Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Ο Παρασκευάς ή η πρωτόγονη ζωή

Υπόθεση
Ο Ροβινσώνας ναυαγεί σ' ένα έρημο νησί και καταφέρνει όχι απλώς να επιβιώσει, αλλά και να συσσωρεύσει τρόφιμα, να δημιουργήσει δηλαδή μεγάλα πλεονάσματα, κατά το οικονομικό πρότυπο της ιδεολογίας που κουβαλάει μαζί του. Για να μην ξεχάσει την ανθρώπινη γλώσσα, επιβάλλει στον εαυτό του να σκέφτεται φωναχτά. Εκείνο που ξεχνάει ολότελα όμως είναι το χαμόγελο: γίνεται έτσι ανίκανος για ευτυχία. Όταν τελικά συναντάει τον νεαρό Παρασκευά, αρχίζει να τον διδάσκει σα μαθητή του. Στην πραγματικότητα όμως είναι ο δάσκαλος εκείνος που χρειάζεται να καθίσει στο θρανίο του μαθητή. Έτσι, μετά από ένα ατύχημα που καταστρέφει όσα ο Ροβινσώνας είχε χτίσει, οι ρόλοι αντιστρέφονται και τον έλεγχο των πραγμάτων αναλαμβάνει ο Παρασκευάς.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μισέλ Τουρνιέ (Michel Tournier)
Μετάφραση: Δημήτρης Ραυτόπουλος
Εικονογράφος: Georges Lemoine
Τίτλος πρωτοτύπου:Vendredi ou la vie sauvage
1η έκδοση: 1971 (στα ελληνικά 1981)
ISBN: 978-960-293-138-7 (άδετο)
Σελίδες: 163
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Δεύτερη μεταγραφή (η πρώτη του 1967 αφορούσε ενηλίκους) του κλασικού έργου του Ντάνιελ Ντεφόε από τον Μισέλ Τουρνιέ. Το κείμενο απευθύνεται μάλλον σε έμπειρους αναγνώστες, και πολύ φοβάμαι ότι μεγάλη πλειοψηφία των μαθητών του δημοτικού δεν θα καταφέρει να το εκτιμήσει στην παρούσα του μορφή. Η στοίχιση του κειμένου μοιάζει σφιχτή σαν μπετόν, οι περιγραφές συχνά γίνονται μακροσκελείς, ενώ η εικονογράφηση (μία σελίδα σε κάθε δεύτερο κεφάλαιο) είναι επιεικώς απαράδεκτη. Από την άλλη, τα κεφάλαια μπορεί να μην έχουν αρίθμηση ή τίτλο, όμως η έκτασή τους είναι μικρή (μέχρι 5-6 σελίδες το καθένα) οπότε διαβάζονται σχετικά ξεκούραστα.
o Daniel Defoe


Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης (1719) του έργου

Το βιβλίο μπορεί να προταθεί μόνο σε μαθητές Στ' τάξης ή Γυμνασίου, αφού οι μικρότερες ηλικίες δύσκολα θα εκτιμήσουν την ουσία του, που βρίσκεται στην άσκηση κριτικής προς τις αξίες του δυτικού κόσμου.
ο Μισέλ Τουρνιέ
το εξώφυλλο της γαλλικής έκδοσης (1971)

Το ξεκίνημα της ιστορίας βρίσκει τον ήρωα να ναυαγεί ολομόναχος πάνω σ' ένα έρημο νησί και γρήγορα να διαπιστώνει την αναγκαιότητα κανόνων, νόμου, λόγου και πολιτισμού. Σηκώνει λοιπόν τα μανίκια και αναλαμβάνει τη δουλειά του νου όπως την περιγράφει ο Καζαντζάκης στην Ασκητική:


Μα εγώ, ο Νους, με υπομονή, με αντρεία, νηφάλιος μέσα στον ίλιγγο, ανηφορίζω. 
Για να μην τρεκλίσω να γκρεμιστώ, στερεώνω απάνω στον ίλιγγο σημάδια, ρίχνω γιοφύρια, ανοίγω δρόμους, οικοδομώ την άβυσσο
Αργά, με αγώνα, σαλεύω ανάμεσα στα φαινόμενα που γεννώ, 
τα ξεχωρίζω βολικά, τα σμίγω με νόμους και τα ζεύω στις βαριές πραχτικές μου ανάγκες. 
Βάνω τάξη στην αναρχία, δίνω πρόσωπο, το πρόσωπο μου, στο χάος.

Η επιμονή του παρά τις αποτυχίες του και η προσκόλλησή του στη γη και τα ζωντανά του, θυμίζει κάποιες φορές τη δική μας γιαγιά στη Γιαλούσα, που παλεύει γαντζωμένη στο δικό της κτηματάκι πάνω στο βουνό. Ο ερχομός του Παρασκευά ωστόσο, τα ανατρέπει όλα, καθώς η αναγκαιότητα των κανόνων δοκιμάζεται σοβαρά. Τελικά, ο πρωταγωνιστής απορρίπτει τον δυτικό πολιτισμό (σελ. 155) και επιλέγει να μείνει κοντά στην καινούρια ζωή που του έμαθε ο Παρασκευάς. Έτσι η ιδεολογική μεταστροφή του Ροβινσώνα του Ντεφόε, γίνεται στο κείμενο του Τουρνιέ πλήρης: Από έμπορος δούλων όπως πρωτοεμφανίστηκε το 1719, φτάνει στα 1971 όχι απλώς να αηδιάζει με την ιδέα της δουλείας, αλλά και να βρίσκει το νόημα της ζωής μέσα στις απλές αξίες των ιθαγενών του Ειρηνικού. Η αληθινή ωστόσο ιστορία του Αλεξάντερ Σέλκιρκ που ενέπνευσε τον Ντεφόε, μαθαίνουμε πως ήταν αρκετά διαφορετική.

Μιλώντας για επανεκδόσεις που δίνουν νέο νόημα στις αρχικές δημιουργίες, μπορούμε να σκεφτούμε αρκετά παραδείγματα. Υπάρχουν εκδοχές που μένουν πιστές στο πρωτότυπο και απλώς το επαναλαμβάνουν, άλλες που ανανεώνουν τα παλιά σχήματα, ενώ κάποιες τα αλλοιώνουν σε κάποιο βαθμό ή τα ανατρέπουν τελείως. Και όλα τούτα βέβαια δεν συμβαίνουν μόνο στον κόσμο της λογοτεχνίας, αλλά σε κάθε χώρο. Ας δούμε στους συνδέσμους που ακολουθούν πώς μια παλιά επιτυχία του Τσιτσάνη μετασχηματίζεται στα χέρια μιας ταλαντούχας ολλανδέζας βιολονίστριας.

Επιστρέφοντας στο βιβλίο, κάποιες γλαφυρές εικόνες προβληματίζουν ως προς την καταλληλότητά τους για μαθητές δημοτικού. Στη σελ. 46 περιγράφεται η σφαγή και ο τεμαχισμός ενός ανθρώπου, στη συνέχεια ένας διαμελισμός (σ. 66), ενώ λίγο αργότερα ο Παρασκευάς μασάει ένα "εμετικό έδεσμα" από σκουλήκια σάπιων εντέρων κατσίκας, για να ταΐσει το μικρό του pet - γύπα (σ. 82). Τέλος, η εικονογράφηση παρουσιάζει τον Παρασκευά να στέκει ολόγυμνος μπροστά στον Ροβινσώνα, κρατώντας μια πίπα. Η επιλογή ατυχής για δύο λόγους: τον πρώτο τον υποψιάζεστε, και ο δεύτερος είναι ότι σύμφωνα με το κείμενο, η πίπα έχει πεταχτεί στη σπηλιά πριν ο ιθαγενής βγει να συναντήσει τον κύριό του.

Αξίες - Θέματα
Περιβάλλον, Φιλία, Ζωοφιλία, Ρατσισμός, Δραστηριοποίηση, Ανθρωπισμός

Εικονογράφηση
 
Απόσπασμα
Τις κατοπινές βδομάδες, ο Ροβινσώνας εξερεύνησε το νησί συστηματικά και προσπάθησε να εντοπίσει τις πηγές και τα φυσικά καταφύγια, τα καλύτερα ακρογιάλια για ψάρεμα, τα μέρη όπου αφθονούσαν καρύδες, ανανάδες και τρυφερές φοινικοκορφάδες. Κεντρική αποθήκη του έκανε τη σπηλιά στο βραχοβούνι του κέντρου του νησιού. Κουβάλησε κει ό,τι μπόρεσε να γλιτώσει από το ναυαγισμένο καράβι που, για καλή του τύχη, άντεξε αυτούς τους μήνες στις θύελλες. Έβαλε στο βάθος τα σαράντα βαρελάκια με το μπαρούτι, έπειτα στην αράδα τρία σεντούκια με ρούχα, πέντε σακιά με δημητριακά, δύο πανέρια με πιατικά και ασημένια σερβίτσια, πολλά κιβώτια με τα πιο ετερόκλητα αντικείμενα – κηροπήγια, σπιρούνια, κοσμήματα, μεγεθυντικούς φακούς, κιάλια, σουγιάδες, ναυτικούς χάρτες, καθρέφτες, ζάρια – ένα σεντούκι με υλικά ναυσιπλοΐας, παλαμάρια, παλάγκα, φανάρια, πετονιές, φελλούς κτλ. τέλος μια κασετίνα με νομίσματα χρυσά, ασημένια, μπακιρένια. Τα βιβλία που βρήκε στις καμπίνες είχαν τόσο πολύ ξεπλυθεί από το θαλασσινό νερό και τη βροχή που δε διαβάζονταν πια, μα ο Ροβινσώνας σκέφτηκε ότι στεγνώνοντας τα’ άσπρα φύλλα τους στον ήλιο θα μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει για να γράφει το ημερολόγιό του, φτάνει να έβρισκε κανένα υγρό κατάλληλο ν’ αντικαταστήσει το μελάνι.

Αυτό το υγρό του το προμήθεψε τελικά ένα ψάρι που αφθονούσε γύρω από τον ανατολικό γκρεμνό, το πολυδόντι ή θαλασσινός σκαντζόχοιρος. Είναι ζώο επικίνδυνο με τις γερές του μασέλες και τα φαρμακερά αγκάθια, που στέκουν ορθωμένα σ’ όλο του το κορμί. όταν βρίσκεται σε κίνδυνο φουσκώνει με αέρα, γίνεται ολοστρόγγυλη μπάλα και, καθώς όλος αυτός ο αέρας είναι μέσα στην κοιλιά του κολυμπάει ανάσκελα, χωρίς αυτή η στάση να το δυσκολεύει. Ο Ροβινσώνας, σκαλίζοντας με το ραβδί του ένα τέτοιο ψάρι που είχε ξεβράσει η φουρτούνα, παρατήρησε πως ό,τι άγγιζε την κοιλιά του έπαιρνε χρώμα κόκκινο, ζωηρό κι ανεξίτηλο, που θα μπορούσε να γίνει μελάνι. Έξυσε αμέσως ένα φτερό γύπα και χωρίς καθυστέρηση έγραψε τις πρώτες λέξεις του σ’ ένα φύλλο χαρτί. Αποφάσισε λοιπόν να γράφει καθημερινά στο πιο χοντρό βιβλίο τα κυριότερα γεγονότα της μέρας. Στην πρώτη σελίδα του βιβλίου σχεδίασε το γεωγραφικό χάρτη του νησιού κι από κάτω έβαλε τα’ όνομα που του είχε δώσει: Σπεράνθα, που θα πει ελπίδα, γιατί το ‘χε πάρει απόφαση να μην αφεθεί ποτέ πια να παρασυρθεί στην απελπισία.

Τα πιο χρήσιμα ζώα του νησιού ήταν βέβαια οι κατσίκες και τα κατσικάκια που αφθονούσαν, φτάνει να τα κατάφερνε να τα εξημερώσει. Μα οι κατσικούλες, που τον άφηναν χωρίς δυσκολία να τις πλησιάσει, μόλις δοκίμαζε να τις αρμέξει αντιστέκονταν άγρια. Έφτιαξε τότε ένα μαντρί δένοντας μακριά κλαδιά οριζόντια πάνω σε πασάλους κι έφραξε τα κενά πλέκοντας ανάμεσα μακριές κληματσίδες. Έκλεισε εκεί μέσα κατσικάκια μωρά, που με τα βελάσματά τους έφεραν κοντά τους τις μάνες τους. Άφησε μετά ελεύθερα τα μικρά και περίμενε κάμποσες μέρες. Με τα μαστάρια φουσκωμένα από γάλα, οι κατσίκες άρχισαν να υποφέρουν και τον άφησαν πρόθυμα να τις αρμέξει.
Όταν επιθεώρησε τα σακιά με το ρύζι, το σιτάρι, το κριθάρι και το καλαμπόκι που είχε σώσει από το ναυάγιο της Βιργινίας, ο Ροβινσώνας είχε μια σκληρή απογοήτευση. Τα ποντίκια και η σιταρόψειρα είχαν καταβροχθίσει μεγάλη ποσότητα κι έμεναν μόνο τα τσόφλια ανακατεμένα με ποντικοκούραδα. Μια άλλη ποσότητα είχε καταστραφεί από τη θάλασσα και το βροχόνερο. Χρειάστηκε να ξεδιαλέξει ό,τι μπόρεσε από κάθε είδος, σπειρί σπειρί, δουλειά της υπομονής, ατέλειωτη και κουραστική. Μα τα κατάφερε να σπείρει μερικά εκτάρια γη, αφού προηγούμενα έκαψε τ’ αγριόχορτα και όργωσε χρησιμοποιώντας για υνί αλετριού μια λαμαρίνα από το ναυάγιο, που μπόρεσε να την τρυπήσει και να περάσει μέσα στην τρύπα ένα στειλιάρι.

Δημιουργώντας έτσι κοπάδι και χωράφι καλλιεργημένο, ο Ροβινσώνας άρχισε να εκπολιτίζει το νησί του, μα το έργο του ήταν ακόμα αβέβαιο, περιορισμένο, και συχνά διαπίστωνε ότι το νησί παρέμενε γη άγρια και εχθρική. Ένα πρωί βρήκε ένα βαμπίρ καθισμένο πάνω σ’ ένα κατσίκι να του ρουφάει το αίμα. Τα βαμπίρ είναι γιγάντιες νυχτερίδες, που με ανοιγμένες φτερούγες φτάνουν τα εβδομήντα πέντε εκατοστά. Τη νύχτα πέφτουν απαλά πάνω σε κοιμισμένα ζώα και τους βυζαίνουν το αίμα. Μια άλλη φορά πάλι, καθώς μάζευε κοχύλια πάνω σε βράχια μισοσκεπασμένα από νερό, δέχτηκε κατάμουτρα ένα κατάβρεγμα. Μισοζαλισμένος από το χτύπημα έκανε δύο τρία βήματα, μα σταμάτησε από ένα καινούριο πίδακα που τον βρήκε πάλι στο πρόσωπο. Με τα πολλά, ανακάλυψε στην τρύπα ενός βράχου ένα σταχτόχρωμο χταποδάκι, που είχε την απίστευτη ικανότητα να τινάζει με το στόμα του νερό σαν συντριβάνι, πετυχαίνοντας ακριβώς το στόχο του.

Μια μέρα, που του έσπασε η τσάπα και του ξέφυγε η πιο γαλατερή κατσίκα του, ο Ροβινσώνας λύγισε, αφέθηκε στην απογοήτευση και ξαναπήρε το δρόμο για το βούρκο. Φτάνοντας εκεί γδύθηκε κι άφησε το σώμα του να γλιστρήσει μέσα  στη χλιαρή λάσπη. Αμέσως τον τύλιξαν οι δηλητηριασμένες αναθυμιάσεις του σάπιου νερού, όπου βούιζαν σύννεφο τα κουνούπια και τον έκανα να χάσει την αίσθηση του χρόνου. Ξέχασε το νησί με τους γύπες του, τα βαμπίρ του και τα χταπόδια του. Ξανάγινε μικρό παιδί και ζούσε στο σπίτι του πατέρα του, που ήταν υφασματέμπορος στο Γιορκ. Σαν ν’ άκουγε να μιλούν οι γονείς του, τ’ αδέρφια του. Κατάλαβε τότε πως η απραξία, η αποθάρρυνση, η απελπισία ήταν ο κίνδυνος που τον παραμόνευε ακόμα και πως έπρεπε να δουλέψει σκληρά για να του ξεφύγει.
Προβληματισμοί για Συζήτηση  
Αυτάρκεια - Αυτονομία
Ο Ροβινσώνας μόλις βγαίνει στην ακτή του νησιού, κατασκευάζει ένα αυτοσχέδιο καπέλο από φύλλα για να προστατευτεί από τον ήλιο, ενώ λίγο αργότερα δείχνει τις ικανότητές του στην ξυλουργική, τη ναυπηγική και την γεωργία. Έτσι επιβιώνει σε έναν αφιλόξενο τόπο, στον οποίο εμείς, οι κάτοικοι των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, πιθανότατα δεν θα καταφέρναμε να σταθούμε ούτε λεπτό. Πώς θα αντιδρούσατε εσείς, αν βρισκόσασταν ξαφνικά σε ένα ερημονήσι; Ξέρετε άραγε να επιδιορθώνετε τα ρούχα σας και να μαγειρεύετε; Ακόμα και χωρίς ρεύμα;

Δεν βρίσκετε χρήσιμο το να μπορεί κανείς να βασίζεται στις δικές του δυνάμεις για να επιβιώσει; Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η αυτάρκεια σε επίπεδο μιας κοινωνίας ή ενός κράτους; Γνωρίζετε αν τα περισσότερα προϊόντα (πετρέλαιο, τρόφιμα, μηχανήματα) που καταναλώνουμε στην Ελλάδα τα παράγουμε μόνοι μας; Τι κινδύνους κρύβει η εξάρτηση μιας οικονομίας από τρίτους; Τι πιστεύετε ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε εμείς οι απλοί πολίτες για να γίνει η χώρα μας περισσότερο αυτάρκης; Για όποιον ενδιαφέρεται, εδώ υπάρχουν τα στοιχεία σχετικά με την αυτάρκεια της χώρας μας σε αγροτικά προϊόντα (στοιχεία 2012 από ΠΑΣΕΓΕΣ). Η εξάρτηση της οικονομίας μας από τις ξένες αγορές έχει καυτηριαστεί ήδη από παλιά. Χαρακτηριστικό το κείμενο ξενομανία του Περικλή Γιαννόπουλου αλλά και οι στίχοι του Σουρή:
Θέλει ἀκόμα -κι αὐτὸ εἶναι ὡραῖο-
νὰ παριστάνει τὸν εὐρωπαῖο.
Στὰ δυὸ φορώντας τὰ πόδια πού ῾χει
στό ῾να λουστρίνι, στ᾿ ἄλλο τσαρούχι
.
Γεωγραφία - Ιστορία
Η Βιργινία, η ολλανδική γαλιότα με την οποία ταξίδευε ο Ροβινσώνας, είχε μόλις περάσει το ακρωτήριο Χορν, για να πλησιάσει τις ακτές της Χιλής, όταν έπεσε στην καταιγίδα και ναυάγησε. Πού βρίσκεται η Χιλή στον παγκόσμιο χάρτη; Γιατί τα πλοία της εποχής εκείνης (1719) έκαναν το γύρο της Αμερικανικής Ηπείρου για να βρεθούν από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό Ωκεανό; Από ποιο σημείο περνάνε σήμερα και χάρη σε ποιο έργο έγινε αυτό δυνατό;
Αργία μήτηρ πάσης κακίας
Ο Ροβινσώνας έχει ανακαλύψει δύο σημεία στο νησί του, όπου όταν απογοητεύεται, μπορεί να απομονωθεί και να κλειστεί στον εαυτό του. Δεν πιστεύετε ότι ο καθένας μας χρειάζεται έναν δικό του χώρο για να συγκεντρωθεί και να σκεφτεί; Τι συμβαίνει όμως όταν αποκόπτουμε τον εαυτό μας εντελώς από την πραγματικότητα; Μπορεί αυτό να δώσει λύση στα προβλήματά μας; Γνωρίζετε παραδείγματα από τη σύγχρονη κοινωνία, όπου οι άνθρωποι αποφεύγουν το κοινωνικό σύνολο και κλείνονται σε μια δική τους, πλαστή πραγματικότητα; Τι κίνδυνοι μπορεί να προκύψουν από μια τέτοια απομόνωση; Με ποιους εναλλακτικούς τρόπους μπορεί ένας νέος να αντιμετωπίσει τα ζητήματα που τον απασχολούν;
Στην περίπτωση του Ροβινσώνα, η ενασχόλησή του με τις εργασίες τον βοηθάει να ξαναβρεί τον εαυτό του. Μήπως όμως υπάρχουν και φορές που ο εθισμός στην εργασία μας απομακρύνει εξίσου από την πραγματικότητα και μας αλλοτριώνει;
Χρήση στην τάξη
Το βιβλίο μπορεί να σταθεί αφορμή ώστε να συζητήσουμε για την έννοια της δουλείας. Πώς την αντιμετωπίζουν άραγε οι σύγχρονοι μαθητές; Γνωρίζει κανείς ότι σήμερα, παρ' ό,τι το δουλεμπόριο έχει επισήμως καταργηθεί σε όλες τις χώρες, οι άνθρωποι που εξακολουθούν να εργάζονται ως σκλάβοι αγγίζουν τα 27.000.000; Πώς γίνεται άραγε να συμβαίνει αυτό, ειδικά σε χώρες που πιστεύουν σε μια θρησκεία αγάπης όπως ο Χριστιανισμός; Και κατά πόσο είναι δίκαιο ένας άνθρωπος να εργάζεται ως υποτελής σε κάποιον άλλον; Πώς θα αισθανόμασταν εμείς αν η ζωή, η ελευθερία και η περιουσία μας εξαρτιόνταν από τις διαθέσεις ενός "αφέντη";

Προφανώς, όσο υπάρχει ακόμα δουλεία, τίθεται σοβαρό θέμα σεβασμού προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Την εποχή της αναγέννησης, ωστόσο, οι ιθαγενείς που μετατρέπονταν σε σκλάβους, δεν θεωρούνταν ακριβώς άνθρωποι. Τους αντιμετώπιζαν ως "άγριους", "βάρβαρους" και "άτομα άξεστα, χωρίς τρόπους και πειθαρχία". Στα 1495, ο Χριστόφορος Κολόμβος, σκεπτόμενος να πουλήσει μερικούς Καραΐβες στην Ισπανία για να μπορέσει να χρηματοδοτήσει επόμενα ταξίδια του, γράφει σε μια επιστολή του προς τους Βασιλείς της Ισπανίας: "Ένας και μόνο Ινδιάνος, αξίζει όσο τρεις Μαύροι. Είχα, κάποτε, βρεθεί στα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου, όπου διενεργείται ευρύτατο δουλεμπόριο κι είχα δει ότι για να τους αποκτήσουν, πλήρωναν οκτώ χιλιάδες μαραβεντί. Τώρα, το ότι οι Ινδιάνοι πεθαίνουν εύκολα, είναι σίγουρα κάτι παροδικό - κάτι ανάλογο συνέβαινε αρχικά και με τους Μαύρους, καθώς και στους ανθρώπους από τα Κανάρια νησιά" (Régis Debray, Christophe Colomb, le visiteur de l'aube, Paris: La Différence, c1991).

Αντιδράσεις έχουν εκφραστεί σε όλες τις εποχές, τα οικονομικά συμφέροντα ωστόσο φαίνεται να υπερισχύουν του ανθρωπισμού. Στα 1511 στην Ισπανιόλα, ο δομινικανός ιερέας Αντόνιο ντε Μοντεσίνος, θα δηλώσει σε ένα κήρυγμά του: «Μήπως δεν είναι άνθρωποι σαν εσάς οι Ινδιάνοι; Μήπως δεν έχετε υποχρέωση και καθήκον να τους αγαπάτε σαν αδελφούς σας;» Οι πιστοί διαμαρτυρήθηκαν και τον κατήγγειλαν στην Αυλή. Μέσα σε μισό μόλις αιώνα, εβδομήντα πέντε εκατομμύρια ιθαγενείς Αμερικάνοι (25 εκατ. Αζτέκοι, 10 εκατ. Ίνκας, κλπ.) αφανίζονται, ενώ μόλις εκατόν σαράντα χιλιάδες Ισπανοί έρχονται να εγκατασταθούν στις χώρες τους. Το κενό θα γεμίσουν τελικά, δεκατρία εκατομμύρια Αφρικάνοι σκλάβοι, που θα μεταφερθούν στην Αμερική μέσα στους επόμενους 4 αιώνες. (διασκευή από

Ένα συνοπτικό χρονολόγιο αναφορικά με το φαινόμενο μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ οι εκπαιδευτικοί που ενδιαφέρονται μπορούν να ενημερωθούν αναλυτικά για την ιστορία της δουλείας από το άρθρο του Στυλιανού Φραγκόπουλου αλλά και την Wikipedia. Στο μάθημα των αγγλικών, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί μια επιστολή που έγραψε το 1865 ένας απελευθερωμένος σκλάβος προς τον πρώην αφέντη του, ενώ οι μαθητές μπορούν να διαβάσουν το κλασικό έργο Η καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά, να ζωγραφίσουν σχετικά με το θέμα, ή να ξε-πιαστούν με το θεατρικό παιχνίδι "Τυραννο-τραμπάλα".

Αυτό παίζεται με ένα ζευγάρι μαθητών. Ο πρώτος, από θέση ισχύος (ευθυτενής και με το δάχτυλο προτεταμένο) φωνάζει προς τον άλλον όλο και πιο δυνατά "ΠΩΣ ΤΟΛΜΑΣ;;;" εξοργισμένος. Ο έτερος μαθητής απαντάει κάθε φορά με φωνή που μόλις ακούγεται "Με συγχωρείτε" συρρικνώνοντας το σώμα του όλο και περισσότερο. Συνήθως μετά από τρεις επαναλήψεις, ο "τύραννος" έχει κορδωθεί και κοκκινίσει από θυμό, ενώ ο "ταπεινωμένος" έχει γίνει ένα με το πάτωμα. Εδώ οι ρόλοι αντιστρέφονται, και ο πρώην υπόδουλος αρχίζει να εξαπολύει τα "πώς τολμάς" στον πρώην τύραννο, ο οποίος με τη σειρά του απαντάει "με συγχωρείτε", και πάει λέγοντας. Οι μαθητές καταλαβαίνουν με παιγνιώδη τρόπο, ότι "ο τροχός γυρίζει", και πως όλοι μπορεί να βρεθούμε σε θέση αδυναμίας ή ισχύος, γι' αυτό και δεν είναι σωστό να εκμεταλλευόμαστε τους συνανθρώπους μας.

Share/Bookmark

2 σχόλια:

paramythou είπε...

Πέρασα μια βόλτα απο εδώ .
Πολύ ενδιαφέρον το μπλογκ. Το έβαλα στα ιστολόγια μου. Καλό σας βράδυ

2o Γυμνάσιο Πληροφορική είπε...

Εύγε! Αυτό το ιστολόγιο συνεχίζει την καλή δουλειά!

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...