ εδώ, μα τον Ιανό!»

Τα αδέρφια υπάκουσαν, πέρασαν δίπλα από τον επιστάτη, κατευθύνθηκαν προς την έξοδο των λουτρών και έφτασαν στα άλογά τους.

Αμέσως μετά έκαναν μια στάση σε ένα θερμοπόλιουμ και αγόρασαν λίγα γκέρες, παστά ψάρια συντηρημένα στην άλμη, και ψωμί.

«Μπόρεσες να αναγνωρίσεις τη φωνή του εγκληματία;» ρώτησε ο Μάριος μασουλώντας.

«Όχι, όχι ακριβώς», απάντησε ο αδερφός του. Αλλά δε μου φαίνεται και εντελώς άγνωστη. Κάπου την έχω ξανακούσει, αλλά πού;»

«Κρίμα..», είπε ο Μάριος. «Όμως ίσως κι έτσι ανακαλύψουμε το όνομά του. Γιατί, πρώτα πρώτα, γνωρίζουμε πως πρόκειται για κάποιον έμπιστο του πατέρα μας. Δεύτερον, γνωρίζουμε τα αρχικά του ονόματός του. Αν…»

Ο Κάιος τον διέκοψε: «Ίσως ο προδότης να εργάζεται στο εργοτάξιο!»

«Αυτό ακριβώς θα έλεγα», είπε αναστενάζοντας ο Μάριος. «Αν είχαμε έναν κατάλογο όλων όσων δουλεύουν εκεί, ίσως και να μπορούσαμε να ανακαλύψουμε το όνομα. Είμαι σίγουρος πως ο πανέξυπνος ο Περικλής θα έχει ακριβώς αυτό τον κατάλογο. Καταγράφει, βλέπεις, τα πάντα!»

«Μα το Δία, κατ’ εξαίρεση, να και μια έξυπνη ιδέα από σένα!» είπε κοροϊδευτικά ο Κάιος. «Ίσως θα έπρεπε να ενημερώσουμε τον μπαμπά. Θα μπορούσε να μας βοηθήσει!»

«Δεν το συζητάω καν!»του αντιμίλησε ο Μάριος. «Θα του σερβίρουμε το δράστη σε ασημένιο δίσκο! Μόνοι μας!»

«Μάριος ο ήρωας!»τον ειρωνεύτηκε ο Κάιος. «Όμως έχεις δίκιο. Και τι δεν κάναμε για να λύσουμε την υπόθεση. Όλα τα κόκαλά μου με πονάνε!»

«Μην αλλάζεις θέμα, φοβητσιάρη! Δε βρίσκεται εδώ καμία Λίβια για να σε λυπηθεί!»είπε γελώντας ο Μάριος.

Ο Κάιος μισόκλεισε τα μάτια. «Θέλεις ακόμα ένα ψάρι;» ρώτησε με υπερβολικά φιλική φωνή.

Ο Μάριος τον κοίταξε με απορία. Όταν ο αδερφός του ήταν τόσο στοργικός, τις περισσότερες φορές κάτι δεν πήγαινε καλά. Και ενώ ο Μάριος ακόμα αναρωτιόταν, ένα ψάρι τον χτύπησε στη μύτη!
Ο Βεζούβιος και η γύρω περιοχή, όπως φαίνονται από το δορυφόρο


Share/Bookmark