Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Αγάπες τηγανητές


Υπόθεση
Με λένε Τίνα. Για τους φίλους, Πατατίνα. Για τον ζηλιάρη αδερφό μου Στριγκλοπατάτα. Δεν κοιτάει τα μούτρα του καλύτερα; Κάθε μέρα το ίδιο πρόβλημα: Τι να φάω; Τηγανητές πατάτες ή πατατοκροκέτες; Πατατοτηγανίτες ή πατατοσαλάτα; Η ζωή είναι γεμάτη διλήμματα όταν είσαι μια φανατική πατατοφάγος. Και μάλιστα με πατέρα Έλληνα και μητέρα Γερμανίδα. Που σημαίνει ότι πρέπει ν’ ανέχεσαι τη θεία Ξανθίππη, τη γεροντοκόρη αδερφή του μπαμπά, να πετάει τη σπόντα όποτε τσακωνόσαστε: «Μη μου αυθαδιάζεις εμένα. Εδώ είναι ελληνικό σπίτι. Δε θα μας επιβάλεις εσύ γερμανικά συστήματα, εντάξει;» Παίρνεις, λοιπόν, κάποιο πρωί τα «γερμανικά σου συστήματα» στην παραφορτωμένη σου βαλίτσα και ξεκινάς να επισκεφθείς τον άρρωστο παππού σου στο Αμβούργο. Και τι ανακαλύπτεις εκεί; Μια ξαδέρφη κι έναν ξάδερφο, οικογενειακά μυστικά, μεγάλους έρωτες και πονεμένες ιστορίες, κι όλα, ψέματα και αλήθειες, μπερδεύονται γλυκά στο κεφάλι σου, σερβιρισμένα με λαχταριστές πατατούλες. Α, η υπόθεση σηκώνει μαγείρεμα! «Τι μαγειρεύεις, Τίνα;» σε ρωτάνε όλοι με περιέργεια. «Αγάπες τηγανητές». Με μπόλικη τύχη!

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Λένα Μερίκα
ISBN: 978-960-04-2193-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2002
Σελίδες: 138
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ’

Κριτική
Μια διασκεδαστική οικογενειακή ιστορία, που ξεκινάει σαν χρονογράφημα, περνάει από μια φάση κεκαλυμμένου τσελεμεντέ και καταλήγει σαν ταινία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου!

Το ύφος είναι ανάλαφρο σαν το λαχανί εξώφυλλο του βιβλίου, και η γραφή απλή και κατανοητή. Οι χαρακτήρες είναι ολοκληρωμένοι και πιστοί στα αξιακά τους σύνολα (οι όποιες αλλαγές δεν ξαφνιάζουν τον αναγνώστη), και η γλώσσα που χρησιμοποιούν μοιάζει αρκετά καθημερινή, ακόμα και όταν δέχεται κάποιες λόγιες επιρροές. Οι διάλογοι είναι έξυπνοι, ρεαλιστικοί -σίγουρα εντός ελληνικής πραγματικότητας- και προσθέτουν στη ζωντάνια του κειμένου.

Εικονογράφηση δεν υπάρχει, αλλά έτσι κι αλλιώς, η ιστορία απευθύνεται σε μαθητές μεγαλυτέρων τάξεων. Το διάβασμα γίνεται ξεκούραστα, καθώς τα κεφάλαια είναι πολύ μικρής έκτασης (1-4 σελίδες) και οι αποστάσεις ανάμεσα στις γραμμές αραιωμένες,

Με την ιστορία θα ταυτιστούν ευκολότερα μαθήτριες από δίγλωσσες οικογένειες, ή εκείνες που ενδιαφέρονται γενικά για το μαγείρεμα ή ιδιαίτερα για την ελληνική ή γερμανική κουζίνα. Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Στ’ τάξης καθώς η πρωταγωνίστρια είναι ήδη στην εφηβεία.

Αν και σε κάποια σημεία προς τη μέση του βιβλίου, ο όγκος των συνταγών ίσως κουράσει κάποιους αναγνώστες (προσωπικά έναν κορεσμό τον ένιωσα), η λογοτεχνία και η μαγειρική μπλέκονται με πολύ ευχάριστο τρόπο σε αυτή τη χαριτωμένη ιστορία. Πρόκειται χωρίς άλλο για έναν μικρό θρίαμβο της τέχνης της κουζίνας, που όντας έτσι κι αλλιώς στη μόδα τα τελευταία χρόνια, καταφέρνει να φτάσει μέχρι και στο ράφι της παιδικής λογοτεχνίας.

Η ιστορία ωστόσο δεν κινείται σε ένα μόνο επίπεδο. Έτσι, εκτός από κάποιες χαριτωμένες ιδέες για πρωτότυπα πιάτα που μπορεί να συναντήσει ο αναγνώστης, θα έχει και την ευκαιρία να μπει στο πετσί ενός δίγλωσσου παιδιού· ενός παιδιού συγκεκριμένα, που μοιράζει την καρδιά του ανάμεσα σε δύο κουλτούρες, αρκετά μάλιστα ανταγωνιστικές, ώστε καθεμιά να διεκδικεί για λογαριασμό της ολόκληρη την καρδιά του και να το βασανίζει με τον τρόπο της. Αντίστοιχο θέμα πραγματεύεται και το Ο Χιονάνθρωπος πήρε τη μαμά, της Βούλας Μάστορη.

Πολύ θετικό είναι κατά τη γνώμη μου το γεγονός, ότι στην ιστορία αυτή δεν υιοθετείται η οπτική άσπρο – μαύρο, αλλά όλοι μοιάζουν να δικαιούνται μια λωρίδα γης κάτω απ’ τον ήλιο, άνθρωποι και θεωρίες. Και όλα γίνονται τελικώς αποδεκτά, μέσα από το πρίσμα της αγάπης.  Ακόμα και η εμμονή σε παραδοσιακές αξίες για παράδειγμα, που προσωποποιείται στον χαρακτήρα της θείας Ξανθίππης, σε άλλα σημεία του βιβλίου στηλιτεύεται και σε άλλα δικαιώνεται, όπως άλλωστε συμβαίνει και στη ζωή. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι το ανάγνωσμα τούτο, παρότι μπορεί να έχει λίγο απλοϊκή κατάληξη, δεν είναι απλουστευτικό στο σύνολό του και όντως έχει κάτι να προσφέρει στους αναγνώστες που θα ασχοληθούν μαζί του. Στη χειρότερη περίπτωση, θα τους δώσει μια ιδέα για το πώς μέσα από την αγαπημένη τους ασχολία, μπορούν να προσεγγίσουν τα προβλήματά τους και να τα δουν διαφορετικά.

Αξίες - Θέματα
Αγάπη, Οικογένεια, Μαγειρική.

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
Με λένε Τίνα –από το Σταματίνα, το κανονικό όνομα της γιαγιάς Στάμως, ή Τιτίνας, όπως προτιμά η ίδια να την αποκαλούν αφότου έγινε Αθηναία, εδώ και τριάντα χρόνια.

Ο θείος μου ο Ντίνος με φωνάζει Ματίνα, επειδή το χαμόγελό μου εκπέμπει, λέει, ένα πρωινό μεσογειακό φως. Αμέσως μετά σπεύδει να εξηγήσει στους παρισταμένους ότι «ματίνα» σημαίνει στα ιταλικά το «πρωί»και ότι ο ίδιος έχει σπουδάσει στη Μπολόνια. Η θεία μου η Ξανθίππη παρατηρεί ότι  είναι καλύτερα να με λέει Τίνα, για να μη με μπερδεύουν με την ξαδέλφη μου τη Ματίνα, που πρόλαβε να καπαρώσει πρώτη το ηλιοφώτιστο όνομα. Έλα όμως που αν ο θείος ο Ντίνος συμμορφωθεί με την υπόδειξη της θείας Ξανθίππης, θα χάσει μια καλή ευκαιρία να προβάλει την ευρωπαϊκή του παιδεία! Έτσι συνεχίζει αυτός το βιολί του, συνεχίζει κι εκείνη να τον διορθώνει, και πάει λέγοντας.

Αυτά συμβαίνουν από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Κάποια φορά, θα ‘μουνα δε θα ’μουνα  δύο χρονών, ο μπαμπάς μου βρήκε τη σολομώντεια λύση: Ας ρωτήσουμε επιτέλους το παιδί πώς θέλει να το φωνάζουμε», είπε. «Πώς θες να σε λέμε, μπέμπα; Τίνα ή Ματίνα;» ρώτησε μελιστάλαχτα ο παππούς Χρίστος, που ασφαλώς δεν περίμενε να πάρει απάντηση στο ερώτημά του. «Πατατίνα!» τους αποστόμωσα όλους εγώ, απ’ ό,τι μου λένε, γιατί δε θυμάμαι βέβαια τη σκηνή.

Η μαμά μου ισχυρίζεται ότι με το «πατατίνα» που εκστόμισε το βλαστάρι της δεν επέλεξε όνομα, αλλά εξέφρασε απλώς την απαίτησή του να φάει μια τηγανητή πατάτα απ’ την πιατέλα που κρατούσε η θεία Ξανθίππη. Ποιος την άκουγε, όμως; Από την ημέρα εκείνη και ώσπου να με γράψουν στο νηπιαγωγείο, το χαϊδευτικό μου όνομα ήταν Πατατίνα. Αυτό δε θυμάμαι να με πείραξε ποτέ, αφού ένιωθα ανέκαθεν μια ιδιαίτερη έλξη για κάθε φαγώσιμο βασισμένο στην ευλογημένη ρίζα που εισήγαγε στη χώρα μας ο αείμνηστος Ιωάννης Καποδίστριας.

Η πρώτη μου επαφή με το αντικείμενο του πόθου μου έγινε, μου λένε, όταν ήμουν έξι μόλις μηνών. Στο οικογενειακό τραπέζι κάθονταν οι γονείς μου, ο παππούς, η γιαγιά, ο αδελφός μου ο Χρίστος και, φυσικά, η θεία Ξανθίππη. Η μαμά να προσπαθεί να με ταΐσει λίγη ακόμη φρουτόκρεμα, εγώ να αρνούμαι σθεναρά, σπρώχνοντας το κουτάλι μακριά και εκσφενδονίζοντας το περιεχόμενό του σε μπερζέρες και χαλιά, και ο μπαμπάς μπουκωμένος να με καλοπιάνει παριστάνοντας το μπάρμπα Στρουμφ.

«Τα, τα», έλεγα εγώ, «τα, τα», όλο και πιο επίμονα, δείχνοντας το πιάτο του μπαμπά, κανείς όμως δε με καταλάβαινε. Έτσι είδα και απόειδα, μέχρι που άρπαξα το πιρούνι απ’ το χέρι του μπαμπά, και, αφήνοντάς τον με ανοιχτό το στόμα, το ‘χωσα λαίμαργα στο δικό μου στοματάκι. «Ααααα, το παιδί!» τσίριξαν εν χορώ γιαγιά και θεία Ξανθίππη και μου απέσπασαν το φονικό όργανο απ’ τη χουφτίτσα, Εγώ όμως δεν το ‘βαλα κάτω: Με μια αποφασιστική κίνηση βούτηξα ολόκληρη την επαναστατική μου γροθιά στο βουναλάκι από πουρέ που προοριζόταν για τον μπαμπά και στη συνέχεια έμεινα να ξερογλείφομαι, μέχρι που το χεράκι μου καθάρισε εντελώς, οπότε βέβαια επανέλαβα την κίνηση. 

Αυτό ήταν! Από την ημέρα εκείνη ο πουρές, από αληθινή πατάτα βέβαια, όχι σκόνη -"πατάτα πατάτα", που λέει κι η γιαγιά , εντάχθηκε στο καθημερινό μου διαιτολόγιο. Η πονηρή η θεία Ξανθίππη μάλιστα δεν άργησε ν' ανακαλύψει ότι μέσω του πουρέ μπορούσε να με ταΐσει οτιδήποτε απεχθανόμουν, όπως, παραδείγματος χάρη, το συκώτι: έφτανε να το λιώσει στο μίξερ και να το ανακατέψει με άφθονο πουρέ. Η λαχτάρα μου για πατάτες, σε κάθε δυνατή παραλλαγή, με έσπρωχνε να καταβροχθίζω τα πάντα, φτάνει να περιείχαν ίχνη έστω της μαγικής ρίζας!

Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...