Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Για την Πατρίδα

Υπόθεση
Στα τέλη του 995 μ.Χ., ο Ασώτης, γιος του Αρμένη μάγιστρου της Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Ταρωνίτη, πιάνεται αιχμάλωτος του βασιλιά των Βουλγάρων Σαμουήλ και μαζί με τον φίλο του Αλέξιο Αργυρό οδηγούνται στην Αχρίδα. Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους, ο Βυζαντινός στρατός νικά τους Βούλγαρους στη μάχη του Σπερχειού. Στις διαπραγματεύσεις που ακολουθούν με τους Βυζαντινούς, ο Βούλγαρος ηγεμόνας παντρεύει την κόρη του Μιροσλάβα με τον Ασώτη και τον διορίζει στρατηγό στο Δυρράχιο. Σύντομα όμως, ο Σαμουήλ καταπατά τις συμφωνίες και αρχίζει εχθροπραξίες κατά του Βυζαντίου. Ο Ασώτης μαζί με τη Μιροσλάβα και τον Αλέξιο, τον εγκαταλείπουν και επιστρέφουν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Αλέξιος αρραβωνιάζεται την κουβικουλαρία Θέκλα από το Γαλαξίδι. Ο πόλεμος ξεσπάει, και ο Αλέξιος ξεκινά για μια επικίνδυνη μυστική αποστολή μέσα στο εχθρικό έδαφος, με προορισμό το Δυρράχιο. Η Θέκλα τον ακολουθεί μεταμφιεσμένη σε αγόρι, σ' ένα επικό ταξίδι γεμάτο κινδύνους, που θα σφραγίσει τη μοίρα και των δύο. Ο επίλογος κλείνει με την (δεύτερη) υποταγή της Βουλγαρίας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το έτος 1018 μ.Χ.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Εστία
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
Εικονογράφηση: Νίκος Λύτρας
ISBN: 960-05-0314-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 1909 (Λονδίνο)
Σελίδες: 163
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ ή εδώ
Δωρεάν ανάγνωση εδώ ή εδώ
Άλλος σχολιασμός του βιβλίου εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Το πρώτο μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα, και σίγουρα ένα από τα πιο αγαπημένα ιστορικά πεζογραφήματα στα χρονικά της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας. Παρά τον αιώνα που έχει μεσολαβήσει από την αρχική έκδοση του έργου, η γραφή της παραμένει ζωντανή και σχεδόν σύγχρονη, ενώ η διαρκής δράση και η σφιχτή πλοκή, αγκαλιάζουν τον αναγνώστη και κρατούν το ενδιαφέρον του αμείωτο μέχρι το τέλος του έργου. Η σαφήνεια στην έκφραση (μόνο σε μια σκηνή πάλης στη σ. 29 έχω δει μαθητές να δυσκολεύονται) και οι σύντομες αλλά καίριες περιγραφές, βοηθούν επίσης στην ξεκούραστη ανάγνωση. Ορισμένες σκηνές έχουν γραφτεί μάλιστα με τέτοια επιδεξιότητα, που μοιάζουν βγαλμένες από σενάριο κινηματογραφικής ταινίας (όπως η πάλη στη σελ. 114 που δεν ξέρω γιατί, αλλά μου θύμισε Μιχαήλ Στρογκώφ). Το μέγεθος των κεφαλαίων κυμαίνεται στις 5-12 σελίδες και δεν κουράζει, όμως η περιορισμένη εικονογράφηση (5 ολοσέλιδες ζωγραφιές όλες κι όλες) δεν βοηθάει ιδιαίτερα τους λιγότερο έμπειρους αναγνώστες. Σε ό,τι αφορά στην επιμέλεια της έκδοσης, προσωπικά έχω πάλι (όπως και στα Μυστικά του Βάλτου) παράπονο ότι μια εικόνα σε λάθος σημείο (πριν την πρώτη σελίδα), αποκαλύπτει στοιχεία από το φινάλε, ενώ πιστεύω πως η προσθήκη ενός χάρτη της περιοχής όπου εκτυλίσσεται το σπουδαιότερο μέρος της πλοκής (Δυρράχιο, φρούριο Σκάμπας και Πρέσπες), θα αποτελούσε χρήσιμο συμπλήρωμα, καθώς θα διευκόλυνε τον προσανατολισμό μας. Προτείνεται σε παιδιά Ε', Στ' Δημοτικού και Γυμνασίου. Περισσότερο ίσως αρέσει σε όσους αγαπούν τις επικές περιπέτειες κλασικού ύφους και τη βυζαντινή ιστορία. Ο ρομαντισμός βρίσκεται εδώ σε πολύ μικρές δόσεις.

"Ο μάγιστρος Νικηφόρος Ουρανός (το όνομα υπογραμμισμένο στο photoshop) επιτιθέμενος τοις Βουλγάροις"
μάχη του Σπερχειού, 996 μ.Χ.- στρατιωτική ανάλυση εδώ


Τη μεγάλη σημασία του έργου, μπορούμε να την εκτιμήσουμε μόνο αν συνυπολογίσουμε την εποχή στην οποία εκδίδεται και το πόσο επηρεάζει με τη γλώσσα και τις ιδέες του τους συγχρόνους του αλλά και τις επόμενες γενιές. Αντιγράφουμε από την πρόσφατη ανάρτηση της Λότης Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου:

Το χάραμα του εικοστού αιώνα βρήκε την παιδική λογοτεχνία μας πάμφτωχη. Το πιο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο της: Η Διάπλαση των Παίδων, που παρόλη την ελληνική της ατμόσφαιρα και την ελληνική της κυρίως ύλη, κατά ένα σεβαστό μέρος βασιζόταν σε μεταφράσεις ξένων έργων. Και να που ο χιλιοειπωμένος «καλός Θεός της Ελλάδας» φροντίζει ν’ ανατείλει, στον τομέα αυτόν, ένα θηλυκό αστέρι που ακόμα και σήμερα η λάμψη του δεν έχει σβήσει (...)

«Σας έστειλα την περασμένη εβδομάδα ένα βιβλιαράκι μου για παιδιά», γράφει (σ.σ. η Δέλτα) το Δεκέμβρη του 1909 στο Φώτη Φωτιάδη∙ «το έγραψα μ’ ένα και μόνο σκοπό: να δώσω στα παιδιά μας να διαβάσουν κάτι Ελληνικό, όπου διασκεδάζοντας να μάθουν και λίγη ιστορία, ήθη και έθιμα Ελληνικά, κάτι που να μην είναι “μετάφρασις εκ του Γαλλικού” ή “Αγγλικού” ή “Γερμανικού“, αλλά γνήσιο Ελληνικό». Και παρακάτω: «Βλέπω άπειρα ελαττώματα τώρα που τυπώθηκε, αλλά τέτοια έλλειψη παιδικών βιβλίων έχουμε που πήρα τη βουτιά και το εξέδωκα.

Το «βιβλιαράκι» λοιπόν αυτό ήταν το Για την Πατρίδα, «το πρώτο βιβλίο που γράφτηκε για Ελληνόπουλα» καθώς έγραψε ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, «το πρώτο εθνικό βιβλίο για τα παιδιά μας» όπως επανέλαβε ο Δελμούζος. Η ουσιαστική προσφορά της γυναίκας «για την πατρίδα» και για την παιδική λογοτεχνία είχε αρχίσει.

Δεν ήταν όμως μονάχα η έλλειψη ελληνικών παιδικών βιβλίων που έπρεπε να καλυφτεί. Ανάγκη επιτακτική επίσης να μάθουν τα Ελληνόπουλα μια σωστή δημοτική, για να μπορούν να σκέφτονται και να εκφράζονται ξεκάθαρα στη γλώσσα της μάνας τους, σε μια εποχή που ο πόλεμος εναντίον του δημοτικισμού ήταν λυσσαλέος. «Το να γράφονται βιβλία σε γλώσσα που την εννοούν τα παιδιά», γράφει πάλι του Φωτιάδη, «δεν είναι πια “γλωσσικό ζήτημα”, αλλά εθνικό και της πρώτης ανάγκης».

Πέρα απ’ αυτό, την τρώει η έγνοια να πληροφορηθούν τα παιδιά, με τον κατά το δυνατόν σωστότερο τρόπο, τα της Ελληνικής Ιστορίας. Γράφει λοιπόν στο Γιάννη Βλαχογιάννη: «Θέλω να γράψω για τα Ελληνόπαιδα […] ανακατώνοντας όσα περισσότερα ιστορικά γεγονότα μπορώ μέσα στο διήγημα, με τρόπο ώστε χωρίς να μελετά το παιδί, να μαζεύει γνώσεις εκείνης της εποχής, να γνωρίζει το Διάκο, το Μπότσαρη ή τον Κολοκοτρώνη ή τον Τζαβέλα, όχι σαν σκυθρωπούς οπλαρχηγούς που βλέπει στις ελεεινές ζωγραφιές των σχολικών βιβλίων όπου μαθαίνει ξηρά-ξηρά τα ονόματα των μαχών και τις χρονολογίες, αλλά σαν “ανθρώπους“ που ζούσαν και γελούσαν κι έτρωγαν και πονούσαν και αγαπούσαν και χόρευαν και πέθαιναν σαν λιοντάρια, και είχαν και τις αδυναμίες των πλάι στους ηρωισμούς των».
[παραπομπές από: Αλληλογραφία Π.Σ. Δέλτα 1906-1940, επ. Ξ. Λευκοπαρίδη, Αθήνα, Εστία, 1956]

Τριπλή η προσφορά του "Για την Πατρίδα" λοιπόν: στη γλώσσα, στην ιστορική διαπαιδαγώγηση των Ελληνόπουλων της εποχής αλλά και στην λογοτεχνία του τόπου. Δεν σταματάει όμως εκεί, καθώς όντας κλασικό ανάγνωσμα για πολλές γενιές, φτάνει να επηρεάζει με τα μηνύματά του και τους μελλοντικούς δημιουργούς. Θυμίζουμε π.χ. τον ρόλο που παίζει στον Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου, έργο που η Άλκη Ζέη γράφει 60 (ολόκληρα) χρόνια αργότερα, η φράση (σ. 132, σ. 160)  

Εγώ είμαι ένας, θα περάσω και θα ξεχαστώ. Η πατρίδα όμως θα μείνει...

Νίκη στο Κλείδί / Ο θάνατος του Σαμουήλ
Συγκρίνοντας το πρώτο αυτό μυθιστόρημα της Π.Σ. Δέλτα, που εκδόθηκε το 1909, με τα Μυστικά του Βάλτου, έργο της που κυκλοφόρησε σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα (1937), χρησιμοποιούμε μια σειρά χαλαρούς συλλογισμούς και καταλήγουμε σε (αυθαίρετες) υποθέσεις και συμπεράσματα για τις αλλαγές που έφερε ο χρόνος στη γραφή της.

α) μήπως ο πόλεμος σκληραίνει τους ανθρώπους;
Σε σχέση με τα Μυστικά του Βάλτου, οι σκληρές εικόνες που περιγράφονται στο Για την Πατρίδα είναι πολύ λιγότερες και ηπιότερες. Σε τι να οφείλεται αυτή η ποσοτική και ποιοτική διαφορά; Θα μπορούσαμε άραγε να υποθέσουμε ότι οι τέσσερις πόλεμοι στους οποίους εμπλέκεται η Ελλάδα στην τριακονταετία που μεσολαβεί ανάμεσα στις δύο εκδόσεις, κάνουν τους ανθρώπους περισσότερο ανεκτικούς σε βίαιες εικόνες; Ή μήπως είναι η συγγραφική επιτυχία που επιτρέπει στη Δέλτα να εκφραστεί με λιγότερες αναστολές και μεγαλύτερη γλαφυρότητα στα επόμενα έργα της; Όποια κι αν είναι η αλήθεια, οι δύσκολες σκηνές είναι παρούσες, οπότε οι μεγαλύτεροι καλό είναι να τις λάβουν υπ'όψιν. Για όσους επιθυμούν να προετοιμαστούν, εντοπίζουμε συγκεκριμένα αίμα να τρέχει στους δρόμους (σ.48), κομμένα κεφάλια (σ.35), έναν άγριο θάνατο (σ.49) και μια αυτοκτονία (σ.135).

β) μήπως ο πόλεμος μας κάνει πιο μετριοπαθείς;
Και στα δύο βιβλία, οι εχθροί - Βούλγαροι παρουσιάζονται εξίσου άγριοι. Με τη διαφορά πως στο Για την Πατρίδα, δεν γίνεται ιδιαίτερη προσπάθεια να εξηγηθούν οι πράξεις τους. Τα κίνητρα και οι σκέψεις τους, στις λίγες περιπτώσεις που φωτίζονται από τη διήγηση, μας παρουσιάζονται μοχθηρά· δεν επιτρέπουν στην ενσυναίσθηση του αναγνώστη να λειτουργήσει και να δικαιολογήσει τις ενέργειές τους. Αντίθετα, στα έργα που ακολουθούν (ακόμα και στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου που εκδίδεται λίγο αργότερα, βλ. και σχετική ανάρτηση της Λ. Πέτροβιτς), μας δίνεται η δυνατότητα να ρίξουμε μια δειλή έστω ματιά στην ανθρώπινη πλευρά των αντιπάλων. Στα Μυστικά του Βάλτου, η σύγκρουση των βαλκανικών λαών παρουσιάζεται πλέον περισσότερο πολύπλευρα. Το έργο μπορεί να παραμένει ελληνικό και πατριωτικό, είναι όμως πιο μετριοπαθές και κατά βάθος αντιπολεμικό. Οι διάφορες απόψεις μοιράζονται σε χαρακτήρες (π.χ. κυρία Ηλέκτρα - καπετάν Άγρας) και σπάνια παρουσιάζονται ως κρίσεις του αφηγητή. Είναι άραγε το πέρασμα του χρόνου και οι προσωπικές εμπειρίες της Δέλτα που οδήγησαν σε αυτή τη νέα προσέγγιση; Ή μήπως ήταν η κούραση από τους διαρκείς πολέμους, την πολιτική αναστάτωση και τις καταστροφές, που άνοιξε το δρόμο σε μια διαφορετική, πιο ανθρωπιστική οπτική; 

γ) o διπολισμός παραμένει, οι γενικεύσεις υποχωρούν.
Στο Για την Πατρίδα, οι Βούλγαροι παρουσιάζονται ως αιμοδιψείς (σ.49) και θεοκατάρατοι (σ.54), ενώ οι Έλληνες ηρωικοί, ατρόμητοι και γενναίοι σαν λιοντάρια (σ.49). Αντίστοιχα χαρακτηριστικά συνοδεύουν τους αντιμαχόμενους και στα Μυστικά του Βάλτου, σαν να μην αλλάζουν και πολλά ανάμεσα στο 997 μ.Χ. και το 1907 μ.Χ.... Η προσέγγιση αυτή μπορεί ωστόσο εύκολα να εξηγηθεί, αν τοποθετήσουμε τα έργα στο ιστορικό τους πλαίσιο: Το 1909 που εκδίδεται το πρώτο έργο, ο πολυετής μακεδονικός αγώνας έχει μόλις τελειώσει (επανάσταση Νεοτούρκων) και οι Βαλκανικοί πόλεμοι είναι στο κατώφλι· αντίστοιχα, το προτελευταίο έργο εκδίδεται ένα βήμα πριν ξεσπάσει ο Β' παγκόσμιος. Ακόμα λοιπόν κι αν σήμερα μοιάζει ξεπερασμένος, ο διπολισμός στα δύο βιβλία όχι μόνο είναι κατανοητός, αλλά και ανταποκρίνεται στο εθνικό αίσθημα των ανθρώπων στους οποίους απευθυνόταν. Οι γενικεύσεις από την άλλη πλευρά, φαίνεται στα Μυστικά του Βάλτου να υποχωρούν, καθώς μας περιγράφονται πολλοί χαρακτήρες Βουλγάρων, αρκετοί από τους οποίους δεν είναι αιμοβόροι ή απατεώνες. Να μην ξεχνάμε και τον Γιωβάν, το μικρό Βουλγαράκι (τουλάχιστον έτσι το αντιμετωπίζει ο αναγνώστης στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας) που κρατάει θέση συμπρωταγωνιστή και είναι φιλότιμο και δίκαιο.

δ) ο σκοπός πάντα αγιάζει τα μέσα
"Το σκοπό μου μόνο βλέπω" λέει ο Αλέξιος στο Για την Πατρίδα (σ.132) 
"Το σκοπό να κοιτάζεις" λέει κι ο καπετάν Μανόλης στα Μυστικά του Βάλτου (σ.352)
Ο σκοπός φαίνεται να κινεί τα νήματα και στα δύο βιβλία. Η συγγραφέας καταφέρνει να διατηρήσει όποτε χρειάζεται μια απόσταση από τη άμεση δράση και τα συναισθήματα των προσώπων και να κοιτάξει μακρύτερα, περίπου όπως (οφείλουν να) κάνουν τα πρόσωπα που λαμβάνουν αποφάσεις. Μήπως το ότι στην πραγματική της ζωή είχε άμεση επαφή με πολιτικούς (συγγενείς και φίλους), της επέτρεπε αυτή την προσέγγιση; Όπως και να 'χει, οι ήρωες δεν υπολογίζουν τίποτα, προκειμένου να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους· Ούτε και υπολογίζονται όμως, αφού γίνεται σαφές πως η Πατρίδα είναι όλο το έθνος, και μεις, ο καθένας μας, είμαστε από ένα μόριο ασήμαντο του μεγάλου αυτού έθνους (σ. 160-1).

ε) τίποτα μεγάλο δε γίνεται χωρίς θυσίες (σ.160)
Άμεσα συνδεδεμένο με τα προηγούμενα, είναι και το κοινό στα δύο έργα θέμα της αυτοκτονίας, με τον ήρωα να βάζει τέλος στη ζωή του για να μην καθυστερήσουν οι σύντροφοί του, για να βοηθηθεί δηλαδή ο αγώνας. Στο Για την Πατρίδα αυτοκτονεί ο Αλέξιος, ενώ στα Μυστικά του Βάλτου ο καπετάν Ακρίτας/Γρέγος.



Αξίες - Θέματα
Πατριωτισμός, Ιστορία, Γενναιότητα, Φιλία, Αλτρουισμός.

Εικονογράφηση
Στην εισαγωγή των ηλεκτρονικών εκδόσεων που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, αναφέρεται ότι η εικονογράφηση του πρώτου αυτού έργου της Δέλτα, ανήκει στον Νικηφόρο Λύτρα, κάτι που δεν ισχύει, καθώς ο μεγάλος ζωγράφος είχε (δυστυχώς) ήδη φύγει από τη ζωή στις 13 Ιουνίου του 1904, πέντε χρόνια πριν την πρώτη έκδοση του βιβλίου. Οι εικόνες λοιπόν ανήκουν στον γιο του, Νίκο Λύτρα, επίσης σπουδαίο καλλιτέχνη

Στον ιστότοπο του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, διαβάζουμε επίσης:
"Για την πατρίδα. Εικονογραφίες Ν. Λύτρα και Σ. Λασκαρίδη. Λονδίνο, τυπ. Γ.Σ.Βελώνη, 1909", κάτι που σημαίνει ότι οι πρώτες εκδόσεις του έργου, μάλλον περιλάμβαναν εικονογράφηση και από την Σοφία Λασκαρίδου (που κατά τα άλλα φοίτησε κοντά στον Νικηφόρο Λύτρα). Διαβάζουμε επίσης εδώ ότι από τη Φρανκφούρτη η Πηνελόπη Δέλτα επικοινώνησε με τη νεαρή ζωγράφο που βρισκόταν στο Μόναχο και της ζήτησε να εικονογραφήσει το πρώτο της βιβλίο. Η εικονογράφηση της Σοφίας Λασκαρίδου ακολουθεί πάντοτε την έκδοση του πρώτου αυτοτελούς έργου της, στο παραμύθι Η καρδιά της βασιλοπούλας.

Απόσπασμα 
Ένα στρατιωτικό σώμα είχε ζώσει το σπίτι. Μερικοί στρατιώτες κι ένας αξιωματικός μπήκαν στην κάμαρα όπου ήταν μαζεμένοι οι ταξιδιώτες, κι άλλοι απ’ έξω φύλαγαν την πόρτα.

Ο ξενοδόχος συνόδευε τον αξιωματικό με χίλιες υποκλίσεις και κομπλιμέντα.

Η Θέκλα έριξε μια ματιά του Αλέξιου. Δεν αναγνώριζε κείνη τις στολές, δεν είχε καταλάβει αν ήταν Έλληνες ή Βούλγαροι.

Το πρόσωπο όμως του Αλέξιου ήταν ατάραχο. Συλλογίστηκε η Θέκλα τα χαρτιά του, που ήταν κρυμμένα στα ρούχα του μέσα, και πάγωσε.

- Αν ήταν Βούλγαροι;
- Όλοι να σταθούν στη σειρά, πρόσταξε ο αξιωματικός.
Και ο ίδιος κάθισε σ’ ένα σκαμνί και φώναξε τον ξενοδόχο.

- Τους ξέρεις όλους αυτούς ποιοι είναι; ρώτησε.
- Ναι, αποκρίθηκε ο ξενοδόχος, όλους τους ξέρω. Είναι από τα γειτονικά χωριά. Μόνο αυτούς δεν ξέρω.

Και με το δάχτυλο έδειξε τον Αλέξιο και τη Θέκλα.

- Βγάλε όλους τους άλλους από δω μέσα λοιπόν, είπε ο αξιωματικός. Μα να μη φύγει κανένας, φώναξε βλέποντας τους άλλους να βγαίνουν βιαστικοί. Κλείσε τους σε άλλο δωμάτιο. Πρέπει έναν – ένα να τους εξετάσω.

Και πρόσταξε δυο στρατιώτες να τους συνοδέψουν και να τους φυλάξουν.

- Κι αυτόν δεν τον ξέρω, είπε ο ξενοδόχος καθώς σηκώθηκε ο καλόγερος να φύγει.

- Να μείνει κι αυτός, πρόσταξε ο αξιωματικός.

Ο καλόγερος σταμάτησε. Όλοι οι άλλοι είχαν βγει έξω, μόνο ο νέος που κάρφωνε το παραθυρόφυλλο στάθηκε στην πόρτα και περίμενε.

- Από πού είσαι; ρώτησε ο αξιωματικός τον καλόγερο.
- Από την Άγια Λαύρα* του Άθωνα.

[*Άγια Λαύρα: μονή που έχτισε στα 963 ο Αθανάσιος Αθωνίτης· πνευματικός και φίλος του Νικηφόρου Φωκά, με χρηματική χορηγία του Νικηφόρου, έπειτα από την κατάκτηση της Κρήτης.]

- Πώς βρέθηκες εδώ;

- Ήλθα να πάρω τον ανεψιό μου που θέλει να γίνει παπάς.

- Ποιος είναι ο ανεψιός σου;

Ο καλόγερος έδειξε το νέο που στέκουνταν στην πόρτα.

Ο αξιωματικός ρώτησε τον ξενοδόχο αν τον γνώριζε.

- Ναι, είπε αυτός. Είναι από άλλο χωριό μα έρχεται συχνά εδώ πέρα. Είναι μαραγκός, και σαν έλθει μας διορθώνει ό,τι σπασμένο έχομε.

Ο αξιωματικός γύρισε πάλι στον καλόγερο.
- Είπες πως έρχεσαι από τη Μονή της Άγιας Λαύρας;
- Ναι.
- Μπορείς να μου δώσεις καμιάν απόδειξη πως μου λες την αλήθεια;

Ο καλόγερος έβγαλε από το ράσο του ένα γράμμα και το έδωσε του αξιωματικού.
- Έχει την υπογραφή του ηγούμενου, είπε.

Ο αξιωματικός το πήρε κι εξέτασε την υπογραφή. Ήταν γνήσια. Ύστερα διάβασε το γράμμα όλο, και με σεβασμό το επέστρεψε στον καλόγερο.

- Λυπούμαι, είπε, που αναγκάστηκα να σε βαστάξω τόση ώρα. Μα οι διαταγές μου είναι ρητές. Είσαι ελεύθερος να πας όπου θέλεις.

Ο καλόγερος υποκλίθηκε με το χέρι απλωμένο στο στήθος του και άρχισε να συμμαζεύει σιγά-σιγά το μαχαίρι του, το ψωμί και τις ελιές και να τα ξαναβάζει στο μπογαλάκι του.

Με την άκρη του ματιού του έκανε νόημα του μαραγκού να φύγει, και ο νέος χάθηκε στη στιγμή.

Η Θέκλα το αντιλήφθηκε. Το ανήσυχο βλέμμα της δεν έφευγε από πάνω του. Παρατήρησε πως με πολύ αργές κινήσεις μάζευε τα φαγιά του ο καλόγερος και τα κοίταζε και τα μύριζε και τα εξέταζε σα να μην τα είχε δει ποτέ του.

Ο αξιωματικός ωστόσο είχε στραφεί στον Αλέξιο.

- Πώς σε λένε; ρώτησε.

- Γαβριήλ Νικολίτση, αποκρίθηκε ο Αλέξιος. Είμαι πραματευτής και πηγαίνω στο Βουτέλιο…

- Στο Βουτέλιο; διέκοψε τραχιά ο αξιωματικός. Τα χαρτιά σου!

- Μάλιστα, είπε ατάραχα ο Αλέξιος…

Μ’ αντί τα βουλγάρικα γράμματα που περίμενε η θέκλα, ο Αλέξιος έβγαλε το αυτοκρατορικό έγγραφο και το έδειξε του αξιωματικού με τρόπο ώστε να μη δει τίποτα ο ξενοδόχος.

Την ίδια στιγμή ο καλόγερος γύρισε κι έσκυψε κοντά στον αξιωματικό για να πιάσει το μαχαίρι του που του είχε πέσει.

Αυθόρμητα χώθηκε και η Θέκλα ανάμεσα στον αξιωματικό και στον καλόγερ, τάχα να του το μαζέψει.
Ο καλόγερος σήκωσε βιαστικά το κεφάλι. Μ’ αντί το έγγραφο είδε τον Γρηγόρη.

Τα μαύρα μάτια του έβγαλαν σπίθες.

- Θες τίποτα; ρώτησε απότομα.

- Ήθελα να μαζέψω το μαχαίρι που σου έπεσε, αποκρίθηκε η Θέκλα.

- Το μάζεψα, δεν είχα την ανάγκη σου, είπε οργισμένος ο καλόγερος.

Και ξαναγύρισε στο μπογαλάκι του.

Ο αξιωματικός καθώς έριξε μια ματιά στο ΄έγγραφο ξαφνίστηκε, κοίταξε τον Αλέξιο, δίπλωσε βιαστικά το χαρτί και του το επέστρεψε.

Τον χαιρέτησε βαθιά και του είπε χαμηλόφωνα με τρόπο που να τον ακούσει μόνον εκείνος.

- Θα έλθω να σε δω στην κάμαρά σου. Έχω να σου πω ιδιαιτέρως.

Ο Αλέξιος φύλαξε ήσυχα το έγγραφο και βγήκε από το δωμάτιο.

Η Θέκλα τον ακολούθησε πηγαίνοντας μερικά βήματα πίσω, όπως ταίριαζε σε παραγιό.

Περνώντας όμως έριξε μια ματιά του καλόγερου και παρατήρησε πάλι πως με την άκρη του ματιού του ακολουθούσε προσεκτικά την κάθε κίνηση του Αλέξιου.

Μόλις βρέθηκαν μόνοι στο δωμάτιό τους, η Θέκλα ρώτησε τον άντρα της ανήσυχα τι ήταν ο αξιωματικός αυτός.

- Δικός μας βέβαια. Είναι εκατόνταρχος*. Δεν είδες τη στολή του; αποκρίθηκε ο Αλέξιος.
[*Εκατόνταρχος: αξιωματικός που διοικούσε 100 στρατιώτες.]

- Τι ήλθε να κάμει εδώ;

- Ποιος ξέρει; Κάποια αιτία θάχουν για να γυρίζουν και να ψάχνουν έτσι στα διάφορα χωριά εξετάζοντας τους ξενώνες.

- Πώς δεν κατάστρεψες αμέσως τα χαρτιά σου σαν άκουσες πως έφθαναν στρατιώτες; Δεν ανησύχησες;

- Βέβαια ανησύχησα! Και θα τα έριχνα αμέσως στη φωτιά, αν ήταν Βούλγαροι. Γι’ αυτό έτρεξα στο παράθυρο. Μ’ από τις στολές τους είδα πως ήταν δικοί μας.

- Αλέξιε, είπε σιγά η Θέκλα, παρατήρησες τον παπά;

- Ποιον παπά; Εκείνον που έτρωγε πλάγι μας;

- Ναι… δε μ’ αρέσει ούτε ο τρόπος του ούτε το βλέμμα του. Όταν έβγαλες το έγγραφο έριξε χάμω, από το μέρος σου, το μαχαίρι του, για να βρει πρόφαση να σκύψει κοντά σου και να το δει.

- Και το είδε; ρώτησε ξαφνισμένος ο Αλέξιος.

-  Όχι. Έκανα πως θα του το μαζέψω και στάθηκα μπροστά του. Μ’ αν έβλεπες το βλέμμα του σα με κοίταξε! Τι κακία γέμιζε το μάτια του!...

Ο Αλέξιος τη φίλησε.

- Καλά έκανες και ήλθες μαζί μου, της είπε. Σεις οι γυναίκες βλέπετε και νιώθετε ένα σωρό πράματα που μας ξεφεύγουν εμάς. Τίποτα δεν είδα απ’ όσα μου λες.

Σε λίγη ώρα ήλθε ο εκατόνταρχος στο δωμάτιό τους.

Με προσοχή έκλεισε την πόρτα, και χαιρετώντας βαθιά τον Αλέξιο:
- Άρχοντά μου, το είπε, αλήθεια πηγαίνεις στο Βουτέλιο; Έχω χρέος να σου πω πως οι εχθροί είναι παντού, και ο μεγάλος δρόμος βρίσκεται στα χέρια τους. Και δυστυχώς εγώ δεν μπορώ να σε συνοδεύσω ως εκεί γιατί έχω άλλες διαταγές.

- Δεν πηγαίνω στο Βουτέλιο, αποκρίθηκε ο Αλέξιος, ούτε έχω σκοπό ν’ ακολουθήσω το μεγάλο δρόμο. Θα πάρω τα βουνά με το σύντροφό μου, και νομίζω πως ευκολότερα θα περάσουμε απαρατήρητοι δυο, παρά ολόκληρο σώμα.

Ο αξιωματικός κουνούσε το κεφάλι του συλλογισμένος.

- Είναι επικίνδυνο να πάτε μόνοι, είπε. Δεν μπορώ να σας συνοδεύσω πολύ μακριά, μα θα έλθω ως το ρίζωμα του βουνού με τους στρατιώτες μου, κι ύστερα πια πηγαίνεις μόνος με τη βοήθεια της Παναγιάς.

Ο εκατόνταρχος χαιρέτησε να φύγει. Μα ο Αλέξιος τον σταμάτησε.

- Κάτι θέλω ακόμα να σε ρωτήσω, είπε. Με ποιο σκοπό  κάνατε εδώ την έρευνα;

- Γυρεύομε έναν κατάσκοπο Βούλγαρο, αποκρίθηκε ο αξιωματικός. Μα κρύβεται τόσο καλά που δεν μπορούμε να τον ανακαλύψομε. Έχομε αποδείξεις πως κάπου εδώ γυρίζει, και διάφορα σώματά μας τον ζητούν. Μας παίζει όμως όλους. Πάει και τούτη η έρευνα χαμένη. Εξέτασα όλους τους ξένους, γύρεψα σ’ όλο το σπίτι αν είναι κρυμμένος κανείς. Και βεβαιώθηκα πως δεν είναι εδώ.

Ο Αλέξιος δίστασε μια στιγμή. Ύστερα ρώτησε:
- Ποιος είναι εκείνος ο καλόγερος που εξέτασες;

- Είναι ένας πολύ άγιος μοναχός. Έχει γράμμα του ηγούμενου της Άγιας Λαύρας που τον συστήνει θερμότατα σε όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς. Παρακαλεί να τον βοηθήσουν και να τον υποστηρίξουν σε ό,τι ζητήσει, όπου και αν πάγει. Τόσο πολύ τον συστήνει το γράμμα, που μου φαίνεται να είναι υπερβολικό λιγάκι από μέρος του ηγούμενου, γιατί επιτέλους αυτός δε ζητά και τίποτα. Ήλθε μόνο να πάρει τον ανεψιό του, λέγει.

- Πώς τον λεν; ρώτησε ο Αλέξιος.

- Παφνούτιο, αποκρίθηκε ο αξιωματικός. Στο γράμμα του ο ηγούμενος τον γράφει πάτερ-Παφνούτιο.

- Και είσαι βέβαιος πως η υπογραφή είναι γνήσια;

- Ναι! Την έχω ξαναδεί σ’ άλλα γράμματα. Το γράμμα τούτο έχει και τη βούλα του μοναστηριού… Μα γιατί ρωτάς; Τι υποψιάζεσαι;

- Τίποτα, είπε ο Αλέξιος. Ήθελα μόνο να ξέρω πως αλήθεια αναγνώρισες τη βούλα και την υπογραφή.

Ο εκατόνταρχος χαιρέτησε και βγήκε, αφού πρώτα ειδοποίησε τον Αλέξιο πως την άλλη μέρα τα χαράματα θα έφευγε με τους στρατιώτες του λίγο νωρίτερα από τον Αλέξιο και θα τον περίμενε στο γύρισμα του δρόμου μες στα δέντρα, για να μη δώσει καμιά υποψία στους άλλους ταξιδιώτες αν τον έβλεπαν μαζί του.


Προβληματισμοί για συζήτηση  
Να ζει κανείς ή να μη ζει; 
Όπως αναφέρουμε πιο πάνω (βλ. Εικονογράφηση), η Πηνελόπη Δέλτα και η Σοφία Λασκαρίδου, δύο σημαντικές προσωπικότητες για την τέχνη του τόπου κατά το α' μισό του 20ού αιώνα, συναντιούνται δημιουργικά πάνω στο βιβλίο αυτό. Η σχέση και των δύο με τον θάνατο αποδεικνύεται πολύ ιδιαίτερη. Η Δέλτα, τοποθετεί στο πρώτο της μυθιστόρημα (1909) ως κεντρικό ήρωα έναν αξιωματικό που θυσιάζεται για την Πατρίδα, αυτοκτονώντας με το χρυσομάνικο μαχαίρι του πατέρα του. Τον επόμενο ακριβώς χρόνο (1910), η εικονογράφος προσπαθεί ανεπιτυχώς να δώσει τέλος στη ζωή της, όταν χάνει τον αγαπημένο της (τον Αντίνοο έφηβο Περικλή Γιαννόπουλο), ο οποίος επίσης αυτοκτονεί, και μάλιστα με το περίστροφο του πατέρα της. Δέκα χρόνια αργότερα (1920), είναι η σειρά της συγγραφέως να χάσει τον αγαπημένο της (Ίωνα Δραγούμη) από δολοφονική επίθεση, στην οποία ρόλο ηθικού αυτουργού έπαιξε ίσως (βλ. εδώ κι εδώ) ο δικός της πατέρας, Εμμ. Μπενάκης. Μετά από χρόνια, άρρωστη και καταπονημένη, αυτοκτονεί τελικά και η ίδια, την ημέρα που οι Γερμανοί κατακτητές μπαίνουν στην Αθήνα.

Τι να σχολιάσει κανείς για τα πάθη και το ήθος αυτών των ανθρώπων; Πώς μπορούμε εμείς να κατανοήσουμε τη λογική της εποχής τους; Για να μην ξεφεύγουμε, όλα τούτα γράφονται με αφορμή ένα βιβλίο για παιδιά, με τα οποία καλό είναι να είμαστε προετοιμασμένοι να συζητήσουμε για κάθε σχετικό θέμα, ακόμα και για την αυτοκτονία του Αλέξιου.

Στο σημείο εκτέλεσης του Ι.Δραγούμη (Βασιλίσσης Σοφίας) υπάρχει σήμερα μια στήλη
Ταξίδι στο παρελθόν... αλλά σε ποιο παρελθόν;
Κάθε κείμενο αντανακλά την εποχή στην οποία γράφεται, ακόμη κι αν ο συγγραφέας δεν το επιδιώκει συνειδητά. Ειδικά στην περίπτωση των ιστορικών μυθιστορημάτων, αυτό αποτελεί πρόβλημα, καθώς οι αναγνώστες δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν ποια στοιχεία ανήκουν στην εποχή του συγγραφέα και ποια σε κείνη όπου το έργο του αναφέρεται. Τα παραδείγματα πολλά, με πρώτα στη λίστα τα ομηρικά έπη, στα οποία παρατηρούμε αρκετούς αναχρονισμούς (βλ. παραδείγματα εδώ).

Ξεφεύγει άραγε το Για την Πατρίδα από τον παραπάνω κανόνα, ή ακολουθεί την παράδοση που ξεκινά ο παππούς Όμηρος; Παρεμπιπτόντως, στο έργο γίνεται μια έμμεση αναφορά στον πατέρα της ποίησης, αφού τα αρχικά ΕΟΑΑΠΠ, χαραγμένα μέσα στο δαχτυλίδι του Χρυσήλιου (και ζωγραφισμένα στο εξώφυλλο του βιβλίου), παραπέμπουν στη γνωστή φράση του Έκτορα (Μ 243). Πίσω στο θέμα μας, διαβάζοντας κανείς το βιβλίο, μπορεί να εντοπίσει ορισμένα στοιχεία που μοιάζουν να αντικατοπτρίζουν περισσότερο τις αρχές του περασμένου αιώνα, παρά  τις αρχές της προηγούμενης χιλιετίας.

Το κυριότερο από αυτά, είναι ίσως ο σαφής διαχωρισμός στα χαρακτηριστικά των εθνοτήτων (στην περίπτωσή μας Ελλήνων και Βουλγάρων) αλλά και ο έντονος πατριωτισμός, γνωρίσματα που θα έλεγε κανείς πως ταιριάζουν περισσότερο στα Βαλκάνια του 1910 παρά σε κείνα των μεσοβυζαντινών χρόνων. Θυμίζουμε ότι την εποχή που γράφεται το Για την Πατρίδα, στην περιοχή επικρατεί αναβρασμός: η οθωμανική αυτοκρατορία καταρρέει, οι "μεγάλες Ιδέες" δυναμιτίζουν τις ισορροπίες στις μικρές χώρες και ο εθνικισμός ανθίζει, εξελίξεις που σύντομα θα οδηγήσουν σε συγκρούσεις, εκκαθαρίσεις μειονοτήτων και εθνικά δράματα, όπως η γενοκτονία των Αρμενίων (βλ. σχετικά και Η Μετάλλαξη του Εθνικισμού (1870-1918) στο  Eric J. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1994).

Γυναίκες, σχεδόν... σαν άντρες
Χαρακτηριστικές των αρχών του 20ού αιώνα, μοιάζουν να είναι επίσης οι αναφορές της Δέλτα στο ζήτημα της ισότητας των δύο φύλων. Η Θέκλα, με τη συμμετοχή της στο έργο -και μάλιστα μασκαρεμένη ως άντρας-, φαίνεται να ζητάει για λογαριασμό των γυναικών περισσότερα δικαιώματα και ανάλογη με το άλλο φύλο προβολή. Με τις ενέργειες και τα λόγια της, επιδιώκει να αποδείξει ότι οι γυναίκες, ακόμη κι αν δεν αντιμετωπίζονται ως ίσες στην ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής, αξίζουν περισσότερες ευκαιρίες, αφού είναι διαφορετικές αλλά παρ' όλ' αυτά χρήσιμες! (βλ. και στο απόσπασμα, Σεις οι γυναίκες βλέπετε και νιώθετε ένα σωρό πράματα που μας ξεφεύγουν εμάς). Να θυμήσουμε ότι στα χρόνια εκείνα, το φεμινιστικό κίνημα κάνει σημαντικά βήματα στον ελληνικό χώρο, με την πρώτη Ελληνίδα φεμινίστρια, την Καλλιρόη Σιγανού Παρρέν, να ιδρύει το 1911 το Λύκειο των Ελληνίδων, με στόχο τη μόρφωση των κοριτσιών. Στο πιο προχωρημένο Λονδίνο, ήδη από το 1903, έχει ιδρυθεί η «Women’s Social and Political Union», η πρώτη γυναικεία οργάνωση διεκδικήσεων, που στο τέλος του μεγάλου πολέμου μετασχηματίζεται σε κόμμα των γυναικών.

Τα μάτια της Θέκλας έλεγαν θέληση και θάρρος, και η Βασίλισσα που θυμήθηκε τη διαγωγή της στο Γαλαξείδι, τη γενναιότητά της και την αντρίκεια σχεδόν θέλησή της, δε βρήκε στη λυπημένη της καρδιά μια λέξη για να τη σταματήσει. (σ.59)

Ο χαρακτηρισμός "αντρίκεια σχεδόν θέληση", θυμίζει τη φράση "η ωραιότητά της ήτον σπάνια και ανδρίκεια", που συνάντησα σ' ένα άρθρο για τη γυναικεία χειραφέτηση και παραπέμπει, όχι στην αρχαία Σπάρτη, αλλά στο 1822 (Νικολάου Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, τ.1 Αθήνα 1997, σελ. 172-177). Ο κόσμος εκείνη την εποχή φαίνεται να θεωρεί πως τα χαρίσματα των γυναικών, εσωτερικά ή εξωτερικά, έχουν αξία μόνο όταν πλησιάζουν τα αντίστοιχα του "ισχυρού" φύλου!

Πώς θα σας φαινόταν αν ακούγατε σήμερα να χαρακτηρίζουν μια γυναίκα έξυπνη ή όμορφη σαν άντρα; Έχουν σίγουρα περάσει οι εποχές που ο σύζυγος είχε κάθε δικαίωμα επάνω στη σύζυγό του, σαν να επρόκειτο για κάτι κατώτερο; Μήπως σε κάποια μέρη της χώρας μας ή του κόσμου συναντάμε ακόμα αυτή τη νοοτροπία; Πού μπορεί να συμβαίνει αυτό και για ποιους λόγους; Τι ρόλο παίζει η θρησκεία; Και στον "δυτικό - πολιτισμένο" κόσμο; Έχουν άραγε ξεπεραστεί όλα τα εμπόδια που το πατριαρχικό παρελθόν έβαζε στη μόρφωση, την επαγγελματική εξέλιξη και την κοινωνική αναγνώριση των γυναικών;
Καλλιρρόη Σιγανού Παρρέν 1861-1940
Ελευθέριος Βουλγαροκτόνος
Ολοκληρώνοντας την αναφορά σε στοιχεία του βιβλίου που παραπέμπουν στην εποχή της Δέλτα, να παραθέσω άλλη μια φράση που θυμίζει γεγονότα πολύ κοντινά στη χρονιά που εκδόθηκε το Για την Πατρίδα· σημάδι, αν μη τι άλλο, ότι το έργο είναι τέλεια συντονισμένο με το αίσθημα της εποχής του.

- Δεν αρκεί! είπε ο Βουλγαροκτόνος και σούφρωσε τα φρύδια. Δεν αρκεί να πεθάνεις στην υπηρεσία μου! Πρέπει και να εκτελέσεις τη διαταγή μου, πρέπει δηλαδή να φθάσεις στο Δυρράχιο. Κατάλαβες; (σ.54)

Η παραπάνω εντολή του αυτοκράτορα προς τον Αλέξιο, θυμίζει κατά περίεργο τρόπο (ούφο, εξωγήινοι, κλπ. ή μήπως ο Βενιζέλος ξεσήκωσε την ατάκα;) το σήμα που στέλνει ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος προς τον ναύαρχο Π. Κουντουριώτη τρία χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου, ακριβώς πριν τη ναυμαχία της Έλλης (3 Δεκεμβρίου 1912):

"Η Ελλάς δεν αναμένει από εσάς να αποθάνετε γι' αυτήν. Αναμένει να νικήσετε."

Σαν μπαίνω μέσα στην ταβέρνα
Το Δυρράχιο, το λιμάνι στο οποίο προσπαθεί να φτάσει ο Αλέξιος για να εκτελέσει την αυτοκρατορική αποστολή, είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη (και παλιά πρωτεύουσα) της σημερινής Αλβανίας. Ιδρύθηκε το 627 π.Χ. από Κορίνθιους και Κερκυραίους αποίκους ως Επίδαμνος, από το όνομα ενός βασιλιά της περιοχής. Η στρατηγική θέση της πόλης (οι Ρωμαίοι την αποκάλεσαν ταβέρνα της Αδριατικής - Durrachium Hadriae tabernam) τη βοήθησε να πλουτίσει και να αναπτυχθεί, την έβαλε όμως επίσης στο στόχαστρο πολλών κατακτητών. 

Γιατί η αρχαία Επίδαμνος άλλαξε όνομα και από πού προέρχεται το σημερινό Durrës; Όπως μαθαίνουμε στην ορθογραφία της Δ', Ε' και Στ' τάξης (και αντιγράφουμε από το λεξικό), το πρόθεμα δυσ-, προσδίδει στην πρωτότυπη λέξη την έννοια του κακός, άσχημος, δυσάρεστος. Το όνομα Δυρράχιο, προέρχεται λοιπόν από το δυσ + ράχη, και αναφέρεται πιθανότατα στα βράχια που προφυλλάσσουν την βορινή πλευρά της πόλης (βλ. φωτογραφία). Τα βράχια όμως αυτά (σε αντίθεση με εκείνα του Δυρραχίου Αρκαδίας, που κερδίζει τον χαρακτηρισμό με το σπαθί του), δεν μπορεί να έγιναν ξαφνικά τόσο σημαντικά για την πόλη, ώστε να δικαιολογείται η μετονομασία της.

Ο λόγος που οι Ρωμαίοι αποφάσισαν να ξαναβαφτίσουν την πόλη, ήταν επειδή εντελώς συμπτωματικά, η παλιά ονομασία Επίδαμνος - Epidamnus, περιείχε τον ήχο damn που στη γλώσσα τους ανήκε σε μια οικογένεια λέξεων με πολύ αρνητική σημασία (από το damnum προέρχεται π.χ. το αγγλικό damned - καταραμένος). Διάλεξαν λοιπόν ένα νέο όνομα, απαλλαγμένο από κατάρες, που παρέπεμπε στη μορφολογία του εδάφους της περιοχής, κρατούσε όμως κι ένα μέρος από την παλιά, δυσοίωνη (για εκείνους) ονομασία της πόλης.


Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...