Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Για την Πατρίδα

Υπόθεση
Στα τέλη του 995 μ.Χ., ο Ασώτης, γιος του Αρμένη μάγιστρου της Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Ταρωνίτη, πιάνεται αιχμάλωτος του βασιλιά των Βουλγάρων Σαμουήλ και μαζί με τον φίλο του Αλέξιο Αργυρό οδηγούνται στην Αχρίδα. Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους, ο Βυζαντινός στρατός νικά τους Βούλγαρους στη μάχη του Σπερχειού. Στις διαπραγματεύσεις που ακολουθούν με τους Βυζαντινούς, ο Βούλγαρος ηγεμόνας παντρεύει την κόρη του Μιροσλάβα με τον Ασώτη και τον διορίζει στρατηγό στο Δυρράχιο. Σύντομα όμως, ο Σαμουήλ καταπατά τις συμφωνίες και αρχίζει εχθροπραξίες κατά του Βυζαντίου. Ο Ασώτης μαζί με τη Μιροσλάβα και τον Αλέξιο, τον εγκαταλείπουν και επιστρέφουν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Αλέξιος αρραβωνιάζεται την κουβικουλαρία Θέκλα από το Γαλαξίδι. Ο πόλεμος ξεσπάει, και ο Αλέξιος ξεκινά για μια επικίνδυνη μυστική αποστολή μέσα στο εχθρικό έδαφος, με προορισμό το Δυρράχιο. Η Θέκλα τον ακολουθεί μεταμφιεσμένη σε αγόρι, σ' ένα επικό ταξίδι γεμάτο κινδύνους, που θα σφραγίσει τη μοίρα και των δύο. Ο επίλογος κλείνει με την (δεύτερη) υποταγή της Βουλγαρίας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το έτος 1018 μ.Χ.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Εστία
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
Εικονογράφηση: Νίκος Λύτρας
ISBN: 960-05-0314-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 1909 (Λονδίνο)
Σελίδες: 163
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ ή εδώ
Δωρεάν ανάγνωση εδώ ή εδώ
Άλλος σχολιασμός του βιβλίου εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Το πρώτο μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα, και σίγουρα ένα από τα πιο αγαπημένα ιστορικά πεζογραφήματα στα χρονικά της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας. Παρά τον αιώνα που έχει μεσολαβήσει από την αρχική έκδοση του έργου, η γραφή της παραμένει ζωντανή και σχεδόν σύγχρονη, ενώ η διαρκής δράση και η σφιχτή πλοκή, αγκαλιάζουν τον αναγνώστη και κρατούν το ενδιαφέρον του αμείωτο μέχρι το τέλος του έργου. Η σαφήνεια στην έκφραση (μόνο σε μια σκηνή πάλης στη σ. 29 έχω δει μαθητές να δυσκολεύονται) και οι σύντομες αλλά καίριες περιγραφές, βοηθούν επίσης στην ξεκούραστη ανάγνωση. Ορισμένες σκηνές έχουν γραφτεί μάλιστα με τέτοια επιδεξιότητα, που μοιάζουν βγαλμένες από σενάριο κινηματογραφικής ταινίας (όπως η πάλη στη σελ. 114 που δεν ξέρω γιατί, αλλά μου θύμισε Μιχαήλ Στρογκώφ). Το μέγεθος των κεφαλαίων κυμαίνεται στις 5-12 σελίδες και δεν κουράζει, όμως η περιορισμένη εικονογράφηση (5 ολοσέλιδες ζωγραφιές όλες κι όλες) δεν βοηθάει ιδιαίτερα τους λιγότερο έμπειρους αναγνώστες. Σε ό,τι αφορά στην επιμέλεια της έκδοσης, προσωπικά έχω πάλι (όπως και στα Μυστικά του Βάλτου) παράπονο ότι μια εικόνα σε λάθος σημείο (πριν την πρώτη σελίδα), αποκαλύπτει στοιχεία από το φινάλε, ενώ πιστεύω πως η προσθήκη ενός χάρτη της περιοχής όπου εκτυλίσσεται το σπουδαιότερο μέρος της πλοκής (Δυρράχιο, φρούριο Σκάμπας και Πρέσπες), θα αποτελούσε χρήσιμο συμπλήρωμα, καθώς θα διευκόλυνε τον προσανατολισμό μας. Προτείνεται σε παιδιά Ε', Στ' Δημοτικού και Γυμνασίου. Περισσότερο ίσως αρέσει σε όσους αγαπούν τις επικές περιπέτειες κλασικού ύφους και τη βυζαντινή ιστορία. Ο ρομαντισμός βρίσκεται εδώ σε πολύ μικρές δόσεις.

"Ο μάγιστρος Νικηφόρος Ουρανός (το όνομα υπογραμμισμένο στο photoshop) επιτιθέμενος τοις Βουλγάροις"
μάχη του Σπερχειού, 996 μ.Χ.- στρατιωτική ανάλυση εδώ


Τη μεγάλη σημασία του έργου, μπορούμε να την εκτιμήσουμε μόνο αν συνυπολογίσουμε την εποχή στην οποία εκδίδεται και το πόσο επηρεάζει με τη γλώσσα και τις ιδέες του τους συγχρόνους του αλλά και τις επόμενες γενιές. Αντιγράφουμε από την πρόσφατη ανάρτηση της Λότης Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου:

Το χάραμα του εικοστού αιώνα βρήκε την παιδική λογοτεχνία μας πάμφτωχη. Το πιο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο της: Η Διάπλαση των Παίδων, που παρόλη την ελληνική της ατμόσφαιρα και την ελληνική της κυρίως ύλη, κατά ένα σεβαστό μέρος βασιζόταν σε μεταφράσεις ξένων έργων. Και να που ο χιλιοειπωμένος «καλός Θεός της Ελλάδας» φροντίζει ν’ ανατείλει, στον τομέα αυτόν, ένα θηλυκό αστέρι που ακόμα και σήμερα η λάμψη του δεν έχει σβήσει (...)

«Σας έστειλα την περασμένη εβδομάδα ένα βιβλιαράκι μου για παιδιά», γράφει (σ.σ. η Δέλτα) το Δεκέμβρη του 1909 στο Φώτη Φωτιάδη∙ «το έγραψα μ’ ένα και μόνο σκοπό: να δώσω στα παιδιά μας να διαβάσουν κάτι Ελληνικό, όπου διασκεδάζοντας να μάθουν και λίγη ιστορία, ήθη και έθιμα Ελληνικά, κάτι που να μην είναι “μετάφρασις εκ του Γαλλικού” ή “Αγγλικού” ή “Γερμανικού“, αλλά γνήσιο Ελληνικό». Και παρακάτω: «Βλέπω άπειρα ελαττώματα τώρα που τυπώθηκε, αλλά τέτοια έλλειψη παιδικών βιβλίων έχουμε που πήρα τη βουτιά και το εξέδωκα.

Το «βιβλιαράκι» λοιπόν αυτό ήταν το Για την Πατρίδα, «το πρώτο βιβλίο που γράφτηκε για Ελληνόπουλα» καθώς έγραψε ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, «το πρώτο εθνικό βιβλίο για τα παιδιά μας» όπως επανέλαβε ο Δελμούζος. Η ουσιαστική προσφορά της γυναίκας «για την πατρίδα» και για την παιδική λογοτεχνία είχε αρχίσει.

Δεν ήταν όμως μονάχα η έλλειψη ελληνικών παιδικών βιβλίων που έπρεπε να καλυφτεί. Ανάγκη επιτακτική επίσης να μάθουν τα Ελληνόπουλα μια σωστή δημοτική, για να μπορούν να σκέφτονται και να εκφράζονται ξεκάθαρα στη γλώσσα της μάνας τους, σε μια εποχή που ο πόλεμος εναντίον του δημοτικισμού ήταν λυσσαλέος. «Το να γράφονται βιβλία σε γλώσσα που την εννοούν τα παιδιά», γράφει πάλι του Φωτιάδη, «δεν είναι πια “γλωσσικό ζήτημα”, αλλά εθνικό και της πρώτης ανάγκης».

Πέρα απ’ αυτό, την τρώει η έγνοια να πληροφορηθούν τα παιδιά, με τον κατά το δυνατόν σωστότερο τρόπο, τα της Ελληνικής Ιστορίας. Γράφει λοιπόν στο Γιάννη Βλαχογιάννη: «Θέλω να γράψω για τα Ελληνόπαιδα […] ανακατώνοντας όσα περισσότερα ιστορικά γεγονότα μπορώ μέσα στο διήγημα, με τρόπο ώστε χωρίς να μελετά το παιδί, να μαζεύει γνώσεις εκείνης της εποχής, να γνωρίζει το Διάκο, το Μπότσαρη ή τον Κολοκοτρώνη ή τον Τζαβέλα, όχι σαν σκυθρωπούς οπλαρχηγούς που βλέπει στις ελεεινές ζωγραφιές των σχολικών βιβλίων όπου μαθαίνει ξηρά-ξηρά τα ονόματα των μαχών και τις χρονολογίες, αλλά σαν “ανθρώπους“ που ζούσαν και γελούσαν κι έτρωγαν και πονούσαν και αγαπούσαν και χόρευαν και πέθαιναν σαν λιοντάρια, και είχαν και τις αδυναμίες των πλάι στους ηρωισμούς των».
[παραπομπές από: Αλληλογραφία Π.Σ. Δέλτα 1906-1940, επ. Ξ. Λευκοπαρίδη, Αθήνα, Εστία, 1956]

Τριπλή η προσφορά του "Για την Πατρίδα" λοιπόν: στη γλώσσα, στην ιστορική διαπαιδαγώγηση των Ελληνόπουλων της εποχής αλλά και στην λογοτεχνία του τόπου. Δεν σταματάει όμως εκεί, καθώς όντας κλασικό ανάγνωσμα για πολλές γενιές, φτάνει να επηρεάζει με τα μηνύματά του και τους μελλοντικούς δημιουργούς. Θυμίζουμε π.χ. τον ρόλο που παίζει στον Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου, έργο που η Άλκη Ζέη γράφει 60 (ολόκληρα) χρόνια αργότερα, η φράση (σ. 132, σ. 160)  

Εγώ είμαι ένας, θα περάσω και θα ξεχαστώ. Η πατρίδα όμως θα μείνει...

Νίκη στο Κλείδί / Ο θάνατος του Σαμουήλ
Συγκρίνοντας το πρώτο αυτό μυθιστόρημα της Π.Σ. Δέλτα, που εκδόθηκε το 1909, με τα Μυστικά του Βάλτου, έργο της που κυκλοφόρησε σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα (1937), χρησιμοποιούμε μια σειρά χαλαρούς συλλογισμούς και καταλήγουμε σε (αυθαίρετες) υποθέσεις και συμπεράσματα για τις αλλαγές που έφερε ο χρόνος στη γραφή της.

α) μήπως ο πόλεμος σκληραίνει τους ανθρώπους;
Σε σχέση με τα Μυστικά του Βάλτου, οι σκληρές εικόνες που περιγράφονται στο Για την Πατρίδα είναι πολύ λιγότερες και ηπιότερες. Σε τι να οφείλεται αυτή η ποσοτική και ποιοτική διαφορά; Θα μπορούσαμε άραγε να υποθέσουμε ότι οι τέσσερις πόλεμοι στους οποίους εμπλέκεται η Ελλάδα στην τριακονταετία που μεσολαβεί ανάμεσα στις δύο εκδόσεις, κάνουν τους ανθρώπους περισσότερο ανεκτικούς σε βίαιες εικόνες; Ή μήπως είναι η συγγραφική επιτυχία που επιτρέπει στη Δέλτα να εκφραστεί με λιγότερες αναστολές και μεγαλύτερη γλαφυρότητα στα επόμενα έργα της; Όποια κι αν είναι η αλήθεια, οι δύσκολες σκηνές είναι παρούσες, οπότε οι μεγαλύτεροι καλό είναι να τις λάβουν υπ'όψιν. Για όσους επιθυμούν να προετοιμαστούν, εντοπίζουμε συγκεκριμένα αίμα να τρέχει στους δρόμους (σ.48), κομμένα κεφάλια (σ.35), έναν άγριο θάνατο (σ.49) και μια αυτοκτονία (σ.135).

β) μήπως ο πόλεμος μας κάνει πιο μετριοπαθείς;
Και στα δύο βιβλία, οι εχθροί - Βούλγαροι παρουσιάζονται εξίσου άγριοι. Με τη διαφορά πως στο Για την Πατρίδα, δεν γίνεται ιδιαίτερη προσπάθεια να εξηγηθούν οι πράξεις τους. Τα κίνητρα και οι σκέψεις τους, στις λίγες περιπτώσεις που φωτίζονται από τη διήγηση, μας παρουσιάζονται μοχθηρά· δεν επιτρέπουν στην ενσυναίσθηση του αναγνώστη να λειτουργήσει και να δικαιολογήσει τις ενέργειές τους. Αντίθετα, στα έργα που ακολουθούν (ακόμα και στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου που εκδίδεται λίγο αργότερα, βλ. και σχετική ανάρτηση της Λ. Πέτροβιτς), μας δίνεται η δυνατότητα να ρίξουμε μια δειλή έστω ματιά στην ανθρώπινη πλευρά των αντιπάλων. Στα Μυστικά του Βάλτου, η σύγκρουση των βαλκανικών λαών παρουσιάζεται πλέον περισσότερο πολύπλευρα. Το έργο μπορεί να παραμένει ελληνικό και πατριωτικό, είναι όμως πιο μετριοπαθές και κατά βάθος αντιπολεμικό. Οι διάφορες απόψεις μοιράζονται σε χαρακτήρες (π.χ. κυρία Ηλέκτρα - καπετάν Άγρας) και σπάνια παρουσιάζονται ως κρίσεις του αφηγητή. Είναι άραγε το πέρασμα του χρόνου και οι προσωπικές εμπειρίες της Δέλτα που οδήγησαν σε αυτή τη νέα προσέγγιση; Ή μήπως ήταν η κούραση από τους διαρκείς πολέμους, την πολιτική αναστάτωση και τις καταστροφές, που άνοιξε το δρόμο σε μια διαφορετική, πιο ανθρωπιστική οπτική; 

γ) o διπολισμός παραμένει, οι γενικεύσεις υποχωρούν.
Στο Για την Πατρίδα, οι Βούλγαροι παρουσιάζονται ως αιμοδιψείς (σ.49) και θεοκατάρατοι (σ.54), ενώ οι Έλληνες ηρωικοί, ατρόμητοι και γενναίοι σαν λιοντάρια (σ.49). Αντίστοιχα χαρακτηριστικά συνοδεύουν τους αντιμαχόμενους και στα Μυστικά του Βάλτου, σαν να μην αλλάζουν και πολλά ανάμεσα στο 997 μ.Χ. και το 1907 μ.Χ.... Η προσέγγιση αυτή μπορεί ωστόσο εύκολα να εξηγηθεί, αν τοποθετήσουμε τα έργα στο ιστορικό τους πλαίσιο: Το 1909 που εκδίδεται το πρώτο έργο, ο πολυετής μακεδονικός αγώνας έχει μόλις τελειώσει (επανάσταση Νεοτούρκων) και οι Βαλκανικοί πόλεμοι είναι στο κατώφλι· αντίστοιχα, το προτελευταίο έργο εκδίδεται ένα βήμα πριν ξεσπάσει ο Β' παγκόσμιος. Ακόμα λοιπόν κι αν σήμερα μοιάζει ξεπερασμένος, ο διπολισμός στα δύο βιβλία όχι μόνο είναι κατανοητός, αλλά και ανταποκρίνεται στο εθνικό αίσθημα των ανθρώπων στους οποίους απευθυνόταν. Οι γενικεύσεις από την άλλη πλευρά, φαίνεται στα Μυστικά του Βάλτου να υποχωρούν, καθώς μας περιγράφονται πολλοί χαρακτήρες Βουλγάρων, αρκετοί από τους οποίους δεν είναι αιμοβόροι ή απατεώνες. Να μην ξεχνάμε και τον Γιωβάν, το μικρό Βουλγαράκι (τουλάχιστον έτσι το αντιμετωπίζει ο αναγνώστης στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας) που κρατάει θέση συμπρωταγωνιστή και είναι φιλότιμο και δίκαιο.

δ) ο σκοπός πάντα αγιάζει τα μέσα
"Το σκοπό μου μόνο βλέπω" λέει ο Αλέξιος στο Για την Πατρίδα (σ.132) 
"Το σκοπό να κοιτάζεις" λέει κι ο καπετάν Μανόλης στα Μυστικά του Βάλτου (σ.352)
Ο σκοπός φαίνεται να κινεί τα νήματα και στα δύο βιβλία. Η συγγραφέας καταφέρνει να διατηρήσει όποτε χρειάζεται μια απόσταση από τη άμεση δράση και τα συναισθήματα των προσώπων και να κοιτάξει μακρύτερα, περίπου όπως (οφείλουν να) κάνουν τα πρόσωπα που λαμβάνουν αποφάσεις. Μήπως το ότι στην πραγματική της ζωή είχε άμεση επαφή με πολιτικούς (συγγενείς και φίλους), της επέτρεπε αυτή την προσέγγιση; Όπως και να 'χει, οι ήρωες δεν υπολογίζουν τίποτα, προκειμένου να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους· Ούτε και υπολογίζονται όμως, αφού γίνεται σαφές πως η Πατρίδα είναι όλο το έθνος, και μεις, ο καθένας μας, είμαστε από ένα μόριο ασήμαντο του μεγάλου αυτού έθνους (σ. 160-1).

ε) τίποτα μεγάλο δε γίνεται χωρίς θυσίες (σ.160)
Άμεσα συνδεδεμένο με τα προηγούμενα, είναι και το κοινό στα δύο έργα θέμα της αυτοκτονίας, με τον ήρωα να βάζει τέλος στη ζωή του για να μην καθυστερήσουν οι σύντροφοί του, για να βοηθηθεί δηλαδή ο αγώνας. Στο Για την Πατρίδα αυτοκτονεί ο Αλέξιος, ενώ στα Μυστικά του Βάλτου ο καπετάν Ακρίτας/Γρέγος.



Αξίες - Θέματα
Πατριωτισμός, Ιστορία, Γενναιότητα, Φιλία, Αλτρουισμός.

Εικονογράφηση
Στην εισαγωγή των ηλεκτρονικών εκδόσεων που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, αναφέρεται ότι η εικονογράφηση του πρώτου αυτού έργου της Δέλτα, ανήκει στον Νικηφόρο Λύτρα, κάτι που δεν ισχύει, καθώς ο μεγάλος ζωγράφος είχε (δυστυχώς) ήδη φύγει από τη ζωή στις 13 Ιουνίου του 1904, πέντε χρόνια πριν την πρώτη έκδοση του βιβλίου. Οι εικόνες λοιπόν ανήκουν στον γιο του, Νίκο Λύτρα, επίσης σπουδαίο καλλιτέχνη

Στον ιστότοπο του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, διαβάζουμε επίσης:
"Για την πατρίδα. Εικονογραφίες Ν. Λύτρα και Σ. Λασκαρίδη. Λονδίνο, τυπ. Γ.Σ.Βελώνη, 1909", κάτι που σημαίνει ότι οι πρώτες εκδόσεις του έργου, μάλλον περιλάμβαναν εικονογράφηση και από την Σοφία Λασκαρίδου (που κατά τα άλλα φοίτησε κοντά στον Νικηφόρο Λύτρα). Διαβάζουμε επίσης εδώ ότι από τη Φρανκφούρτη η Πηνελόπη Δέλτα επικοινώνησε με τη νεαρή ζωγράφο που βρισκόταν στο Μόναχο και της ζήτησε να εικονογραφήσει το πρώτο της βιβλίο. Η εικονογράφηση της Σοφίας Λασκαρίδου ακολουθεί πάντοτε την έκδοση του πρώτου αυτοτελούς έργου της, στο παραμύθι Η καρδιά της βασιλοπούλας.

Απόσπασμα 
Ένα στρατιωτικό σώμα είχε ζώσει το σπίτι. Μερικοί στρατιώτες κι ένας αξιωματικός μπήκαν στην κάμαρα όπου ήταν μαζεμένοι οι ταξιδιώτες, κι άλλοι απ’ έξω φύλαγαν την πόρτα.

Ο ξενοδόχος συνόδευε τον αξιωματικό με χίλιες υποκλίσεις και κομπλιμέντα.

Η Θέκλα έριξε μια ματιά του Αλέξιου. Δεν αναγνώριζε κείνη τις στολές, δεν είχε καταλάβει αν ήταν Έλληνες ή Βούλγαροι.

Το πρόσωπο όμως του Αλέξιου ήταν ατάραχο. Συλλογίστηκε η Θέκλα τα χαρτιά του, που ήταν κρυμμένα στα ρούχα του μέσα, και πάγωσε.

- Αν ήταν Βούλγαροι;
- Όλοι να σταθούν στη σειρά, πρόσταξε ο αξιωματικός.
Και ο ίδιος κάθισε σ’ ένα σκαμνί και φώναξε τον ξενοδόχο.

- Τους ξέρεις όλους αυτούς ποιοι είναι; ρώτησε.
- Ναι, αποκρίθηκε ο ξενοδόχος, όλους τους ξέρω. Είναι από τα γειτονικά χωριά. Μόνο αυτούς δεν ξέρω.

Και με το δάχτυλο έδειξε τον Αλέξιο και τη Θέκλα.

- Βγάλε όλους τους άλλους από δω μέσα λοιπόν, είπε ο αξιωματικός. Μα να μη φύγει κανένας, φώναξε βλέποντας τους άλλους να βγαίνουν βιαστικοί. Κλείσε τους σε άλλο δωμάτιο. Πρέπει έναν – ένα να τους εξετάσω.

Και πρόσταξε δυο στρατιώτες να τους συνοδέψουν και να τους φυλάξουν.

- Κι αυτόν δεν τον ξέρω, είπε ο ξενοδόχος καθώς σηκώθηκε ο καλόγερος να φύγει.

- Να μείνει κι αυτός, πρόσταξε ο αξιωματικός.

Ο καλόγερος σταμάτησε. Όλοι οι άλλοι είχαν βγει έξω, μόνο ο νέος που κάρφωνε το παραθυρόφυλλο στάθηκε στην πόρτα και περίμενε.

- Από πού είσαι; ρώτησε ο αξιωματικός τον καλόγερο.
- Από την Άγια Λαύρα* του Άθωνα.

[*Άγια Λαύρα: μονή που έχτισε στα 963 ο Αθανάσιος Αθωνίτης· πνευματικός και φίλος του Νικηφόρου Φωκά, με χρηματική χορηγία του Νικηφόρου, έπειτα από την κατάκτηση της Κρήτης.]

- Πώς βρέθηκες εδώ;

- Ήλθα να πάρω τον ανεψιό μου που θέλει να γίνει παπάς.

- Ποιος είναι ο ανεψιός σου;

Ο καλόγερος έδειξε το νέο που στέκουνταν στην πόρτα.

Ο αξιωματικός ρώτησε τον ξενοδόχο αν τον γνώριζε.

- Ναι, είπε αυτός. Είναι από άλλο χωριό μα έρχεται συχνά εδώ πέρα. Είναι μαραγκός, και σαν έλθει μας διορθώνει ό,τι σπασμένο έχομε.

Ο αξιωματικός γύρισε πάλι στον καλόγερο.
- Είπες πως έρχεσαι από τη Μονή της Άγιας Λαύρας;
- Ναι.
- Μπορείς να μου δώσεις καμιάν απόδειξη πως μου λες την αλήθεια;

Ο καλόγερος έβγαλε από το ράσο του ένα γράμμα και το έδωσε του αξιωματικού.
- Έχει την υπογραφή του ηγούμενου, είπε.

Ο αξιωματικός το πήρε κι εξέτασε την υπογραφή. Ήταν γνήσια. Ύστερα διάβασε το γράμμα όλο, και με σεβασμό το επέστρεψε στον καλόγερο.

- Λυπούμαι, είπε, που αναγκάστηκα να σε βαστάξω τόση ώρα. Μα οι διαταγές μου είναι ρητές. Είσαι ελεύθερος να πας όπου θέλεις.

Ο καλόγερος υποκλίθηκε με το χέρι απλωμένο στο στήθος του και άρχισε να συμμαζεύει σιγά-σιγά το μαχαίρι του, το ψωμί και τις ελιές και να τα ξαναβάζει στο μπογαλάκι του.

Με την άκρη του ματιού του έκανε νόημα του μαραγκού να φύγει, και ο νέος χάθηκε στη στιγμή.

Η Θέκλα το αντιλήφθηκε. Το ανήσυχο βλέμμα της δεν έφευγε από πάνω του. Παρατήρησε πως με πολύ αργές κινήσεις μάζευε τα φαγιά του ο καλόγερος και τα κοίταζε και τα μύριζε και τα εξέταζε σα να μην τα είχε δει ποτέ του.

Ο αξιωματικός ωστόσο είχε στραφεί στον Αλέξιο.

- Πώς σε λένε; ρώτησε.

- Γαβριήλ Νικολίτση, αποκρίθηκε ο Αλέξιος. Είμαι πραματευτής και πηγαίνω στο Βουτέλιο…

- Στο Βουτέλιο; διέκοψε τραχιά ο αξιωματικός. Τα χαρτιά σου!

- Μάλιστα, είπε ατάραχα ο Αλέξιος…

Μ’ αντί τα βουλγάρικα γράμματα που περίμενε η θέκλα, ο Αλέξιος έβγαλε το αυτοκρατορικό έγγραφο και το έδειξε του αξιωματικού με τρόπο ώστε να μη δει τίποτα ο ξενοδόχος.

Την ίδια στιγμή ο καλόγερος γύρισε κι έσκυψε κοντά στον αξιωματικό για να πιάσει το μαχαίρι του που του είχε πέσει.

Αυθόρμητα χώθηκε και η Θέκλα ανάμεσα στον αξιωματικό και στον καλόγερ, τάχα να του το μαζέψει.
Ο καλόγερος σήκωσε βιαστικά το κεφάλι. Μ’ αντί το έγγραφο είδε τον Γρηγόρη.

Τα μαύρα μάτια του έβγαλαν σπίθες.

- Θες τίποτα; ρώτησε απότομα.

- Ήθελα να μαζέψω το μαχαίρι που σου έπεσε, αποκρίθηκε η Θέκλα.

- Το μάζεψα, δεν είχα την ανάγκη σου, είπε οργισμένος ο καλόγερος.

Και ξαναγύρισε στο μπογαλάκι του.

Ο αξιωματικός καθώς έριξε μια ματιά στο ΄έγγραφο ξαφνίστηκε, κοίταξε τον Αλέξιο, δίπλωσε βιαστικά το χαρτί και του το επέστρεψε.

Τον χαιρέτησε βαθιά και του είπε χαμηλόφωνα με τρόπο που να τον ακούσει μόνον εκείνος.

- Θα έλθω να σε δω στην κάμαρά σου. Έχω να σου πω ιδιαιτέρως.

Ο Αλέξιος φύλαξε ήσυχα το έγγραφο και βγήκε από το δωμάτιο.

Η Θέκλα τον ακολούθησε πηγαίνοντας μερικά βήματα πίσω, όπως ταίριαζε σε παραγιό.

Περνώντας όμως έριξε μια ματιά του καλόγερου και παρατήρησε πάλι πως με την άκρη του ματιού του ακολουθούσε προσεκτικά την κάθε κίνηση του Αλέξιου.

Μόλις βρέθηκαν μόνοι στο δωμάτιό τους, η Θέκλα ρώτησε τον άντρα της ανήσυχα τι ήταν ο αξιωματικός αυτός.

- Δικός μας βέβαια. Είναι εκατόνταρχος*. Δεν είδες τη στολή του; αποκρίθηκε ο Αλέξιος.
[*Εκατόνταρχος: αξιωματικός που διοικούσε 100 στρατιώτες.]

- Τι ήλθε να κάμει εδώ;

- Ποιος ξέρει; Κάποια αιτία θάχουν για να γυρίζουν και να ψάχνουν έτσι στα διάφορα χωριά εξετάζοντας τους ξενώνες.

- Πώς δεν κατάστρεψες αμέσως τα χαρτιά σου σαν άκουσες πως έφθαναν στρατιώτες; Δεν ανησύχησες;

- Βέβαια ανησύχησα! Και θα τα έριχνα αμέσως στη φωτιά, αν ήταν Βούλγαροι. Γι’ αυτό έτρεξα στο παράθυρο. Μ’ από τις στολές τους είδα πως ήταν δικοί μας.

- Αλέξιε, είπε σιγά η Θέκλα, παρατήρησες τον παπά;

- Ποιον παπά; Εκείνον που έτρωγε πλάγι μας;

- Ναι… δε μ’ αρέσει ούτε ο τρόπος του ούτε το βλέμμα του. Όταν έβγαλες το έγγραφο έριξε χάμω, από το μέρος σου, το μαχαίρι του, για να βρει πρόφαση να σκύψει κοντά σου και να το δει.

- Και το είδε; ρώτησε ξαφνισμένος ο Αλέξιος.

-  Όχι. Έκανα πως θα του το μαζέψω και στάθηκα μπροστά του. Μ’ αν έβλεπες το βλέμμα του σα με κοίταξε! Τι κακία γέμιζε το μάτια του!...

Ο Αλέξιος τη φίλησε.

- Καλά έκανες και ήλθες μαζί μου, της είπε. Σεις οι γυναίκες βλέπετε και νιώθετε ένα σωρό πράματα που μας ξεφεύγουν εμάς. Τίποτα δεν είδα απ’ όσα μου λες.

Σε λίγη ώρα ήλθε ο εκατόνταρχος στο δωμάτιό τους.

Με προσοχή έκλεισε την πόρτα, και χαιρετώντας βαθιά τον Αλέξιο:
- Άρχοντά μου, το είπε, αλήθεια πηγαίνεις στο Βουτέλιο; Έχω χρέος να σου πω πως οι εχθροί είναι παντού, και ο μεγάλος δρόμος βρίσκεται στα χέρια τους. Και δυστυχώς εγώ δεν μπορώ να σε συνοδεύσω ως εκεί γιατί έχω άλλες διαταγές.

- Δεν πηγαίνω στο Βουτέλιο, αποκρίθηκε ο Αλέξιος, ούτε έχω σκοπό ν’ ακολουθήσω το μεγάλο δρόμο. Θα πάρω τα βουνά με το σύντροφό μου, και νομίζω πως ευκολότερα θα περάσουμε απαρατήρητοι δυο, παρά ολόκληρο σώμα.

Ο αξιωματικός κουνούσε το κεφάλι του συλλογισμένος.

- Είναι επικίνδυνο να πάτε μόνοι, είπε. Δεν μπορώ να σας συνοδεύσω πολύ μακριά, μα θα έλθω ως το ρίζωμα του βουνού με τους στρατιώτες μου, κι ύστερα πια πηγαίνεις μόνος με τη βοήθεια της Παναγιάς.

Ο εκατόνταρχος χαιρέτησε να φύγει. Μα ο Αλέξιος τον σταμάτησε.

- Κάτι θέλω ακόμα να σε ρωτήσω, είπε. Με ποιο σκοπό  κάνατε εδώ την έρευνα;

- Γυρεύομε έναν κατάσκοπο Βούλγαρο, αποκρίθηκε ο αξιωματικός. Μα κρύβεται τόσο καλά που δεν μπορούμε να τον ανακαλύψομε. Έχομε αποδείξεις πως κάπου εδώ γυρίζει, και διάφορα σώματά μας τον ζητούν. Μας παίζει όμως όλους. Πάει και τούτη η έρευνα χαμένη. Εξέτασα όλους τους ξένους, γύρεψα σ’ όλο το σπίτι αν είναι κρυμμένος κανείς. Και βεβαιώθηκα πως δεν είναι εδώ.

Ο Αλέξιος δίστασε μια στιγμή. Ύστερα ρώτησε:
- Ποιος είναι εκείνος ο καλόγερος που εξέτασες;

- Είναι ένας πολύ άγιος μοναχός. Έχει γράμμα του ηγούμενου της Άγιας Λαύρας που τον συστήνει θερμότατα σε όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς. Παρακαλεί να τον βοηθήσουν και να τον υποστηρίξουν σε ό,τι ζητήσει, όπου και αν πάγει. Τόσο πολύ τον συστήνει το γράμμα, που μου φαίνεται να είναι υπερβολικό λιγάκι από μέρος του ηγούμενου, γιατί επιτέλους αυτός δε ζητά και τίποτα. Ήλθε μόνο να πάρει τον ανεψιό του, λέγει.

- Πώς τον λεν; ρώτησε ο Αλέξιος.

- Παφνούτιο, αποκρίθηκε ο αξιωματικός. Στο γράμμα του ο ηγούμενος τον γράφει πάτερ-Παφνούτιο.

- Και είσαι βέβαιος πως η υπογραφή είναι γνήσια;

- Ναι! Την έχω ξαναδεί σ’ άλλα γράμματα. Το γράμμα τούτο έχει και τη βούλα του μοναστηριού… Μα γιατί ρωτάς; Τι υποψιάζεσαι;

- Τίποτα, είπε ο Αλέξιος. Ήθελα μόνο να ξέρω πως αλήθεια αναγνώρισες τη βούλα και την υπογραφή.

Ο εκατόνταρχος χαιρέτησε και βγήκε, αφού πρώτα ειδοποίησε τον Αλέξιο πως την άλλη μέρα τα χαράματα θα έφευγε με τους στρατιώτες του λίγο νωρίτερα από τον Αλέξιο και θα τον περίμενε στο γύρισμα του δρόμου μες στα δέντρα, για να μη δώσει καμιά υποψία στους άλλους ταξιδιώτες αν τον έβλεπαν μαζί του.


Προβληματισμοί για συζήτηση  
Να ζει κανείς ή να μη ζει; 
Όπως αναφέρουμε πιο πάνω (βλ. Εικονογράφηση), η Πηνελόπη Δέλτα και η Σοφία Λασκαρίδου, δύο σημαντικές προσωπικότητες για την τέχνη του τόπου κατά το α' μισό του 20ού αιώνα, συναντιούνται δημιουργικά πάνω στο βιβλίο αυτό. Η σχέση και των δύο με τον θάνατο αποδεικνύεται πολύ ιδιαίτερη. Η Δέλτα, τοποθετεί στο πρώτο της μυθιστόρημα (1909) ως κεντρικό ήρωα έναν αξιωματικό που θυσιάζεται για την Πατρίδα, αυτοκτονώντας με το χρυσομάνικο μαχαίρι του πατέρα του. Τον επόμενο ακριβώς χρόνο (1910), η εικονογράφος προσπαθεί ανεπιτυχώς να δώσει τέλος στη ζωή της, όταν χάνει τον αγαπημένο της (τον Αντίνοο έφηβο Περικλή Γιαννόπουλο), ο οποίος επίσης αυτοκτονεί, και μάλιστα με το περίστροφο του πατέρα της. Δέκα χρόνια αργότερα (1920), είναι η σειρά της συγγραφέως να χάσει τον αγαπημένο της (Ίωνα Δραγούμη) από δολοφονική επίθεση, στην οποία ρόλο ηθικού αυτουργού έπαιξε ίσως (βλ. εδώ κι εδώ) ο δικός της πατέρας, Εμμ. Μπενάκης. Μετά από χρόνια, άρρωστη και καταπονημένη, αυτοκτονεί τελικά και η ίδια, την ημέρα που οι Γερμανοί κατακτητές μπαίνουν στην Αθήνα.

Τι να σχολιάσει κανείς για τα πάθη και το ήθος αυτών των ανθρώπων; Πώς μπορούμε εμείς να κατανοήσουμε τη λογική της εποχής τους; Για να μην ξεφεύγουμε, όλα τούτα γράφονται με αφορμή ένα βιβλίο για παιδιά, με τα οποία καλό είναι να είμαστε προετοιμασμένοι να συζητήσουμε για κάθε σχετικό θέμα, ακόμα και για την αυτοκτονία του Αλέξιου.

Στο σημείο εκτέλεσης του Ι.Δραγούμη (Βασιλίσσης Σοφίας) υπάρχει σήμερα μια στήλη
Ταξίδι στο παρελθόν... αλλά σε ποιο παρελθόν;
Κάθε κείμενο αντανακλά την εποχή στην οποία γράφεται, ακόμη κι αν ο συγγραφέας δεν το επιδιώκει συνειδητά. Ειδικά στην περίπτωση των ιστορικών μυθιστορημάτων, αυτό αποτελεί πρόβλημα, καθώς οι αναγνώστες δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν ποια στοιχεία ανήκουν στην εποχή του συγγραφέα και ποια σε κείνη όπου το έργο του αναφέρεται. Τα παραδείγματα πολλά, με πρώτα στη λίστα τα ομηρικά έπη, στα οποία παρατηρούμε αρκετούς αναχρονισμούς (βλ. παραδείγματα εδώ).

Ξεφεύγει άραγε το Για την Πατρίδα από τον παραπάνω κανόνα, ή ακολουθεί την παράδοση που ξεκινά ο παππούς Όμηρος; Παρεμπιπτόντως, στο έργο γίνεται μια έμμεση αναφορά στον πατέρα της ποίησης, αφού τα αρχικά ΕΟΑΑΠΠ, χαραγμένα μέσα στο δαχτυλίδι του Χρυσήλιου (και ζωγραφισμένα στο εξώφυλλο του βιβλίου), παραπέμπουν στη γνωστή φράση του Έκτορα (Μ 243). Πίσω στο θέμα μας, διαβάζοντας κανείς το βιβλίο, μπορεί να εντοπίσει ορισμένα στοιχεία που μοιάζουν να αντικατοπτρίζουν περισσότερο τις αρχές του περασμένου αιώνα, παρά  τις αρχές της προηγούμενης χιλιετίας.

Το κυριότερο από αυτά, είναι ίσως ο σαφής διαχωρισμός στα χαρακτηριστικά των εθνοτήτων (στην περίπτωσή μας Ελλήνων και Βουλγάρων) αλλά και ο έντονος πατριωτισμός, γνωρίσματα που θα έλεγε κανείς πως ταιριάζουν περισσότερο στα Βαλκάνια του 1910 παρά σε κείνα των μεσοβυζαντινών χρόνων. Θυμίζουμε ότι την εποχή που γράφεται το Για την Πατρίδα, στην περιοχή επικρατεί αναβρασμός: η οθωμανική αυτοκρατορία καταρρέει, οι "μεγάλες Ιδέες" δυναμιτίζουν τις ισορροπίες στις μικρές χώρες και ο εθνικισμός ανθίζει, εξελίξεις που σύντομα θα οδηγήσουν σε συγκρούσεις, εκκαθαρίσεις μειονοτήτων και εθνικά δράματα, όπως η γενοκτονία των Αρμενίων (βλ. σχετικά και Η Μετάλλαξη του Εθνικισμού (1870-1918) στο  Eric J. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1994).

Γυναίκες, σχεδόν... σαν άντρες
Χαρακτηριστικές των αρχών του 20ού αιώνα, μοιάζουν να είναι επίσης οι αναφορές της Δέλτα στο ζήτημα της ισότητας των δύο φύλων. Η Θέκλα, με τη συμμετοχή της στο έργο -και μάλιστα μασκαρεμένη ως άντρας-, φαίνεται να ζητάει για λογαριασμό των γυναικών περισσότερα δικαιώματα και ανάλογη με το άλλο φύλο προβολή. Με τις ενέργειες και τα λόγια της, επιδιώκει να αποδείξει ότι οι γυναίκες, ακόμη κι αν δεν αντιμετωπίζονται ως ίσες στην ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής, αξίζουν περισσότερες ευκαιρίες, αφού είναι διαφορετικές αλλά παρ' όλ' αυτά χρήσιμες! (βλ. και στο απόσπασμα, Σεις οι γυναίκες βλέπετε και νιώθετε ένα σωρό πράματα που μας ξεφεύγουν εμάς). Να θυμήσουμε ότι στα χρόνια εκείνα, το φεμινιστικό κίνημα κάνει σημαντικά βήματα στον ελληνικό χώρο, με την πρώτη Ελληνίδα φεμινίστρια, την Καλλιρόη Σιγανού Παρρέν, να ιδρύει το 1911 το Λύκειο των Ελληνίδων, με στόχο τη μόρφωση των κοριτσιών. Στο πιο προχωρημένο Λονδίνο, ήδη από το 1903, έχει ιδρυθεί η «Women’s Social and Political Union», η πρώτη γυναικεία οργάνωση διεκδικήσεων, που στο τέλος του μεγάλου πολέμου μετασχηματίζεται σε κόμμα των γυναικών.

Τα μάτια της Θέκλας έλεγαν θέληση και θάρρος, και η Βασίλισσα που θυμήθηκε τη διαγωγή της στο Γαλαξείδι, τη γενναιότητά της και την αντρίκεια σχεδόν θέλησή της, δε βρήκε στη λυπημένη της καρδιά μια λέξη για να τη σταματήσει. (σ.59)

Ο χαρακτηρισμός "αντρίκεια σχεδόν θέληση", θυμίζει τη φράση "η ωραιότητά της ήτον σπάνια και ανδρίκεια", που συνάντησα σ' ένα άρθρο για τη γυναικεία χειραφέτηση και παραπέμπει, όχι στην αρχαία Σπάρτη, αλλά στο 1822 (Νικολάου Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, τ.1 Αθήνα 1997, σελ. 172-177). Ο κόσμος εκείνη την εποχή φαίνεται να θεωρεί πως τα χαρίσματα των γυναικών, εσωτερικά ή εξωτερικά, έχουν αξία μόνο όταν πλησιάζουν τα αντίστοιχα του "ισχυρού" φύλου!

Πώς θα σας φαινόταν αν ακούγατε σήμερα να χαρακτηρίζουν μια γυναίκα έξυπνη ή όμορφη σαν άντρα; Έχουν σίγουρα περάσει οι εποχές που ο σύζυγος είχε κάθε δικαίωμα επάνω στη σύζυγό του, σαν να επρόκειτο για κάτι κατώτερο; Μήπως σε κάποια μέρη της χώρας μας ή του κόσμου συναντάμε ακόμα αυτή τη νοοτροπία; Πού μπορεί να συμβαίνει αυτό και για ποιους λόγους; Τι ρόλο παίζει η θρησκεία; Και στον "δυτικό - πολιτισμένο" κόσμο; Έχουν άραγε ξεπεραστεί όλα τα εμπόδια που το πατριαρχικό παρελθόν έβαζε στη μόρφωση, την επαγγελματική εξέλιξη και την κοινωνική αναγνώριση των γυναικών;
Καλλιρρόη Σιγανού Παρρέν 1861-1940
Ελευθέριος Βουλγαροκτόνος
Ολοκληρώνοντας την αναφορά σε στοιχεία του βιβλίου που παραπέμπουν στην εποχή της Δέλτα, να παραθέσω άλλη μια φράση που θυμίζει γεγονότα πολύ κοντινά στη χρονιά που εκδόθηκε το Για την Πατρίδα· σημάδι, αν μη τι άλλο, ότι το έργο είναι τέλεια συντονισμένο με το αίσθημα της εποχής του.

- Δεν αρκεί! είπε ο Βουλγαροκτόνος και σούφρωσε τα φρύδια. Δεν αρκεί να πεθάνεις στην υπηρεσία μου! Πρέπει και να εκτελέσεις τη διαταγή μου, πρέπει δηλαδή να φθάσεις στο Δυρράχιο. Κατάλαβες; (σ.54)

Η παραπάνω εντολή του αυτοκράτορα προς τον Αλέξιο, θυμίζει κατά περίεργο τρόπο (ούφο, εξωγήινοι, κλπ. ή μήπως ο Βενιζέλος ξεσήκωσε την ατάκα;) το σήμα που στέλνει ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος προς τον ναύαρχο Π. Κουντουριώτη τρία χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου, ακριβώς πριν τη ναυμαχία της Έλλης (3 Δεκεμβρίου 1912):

"Η Ελλάς δεν αναμένει από εσάς να αποθάνετε γι' αυτήν. Αναμένει να νικήσετε."

Σαν μπαίνω μέσα στην ταβέρνα
Το Δυρράχιο, το λιμάνι στο οποίο προσπαθεί να φτάσει ο Αλέξιος για να εκτελέσει την αυτοκρατορική αποστολή, είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη (και παλιά πρωτεύουσα) της σημερινής Αλβανίας. Ιδρύθηκε το 627 π.Χ. από Κορίνθιους και Κερκυραίους αποίκους ως Επίδαμνος, από το όνομα ενός βασιλιά της περιοχής. Η στρατηγική θέση της πόλης (οι Ρωμαίοι την αποκάλεσαν ταβέρνα της Αδριατικής - Durrachium Hadriae tabernam) τη βοήθησε να πλουτίσει και να αναπτυχθεί, την έβαλε όμως επίσης στο στόχαστρο πολλών κατακτητών. 

Γιατί η αρχαία Επίδαμνος άλλαξε όνομα και από πού προέρχεται το σημερινό Durrës; Όπως μαθαίνουμε στην ορθογραφία της Δ', Ε' και Στ' τάξης (και αντιγράφουμε από το λεξικό), το πρόθεμα δυσ-, προσδίδει στην πρωτότυπη λέξη την έννοια του κακός, άσχημος, δυσάρεστος. Το όνομα Δυρράχιο, προέρχεται λοιπόν από το δυσ + ράχη, και αναφέρεται πιθανότατα στα βράχια που προφυλλάσσουν την βορινή πλευρά της πόλης (βλ. φωτογραφία). Τα βράχια όμως αυτά (σε αντίθεση με εκείνα του Δυρραχίου Αρκαδίας, που κερδίζει τον χαρακτηρισμό με το σπαθί του), δεν μπορεί να έγιναν ξαφνικά τόσο σημαντικά για την πόλη, ώστε να δικαιολογείται η μετονομασία της.

Ο λόγος που οι Ρωμαίοι αποφάσισαν να ξαναβαφτίσουν την πόλη, ήταν επειδή εντελώς συμπτωματικά, η παλιά ονομασία Επίδαμνος - Epidamnus, περιείχε τον ήχο damn που στη γλώσσα τους ανήκε σε μια οικογένεια λέξεων με πολύ αρνητική σημασία (από το damnum προέρχεται π.χ. το αγγλικό damned - καταραμένος). Διάλεξαν λοιπόν ένα νέο όνομα, απαλλαγμένο από κατάρες, που παρέπεμπε στη μορφολογία του εδάφους της περιοχής, κρατούσε όμως κι ένα μέρος από την παλιά, δυσοίωνη (για εκείνους) ονομασία της πόλης.


Share/Bookmark

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Ο Παρασκευάς ή η πρωτόγονη ζωή

Υπόθεση
Ο Ροβινσώνας ναυαγεί σ' ένα έρημο νησί και καταφέρνει όχι απλώς να επιβιώσει, αλλά και να συσσωρεύσει τρόφιμα, να δημιουργήσει δηλαδή μεγάλα πλεονάσματα, κατά το οικονομικό πρότυπο της ιδεολογίας που κουβαλάει μαζί του. Για να μην ξεχάσει την ανθρώπινη γλώσσα, επιβάλλει στον εαυτό του να σκέφτεται φωναχτά. Εκείνο που ξεχνάει ολότελα όμως είναι το χαμόγελο: γίνεται έτσι ανίκανος για ευτυχία. Όταν τελικά συναντάει τον νεαρό Παρασκευά, αρχίζει να τον διδάσκει σα μαθητή του. Στην πραγματικότητα όμως είναι ο δάσκαλος εκείνος που χρειάζεται να καθίσει στο θρανίο του μαθητή. Έτσι, μετά από ένα ατύχημα που καταστρέφει όσα ο Ροβινσώνας είχε χτίσει, οι ρόλοι αντιστρέφονται και τον έλεγχο των πραγμάτων αναλαμβάνει ο Παρασκευάς.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μισέλ Τουρνιέ (Michel Tournier)
Μετάφραση: Δημήτρης Ραυτόπουλος
Εικονογράφος: Georges Lemoine
Τίτλος πρωτοτύπου:Vendredi ou la vie sauvage
1η έκδοση: 1971 (στα ελληνικά 1981)
ISBN: 978-960-293-138-7 (άδετο)
Σελίδες: 163
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Δεύτερη μεταγραφή (η πρώτη του 1967 αφορούσε ενηλίκους) του κλασικού έργου του Ντάνιελ Ντεφόε από τον Μισέλ Τουρνιέ. Το κείμενο απευθύνεται μάλλον σε έμπειρους αναγνώστες, και πολύ φοβάμαι ότι μεγάλη πλειοψηφία των μαθητών του δημοτικού δεν θα καταφέρει να το εκτιμήσει στην παρούσα του μορφή. Η στοίχιση του κειμένου μοιάζει σφιχτή σαν μπετόν, οι περιγραφές συχνά γίνονται μακροσκελείς, ενώ η εικονογράφηση (μία σελίδα σε κάθε δεύτερο κεφάλαιο) είναι επιεικώς απαράδεκτη. Από την άλλη, τα κεφάλαια μπορεί να μην έχουν αρίθμηση ή τίτλο, όμως η έκτασή τους είναι μικρή (μέχρι 5-6 σελίδες το καθένα) οπότε διαβάζονται σχετικά ξεκούραστα.
o Daniel Defoe


Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης (1719) του έργου

Το βιβλίο μπορεί να προταθεί μόνο σε μαθητές Στ' τάξης ή Γυμνασίου, αφού οι μικρότερες ηλικίες δύσκολα θα εκτιμήσουν την ουσία του, που βρίσκεται στην άσκηση κριτικής προς τις αξίες του δυτικού κόσμου.
ο Μισέλ Τουρνιέ
το εξώφυλλο της γαλλικής έκδοσης (1971)

Το ξεκίνημα της ιστορίας βρίσκει τον ήρωα να ναυαγεί ολομόναχος πάνω σ' ένα έρημο νησί και γρήγορα να διαπιστώνει την αναγκαιότητα κανόνων, νόμου, λόγου και πολιτισμού. Σηκώνει λοιπόν τα μανίκια και αναλαμβάνει τη δουλειά του νου όπως την περιγράφει ο Καζαντζάκης στην Ασκητική:


Μα εγώ, ο Νους, με υπομονή, με αντρεία, νηφάλιος μέσα στον ίλιγγο, ανηφορίζω. 
Για να μην τρεκλίσω να γκρεμιστώ, στερεώνω απάνω στον ίλιγγο σημάδια, ρίχνω γιοφύρια, ανοίγω δρόμους, οικοδομώ την άβυσσο
Αργά, με αγώνα, σαλεύω ανάμεσα στα φαινόμενα που γεννώ, 
τα ξεχωρίζω βολικά, τα σμίγω με νόμους και τα ζεύω στις βαριές πραχτικές μου ανάγκες. 
Βάνω τάξη στην αναρχία, δίνω πρόσωπο, το πρόσωπο μου, στο χάος.

Η επιμονή του παρά τις αποτυχίες του και η προσκόλλησή του στη γη και τα ζωντανά του, θυμίζει κάποιες φορές τη δική μας γιαγιά στη Γιαλούσα, που παλεύει γαντζωμένη στο δικό της κτηματάκι πάνω στο βουνό. Ο ερχομός του Παρασκευά ωστόσο, τα ανατρέπει όλα, καθώς η αναγκαιότητα των κανόνων δοκιμάζεται σοβαρά. Τελικά, ο πρωταγωνιστής απορρίπτει τον δυτικό πολιτισμό (σελ. 155) και επιλέγει να μείνει κοντά στην καινούρια ζωή που του έμαθε ο Παρασκευάς. Έτσι η ιδεολογική μεταστροφή του Ροβινσώνα του Ντεφόε, γίνεται στο κείμενο του Τουρνιέ πλήρης: Από έμπορος δούλων όπως πρωτοεμφανίστηκε το 1719, φτάνει στα 1971 όχι απλώς να αηδιάζει με την ιδέα της δουλείας, αλλά και να βρίσκει το νόημα της ζωής μέσα στις απλές αξίες των ιθαγενών του Ειρηνικού. Η αληθινή ωστόσο ιστορία του Αλεξάντερ Σέλκιρκ που ενέπνευσε τον Ντεφόε, μαθαίνουμε πως ήταν αρκετά διαφορετική.

Μιλώντας για επανεκδόσεις που δίνουν νέο νόημα στις αρχικές δημιουργίες, μπορούμε να σκεφτούμε αρκετά παραδείγματα. Υπάρχουν εκδοχές που μένουν πιστές στο πρωτότυπο και απλώς το επαναλαμβάνουν, άλλες που ανανεώνουν τα παλιά σχήματα, ενώ κάποιες τα αλλοιώνουν σε κάποιο βαθμό ή τα ανατρέπουν τελείως. Και όλα τούτα βέβαια δεν συμβαίνουν μόνο στον κόσμο της λογοτεχνίας, αλλά σε κάθε χώρο. Ας δούμε στους συνδέσμους που ακολουθούν πώς μια παλιά επιτυχία του Τσιτσάνη μετασχηματίζεται στα χέρια μιας ταλαντούχας ολλανδέζας βιολονίστριας.

Επιστρέφοντας στο βιβλίο, κάποιες γλαφυρές εικόνες προβληματίζουν ως προς την καταλληλότητά τους για μαθητές δημοτικού. Στη σελ. 46 περιγράφεται η σφαγή και ο τεμαχισμός ενός ανθρώπου, στη συνέχεια ένας διαμελισμός (σ. 66), ενώ λίγο αργότερα ο Παρασκευάς μασάει ένα "εμετικό έδεσμα" από σκουλήκια σάπιων εντέρων κατσίκας, για να ταΐσει το μικρό του pet - γύπα (σ. 82). Τέλος, η εικονογράφηση παρουσιάζει τον Παρασκευά να στέκει ολόγυμνος μπροστά στον Ροβινσώνα, κρατώντας μια πίπα. Η επιλογή ατυχής για δύο λόγους: τον πρώτο τον υποψιάζεστε, και ο δεύτερος είναι ότι σύμφωνα με το κείμενο, η πίπα έχει πεταχτεί στη σπηλιά πριν ο ιθαγενής βγει να συναντήσει τον κύριό του.

Αξίες - Θέματα
Περιβάλλον, Φιλία, Ζωοφιλία, Ρατσισμός, Δραστηριοποίηση, Ανθρωπισμός

Εικονογράφηση
 
Απόσπασμα
Τις κατοπινές βδομάδες, ο Ροβινσώνας εξερεύνησε το νησί συστηματικά και προσπάθησε να εντοπίσει τις πηγές και τα φυσικά καταφύγια, τα καλύτερα ακρογιάλια για ψάρεμα, τα μέρη όπου αφθονούσαν καρύδες, ανανάδες και τρυφερές φοινικοκορφάδες. Κεντρική αποθήκη του έκανε τη σπηλιά στο βραχοβούνι του κέντρου του νησιού. Κουβάλησε κει ό,τι μπόρεσε να γλιτώσει από το ναυαγισμένο καράβι που, για καλή του τύχη, άντεξε αυτούς τους μήνες στις θύελλες. Έβαλε στο βάθος τα σαράντα βαρελάκια με το μπαρούτι, έπειτα στην αράδα τρία σεντούκια με ρούχα, πέντε σακιά με δημητριακά, δύο πανέρια με πιατικά και ασημένια σερβίτσια, πολλά κιβώτια με τα πιο ετερόκλητα αντικείμενα – κηροπήγια, σπιρούνια, κοσμήματα, μεγεθυντικούς φακούς, κιάλια, σουγιάδες, ναυτικούς χάρτες, καθρέφτες, ζάρια – ένα σεντούκι με υλικά ναυσιπλοΐας, παλαμάρια, παλάγκα, φανάρια, πετονιές, φελλούς κτλ. τέλος μια κασετίνα με νομίσματα χρυσά, ασημένια, μπακιρένια. Τα βιβλία που βρήκε στις καμπίνες είχαν τόσο πολύ ξεπλυθεί από το θαλασσινό νερό και τη βροχή που δε διαβάζονταν πια, μα ο Ροβινσώνας σκέφτηκε ότι στεγνώνοντας τα’ άσπρα φύλλα τους στον ήλιο θα μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει για να γράφει το ημερολόγιό του, φτάνει να έβρισκε κανένα υγρό κατάλληλο ν’ αντικαταστήσει το μελάνι.

Αυτό το υγρό του το προμήθεψε τελικά ένα ψάρι που αφθονούσε γύρω από τον ανατολικό γκρεμνό, το πολυδόντι ή θαλασσινός σκαντζόχοιρος. Είναι ζώο επικίνδυνο με τις γερές του μασέλες και τα φαρμακερά αγκάθια, που στέκουν ορθωμένα σ’ όλο του το κορμί. όταν βρίσκεται σε κίνδυνο φουσκώνει με αέρα, γίνεται ολοστρόγγυλη μπάλα και, καθώς όλος αυτός ο αέρας είναι μέσα στην κοιλιά του κολυμπάει ανάσκελα, χωρίς αυτή η στάση να το δυσκολεύει. Ο Ροβινσώνας, σκαλίζοντας με το ραβδί του ένα τέτοιο ψάρι που είχε ξεβράσει η φουρτούνα, παρατήρησε πως ό,τι άγγιζε την κοιλιά του έπαιρνε χρώμα κόκκινο, ζωηρό κι ανεξίτηλο, που θα μπορούσε να γίνει μελάνι. Έξυσε αμέσως ένα φτερό γύπα και χωρίς καθυστέρηση έγραψε τις πρώτες λέξεις του σ’ ένα φύλλο χαρτί. Αποφάσισε λοιπόν να γράφει καθημερινά στο πιο χοντρό βιβλίο τα κυριότερα γεγονότα της μέρας. Στην πρώτη σελίδα του βιβλίου σχεδίασε το γεωγραφικό χάρτη του νησιού κι από κάτω έβαλε τα’ όνομα που του είχε δώσει: Σπεράνθα, που θα πει ελπίδα, γιατί το ‘χε πάρει απόφαση να μην αφεθεί ποτέ πια να παρασυρθεί στην απελπισία.

Τα πιο χρήσιμα ζώα του νησιού ήταν βέβαια οι κατσίκες και τα κατσικάκια που αφθονούσαν, φτάνει να τα κατάφερνε να τα εξημερώσει. Μα οι κατσικούλες, που τον άφηναν χωρίς δυσκολία να τις πλησιάσει, μόλις δοκίμαζε να τις αρμέξει αντιστέκονταν άγρια. Έφτιαξε τότε ένα μαντρί δένοντας μακριά κλαδιά οριζόντια πάνω σε πασάλους κι έφραξε τα κενά πλέκοντας ανάμεσα μακριές κληματσίδες. Έκλεισε εκεί μέσα κατσικάκια μωρά, που με τα βελάσματά τους έφεραν κοντά τους τις μάνες τους. Άφησε μετά ελεύθερα τα μικρά και περίμενε κάμποσες μέρες. Με τα μαστάρια φουσκωμένα από γάλα, οι κατσίκες άρχισαν να υποφέρουν και τον άφησαν πρόθυμα να τις αρμέξει.
Όταν επιθεώρησε τα σακιά με το ρύζι, το σιτάρι, το κριθάρι και το καλαμπόκι που είχε σώσει από το ναυάγιο της Βιργινίας, ο Ροβινσώνας είχε μια σκληρή απογοήτευση. Τα ποντίκια και η σιταρόψειρα είχαν καταβροχθίσει μεγάλη ποσότητα κι έμεναν μόνο τα τσόφλια ανακατεμένα με ποντικοκούραδα. Μια άλλη ποσότητα είχε καταστραφεί από τη θάλασσα και το βροχόνερο. Χρειάστηκε να ξεδιαλέξει ό,τι μπόρεσε από κάθε είδος, σπειρί σπειρί, δουλειά της υπομονής, ατέλειωτη και κουραστική. Μα τα κατάφερε να σπείρει μερικά εκτάρια γη, αφού προηγούμενα έκαψε τ’ αγριόχορτα και όργωσε χρησιμοποιώντας για υνί αλετριού μια λαμαρίνα από το ναυάγιο, που μπόρεσε να την τρυπήσει και να περάσει μέσα στην τρύπα ένα στειλιάρι.

Δημιουργώντας έτσι κοπάδι και χωράφι καλλιεργημένο, ο Ροβινσώνας άρχισε να εκπολιτίζει το νησί του, μα το έργο του ήταν ακόμα αβέβαιο, περιορισμένο, και συχνά διαπίστωνε ότι το νησί παρέμενε γη άγρια και εχθρική. Ένα πρωί βρήκε ένα βαμπίρ καθισμένο πάνω σ’ ένα κατσίκι να του ρουφάει το αίμα. Τα βαμπίρ είναι γιγάντιες νυχτερίδες, που με ανοιγμένες φτερούγες φτάνουν τα εβδομήντα πέντε εκατοστά. Τη νύχτα πέφτουν απαλά πάνω σε κοιμισμένα ζώα και τους βυζαίνουν το αίμα. Μια άλλη φορά πάλι, καθώς μάζευε κοχύλια πάνω σε βράχια μισοσκεπασμένα από νερό, δέχτηκε κατάμουτρα ένα κατάβρεγμα. Μισοζαλισμένος από το χτύπημα έκανε δύο τρία βήματα, μα σταμάτησε από ένα καινούριο πίδακα που τον βρήκε πάλι στο πρόσωπο. Με τα πολλά, ανακάλυψε στην τρύπα ενός βράχου ένα σταχτόχρωμο χταποδάκι, που είχε την απίστευτη ικανότητα να τινάζει με το στόμα του νερό σαν συντριβάνι, πετυχαίνοντας ακριβώς το στόχο του.

Μια μέρα, που του έσπασε η τσάπα και του ξέφυγε η πιο γαλατερή κατσίκα του, ο Ροβινσώνας λύγισε, αφέθηκε στην απογοήτευση και ξαναπήρε το δρόμο για το βούρκο. Φτάνοντας εκεί γδύθηκε κι άφησε το σώμα του να γλιστρήσει μέσα  στη χλιαρή λάσπη. Αμέσως τον τύλιξαν οι δηλητηριασμένες αναθυμιάσεις του σάπιου νερού, όπου βούιζαν σύννεφο τα κουνούπια και τον έκανα να χάσει την αίσθηση του χρόνου. Ξέχασε το νησί με τους γύπες του, τα βαμπίρ του και τα χταπόδια του. Ξανάγινε μικρό παιδί και ζούσε στο σπίτι του πατέρα του, που ήταν υφασματέμπορος στο Γιορκ. Σαν ν’ άκουγε να μιλούν οι γονείς του, τ’ αδέρφια του. Κατάλαβε τότε πως η απραξία, η αποθάρρυνση, η απελπισία ήταν ο κίνδυνος που τον παραμόνευε ακόμα και πως έπρεπε να δουλέψει σκληρά για να του ξεφύγει.
Προβληματισμοί για Συζήτηση  
Αυτάρκεια - Αυτονομία
Ο Ροβινσώνας μόλις βγαίνει στην ακτή του νησιού, κατασκευάζει ένα αυτοσχέδιο καπέλο από φύλλα για να προστατευτεί από τον ήλιο, ενώ λίγο αργότερα δείχνει τις ικανότητές του στην ξυλουργική, τη ναυπηγική και την γεωργία. Έτσι επιβιώνει σε έναν αφιλόξενο τόπο, στον οποίο εμείς, οι κάτοικοι των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, πιθανότατα δεν θα καταφέρναμε να σταθούμε ούτε λεπτό. Πώς θα αντιδρούσατε εσείς, αν βρισκόσασταν ξαφνικά σε ένα ερημονήσι; Ξέρετε άραγε να επιδιορθώνετε τα ρούχα σας και να μαγειρεύετε; Ακόμα και χωρίς ρεύμα;

Δεν βρίσκετε χρήσιμο το να μπορεί κανείς να βασίζεται στις δικές του δυνάμεις για να επιβιώσει; Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η αυτάρκεια σε επίπεδο μιας κοινωνίας ή ενός κράτους; Γνωρίζετε αν τα περισσότερα προϊόντα (πετρέλαιο, τρόφιμα, μηχανήματα) που καταναλώνουμε στην Ελλάδα τα παράγουμε μόνοι μας; Τι κινδύνους κρύβει η εξάρτηση μιας οικονομίας από τρίτους; Τι πιστεύετε ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε εμείς οι απλοί πολίτες για να γίνει η χώρα μας περισσότερο αυτάρκης; Για όποιον ενδιαφέρεται, εδώ υπάρχουν τα στοιχεία σχετικά με την αυτάρκεια της χώρας μας σε αγροτικά προϊόντα (στοιχεία 2012 από ΠΑΣΕΓΕΣ). Η εξάρτηση της οικονομίας μας από τις ξένες αγορές έχει καυτηριαστεί ήδη από παλιά. Χαρακτηριστικό το κείμενο ξενομανία του Περικλή Γιαννόπουλου αλλά και οι στίχοι του Σουρή:
Θέλει ἀκόμα -κι αὐτὸ εἶναι ὡραῖο-
νὰ παριστάνει τὸν εὐρωπαῖο.
Στὰ δυὸ φορώντας τὰ πόδια πού ῾χει
στό ῾να λουστρίνι, στ᾿ ἄλλο τσαρούχι
.
Γεωγραφία - Ιστορία
Η Βιργινία, η ολλανδική γαλιότα με την οποία ταξίδευε ο Ροβινσώνας, είχε μόλις περάσει το ακρωτήριο Χορν, για να πλησιάσει τις ακτές της Χιλής, όταν έπεσε στην καταιγίδα και ναυάγησε. Πού βρίσκεται η Χιλή στον παγκόσμιο χάρτη; Γιατί τα πλοία της εποχής εκείνης (1719) έκαναν το γύρο της Αμερικανικής Ηπείρου για να βρεθούν από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό Ωκεανό; Από ποιο σημείο περνάνε σήμερα και χάρη σε ποιο έργο έγινε αυτό δυνατό;
Αργία μήτηρ πάσης κακίας
Ο Ροβινσώνας έχει ανακαλύψει δύο σημεία στο νησί του, όπου όταν απογοητεύεται, μπορεί να απομονωθεί και να κλειστεί στον εαυτό του. Δεν πιστεύετε ότι ο καθένας μας χρειάζεται έναν δικό του χώρο για να συγκεντρωθεί και να σκεφτεί; Τι συμβαίνει όμως όταν αποκόπτουμε τον εαυτό μας εντελώς από την πραγματικότητα; Μπορεί αυτό να δώσει λύση στα προβλήματά μας; Γνωρίζετε παραδείγματα από τη σύγχρονη κοινωνία, όπου οι άνθρωποι αποφεύγουν το κοινωνικό σύνολο και κλείνονται σε μια δική τους, πλαστή πραγματικότητα; Τι κίνδυνοι μπορεί να προκύψουν από μια τέτοια απομόνωση; Με ποιους εναλλακτικούς τρόπους μπορεί ένας νέος να αντιμετωπίσει τα ζητήματα που τον απασχολούν;
Στην περίπτωση του Ροβινσώνα, η ενασχόλησή του με τις εργασίες τον βοηθάει να ξαναβρεί τον εαυτό του. Μήπως όμως υπάρχουν και φορές που ο εθισμός στην εργασία μας απομακρύνει εξίσου από την πραγματικότητα και μας αλλοτριώνει;
Χρήση στην τάξη
Το βιβλίο μπορεί να σταθεί αφορμή ώστε να συζητήσουμε για την έννοια της δουλείας. Πώς την αντιμετωπίζουν άραγε οι σύγχρονοι μαθητές; Γνωρίζει κανείς ότι σήμερα, παρ' ό,τι το δουλεμπόριο έχει επισήμως καταργηθεί σε όλες τις χώρες, οι άνθρωποι που εξακολουθούν να εργάζονται ως σκλάβοι αγγίζουν τα 27.000.000; Πώς γίνεται άραγε να συμβαίνει αυτό, ειδικά σε χώρες που πιστεύουν σε μια θρησκεία αγάπης όπως ο Χριστιανισμός; Και κατά πόσο είναι δίκαιο ένας άνθρωπος να εργάζεται ως υποτελής σε κάποιον άλλον; Πώς θα αισθανόμασταν εμείς αν η ζωή, η ελευθερία και η περιουσία μας εξαρτιόνταν από τις διαθέσεις ενός "αφέντη";

Προφανώς, όσο υπάρχει ακόμα δουλεία, τίθεται σοβαρό θέμα σεβασμού προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Την εποχή της αναγέννησης, ωστόσο, οι ιθαγενείς που μετατρέπονταν σε σκλάβους, δεν θεωρούνταν ακριβώς άνθρωποι. Τους αντιμετώπιζαν ως "άγριους", "βάρβαρους" και "άτομα άξεστα, χωρίς τρόπους και πειθαρχία". Στα 1495, ο Χριστόφορος Κολόμβος, σκεπτόμενος να πουλήσει μερικούς Καραΐβες στην Ισπανία για να μπορέσει να χρηματοδοτήσει επόμενα ταξίδια του, γράφει σε μια επιστολή του προς τους Βασιλείς της Ισπανίας: "Ένας και μόνο Ινδιάνος, αξίζει όσο τρεις Μαύροι. Είχα, κάποτε, βρεθεί στα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου, όπου διενεργείται ευρύτατο δουλεμπόριο κι είχα δει ότι για να τους αποκτήσουν, πλήρωναν οκτώ χιλιάδες μαραβεντί. Τώρα, το ότι οι Ινδιάνοι πεθαίνουν εύκολα, είναι σίγουρα κάτι παροδικό - κάτι ανάλογο συνέβαινε αρχικά και με τους Μαύρους, καθώς και στους ανθρώπους από τα Κανάρια νησιά" (Régis Debray, Christophe Colomb, le visiteur de l'aube, Paris: La Différence, c1991).

Αντιδράσεις έχουν εκφραστεί σε όλες τις εποχές, τα οικονομικά συμφέροντα ωστόσο φαίνεται να υπερισχύουν του ανθρωπισμού. Στα 1511 στην Ισπανιόλα, ο δομινικανός ιερέας Αντόνιο ντε Μοντεσίνος, θα δηλώσει σε ένα κήρυγμά του: «Μήπως δεν είναι άνθρωποι σαν εσάς οι Ινδιάνοι; Μήπως δεν έχετε υποχρέωση και καθήκον να τους αγαπάτε σαν αδελφούς σας;» Οι πιστοί διαμαρτυρήθηκαν και τον κατήγγειλαν στην Αυλή. Μέσα σε μισό μόλις αιώνα, εβδομήντα πέντε εκατομμύρια ιθαγενείς Αμερικάνοι (25 εκατ. Αζτέκοι, 10 εκατ. Ίνκας, κλπ.) αφανίζονται, ενώ μόλις εκατόν σαράντα χιλιάδες Ισπανοί έρχονται να εγκατασταθούν στις χώρες τους. Το κενό θα γεμίσουν τελικά, δεκατρία εκατομμύρια Αφρικάνοι σκλάβοι, που θα μεταφερθούν στην Αμερική μέσα στους επόμενους 4 αιώνες. (διασκευή από

Ένα συνοπτικό χρονολόγιο αναφορικά με το φαινόμενο μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ οι εκπαιδευτικοί που ενδιαφέρονται μπορούν να ενημερωθούν αναλυτικά για την ιστορία της δουλείας από το άρθρο του Στυλιανού Φραγκόπουλου αλλά και την Wikipedia. Στο μάθημα των αγγλικών, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί μια επιστολή που έγραψε το 1865 ένας απελευθερωμένος σκλάβος προς τον πρώην αφέντη του, ενώ οι μαθητές μπορούν να διαβάσουν το κλασικό έργο Η καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά, να ζωγραφίσουν σχετικά με το θέμα, ή να ξε-πιαστούν με το θεατρικό παιχνίδι "Τυραννο-τραμπάλα".

Αυτό παίζεται με ένα ζευγάρι μαθητών. Ο πρώτος, από θέση ισχύος (ευθυτενής και με το δάχτυλο προτεταμένο) φωνάζει προς τον άλλον όλο και πιο δυνατά "ΠΩΣ ΤΟΛΜΑΣ;;;" εξοργισμένος. Ο έτερος μαθητής απαντάει κάθε φορά με φωνή που μόλις ακούγεται "Με συγχωρείτε" συρρικνώνοντας το σώμα του όλο και περισσότερο. Συνήθως μετά από τρεις επαναλήψεις, ο "τύραννος" έχει κορδωθεί και κοκκινίσει από θυμό, ενώ ο "ταπεινωμένος" έχει γίνει ένα με το πάτωμα. Εδώ οι ρόλοι αντιστρέφονται, και ο πρώην υπόδουλος αρχίζει να εξαπολύει τα "πώς τολμάς" στον πρώην τύραννο, ο οποίος με τη σειρά του απαντάει "με συγχωρείτε", και πάει λέγοντας. Οι μαθητές καταλαβαίνουν με παιγνιώδη τρόπο, ότι "ο τροχός γυρίζει", και πως όλοι μπορεί να βρεθούμε σε θέση αδυναμίας ή ισχύος, γι' αυτό και δεν είναι σωστό να εκμεταλλευόμαστε τους συνανθρώπους μας.

Share/Bookmark

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Γράμμα από ένα δράκο

Υπόθεση
Όπως λέει και ο τίτλος, ένας δράκος γράφει γράμμα στα παιδιά: Περιγράφει την εξωτερική του εμφάνιση, εκφράζει τα παράπονά του για τις ψεύτικες φήμες που ακολουθούν το όνομά του και τελικά εξομολογείται το Μεγάλο του Μυστικό! Ποιο μπορεί να είναι αυτό;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Σώτη Τριανταφύλλου
Εικονογράφηση: Κωνσταντίνα Καπανίδου
ISBN: 978-960-16-1448-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 2005
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ'

Κριτική
Χαριτωμένο κείμενο με έξυπνο λόγο από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο Δελφινάκια - 800 λέξεις). Η γραφή είναι απλή, και πολύ λίγες λέξεις ίσως δυσκολέψουν τους μικρούς μας φίλους (π.χ. παρεκτός, πουρνό - πουρνό, ο -μάλλον αδόκιμος- πληθυντικός "γκιογκιά").  Επίσης υπάρχει σαφήνεια στα μηνύματα, και η επιμέλεια είναι πολύ προσεγμένη, όπως συμβαίνει σε όλα τα βιβλία της εν λόγω σειράς. Η πολύχρωμη εικονογράφηση, που άλλοτε ακολουθεί το κείμενο και άλλοτε στέκεται κριτικά απέναντί του, κάνει το βιβλίο να μοιάζει με κόμικ, κάτι που βέβαια τα παιδιά θα βρουν πολύ ευχάριστο. Στις τελευταίες σελίδες, περιμένουν τους αναγνώστες πέντε δραστηριότητες, όλες κατάλληλες για τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Η πρώτη και η τελευταία ανήκουν στην κατηγορία παρατηρητικότητας ("βρες τη σωστή σκιά" και "ποια κομμάτια του παζλ δεν ταιριάζουν στην εικόνα") και η δεύτερη είναι ένα κρυπτόλεξο. Στην τρίτη δραστηριότητα τα παιδιά ίσως χρειαστούν βοήθεια από κάποιον μεγαλύτερο που θα κόψει τα κομμάτια του τάνγκραμ, ενώ η τέταρτη τα καλεί να γράψουν ένα απαντητικό γράμμα στον δράκο.

Το βιβλίο προτείνεται σε παιδιά Α’, Β’ και Γ' τάξης, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και μεγαλύτεροι μαθητές που αγαπούν μυθολογικά όντα ή απλώς αναζητούν ένα εύκολο ανάγνωσμα με άρωμα ασιατικής κουλτούρας.
Τα παιδιά που ασχολούνται με δράκους είμαι βέβαιος ότι -αρχικά τουλάχιστον- θα χαρούν πολύ που ένας από αυτούς αποφάσισε να τους γράψει γράμμα. Βέβαια ο δράκος του βιβλίου δεν είναι "ευρωπαϊκού τύπου" αλλά Ασιάτης, οπότε καλό είναι να τους έχουμε προηγουμένως ενημερώσει σχετικά με τις δοξασίες που συνοδεύουν το φανταστικό αυτό πλάσμα στην Άπω Ανατολή, αλλιώς ένα μέρος του κειμένου ίσως τους φανεί περίεργο -για την ακρίβεια κινέζικο.

Ένα άλλο σημείο προβληματισμού, είναι το κατά πόσο θα εκτιμήσουν οι αναγνώστες την εξομολόγηση του πλάσματος ότι τελικά δεν υπάρχει, εξέλιξη που προσφέρει μεν στο κείμενο μια ενδιαφέρουσα ανατροπή, ίσως όμως απογοητεύσει τα παιδιά που διεκδικούν το δικαίωμα στη φαντασία. Άλλο που η παραδοχή "δεν υπάρχω", χωλαίνει αρκετά από λογικής απόψεως. Ευτυχώς όμως το βιβλίο απευθύνεται σε μικρές ηλικίες κι έτσι οι παραλογισμοί επιτρέπονται. Προφανώς, αν η "πλάκα" δεν γίνει κατανοητή και εκφραστούν σχετικές απορίες, μια σύντομη συζήτηση μπορεί να αποκαταστήσει την τάξη(;) των πραγμάτων. Πάνω στην κουβέντα, θα έχουμε την ευκαιρία να αναφερθούμε και σε άλλους, "δικούς" μας δράκους, όπως αυτούς που σκοτώνουν ο Άγιος Γεώργιος ή ο Άγιος Μύρωνας, ο ιππότης Ντε Γκοζόν στη Ρόδο των Ιωαννιτών, αλλά και ο Μεγαλέξανδρος στο θέατρο σκιών (αυτόν του Νίκου Κούνδουρου αφήστε τον για αργότερα).

Πέρα από αφορμή για φιλοσοφικού ή λαογραφικού τύπου αναζητήσεις, το κείμενο όπως φαίνεται και από το παρακάτω απόσπασμα, μπορεί να αξιοποιηθεί στην τάξη και στο μάθημα της Γλώσσας, αφού προσφέρει ένα εξαιρετικό υπόδειγμα για την διδασκαλία της περιγραφής, όπως και τροφή για συζητήσεις γύρω από την αυτοεικόνα και την αυτογνωσία..

Να σημειώσουμε κλείνοντας, πως η -πολυγραφότατη- συγγραφέας πιάνεται λίγο αδιάβαστη όταν αναφέρει πως ο δράκος αγνοείται στην ινδιάνικη κουλτούρα, καθώς το μυθικό πλάσμα εμφανίζεται με διάφορα ονόματα και παραλλαγές (Piasa, Palulukong, Nanabozho, Avanyu) σε αρκετές από τις φυλές των ερυθρόδερμων του Βορρά, αλλά και στην Κεντρική Αμερική, όπου η φιγούρα του Κετζαλκόατλ, δράκου-θεού των Αζτέκων (Μιξτέκων, Τολτέκων, Μάγια, κλπ), δεσπόζει στην τοπική μυθολογία..



Αφιερωμένο εξαιρετικά στο κινέζικο έτος του δράκου, που τις ημέρες αυτές ολοκληρώνεται.

Αξίες - Θέματα
Μυθολογία, Διαφορετικότητα, Χιούμορ

Απόσπασμα 
Θα σας μιλήσω εμπιστευτικά: είμαι δράκος.
Όλος ο κόσμος με θαυμάζει και με φοβάται.

Είμαι και Κινέζος - ξέρετε, από την Κίνα,
παρ' όλο που τα μάτια μου δεν είναι σχιστά..
Οι Κινέζοι μ' έχουν για πλάσμα σπουδαίο και
καλό, αλλά οι υπόλοιποι - λευκοί, οι μαύροι,
όλες οι φυλές- μ' έχουν για φαταούλα.

Οι Ερυθρόδερμοι ούτε που με ξέρουν. Πάντως,
οι άνθρωποι τρέμουν μήπως τους φάω, μήπως
τους καταβροχθίσω και φτύσω τα κόκαλα.

Η αλήθεια είναι πως με θεωρούν δυνατό και
έξυπνο, κάτι σαν αυτοκράτορα των πλασμάτων.
Πώς είναι το λιοντάρι στη ζούγκλα; Βασιλιάς
και τέτοια; Κάπως έτσι. Πιστεύουν πως είμαι
ο γιος τ' Ουρανού.

Έχω λέπια -σαν ψάρι, αλλά μεγαλύτερα
και πιο γυαλιστερά- και μια κεφάλα τόοοση!
Τεράστια κεφάλα. Ωραίος δεν είμαι, ας είμαστε
ειλικρινείς. Κανένας ως τώρα δε με είπε ωραίο.
Αλλά μια γοητεία την έχω.

Και μια παραξενιά στο παρουσιαστικό μου.
Δε μοιάζω με κανέναν εκτός απ' τον εαυτό μου.
Ο Άγιος Γεώργιος σκοτώνει το δράκο - Τυφλίδα, Γεωργία

Share/Bookmark

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Το μαγικό μου ημερολόγιο (2): Ένα αξέχαστο πάρτι


Υπόθεση
Με μια καινούρια «κολλητή» φιλενάδα, την Μπεθ, και ένα ντίσκο πάρτι να την περιμένει στην Ακαδημία Χορού Μάλκοβα, η ζωή στο Κρόσακρ φαντάζει γεμάτη υποσχέσεις για την ντροπαλή Ήβη. Όλα αυτά, όμως, μέχρι τη στιγμή που η προσπάθειά της να κρατήσει μυστικό το μαγικό της ημερολόγιο, απειλεί να καταστρέψει τη φιλία των δύο κοριτσιών. Μπορεί, άραγε, η λύση για το μάλωμά τους να βρίσκεται εκεί ακριβώς όπου ξεκίνησε – στο ημερολόγιο; Για να το διαπιστώσει η Ήβη, θα πρέπει να εμπιστευτεί τον μαγικό φίλο της...

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Άγκυρα
Συγγραφέας: Λόρα Μπέικερ (Laura Baker)
Μετάφραση: Αιμιλία Μανούση
Εικονογράφηση:  Mélanie Florain
ISBN: 978-960-422-870-6
Τίτλος πρωτοτύπου: From your Diary with LoveDon't Do Disco
Έτος 1ης Έκδοσης: 2008 (στα ελληνικά 2010)
Σελίδες: 105
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ', Δ', Ε'

Κριτική
Λιγότερο χαριτωμένη και ουσιώδης από την πρώτη ιστορία, η συνέχεια των περιπετειών της Ήβης. Το ύφος γραφής παραμένει απλό και κατανοητό, και η εικονογράφηση το ίδιο ζωντανή. Οι χαρακτήρες όμως, μοιάζουν σιγά σιγά να καταρρέουν υπό το βάρος του πολιτικά ορθού και ο ροζ ορίζοντας να στερεύει από νέες ιδέες. Στο τέλος του βιβλίου παραμονεύουν και πάλι τα εξής κοσμοπολιτανικά: ένας οδηγός για τις θέσεις των χεριών στο μπαλέτο, (άλλο) ένα τεστ προσωπικότητας, ένας οδηγός για "θεϊκά μαλλιά", πληροφορίες για τη ζωή της Μάργκοτ Φοντέιν και ένα κουίζ με ερωτήσεις μνήμης και κατανόησης της περιπέτειας. Όπως και στο προηγούμενο "τεύχος" μας δίνεται κι εδώ η ευκαιρία για μια σύντομη ματιά (preview) στο πρώτο κεφάλαιο του επόμενου βιβλίου.

Το βιβλίο θα μπορούσαμε να το προτείνουμε κυρίως σε κορίτσια Γ' και Δ' τάξης, αλλά θα το κάναμε μόνο σε όσα λάτρεψαν την Ήβη και τους υπόλοιπους χαρακτήρες από το προηγούμενο βιβλίο.

Δυστυχώς απογοητεύτηκα λιγάκι διαβάζοντας αυτή τη συνέχεια του Μαγικού Ημερολογίου. Δεν ξέρω τι περίμενα, όμως το αρχικό εύρημα με το μαγικό βιβλίο φαίνεται να μένει βαλτωμένο στη ροζ λάσπη του πολιτικά ορθού, ενώ οι χαρακτήρες των ηρώων ανακυκλώνονται γύρω από πανομοιότυπες καταστάσεις, χωρίς να εξελίσσονται στο παραμικρό. Μέχρι περίπου τη μέση του, το κείμενο μοιάζει βουτηγμένο στο γκλίτερ και μάλλον αδιάφορο, ενώ ένας καβγάς ανάμεσα στις φίλες Ήβη και Μπεθ (βλ. απόσπασμα) που ίσως μπορούσε να οδηγήσει σε πιο ενδιαφέρουσες καταστάσεις, λήγει στο τέλος της ιστορίας χωρίς να δίνονται ιδιαίτερες εξηγήσεις.

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Χορός

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
«Ού-ου!» Φώναξε η Μπεθ μέσα από τη σχισμή για την αλληλογραφία, στην μπροστινή πόρτα του σπιτιού της. «Εγώ και η Ήβη είμαστε, μαμά!»

«Ελάτε μέσα, κορίτσια», είπε η κυρία Ντίκινσον, που είχε κόκκινα μάγουλα και μαύρα μακριά μαλλιά, ίδια με της Μπεθ. «Η επιστολή από τη σχολή της Μάλκοβα ήρθε σήμερα. Λέει πως οι αφίσες πρέπει να παραδοθούν μέχρι την Τετάρτη».

Την Τετάρτη;! Μα είχαν μόνο δυο μέρες καιρό! Τα κορίτσια όρμησαν στο σαλόνι, όπου η Ήβη έβγαλε από την τσάντα της τα καλύτερα μολύβια της, ενώ η Μπεθ άνοιξε ένα κουτί με πινέλα, μπογιές και αυτοκόλλητα «γκλίτερ», που τις περίμενε πάνω στο τραπέζι. Κάθισαν και καθεμιά άπλωσε μπροστά της ένα μεγάλο λευκό χαρτί.

Η Μπεθ τράβηξε μερικές παχιές γραμμές κατά μήκος της σελίδας με έναν χοντρό κόκκινο μαρκαδόρο, ενώ η Ήβη δάγκωνε σκεφτική την άκρη ενός μολυβιού, περιμένοντας να της έρθει καμιά ιδέα.

«Ειλικρινά, μου φαίνεται πως δεν περνούν οι μέρες!» είπε η Μπεθ, χαμογελώντας με ενθουσιασμό καθώς η αφίσα της έπαιρνε σχήμα.

«Το ξέρω, θα περάσουμε υπέροχα!» συμφώνησε η Ήβη που σχεδίαζε απαλά το περίγραμμα μιας μπαλαρίνας πάνω στο χαρτί. «Τα καταφέρνεις καθόλου στις φιγούρες της ντίσκο;»

«Βέβαια!» είπε η Μπεθ, γνέφοντας μ’ ενθουσιασμό. «Φυσικά, δεν είμαι τόσο καλή όσο η Λότι Ντιν», πρόσθεσε στριφογυρίζοντας τα μάτια. «Αλλά η δεσποινίς Κόνι μας έδειξε μερικές φιγούρες την τελευταία στιγμή κι είχε μεγάλη πλάκα».

«Πρέπει να καταστρώσουμε ένα σχέδιο», πρότεινε η Ήβη.

«Καλή ιδέα!» συμφώνησε η Μπεθ χρωματίζοντας ζωηρά μερικά πράσινα αστέρια.

«Νομίζεις πως τα παιδιά από την Αγία Χίλντα θα φερθούν όπως φέρονται στο μάθημα του χορού;» ρώτησε η Ήβη.

«Τι εννοείς; Τις φιγούρες που κάνουν;» είπε η Μπεθ με μια σπίθα στα μάτια της. «Ναι, έτσι πιστεύω! Αλλά εμείς δεν θα τους αφήσουμε να μας χαλάσουν το κέφι. Αύριο θ’ αρχίσουμε να μαθαίνουμε τις καλύτερες φιγούρες ντίσκο που έχουν δει ποτέ στο Κρόσακρ!»

Τα κορίτσια άρχισαν να σχεδιάζουν μερικές χορευτικές φιγούρες και σε λίγο ξέχασαν τα μολύβια τους προς χάρη του χορού.

Κλοτσούσαν ψηλά και έκαναν ένα σωρό φιγούρες με τα χέρια.

«Για στάσου…», είπε η Ήβη ξαφνικά.

«Πιστεύεις ότι θ’ αφήσουν την Τζες να έρθει στην ντίσκο; Οι γονείς της είναι πολύ αυστηροί».

«Το ξέρω», είπε η Μπεθ στενοχωρημένη. «το ελπίζω. Εμένα θα μου λείψει πολύ αν δεν έρθει… και νομίζω πως θα ήταν πολύ σημαντικό για μια γιατρίνα να μπορεί να χορεύει ντίσκο».

«Αφού το λες εσύ!» είπε η Ήβη χασκογελώντας. Η αφίσα της, μια μπαλαρίνα που χόρευε κάτω από τα φώτα της ντίσκο, φαινόταν πολύ όμορφη. Ξαφνικά, η Μπεθ ξέσπασε σε γέλια, σκορπίζοντας γκλίτερ σε όλη την αφίσα της.

«Φαντάζεσαι τον Άντονι και τον Τζόζεφ να χορεύουν;» είπε η Μπεθ κι οι λέξεις έβγαιναν με το ζόρι ανάμεσα από τα χαχανητά.

Πήδηξε από την καρέκλα της και όμοια με κάποιον που τρέχει σαν τρελός για να ξεφύγει από ένα σμάρι μέλισσες, άρχισε να χοροπηδάει και να χτυπιέται στο πάτωμα κάνοντας αστείες γκριμάτσες, μέχρι που και τα δύο κορίτσια έπεσαν κάτω γελώντας μέχρι δακρύων.

Χαχανίζοντας πάντα η Μπεθ σύρθηκε πάλι ξανά στην καρέκλα της και άρχισε να προσθέτει κι άλλα αυτοκόλλητα γκλίτερ στην αφίσα της, ενώ η Ήβη πρόσθετε μερικά αστράκια σε μια μπάλα ντίσκο, που είχε ζωγραφίσει πάνω από το κεφάλι της χορεύτριάς της. Σε λίγο είχαν κι οι δυο απορροφηθεί από τη δουλειά τους, ενώ η Μπεθ κλοτσούσε τεμπέλικα με το πόδι της το πόδι της καρέκλας.

«Α, συγγνώμη, ήβη», είπε η Μπεθ καθώς κλότσησε κατά λάθος την τσάντα της ήβης. Καθώς έσκυψε για να την σηκώσει, η Ήβη πετάχτηκε, την πρόλαβε και άρπαξε το ημερολόγιό της που είχε πέσει κάτω απ’ την καρέκλα.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε η Μπεθ, που της κίνησε το ενδιαφέρον το μυστηριώδες κατακόκκινο βιβλίο που η φίλη της προσπαθούσε να κρύψει.

«Α, τίποτα», είπε η Ήβη συνειδητοποιώντας ότι η φωνή της δεν ακουγόταν καθόλου πειστική.

«Μπορώ να το δω;» ρώτησε η Μπεθ.

Η Ήβη ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν, «Εε, είναι ένα μπλοκ σχεδίου», εξήγησε. «Οι εικόνες δεν λένε και πολλά».

«Ω, έλα τώρα», παρακάλεσε η Μπεθ.
«Υπόσχομαι ότι δεν θα γελάσω»

Η Ήβη άκουσε τη σοβαρή εντολή του ημερολογίου να βουίζει μέσα στο κεφάλι της:

Ήβη μου, σε παρακαλώ,
κράτα με καλά κρυμμένο,
γιατί αν κανείς με ξετρυπώσει,
τα λόγια τούτα στη στιγμή
θε να σβηστούν και να εξαφανιστούν.
Και αμφιβολία καμιά για τούτο
δεν υπάρχει.

Ειλικρινά, δεν είναι καθόλου ενδιαφέρον, δεν έχει σημασία», είπε η Ήβη που ήεξερε ότι έπρεπε να προστατεύσει το μυστικό του ημερολογίου της, όσο χαζό κι αν ακουγόταν αυτό.

«Δεν καταλαβαίνω», είπε η Μπεθ πληγωμένη. «Νόμιζα πως είμαστε φίλες, κι οι φίλες δεν κρατούν μυστικά η μία από την άλλη».

Η Ήβη ένιωσε απαίσια, αλλά δεν μπορούσε καν να διανοηθεί πως θα έχανε τώρα τη μαγεία του ημερολογίου της. Σήκωσε τους ώμους και στριφογύρισε στενοχωρημένη το μολύβι της στα δάχτυλά της.
Χρήση στην τάξη
Μπορούμε να αξιοποιήσουμε το βιβλίο στην τάξη, αν ξεκινήσουμε μια συζήτηση γύρω από την εχεμύθεια. Είναι άραγε σωστό να κρατάμε μυστικά από τους φίλους μας; Από τα αδέλφια και τους γονείς μας; Και ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες από την αποκάλυψη ενός μεγάλου μυστικού; 

Με τους μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων, ίσως μπορεί να γίνει μια συζήτηση γύρω από τα θρησκευτικά μυστικά, τα μυστικά των ταχυδακτυλουργών και των μάγων (μια και το βιβλίο της ιστορίας είναι μαγικό),  αλλά και τις οργανώσεις που διατηρούν μια μυστικότητα γύρω από την ταυτότητα των μελών τους και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν (Φιλική Εταιρεία, κλπ.)

Share/Bookmark

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Η τάξη που νίκησε την κρίση!

 
Υπόθεση
Ο Νικηφόρος είναι μαθητής της Δ' τάξης και οι γονείς του μιλούν συνεχώς για την "κρίση". Αρχικά θεωρεί πως πρόκειται για κάποια μακρινή θεία, αλλά γρήγορα ανακαλύπτει ότι δεν είναι παρά ένα τέρας που θέλει να στερήσει τη χαρά από τους μεγάλους και τα παιδιά. Στο σχολείο, ο δάσκαλος κύριος Αντώνης κάνει ό,τι περνάει απ' το χέρι του για να κατανοήσουν οι μαθητές τι ακριβώς είναι η κρίση και να επινοήσουν τρόπους αντιμετώπισής της. Τελικά, αποφασίζουν να οργανώσουν μια σχολική παράσταση - έκπληξη, μέσα από την οποία θα δώσουν ένα μήνυμα στους μεγάλους: Η ελπίδα, η αισιοδοξία και η αλληλεγγύη μπορούν να νικήσουν το κακό!

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ελληνοεκδοτική 
Συγγραφέας: Γιώργος Μπουμπούσης
Εικονογράφος: Θανάσης Γκιόκας
Σελίδες: 145 
1η έκδοση: Δεκ. 2012 
ISBN: 978-960-5630-12-6
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Ανάλυση από άλλα ιστολόγια εδώ κι εδώ 
Διαβάστε απόσπασμα του βιβλίου εδώ προβολή στο fb εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Ελληνοεκδοτική για την δωρεά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη της τάξης μας!

Κριτική
Μια φρεσκότατη σχολική ιστορία με θέμα που καίει: Την οικονομική κρίση! Η γραφή του (βραβευμένου) Γιώργου Μπουμπούση είναι απλή, η πένα του ευγενική και η γλώσσα του σαφής, ενώ το πρώτο πρόσωπο κάνει το κείμενο άμεσο και ζωντανό. Το μέγεθος των κεφαλαίων δεν κουράζει, καθώς φτάνει το πολύ τις 7-8 σελίδες, ενώ σχεδόν σε κάθε δεύτερη από αυτές συναντάμε μικρά (ασπρόμαυρα) συνοδευτικά σκίτσα που βοηθούν το μάτι να ξαποστάσει. Κάτι ωστόσο που μπορεί να αποδειχθεί προβληματικό, είναι πως το έργο λιμνάζει αρκετά γύρω από το ίδιο θέμα (με τα συνολικά 24 του κεφάλαια) και ελλείψει συγκλονιστικών εξελίξεων, ανατροπών, κλπ., οι λιγότερο έμπειροι αναγνώστες, ίσως χρειαστούν βοήθεια για να το ολοκληρώσουν. Προσοχή ίσως χρειαστεί επίσης στη μεταχείριση του βιβλίου, καθώς οι σελίδες του είναι λεπτές και τσακίζουν εύκολα.
 
Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε μαθητές Ε', Στ' τάξης αλλά και γυμνασίου, ενώ αποσπάσματά του μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αφόρμηση για να συζητήσουμε για την κρίση σε οποιαδήποτε τάξη.
Το θέμα είναι πολύ επίκαιρο, με το πρόβλημα να προσεγγίζεται από διάφορες πλευρές, αλλά κυρίως υπό την οπτική των παιδιών: Η κρίση στα μάτια τους είναι κάτι κακό που αφήνει τους γονείς χωρίς δουλειά και περιορίζει τις βόλτες και τα δώρα, είναι ένα τέρας που υποχρεώνει την οικογένεια να μετακομίσει και τα φιλαράκια να αποχωριστούν μεταξύ τους, είναι ο εχθρός που καλύπτει τα πάντα με τη σκόνη της μιζέριας και τρυπώνει ύπουλα ακόμα και στα όνειρα, κάνοντας μικρούς και μεγάλους να βλέπουν εφιάλτες. Υπάρχει άραγε τρόπος να νικηθεί η λερναία κρίση; (η απάντηση μετά το απόσπασμα)

Δεν μπορώ να κρύψω πόσο χάρηκα, όταν διαπίστωσα ότι στο βιβλίο γίνεται αναφορά στη χρήση των νέων τεχνολογιών -επιτέλους- όχι ως κάτι το αποκομμένο από την πραγματικότητα, όπως συνέβαινε με συγγραφείς μη εξοικειωμένους με το αντικείμενο, αλλά ως καθημερινό εκπαιδευτικό εργαλείο. Συναντάμε έτσι μαθητές που χρησιμοποιούν άφοβα -και χωρίς κάποιο μυστηριακό πέπλο δέους- το Skype (σ. 23) για να επικοινωνήσουν με την ξενιτεμένη τους συμμαθήτρια. Τι πιο απλό και φυσικό;

Ολοκληρώνοντας, να καταθέσω ότι προσωπικά δεν με έπεισε ο ρόλος του αφηγητή ως μικρού μαθητή της Δ', αφού από τη μία δεν μπορεί να καταλάβει απλές συζητήσεις των μεγάλων και αγνοεί λέξεις όπως η κρίση, ενώ από την άλλη μπορεί να παίρνει απόσταση από τα γεγονότα, να χρησιμοποιεί θεωρητικό λόγο και να καταλήγει σε συμπεράσματα που χρειάζονται αναλυτική σκέψη, οξυδέρκεια και εμπειρία (π.χ. σ. 27).

Αξίες - Θέματα
Εκπαίδευση, Οικογένεια, Οικονομική Κρίση, Δραστηριοποίηση, Αλληλεγγύη, Χριστούγεννα, Πάσχα

Εικονογράφηση
Απόσπασμα 
Οι γιορτές πέρασαν γρήγορα. Όσο διαφορετικά κι αν ήταν τα φετινά Χριστούγεννα, δεν έπαυαν να είναι Χριστούγεννα.

- Λοιπόν, πώς περάσατε φέτος; Μας ρώτησε ο δάσκαλός μας την πρώτη ημέρα μετά τις διακοπές.

- Καλαααααά, κύριε! Απαντήσαμε όλοι με μια φωνή.

- Έγινε τίποτα ξεχωριστό που πρέπει να μάθω;

Ο Κυριάκος σήκωσε το χέρι του.
- Ο Άγιος Βασίλης υπάρχει, κύριε, και νικάει την κρίση.

Ο δάσκαλος κούνησε καταφατικά το κεφάλι και με το χαμόγελό του άφησε τον Κυριάκο να συνεχίσει.

- Του είχα γράψει να βρει δουλειά ο μπαμπάς ή η μαμά κι εκείνος διάβασε το γράμμα μου. Τη μαμά την πήρανε πωλήτρια σε έναν φούρνο, κύριε, μέσα στις γιορτές. Κι επειδή ήταν πολύ καλή στη δουλειά, της είπαν ότι θα την κρατήσουν.

- Αυτό είναι πολύ καλό νέο, Κυριάκο! Μπράβο!
Αναφώνησε ο δάσκαλος.

Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πολύ άσχημα που δεν είχα ζητήσει κι εγώ κάτι παρόμοιο για τη δική μου τη μαμά. Αντί για αυτό, είχα γράψει ένα γράμμα για το τηλεκατευθυνόμενο αγωνιστικό αυτοκίνητο που ήθελα εδώ και καιρό. Έπρεπε, τώρα, να περιμένω μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα.

Είμαι χαζός, είπα από μέσα μου. Μόνο τον εαυτό μου σκέφτομαι!

Ο δάσκαλος έκανε ένα γύρο στην τάξη και μας ρώτησε αν τα Χριστούγεννα τα περάσαμε όπως τις προηγούμενες χρονιές.
- Ήταν διαφορετικά, του απάντησαν κάποιοι συμμαθητές μου.

- Δηλαδή;

- Δηλαδή κύριε, πήρε το λόγο η Σίσσυ, ένα στρουμπουλό κοριτσάκι με γυαλιά, εμείς μείναμε όλες τις διακοπές σπίτι. Άλλες χρονιές πηγαίναμε στη θεία μου, στον Βόλο. Φέτος, όμως, «η κρίση δεν μας άφησε». Έτσι είπε ο μπαμπάς.

Τότε ήταν που σήκωσε το χέρι η Καλλιόπη. Η Καλλιόπη είχε έρθει φέτος στην τάξη μας από τον Πύργο. Ο μπαμπάς της είχε χάσει τη δουλειά του κι ένας συγγενής τους τον έβαλε εργάτη σε ένα εργοστάσιο παρασκευής χαρτιού στην Αθήνα.

- Έλα, Καλλιόπη μου, πες μου.

- Κύριε, μίλησε χαμηλόφωνα εκείνη σαν να ντρεπόταν, υπάρχει περίπτωση ο Άγιος Βασίλης να μην πήρε το γράμμα μου;

Οι περισσότεροι γυρίσαμε και την κοιτάξαμε.

- Τι εννοείς, Καλλιόπη; Ρώτησε ο δάσκαλος.

- Εμένα, κύριε, δεν μου έφερε κανένα δώρο φέτος τα Χριστούγεννα.

- Κανένα; Κάναμε όλοι σαν να ήμασταν σε χορωδία.

- Κανένα, απάντησε εκείνη.

- Τίποτα; Ούτε ένα τόσο δα αρκουδάκι; Ρώτησε η Αλίκη.

- Τίποτα…

Ο δάσκαλος κάθισε στην έδρα και μας κοίταξε.
- Αχ, παιδιά μου, αυτό είναι κάτι που δεν σας το είπα. Ξέρετε, ο Άγιος Βασίλης έχει τόσα πολλά δώρα να μοιράσει σε ένα μόνο βράδυ, που καμιά φορά μπορεί να ξεχάσει κάποιο παιδάκι.

- Λέτε να έχασαν το γράμμα της Καλλιόπης στο ταχυδρομείο; Ρώτησα εγώ.

- Πολύ πιθανό. Επειδή όμως εγώ ήμουν εκείνος που ταχυδρόμησα τα γράμματά σας στον Άγιο Βασίλη, θα πάω ο ίδιος προσωπικά στο ταχυδρομείο να δω τι έχει συμβεί. Μην ανησυχείς, Καλλιόπη μου. Θα βρούμε τη λύση.

Ένα χαμόγελο σαν ουράνιο τόξο σχηματίστηκε στο πρόσωπο της Καλλιόπης.
- Αλήθεια λέτε, κύριε;

- Αλήθεια λέω.

Μετά από τρεις ημέρες ο δάσκαλός μας ήρθε στην τάξη κρατώντας ένα κουτί.
- Παιδιά, σήμερα έχω ένα ευχάριστο νέο, μας είπε.

Ύστερα γύρισε στην Καλλιόπη.
- Τα πράγματα έγιναν όπως τα είπε ο Νικηφόρος. Το ταχυδρομείο άργησε να στείλει το γράμμα σου και γι’ αυτό ο Άγιος Βασίλης σου στέλνει το δώρο καθυστερημένα.

- Δεν πειράζει, κύριε, δεν πειράζει.
Τον αγαπάω έτσι κι αλλιώς!

Η Καλλιόπη πήρε το κουτί και το άνοιξε.
- Ναι, αυτό ήθελα! Αυτό ακριβώς έγραφα μέσα στο γράμμα που σας έδωσα να ταχυδρομήσετε! Την κούκλα «Μελένια – Γοργόνα» !!!

Ο δάσκαλος χαμογέλασε και είπε:
- Κάλλιο αργά παρά ποτέ! αμέσως μετά μας ζήτησε να βγάλουμε τα τετράδια της ορθογραφίας.

 
Προβληματισμοί για συζήτηση   
Μισοάδειο; Μισογεμάτο; ή εντελώς γεμάτο μέχρι τη μέση;
Η συνταγή που δίνεται για να χτυπήσουμε την κρίση δεν είναι μαγική και δεν είναι μία, αλλά ποικίλλει, ανάλογα με την περίπτωση και τη θέση στην οποία βρίσκεται ο καθένας. Για παράδειγμα, "νικούν" την κρίση οι επιχειρηματίες που μειώνουν τις τιμές σαν τον κυρ Θόδωρο (σ. 124), οι τοπικοί άρχοντες όταν στολίζουν την πόλη περισσότερο απ'όσο τη φρόντιζαν πριν (σ.29), οι νέοι όταν χρησιμοποιούν την τεχνολογία (σ.23), οι συγγενείς και οι φίλοι όταν αλληλοβοηθούνται... Κοινός παρονομαστής σε κάθε επίπεδο, το χαμόγελο και η αισιοδοξία (τα όπλα του Άι Βασίλη σ.27), ή αλλιώς η θετική στάση απέναντι στα εμπόδια, που προσωπικά μου θύμισε λίγο την οπτιμιστική νοοτροπία του καλότυχου δράκοντα Φούχουρ

Τι καταλαβαίνει κανείς ήδη από τα πρώτα κεφάλαια; Ότι προβλήματα έχουμε όλοι, και πως δεν βοηθάει να τα κρύβουμε για να μην μας λυπούνται οι φίλοι (σ. 16). Αντιθέτως, βγάζοντας όσα μας απασχολούν στο φως κι εκφράζοντας τις φοβίες μας μέσα από την τέχνη (σ.43, σ.50) μπορεί ως ένα βαθμό να καταφέρουμε να τα αντιμετωπίσουμε. Και για να μην ξεχνιόμαστε: σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει λόγος να ντρεπόμαστε να ζητήσουμε βοήθεια από τους φίλους μας.

Ας προσπαθούμε λοιπόν να μη σκεφτόμαστε τι χειρότερο θα συμβεί αύριο, αλλά τι καλύτερο μπορούμε να κάνουμε εμείς σήμερα (σ.45), όπως προτείνει -με μια δόση έμμεσου διδακτισμού- ο συγγραφέας. Σε παρόμοιο επιμύθιο καταλήγει και το παραμύθι της γιαγιάς Αγγέλως, που διηγείται η θεία Καίτη στο μικρό Νικηφόρο (σ.101) "Να χαίρεσαι την κάθε μέρα και να μη στεναχωριέσαι γι'αυτά που θα 'ρθουν...". 
Αμάδες Χίου, το χωριό της γιαγιάς Αγγέλως
Oh captain, my captain
Ο κύριος Αντώνης, ο δάσκαλος του Νικηφόρου, παρουσιάζεται ως ο παιδαγωγός που θα θέλαμε όλοι να είμαστε (ή να έχουμε). Αστείρευτα δημιουργικός, υπομονετικός, με καλή καρδιά, ταλέντο, μεράκι και σωστή μεθοδολογία: Συζητάει με τα παιδιά, τα εμπνέει να πάρουν πρωτοβουλίες και τα καθοδηγεί, βοηθώντας τα να σκεφτούν τα ίδια δημιουργικές λύσεις στα ζητήματα που τα απασχολούν. Επεμβαίνει όταν και όπου χρειάζεται, έχοντας στο μυαλό του ταυτόχρονα το δέντρο και το δάσος. Για παράδειγμα, να τι συμβαίνει στο κεφάλαιο 13: Στο παιχνίδι των ευχών που διοργανώνεται, ένας μαθητής ζητάει για δώρο ένα ακριβό παιχνίδι. Ο κύριος Αντώνης, παρότι ήδη διαθέτει τα χρήματα για να του το αγοράσει, αφήνει τους συμμαθητές του να συγκεντρώσουν με πρωτοβουλία τους ένα ποσό από το χαρτζιλίκι τους, για να τους εκπαιδεύσει στον αλτρουισμό. Ήθελα να δω αν μπορείτε να θυσιάσετε κάτι δικό σας, για να κάνετε τον άλλο ευτυχισμένο (σ.72), τους δικαιολογείται έπειτα, και αγοράζει το παιχνίδι.
Χρήση στην Τάξη  
Το βιβλίο μάς προσφέρει μια πρώτης τάξεως αφορμή να συζητήσουμε στην τάξη για την κρίση, το πώς έχει επηρεάσει τον καθένα μας και με ποιους τρόπους μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε. Δεν είναι βέβαια απαραίτητο να καταλήξουμε σε κάποια μεγάλη δράση όπως το θεατρικό της τάξης του Νικηφόρου... άλλωστε κάτι τέτοιο προϋποθέτει συνθήκες που δεν συναντάμε εύκολα σε κάθε σχολείο: Πρόθυμο διευθυντή, γονείς που να συμμετέχουν με ενθουσιασμό, χρήματα για στολές και σκηνικά, συνεργάσιμους εκπαιδευτικούς απ' όλες τις ειδικότητες και κυρίως διάθεση για εθελοντική εργασία...

Μπορούμε ωστόσο να καταλήξουμε σε κάποια δραστηριότητα ενημέρωσης μαθητών και γονέων και να προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε μια διαφορετική προσέγγιση αντιμετώπισης των προβλημάτων που προκύπτουν καθημερινά: σε θετικότερη βάση και ενεργοποιώντας πρακτικές αλληλεγγύης.

Τελικά, επηρεασμένοι από το βιβλίο αλλά και σεβόμενοι την οικονομική κατάσταση των περισσότερων μαθητών, αποφασίσαμε φέτος να μην νοικιάσουμε στολές για τη γιορτή της 25ης Μαρτίου. Μεταποιήσαμε σεντόνια και άλλα υλικά που δεν χρειαζόμασταν και δημιουργήσαμε μ' αυτά δικές μας φορεσιές. Ανακαλύψαμε έτσι μια νέα διέξοδο για τη δημιουργικότητά μας, χρωματίσαμε τη γιορτή με την προσωπική μας πινελιά, και δώσαμε στους γονείς έναν επιπλέον λόγο να είναι υπερήφανοι για τα παιδιά τους!
Οι Σουλιώτισσες ράβουν φουστανέλες και ο Codrington επωμίδες!


Share/Bookmark