Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Ιστορίες από το Βυζάντιο


Υπόθεση
Η σειρά αφηγείται την ιστορία της αυτοκρατορίας του Βυζαντίου, μέσα από τις βιογραφίες επιλεγμένων αυτοκρατόρων.

Πρώτος τόμος (300-565 μ.Χ.) ο ρωμαϊκός κόσμος μετά το αποκορύφωμά του
1. Κωνσταντίνος και Ελένη
2. Ιουλιανός ο Παραβάτης
3. Θεοδόσιος ο Μέγας
4. Θεοδόσιος ο Μικρός (Αθηναΐς - Ευδοκία)
5. Ιουστινιανός και Θεοδώρα

Δεύτερος τόμος (610-1025 μ.Χ.) το εξελληνισμένο μεσαιωνικό Βυζάντιο
1. Ηράκλειος
2. Ειρήνη η Αθηναία
3. Θεόφιλος - Θεοδώρα
4. Μακεδόνες Αυτοκράτορες (Βασίλειος Α', Αυγούστα Θεοφανώ, Ρωμανός Β', Νικηφόρος Φωκάς, Ιωάννης Τσιμισκής, Βασίλειος Β')

Τρίτος τόμος (900-1453 μ.Χ.) η τελευταία φάση της αυτοκρατορίας
1. Βυζαντινοί Ακρίτες - Διγενής
2. Αλέξιος Κομνηνός - Άννα Κομνηνή
3. Ιωάννης - Μανουήλ - Ανδρόνικος Κομνηνοί
4. Σταυροφόροι στο Βυζάντιο
5. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη 
Εικονογράφηση: Σοφία Ζαραμπούκα
ISBN: 960-16-0627-0 (σετ τριών βιβλίων)
Έτος 1ης Έκδοσης: 1970
Σελίδες: α' 297, β' 294, γ' 254
Τιμή: περίπου 10 ευρώ ο κάθε τόμος
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε’, Στ’

Κριτική
Πολύ αξιόλογη συλλογή από διηγήματα ιστορικής μυθοπλασίας, που παρουσιάζει με ευχάριστο τρόπο πλήθος πληροφοριών για την βυζαντινή περίοδο. Αν και το ύφος παραπέμπει σε περασμένες δεκαετίες, η γραφή είναι προσεγμένη και δεν θα δυσκολέψει τους μαθητές. Όπως είναι φυσικό για ένα έργο με πάνω από 100 ιστορίες, άλλες από αυτές έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον και ξετυλίγουν την πλοκή τους κινηματογραφικά, και άλλες μοιάζουν λιγότερο δυναμικές ή παρουσιάζουν τα γεγονότα πιο αποστασιοποιημένα. Η εικονογράφηση δυστυχώς είναι η μεγάλη απούσα, σε ένα κείμενο όπου εικόνες ή χάρτες θα μπορούσαν να δώσουν ζωντάνια και να κάνουν την περιήγηση των αναγνωστών στον κόσμο του ελληνικού μεσαίωνα πολύ πιο ευχάριστη και ουσιαστική. Ευτυχώς, τα κεφάλαια κυμαίνονται σε 5-10 σελίδες μέγεθος, οπότε δύσκολα θα κουράσουν τα παιδιά.

Το βιβλίο προτείνεται σε παιδιά κυρίως της Ε’ και Στ’ τάξης, αγόρια και κορίτσια, που αρέσκονται σε ιστορικές περιπέτειες και διαθέτουν κάποια αναγνωστική εμπειρία.
Η συγκεκριμένη τριλογία αποτελεί πολύτιμο εργαλείο για τους εκπαιδευτικούς που αναζητούν μια διαφορετική ή ηπιότερη (από αυτή του σχολικού βιβλίου) προσέγγιση στα γεγονότα της βυζαντινής περιόδου. Τους δίνεται η δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τις ιστορίες για δραματοποίηση, καλλιτεχνική δημιουργία ή απλή ανάγνωση, ώστε τα παιδιά από τη μία να μαθαίνουν και από την άλλη να ψυχαγωγούνται. Προσωπικά, όσες φορές δοκίμασα να παρουσιάσω στην τάξη επιλεγμένα κείμενα, τα αποτελέσματα ήταν πολύ ικανοποιητικά. Αντίθετα, όταν μαθητές επιχειρούσαν να διαβάσουν το βιβλίο μόνοι τους στο σπίτι, συχνά το εγκατέλειπαν προτού ολοκληρώσουν περισσότερες από 1-2 ιστορίες. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσελκύσει ένα βιβλίο τη σύγχρονη γενιά M (multi-tasking) μαθητών, ιδιαίτερα όταν του λείπει εικονογράφηση.

Παρόλα αυτά, λίγα άλλα κείμενα παιδικής λογοτεχνίας θα βρούμε να αναφέρονται στους ύστερους ρωμαϊκούς και πρωτοβυζαντινούς χρόνους, οπότε όσοι από τους μικρούς αναγνώστες ενδιαφέρονται για τη συγκεκριμένη περίοδο, σίγουρα θα εκτιμήσουν το συγκεκριμένο έργο της Μαυροειδή. Άλλους σχετικούς με την εποχή τίτλους θα βρείτε στη σελίδα Ιστορία μέσα από ιστορίες

Τέλος, να αναφέρουμε ότι παρά την «παλαιάς κοπής» οπτική που διαθέτει η συγγραφέας, -όπου οι καλοί είναι πάντα αγαθοί, και οι πανοπλίες τους λαμποκοπούν από το φως της δικαιοσύνης (ακόμα και όταν χτυπούν με λύσσα τους κακούς)-, η ίδια κάνει προσπάθεια να σταθεί με σχετική αντικειμενικότητα μπροστά σε γεγονότα στα οποία ιστορικοί και εκκλησία διαφωνούν. Έτσι, στην περίπτωση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, δεν υιοθετεί σε απόλυτο βαθμό τα όσα ισχυρίζεται ο Συναξαριστής, ενώ όταν αναφέρεται στον Ιουλιανό, κάνει κάποια προσπάθεια να δικαιολογήσει τα κίνητρά του. Τελικά ωστόσο αναπαράγει αρκετά από τα στερεότυπα (όπως το κλασικό Νενίκηκάς με, Ναζωραίε), που στις μέρες μας αμφισβητούνται ανοιχτά από τους ιστορικούς ως ψευδή.

Σε κάθε περίπτωση, τα ιδανικά που προβάλλονται (πατρίδα – θρησκεία – οικογένεια), και το επικό ύφος γραφής, δεν θα μπορούσαν παρά να είναι επηρεασμένα και από την εποχή που γράφεται το βιβλίο.

Κλείνοντας, να θυμίσουμε ότι η ιστορική μυθοπλασία έχει να προσφέρει πολλά στους μαθητές, αλλά κρύβει πάντα τον κίνδυνο σύγχυσης του λογοτεχνικού κειμένου με την πραγματική ιστορία. Για το λόγο αυτό είναι καλό να βοηθάμε τα παιδιά να λύσουν τυχόν απορίες που προκύπτουν από την ανάγνωση τέτοιων βιβλίων, προστρέχοντας απευθείας στις πηγές.

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Υπευθυνότητα, Φιλία, Οικογένεια, κ.ά..

Απόσπασμα 
Μπροστά στον Σέργιο, τον πατριάρχη, που ήταν ο σύμβουλός του κι ό φίλος του από τότε που φόρεσε την πορφύρα, ο Ηράκλειος άφησε ελεύθερη την οργή να κοχλάσει στο πρόσωπό του. Έκοβε βόλτες μέσα στο χρυσοτρίκλινο κουνώντας νευρικά τα ηράκλεια μπράτσα του, που έναν καιρό, όπως έλεγαν όσοι κυνήγησαν μαζί του, έπνιγαν λιοντάρια. Αμέσως όμως έπεφτε σε απόγνωση και μονολογούσε θλιμμένα:

- Τι είμαι λοιπόν; Αυτοκράτορας ή δούλος; Ήρθε η ώρα να τ’ αποδείξω. Αλλιώς, ας αφήσω το θρόνο σ’ άλλον, πιο άξιο ν’ αποπλύνει την προσβολή.

Δε δίσταζε, δε μετρούσε τα λόγια του. Μπροστά του είχε ένα φίλο. Ένα σοφό και δραστήριο φίλο, που θα τον βοηθούσε να βγει απ’ το δίλημμα. Ήξερε την πλατιά του αντίληψη και την αφοσίωσή του στο κράτος.

- Καταλαβαίνω, παιδί μου, του είπε ο πατριάρχης. Η αναστάτωση της ψυχής σου μιλεί καθαρότερα κι απ’ το ν πάπυρο που κρατάς. Τα νέα δε θα ‘ναι ευχάριστα. Ο Χοσρόης δε θέλει λοιπόν την ειρήνη;

Για μια φευγαλέα στιγμή η απόλυτη σιωπή γέμισε την αίθουσα. Η ερώτηση του πατριάρχη έμεινε μετέωρη κι αναπάντητη σαν φοβέρα.

Ο Ηράκλειος κάθισε στο θρόνο, δείχνοντας τστο γηραιό ιεράρχη ένα προφυροσκέπαστο κάθισμα δίπλα του. Προτού πάρει θέση σ’ αυτό, ο Σέργιος ξαναρώτησε:

- Λοιπόν,  ο Χοσρόης δε δέχεται την ειρήνη;
- Να ‘ταν αυτό μόνο! απάντησε ο αυτοκράτορας. Μας προσβάλλει με μια αντιπρόταση. Τότε μόνο, λέει θα κάνει συνθήκη μαζί μας, όταν αρνηθούμε την πίστη μας και δεχθούμε να προσκυνήσουμε το δικό του θεό, τον Ήλιο…

Ο πατριάρχης δεν έδειξε το θυμό και τη φρίκη που φανταζόταν ο αυτοκράτορας. Τον κοίταξε μάλιστα με χαμόγελο κι είπε γαλήνια:

- Λοιπόν, τι προσμένουμε, τέκνον μου; Ας του δείξουμε πως Εκείνος που προσκυνούμε έχει τη δύναμη να συντρίψει την έπαρσή του. Ο θεομάχος Χοσρόης θα πε΄σει στην άβυσσο, γιατί έφτασε η αδικία του ως την κορυφή… Τον πόλεμο που ζητά ας τον δοκιμάσει μ’ αντίμαχο το σταυρό του Κυρίου. Στ’ όνομά του θα κηρύξουμε τον πόλεμο.

Όση ώρα μιλούσε ο Σέργιος, μια παράξενη φλόγα έλαμπε στα μάτια του βασιλέα. Μα στο τέλος το φως εκείνο σκοτείνιασε κι ο Ηράκλειος κούνησε το κεφάλι του λυπημένος.

- Ο ιερός αυτός πόλεμος, είπε, θα είχε γίνει από καιρό, αν μπορούσε να γίνει. Μα οι πόλεμοι θέλουν στρατό, κι η οργάνωση του στρατού απαιτεί δαπάνες. Τα ταμεία όμως του κράτους είναι ολότελα άδεια. Μας έφαγαν πια οι στάσεις κι οι ανταρσίες. Ο λαός έχει γονατίσει  από τους φόρους. Τα παλαίμαχα τάγματα, που ξεθρόνισαν το Φωκά και μου πρόσφεραν το θρόνο, δεν υπάρχουν πια: Εξαντλήθηκαν να χτυπούν πότε τους βάρβαρους επιδρομείς, πότε τους φιλόδοξους συνωμότες. Δε βρίσκω λύση. Γι’ αυτό σε κάλεσα σήμερα, άγιε πατέρα. Να σου φανερώσω την απόφασή μου…

Η απορία στο πρόσωπο του Σέργιου μαρτυρούσε πως δεν τη μάντευε κείνη την απόφαση. Μα ο αύγουστος δεν βιάστηκε να κατασιγάσει την αγωνία του. Λες και ζύγιαζε την απόφαση προτού την ξεστομίσει.

- Μπορεί να μην ήμουν ο άξιος, είπε τέλος. Έντεκα χρόνια φορώ την πορφύρα κι η καλή μου συντρόφισσα, η αυγούστα Μαρτίνα, κεντά χρυσοφτέρουγους αετούς για τα νέα βασιλικά μου σαντάλια. Μα το δώρο της θα τ’ αρνηθώ. Μια που δεν μπορώ να φορέσω την πανοπλία που είχα δοξάσει προτού να στεφθώ βασιλιάς, η πορφύρα και τα σαντάλια δεν είναι για μένα…

Και, προτού συνέλθει απ’ την κατάπληξη ο ασπρόμαλλος ιεράρχης, ο αυτοκράτορας, κατεβαίνοντας απ’ το θρόνο, του άπλωσε το βασιλικό σκήπτρο.

- Στα χέρια σου αποθέτω το έμβλημα της αυτοκρατορικής εξουσίας, που ο λαός μού έχει εμπιστευθεί.

- Στάσου, Ηράκλειε, εκεί που είσαι! φώναξε ο πατριάρχης, που πετάχτηκε από τη θέση του και άρπαξε τα χέρια του βασιλιά του. Κράτα το σκήπτρο που σου ‘ δωσε ο Θεός, πρόσθεσε σ’ επιτακτικό τόνο. Αν δεν ήξερα πόσο είσαι γενναίος, θα ‘λεγα πως φοβήθηκες το Χοσρόη. Μα σε ξέρω καλά. Η μεγάλη σου ταπεινοφροσύνη κι η αρετή σου σε κάνουν να ρίχνεις απάνω σου τις ευθύνες. Άκουσέ με, παιδί μου. Στην ώρα αυτή της δοκιμασίας είσαι η μόνη ελπίδα της Ρωμιοσύνης. Αν λιποψυχήσεις, ο κόσμος θα πέσει σ’ απόγνωση κι οι εχθροί θα χιμήξουν από παντού. Ακόμα προχτές σου ‘στησαν παγάνα οι Άβαροι στ’ ακρογιάλι της Σηλυβρίας, όπου σε κάλεσαν γιιαν αν συζητήσετε τη συνθήκη. Κι αν δεν ήσουν εσύ, ο Ηράκλειος, κι αν ο Δέρκων, ο μαύρος σου, ήταν λιγότερο γοργοπόδης κι ανοιχτομάτης, σήμερα θα ήσουν αιχμάλωτος του χαγάνου.

- Τώρα δεν έχουμε φόβο απ’ τους Αβάρους, είπε ο Ηράκλειος. Έκανα πως πίστεψα στο λάθος κι η ειρήνη εξασφαλίστηκε.

- Οι λύκοι κρατιούνται μακριά απ’ τη στάνη όσο νιώθουν το τσοπανόσκυλο άγρυπνο. Στάσου, λοιπόν, στο μαντρί σου κι ετοίμασε το στρατό που χρειάζεσαι…

- Με τι χρήματα;

- Ξέρω κάποιον που μπορεί να δανείσει το κράτος για μια εκστρατεία που γίνεται για το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού και την ίδια την υπόσταση του έθνους. Ένα δανειστή που θα βάλει στις ανοιχτές σου παλάμες αμύθητους θησαυρούς….

- Δεν ξέρω στη Βασιλεύουσα, ούτε και σ’ όλη την αυτοκρατορία, άρχοντα τόσο πλούσιο, είπε δύσπιστα ο Ηράκλειος.

- Κι όμως, υπάρχει, τον έκοψε ο Σέργιος, και μάλιστα θα μας δώσει το δάνειο δίχως τόκο.

- Περίεργο, δεν τον βάζει ο νους μου. Ποιος είναι;

- Η Εκκλησία!

Share/Bookmark

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Η δασκάλα που το κεφάλι της έγινε καζάνι

Υπόθεση
Η κυρία Βάσω Χαλάλη λατρεύει τους μαθητές της και στοχεύει στην ευγένεια, τον αλτρουισμό και την ευτυχία τους. Για να τους διδάξει, χρησιμοποιεί αντισυμβατικές μεθόδους και δραστηριότητες, που όμως ο διευθυντής του σχολείου δεν εγκρίνει. Γι’αυτό, την καλεί στο γραφείο του και την κατσαδιάζει, με αποτέλεσμα εκείνη να αλλάξει διδακτική προσέγγιση. Το μάθημά της έτσι γίνεται βαρετό και προκαλεί πλήξη στους μαθητές, που αντιδρούν και αυθαδιάζουν, με αποτέλεσμα το κεφάλι της δασκάλας να γίνεται καζάνι! Τι θα συμβεί τελικά στο σχολείο;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Σοφία Μαντουβάλου 
Εικονογράφηση: Δέσποινα Καραπάνου 
ISBN: 978-960-16-2127-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2006
Σελίδες: 138
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε’, Στ’

Κριτική
Αρκετά χαριτωμένο διήγημα που ακολουθεί γνώριμες δομές, προσπαθώντας να προβάλλει μια τάξη όπου η μη δασκαλοκεντρική διδασκαλία εφαρμόζεται κατά ιδανικό τρόπο. Η γλώσσα είναι κατάλληλη και αρκετά απλή, ενώ οι συνεχείς διάλογοι, οι διασκεδαστικές ατάκες και τα ρονταριανά διώνυμα, δεν επιτρέπουν στα παιδιά να βαρεθούν. Ωστόσο, πέρα από ένα δροσερό εξώφυλλο, εικονογράφηση δεν υπάρχει ούτε για δείγμα, οπότε θα πρέπει να ελπίσουμε ότι τα δεκασέλιδα κεφάλαια (με τους ευφυείς τίτλους) δεν θα κουράσουν τους μικρούς αναγνώστες.

Το βιβλίο προτείνεται σε παιδιά της Ε’ και Στ’ τάξης, αγόρια και κορίτσια που αγαπούν τις σχολικές περιπέτειες και ονειρεύονται μια διαφορετικού τύπου εκπαίδευση.

Η ιστορία, μια ωδή στη λεγόμενη μαθητοκεντρική διδασκαλία, ακολουθεί το αρκετά γνώριμο σενάριο της δασκάλας που με τις μεθόδους της ξεσηκώνει τον ενθουσιασμό των μαθητών και το θυμό των προϊσταμένων της (βλ. η καινούρια δασκάλα, κ.ά.). Καθόλου κακό το να λέγεται μια ξαναειπωμένη ιστορία φαντάζομαι, αρκεί να έχει κάτι καινούριο να καταθέσει. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, το καινούριο πιθανότατα έχει να κάνει με τη σαφή τοποθέτηση της συγγραφέως υπέρ της μοντέρνας διδακτικής προσέγγισης, αλλά και με την προβολή σε πρώτο πλάνο των δικαιωμάτων των παιδιών (βλ. και αντίστοιχο άρθρο της Θ. Μακρίδου στο diaforetikotita.gr).

Παρόλαυτά, ο τρόπος με τον οποίο επιχειρείται να εκφραστεί αυτή η «αποκέντρωση» από το πρόσωπο του δασκάλου, μοιάζει μονομερής και κάποιες φορές ασυνεπής: Ως κεντρική πρωταγωνίστρια επιλέγεται μια δασκάλα, που μάλιστα μας συστήνεται ως υπερβολικά «τέλεια», πανέμορφη και δημιουργική, ως εκείνη που αγαπήθηκε όσο καμία άλλη στην ιστορία της εκπαίδευσης. Η τσάντα της είναι γεμάτη εκπλήξεις, η καρδιά της μικρού παιδιού, η διάθεσή της σκανταλιάρικη, τα παπούτσια της παράταιρα (το ένα με καρδούλες και το άλλο με ερωτηματικά), μια γάτα την περιμένει στο σπίτι και είναι τόσο ερωτευμένη με τους μαθητές της που τους αγκαλιάζει συνέχεια· όταν μάλιστα θέλει να τους τιμωρήσει, τους φιλάει! Η ανάλυση της χαρισματικότητας της δασκάλας συνεχίζεται σε όλο το πρώτο μισό του βιβλίου, όπου μας εξηγείται αφειδώς το γιατί τη λατρεύουν τόσο τα παιδιά της και το πόσο υπέροχα κάνει το μάθημα.

Σχετικά με την εξυπηρέτηση της διαφορετικότητας, η συγγραφέας - και πάλι αφήνοντας περιθώριο για κριτική - μας δίνει στο δεύτερο κεφάλαιο (ακολουθώντας άραγε τη δομή της Ιλιάδας;), τον κατάλογο των μαθητών· και των 26. Με ονόματα, παρατσούκλια και συνήθειες… Σίγουρα διασκεδαστικό από άποψη ευρηματικότητας, πιθανότατα όμως αποπροσανατολιστικό για τους μικρούς αναγνώστες που δεν αποκλείεται γρήγορα να αρχίσουν να μπερδεύονται με τα πολλά πρόσωπα και τους διαφορετικούς χαρακτήρες.

Κάπου στα μέσα του βιβλίου, απέναντι στο φως και την αγάπη της κυρίας Βάσως εμφανίζεται ο αρνητικός πόλος, η σκοτεινή δύναμη: ο διευθυντής – κτήνος με το «λυσσασμένο βλέμμα» που θεωρεί τους μαθητές «παλιόπαιδα» και, όπως φαντάζεστε, κάνει τη δασκάλα να φανεί στα μάτια του αναγνώστη ακόμα πιο αγαπητή... αγία θα τολμούσαμε να πούμε, αν οι απόψεις που εκφράζονται στο βιβλίο για τη θρησκεία, ήταν λίγο πιο συντηρητικές. Σχετικά με το τελευταίο, παρακολουθούμε τη δασκάλα (ίσως σε ένα διάλειμμα από τις σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις) να βάζει τους μαθητές της να μάθουν απ’ έξω το Σύμβολο της Πίστεως προκειμένου να «βαφτίσουν» τους συμμαθητές τους· όταν εκείνοι ωστόσο τη ρωτάνε αν υπάρχει Θεός, εκείνη μεταξύ άλλων αποκρίνεται: «Ο κάθε άνθρωπος, όταν μεγαλώνει, φτιάχνει τη δική του αλήθεια – ψέμα.»

Αντίστοιχη ασυνέπεια διαπιστώνουμε και μέσα από τις εναλλαγές στον χαρακτήρα των ηρώων: Ο σεβασμός των μαθητών προς την τόσο αγαπητή φιγούρα της δασκάλας εξαφανίζεται, όταν εκείνη (υπό την πίεση του διευθυντή), υποχωρεί στις πεποιθήσεις της και αλλάζει εντελώς μέθοδο διδασκαλίας. Τότε τα μικρά γίνονται πραγματικοί τύραννοι, που τελικά επαναστατούν και της παραδίδουν ένα μανιφέστο - λίστα δικαιωμάτων του μαθητή με τη μορφή αλφαβήτας - σαν εκείνες που προτείνει η Αγγελική Βαρελά. Σύντομα όμως ανησυχούν για την υγεία της και ξαναγίνονται ώριμοι, συμπονετικοί και υπερευαίσθητοι. Λες και τα παιδιά είναι ανισόρροπα ή έχουν την ευμετάβλητη προσωπικότητα – λάστιχο των πολιτικών στις μέρες μας.

Μέσα σε όλα αυτά, παρατίθενται ωστόσο και κάποιες ενδιαφέρουσες διδακτικές προτάσεις, χρήσιμες στους εκπαιδευτικούς που αναζητούν το διαφορετικό, όπως η διδασκαλία με βιωματικές υποθέσεις (το γνωστό ερώτημα «τι θα γινόταν αν» μεταφράζεται εδώ σε «άρα γιατί;»), το μάθημα που αλλάζει όρους και γίνεται παιχνίδι, το δωμάτιο του χαμένου χρόνου για όποιον βαριέται τις παραδόσεις, κ.ά.

Αξίες - Θέματα
Εκπαίδευση, Διαφορετικότητα.

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
- Πιστεύω εις έναν Θεό… είπε και κόμπιασε το Φτυάρι, που ήταν και νονός του Τσιρότου.

- Πατέρα Παντοκράτορα…, τον βοήθησε η Σβούρα.

- …Ποιητή ουρανού και γης, συνέχισε το Φτυάρι.

- Κυρία, υπάρχει Θεός; ρώτησε ξαφνικά ο Μπελάς.

- Η μαμά μου λέει πως υπάρχει και η θεία μου πως δεν υπάρχει, απάντησε ο Οχ Αμάν, χωρίς να τον ρωτήσει κανείς. Ποια λέει την αλήθεια, κυρία, και ποια λέει ψέματα;

Η κυρία Βάσω, που δεν περίμενε την ερώτηση, ξαφνιάστηκε. Σκέφτηκε για λίγο και είπε:

- Ένας μεγάλος Έλληνας ποιητής γράφει πως την «αλήθεια» τη «φτιάχνει» κανείς ακριβώς όπως «φτιάχνει» και το «ψέμα». Η μαμά σου ξέρει πως «για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολλή» και η θεία σου ξέρει «πως τα πουλιά δε φοίτησαν ποτέ στο κατηχητικό», απάγγειλε τους στίχους του Ελύτη.

Η κυρία Βάσω κοίταξε ένα ένα τα παιδιά στα μάτια και συνέχισε.

- Ο κάθε άνθρωπος, όταν μεγαλώνει, φτιάχνει τη δική του αλήθεια – ψέμα. Το σωστό και το λάθος εξαρτάται από το πώς ερμηνεύουμε τα πράγματα, από ποια γωνία τα βλέπουμε. «Τα πάντα εν τέλει ανάγνωση επιδέχονται» είπε η κυρία Βάσω και εξήγησε στα παιδιά πως όλα τα πράγματα διαβάζονται με πολλούς τρόπους. Μερικά πράγματα όμως διαβάζονται μόνο με τα μάτια της ψυχής. Ή τα βλέπεις ή δεν τα βλέπεις. Το δώρο της ζωής είναι μια αλήθεια. Οι άνθρωποι αναζητούν το δημιουργό. Άλλοι τον πλησιάζουν, άλλοι τον συναντούν και άλλοι δεν τον βλέπουν ποτέ. Ο σεβασμός όμως και το δέος για το δώρο της ζωής κάνει όλους τους ανθρώπους συνεργάτες στην αγάπη. Κι εσείς, όταν διαβάσετε πολλά βιβλία και μεγαλώσει η ψυχή και το μυαλό σας, θα φτιάξετε τη δική σας αλήθεια ή το ψέμα που θα πιστεύετε για αλήθεια.

- Ο θείος μου λέει πως όλα αυτά είναι παραμύθια, είπε η Αστραπή!

- Χιλιάδες χρόνους οι άνθρωποι περπατάμε χέρι χέρι με τα παραμύθια, είπε η κυρία Βάσω και εφάρμοσε την αγαπημένη της μέθοδο του «Άρα». Άρα γιατί;

Η τάξη γέλασε. «Άρα Γιατί» ήταν το παρατσούκλι της κυρίας Βάσως Χαλάλη. Αυτό το όνομα της είχαν δώσει ομόφωνα οι μαθητές της, γιατί η κυρία Βάσω, θέλοντας να βάζει τα παιδιά να σκέφτονται και να φτάνουν μόνα τους σε ένα συμπέρασμα, ρώταγε πάντα μετά από κάθε θέμα: άρα γιατί;

Οι μαθητές της ήξεραν πια πως για μερικά πράγματα το συμπέρασμα μπορεί να είναι ένα. Για άλλα πράγματα τα συμπεράσματα μπορεί να είναι πολλά και να είναι και όλα σωστά.

- Τα παραμύθια είναι αληθινά; ρώτησε ο Λόξιγκας.

- Τα παραμύθια είναι μεγάλη παρηγοριά για την ψυχή και μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους, απάντησε η κυρία Βάσω. Πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στα παραμύθια.

- Τα παραμύθια είναι αληθινά, γιατί βγαίνουν από τη ζωή, λέει ο παππούς μου, πετάχτηκε η Τιμωρημένη Τσίχλα.

- Τα παραμύθια λένε αλήθεια ή ψέματα; ρώτησαν συγχρόνως οι Κολλητοί.

- Τα παραμύθια έχουν πολλή αλήθεια με μερικές σταλίτσες ψέμα, αποκρίθηκε η κυρία Βάσω.

- Τελικά, κυρία, θα τα κάνουμε τα βαφτίσια ή δε θα τα κάνουμε, επανέφερε την τάξη στο στόχο της το Γιουβαρλάκι, που είχε το μυαλό του στα κουφέτα.

Η τελετή του μυστηρίου συνεχίστηκε με επιτυχία.

Μετά από εκείνα τα βαφτίσια, κάθε φορά που η κυρία Βάσω παίρνει απουσίες, φωνάζει τα παιδιά με τα καινούρια τους ονόματα.

Η Τιμωρημένη Τσίχλα, ο Πιάνω Μύγες στον Αέρα, τα Ερωτευμένα Κορδόνια, η Αστραπή, το Φτυάρι, η Τσίμπλα ή Αγοροκόριτσο, ο Λόξιγκας, η Σβούρα, ο Κυρία Κυρία ή Πανταχού Παρών, ο Αϊνστάιν Τσβάιστάιν Ντράιστάιν, το Μαμμόθρεφτο Μακαρόνι, το Γέλιο Σοπράνο, οι Κολλητοί, ο Βόλτας ή Τρικλοποδιάς, το Σπανάκι, το Γιουβαρλάκι και η Οδοντογλυφίδα, ο Παραμυθάς, το Τσιρότο, η Κατουρίστρα, το Γλειφιντζούρι, ο Δε Λέει Λέξη, ο Οχ Αμάν και η Νιάου, είναι όλοι παρόντες, για να κάνουν δύσκολη τη ζωή της αγαπημένης τους δασκάλας.

Ο Πιάνω Μύγες στον Αέρα, ο πανέξυπνος μυγοσυλλέκτης, σηκώνει πάντα τα φρύδια του με απορία, Θα μπορούσε να τον λένε και Σπίθα, γιατί το μυαλό του ανάβει σαν σπίρτο. Τον λένε όμως Άρη, όπως τον παππού του, και είναι ο πιο έξυπνος τεμπέλης της τάξης.

Τα Ερωτευμένα Κορδόνια είναι πιασμένα χέρι χέρι από το νηπιαγωγείο. Βήχουν μαζί, τρώνε μαζί, απαντάνε μαζί και γιορτάζουν μαζί. Ο Κώστας και η Ελένη, ούτε δίδυμα αδερφάκια να ήταν, φοράνε πάντα ίδιο χρώμα κορδόνια στα παπούτσια τους. Του Κώστα η γλώσσα μερικές φορές δεν κυλάει εύκολα, αλλά κανείς δεν τον κοροϊδεύει. Όλοι ξέρουν πως μερικά παιδιά μπερδεύουν τη γλώσσα τους.

Η Αστραπή κινείται γρήγορα, βρίσκεται παντού και δίνει απαντήσεις στο πι και φι. Τα κατακόκκινα μακριά μαλλιά της τα ζηλεύουν όλα τα κορίτσια της τάξης. Οι γονείς της Μάρθας είναι από την Πολωνία, όμως εκείνη έχει γεννηθεί στην Ελλάδα.

Το Φτυάρι είναι ψηλό και λιγνό σαν σπαγγέτι. Φλυαρεί πίσω από τις πλάτες των άλλων μαθητών και γι’ αυτό δεν έχει και πολλές συμπάθειες. Ο Στέφανος πήρε το όνομά τους από την κακή συνήθεια που έχει να κακολογεί τους συμμαθητές του.

Η Τσίμπλα φτάνει πάντα αργοπορημένη και, φυσικά, αγουροξυπνημένη. Δυο μεγάλα νυσταγμένα μάτια έτοιμα να κλείσουν προβάλλουν μέσα από αχτένιστα σγουρά μαλλιά. Η Μαρία βλέπει τηλεόραση ως αργά το βράδυ και το πρωί κοιμάται όρθια. Καθώς η ώρα περνάει, προσέχει όλο και λιγότερο στο μάθημα και δε χάνει ευκαιρία να ακουμπήσει το κεφάλι της στο θρανίο.

Ο Λόξιγκας είναι ολοστρόγγυλος, λες και τον έχουν φουσκώσει με τρόμπα ποδηλάτου. Ο Νίκος, κάθε φορά που είναι αδιάβαστος ή έχει να αντιμετωπίσει μια ερώτηση με άγνωστη απάντηση, παθαίνει πάντα λόξιγκα, που του περνάει μόνο όταν φάει σοκολάτα.

Η Σβούρα έχει μια μικροσκοπική γελαστή φατσούλα, κινείται γρήγορα και βρίσκεται παντού. Στην Καίτη αρέσει το θεατρικό παιχνίδι και ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός όπως και η μαμά της.

Ο Κυρία Κυρία ή το Καλάμι είναι στρουμπουλός με σγουρά μαλλιά και ανήσυχη έκφραση. Ο Πέτρος έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και θέλει να έχει πάντα την τελευταία λέξη σε μια συζήτηση. Διαθέτει ένα στόλο από καλάμια για όλα τα θέματα. Τα ξέρει όλα από συνήθεια.

Ο Αϊνστάιν Τσβάιστάιν Ντράιστάιν ή ποιητής, γεννημένος με το μυαλό του κοφτερό σαν ξυράφι και ευαίσθητος σαν πουλάκι, είναι το αστέρι της τάξης στην αριθμητική και στην ποίηση. Ο Γιάννης θα μπορούσε να τετραγωνίσει μέχρι και τον κύκλο, αλλά δεν το κάνει γιατί δεν του αρέσουν οι γωνίες.

Το Μαμμόθρεφτο Μακαρόνι (είναι γνωστό σε όλους πως ακόμα το διαβάζει η μαμά του) σκαλίζει συνέχεια τη μύτη του και φτιάχνει αηδιαστικά μακαρονάκια. Με τη βοήθεια του αντίχειρα και του δείκτη του, ο Πάνος τα στέλνει προς κάθε κατεύθυνση.

Το Γέλιο Σοπράνο γελάει συνέχεια σε υψηλή συχνότητα και διαταράσσει ξαφνικά την ησυχία της τάξης. Η Λουκία, ακόμα κι όταν τη μαλώνουν, κλαίει και γελάει μαζί.

Οι Κολλητοί, Γιώργος και Γιώργος, είναι μεγάλα πειραχτήρια. Δεν έχουν μόνο ίδιο όνομα, αλλά και ίδιες ιδέες για αταξίες. Η μόνη διαφορά που έχουν είναι το ύψος. Ο ένας είναι πολύ ψηλός και ο άλλος πολύ κοντός.

Ο Βόλτας ή Τρικλοποδιάς, ένα σγουρόμαλλο ξανθό αγόρι, κάνει πάντα μια στροφή γύρω από τον εαυτό του κάθε φορά που πρέπει να πει το μάθημα, και δεν μπορεί να κάτσει ακίνητος για πολύ χρόνο. Έχει πάντα τα πόδια του απλωμένα στο διάδρομο και κάνει στενά μαρκαρίσματα στην αυλή. Ο Κώστας θέλει να τον προσέχουν όλοι. Δεν είναι καλός μαθητής, αλλά το μυαλό του, όταν δεν τεμπελιάζει, ξεχειλίζει εξυπνάδα.

Το Σπανάκι αποφεύγει τη μπανιέρα. Ο λαιμός του Λευτέρη είναι πάντα μαύρος με άσπρα αυλάκια από τρεχούμενο νερό.

Το Γιουβαρλάκι και η Οδοντογλυφίδα ή ο Χοντρός και η Λιγνή είναι ένα αχώριστο δίδυμο. Ο Γιάννης είναι πολύ λαίμαργος και μασουλάει ό,τι βρει μπροστά του. Η Σοφία ξύνει συνέχεια το μολύβι της. Η συλλογή της από μικρά πολύχρωμα μολυβάκια είναι το αξιοθέατο της τάξης. Η Οδοντογλυφίδα έχει γλυκιά αλλά τσιριχτή φωνή και το Γιουβαρλάκι χοντρή και βροντερή. Μαζί κάνουν το πιο παράφωνο ντουέτο φασαρίας.

Ο Παραμυθάς καμαρώνει πως αυτός και μόνο αυτός έχει μιλήσει ελληνικά με μιά μαϊμού και αγγλικά με ένα βόα. Ο Διονύσης επιμένει πως όλα αυτά δεν τα έχει δει στον ύπνο τους, ούτε τα έχει φανταστεί και στενοχωριέται που κανείς δεν πιστεύει πως τα ζώα μιλάνε μαζί του.

Το Τσιρότο ή Μπελάς ή Λαχανιασμένος έχει σκάψει την αυλή με τα γόνατα. Τα πόδια του σκοντάφτουν στα λυμένα κορδόνια του. Η δασκάλα χάρισε στο Φώτη για τα γενέθλιά τους ένα ζευγάρι επιγονατίδες στο χρώμα της αγαπημένης του ομάδας για να πάψουν οι πληγές να στολίζουν τα γόνατά του.

Η  Κατουρίστρα έχει ένα μυαλό που δε χωράει πολλά πράγματα μαζί. Πού τη χάνεις πού τη βρίσκεις; στην τουαλέτα. Η Αλίκη βαριέται πολύ γρήγορα και δε συγκεντρώνεται εύκολα.

Το Γλειφιντζούρι, για να το αγαπάνε, είναι καλό με όλους. Μερικές φορές στάζει σιρόπι από το στόμα του. Όλοι νομίζουν πως κάνουν τη Μαρίνα ό,τι θέλουν, αλλά αυτή κάνει πάντα τη δουλειά της.

Ο Δε Λέει Λέξη, αθόρυβος και σοβαρός, στόμα έχει και μιλιά δεν έχει. Ο Μίλτος ανοίγει το στόμα του μόνο σε κρίσιμες περιστάσεις. Ο ίδιος δεν το έχει πει ποτέ, αλλά όλοι το ξέρουν πως παίζει θαυμάσιο βιολί και είναι μεγάλος εξερευνητής του ίντερνετ.

Ο Οχ Αμάν ή το Πλατύ Χαμόγελο είναι ο αγαπημένος όλως των παιδιών. Ο Λεωνίδας έχει χαρούμενη καρδιά και είναι μεγάλο πειραχτήρι. Δε συμφωνεί ποτέ με κανέναν. Λέει πάντα το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια.

Η Νιάου έχει φωνούλα νιαουρέλας, αλλά είναι επιθετική σαν τίγρης. Η Βίκυ δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω. Αρπάζεται αμέσως και νομίζει πως έχει πάντα δίκιο.

Το κάθε παιδί είναι τόσο ίδιο και τόσο διαφορετικό από τα άλλα! Μερικά είναι ιδιαίτερα προικισμένα, άλλα όλα τους όμως είναι αξιολάτρευτα.


Share/Bookmark

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Ιστορίες που κανένας δεν ξέρει

Υπόθεση
Στην πρώτη ιστορία, ο Εργοκλής ζει όλη του τη ζωή προσπαθώντας να αποφύγει τους κινδύνους για τους οποίους τον προειδοποίησε ο πατέρας του. Αλλάζει κάθε τόσο στόχους και ταυτότητα, όμως η απειλή επανέρχεται και τον στοιχειώνει ό,τι κι αν κάνει. Στη δεύτερη, τρία αδέρφια αναζητούν το χρυσό κλειδί για το κουτί που περιέχει τις απαντήσεις σε όλα τα γιατί του κόσμου. Στην τρίτη, ο Διοκλής εύχεται να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω, και το άλογό του τον βοηθάει να πραγματώσει το όνειρό του.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου 
Εικονογράφηση: Βασίλης Παπατσαρούχας 
ISBN: 978-960-16-1238-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 1984
Σελίδες: 50
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ’, Ε’, Στ’

Κριτική
Τρεις όμορφες, αυτόνομες ιστορίες, δοσμένες με τη μορφή παραμυθιού. Το κείμενο της Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου είναι απλό, σαφές και καλογραμμένο. Η εικονογράφηση όμως είναι σχεδόν απούσα, πέρα από μια μικρή εικόνα στο ξεκίνημα κάθε ιστορίας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την πυκνή γραφή (γραμματοσειρά και διάστιχο) ίσως δυσκολέψει τους μαθητές στο να διαβάσουν ξεκούραστα τις ιστορίες. Επίσης, το μέγεθος της πρώτης ιστορίας, (20 σελίδες) θα μπορούσε να αποδειχθεί κάπως προβληματικό για τις μικρότερες ηλικίες.

Καθώς μοιάζουν με παραμύθια, οι ιστορίες μπορούν να διαβαστούν και από μικρότερα παιδιά. Εμείς ωστόσο θα το προτείναμε περισσότερο σε μαθητές της Δ’, Ε’ και Στ’ τάξης, οι οποίοι θα μπορούσαν να επεξεργαστούν καλύτερα τα μηνύματα που περιέχονται.

Οι μικροί αναγνώστες που θα ασχοληθούν με τα ελκυστικά αυτά παραμύθια, είναι πολύ πιθανό να προβληματιστούν και να ζητήσουν από εσάς διευκρινήσεις. Μην είστε όμως σίγουροι ότι θα μπορέσετε να βρείτε εύκολα τις κατάλληλες απαντήσεις στα ερωτήματά τους. Το κείμενο αφήνει ορθάνοιχτα πολλαπλά ενδεχόμενα ερμηνείας.

Στην πρώτη ιστορία, το θέμα μπορεί να είναι η διαρκής αναζήτηση ταυτότητας του νέου ανθρώπου· θα μπορούσε όμως η συγγραφέας να αναφέρεται και στις παράλογες φοβίες που περνάνε από τους γονείς στα παιδιά, στοιχειώνοντάς τα για μια ολόκληρη ζωή, μέχρι και εκείνα να γίνουν γονείς και να τις μεταφέρουν στην επόμενη γενιά. Καθώς, ωστόσο, είναι πιθανό να μην έχουμε ιδέα για το τι ακριβώς θέλει να υπαινιχθεί η συγγραφέας, το κείμενο μας δίνει μια πολύ καλή αφορμή για συζήτηση με τα παιδιά που το διαβάζουν και προβληματίζονται εξίσου.

Η δεύτερη ιστορία είναι πιο μικρή, πιο απλή και μάλλον με λιγότερο ενδιαφέρον. Η συγγραφέας παίζει με το σχήμα του κύκλου και μας εξηγεί μέσα από ένα όμορφο παραμυθάκι το γιατί οι απορίες του ανθρώπου δεν έχουν τέλος. Ένα θέμα που μπορεί να συζητηθεί, είναι το αν ο καθένας επιτρέπεται να εγκαταλείπει μια «σταυροφορία» που έχει αναλάβει, όταν στο δρόμο βρίσκει «λωτούς», θέλγητρα ικανά να τον αποσπάσουν από τον αρχικό του στόχο.

Η τελευταία ιστορία ξεκινάει πολλά υποσχόμενη και με ένα όμορφο τέλος γεμάτο σοφία, αλλά στη μέση μοιάζει να κάνει «κοιλιά». Θεωρώ δηλαδή ότι με το να υπερβαίνει το σχήμα των τριών -ας μας επιτραπεί να εκφραζόμαστε με όρους παραμυθιού- και να επαναλαμβάνει το μοτίβο του ταξιδιού γύρω στις 7 φορές, κάπου μπερδεύει τους αναγνώστες, και ειδικά τους μικρούς: πίσω και πιο πίσω και μετά μπρος και μπρος και μπρος… Σίγουρα πάντως περνάει αρκετά χρήσιμα μηνύματα, όπως το ότι πρέπει κανείς να σκέφτεται τις συνέπειες των πράξεών του προτού δράσει, ή το ότι οφείλουμε να προσέχουμε τι ευχόμαστε, γιατί μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Επίσης, το τελικό δίδαγμα, πως όταν ενεργούμε με ελπίδα και αγάπη καταφέρνουμε πολλά περισσότερα απ’ ό,τι αν απλώς γκρινιάζουμε ευχόμενοι όλα να ήταν διαφορετικά, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Περιέργεια, Δραστηριοποίηση

Απόσπασμα 
- Μην τεμπελιάζεις! Απόπαιρνε τον Εργοκλή ο πατέρας του, σαν τύχαινε να τον ιδεί πρωί πρωί να μιλάει στα δέντρα και στα λουλούδια· όταν τον έβλεπε τ’ απομεσήμερο να παίζει και να κουβεντιάζει με τα ζωντανά· σαν τον πετύχαινε το βράδυ να κοιτάζει τ’ άστρα, θαρρείς και πάλευε να βρει τρόπο να τα μετρήσει.

Γιατί όλα αυτά τα ‘χε συνήθειο ο Εργοκλής. κι ας μην έβρισκε άκρη με τ’ άστρα, κι ας μην καταλάβαινε τι έλεγαν τα ζωντανά, κι ας μην του απαντούσαν τα δέντρα και τα λουλούδια.

- Μην τεμπελιάζεις! του φώναζε ο πατέρας του. Μεγάλωσες πια κι ο καιρός περνάει. Μάθε γράμματα, μάθε μια τέχνη να γλιτώσεις από τη φτώχεια, να ξεφύγεις από το γίγαντα, μη σε σκλαβώσει σαν και του λόγου μου. Γιατί, άμα μείνεις φτωχός, θα ‘σαι αδύναμος σαν και μένα. Και τότε θα ‘ρθει μια μέρα το θεριό να σε πιάσει. Σκλάβο του θα σε κάνει, θα σε βάλει στη δούλεψή του κι από τα νύχια του δε θα μπορείς να γλιτώσεις. –και να το ξέρεις.

- Από τα νύχια του δε θα μπορώ να γλιτώσω, το ξέρω, μουρμούριζε ο Εργοκλής, σαν άκουγε του πατέρα του τις ορμήνιες.
Κι ύστερα ρώταγε φοβισμένα:
- Είναι πολύ μεγάλος, πατέρα, ο γίγαντας; Έχει μεγάλο κορμί;
- Και μεγάλο κορμί έχει και δύναμη πολλή έχει, πρόσωπο δεν έχει μονάχα, του αποκρινόταν.

Λαχτάριζε ακόμα πιο πολύ ο Εργοκλής με τούτα τα παράξενα που άκουγε, πιότερο γιατί δεν καταλάβαινε: Πώς και γινότανε δηλαδή να μην έχει πρόσωπο το θεριό; Και γιατί τάχα να λέει ο πατέρας του πως ήταν του λόγου του αδύναμος, αφού και το κορμί και τα μπράτσα του ήταν γερά και δουλειά στο χωριό τους δεν ήταν που να μην μπορεί να την καταφέρει; Κι ύστερα, πώς και γινότανε να ‘ναι ο πατέρας του σκλάβος του γίγαντα και το γίγαντα ο Εργοκλής να μην τον έχει ανταμώσει ποτέ; Για να το λέει όμως εκείνος έτσι θα ήταν. Και σίγουρα ο Εργοκλής καλά θα έκανε το γίγαντα να τον φοβάται.

Τον φοβόταν λοιπόν κι αυτός, τον φοβόταν όλο και πιο πολύ, ώσπου, σαν πέρασε λίγος καιρός, θαρρούσε πως το πρωί, πίσω απ’ του βουνού την κορφή, ξεμύτιζε του γίγαντα το κεφάλι. Τ’ απομεσήμερο θαρρούσε πως άκουγε τα βήματα του θεριού να σιμώνουν. Και το βράδυ θαρρούσε πως ξεχώριζε στον ουρανό μια μαυριδερή σκιά να πλαταίνει. Παράτησε, λοιπόν, τ’ άστρα και τα μετρήματα, σταμάτησε τις κουβέντες με τα ζωντανά, λησμόνησε τα δέντρα και τα λουλούδια, πήρε βιβλία, μολύβια και χαρτιά κι έτρεξε με τ’ άλλα παιδιά στο σχολειό, για να μάθει γράμματα.

Γραφτό του ήταν, ωστόσο, του Εργοκλή γράμματα πολλά να μη μάθει.

- Χάνει την ώρα του ο γιος σου με το σχολειό και το δάσκαλο, είπε μια μέρα στον πατέρα του ένας τρανός πραματευτής που ‘χε φτάσει στο χωριό με τη φανταχτερή του πραμάτεια. Τα πολλά γράμματα τι να τα κάνει; Πλούσιος γίνεται και με τα λίγα που ξέρει. Δώσ’ μου τον για παραγιό κι αν μάθει τη δουλειά καλά και καταπώς πρέπει, σαν μεγαλώσει, θα ‘χει βιος πιότερο απ’ το δικό μου.

Ο πατέρας του Εργοκλή δεν ήθελε να τον δώσει. Τον πονούσε το γιο του, τον αγαπούσε και δεν ήθελε να τον χάσει. Έβαλε ύστερα και τα κλάματα η γυναίκα του, σαν άκουσε πως θα ‘φευγε το παιδί του, κι ο πραματευτής έτοιμος ήταν να ξεκινήσει μονάχος. Όμως ο Εργοκλής, που πες πες για το γίγαντα φοβότανε τώρα πιότερο το θεριό απ’ ό,τι αγαπούσε τα γονικά του, ήθελε σώνει και καλά να φύγει από το χωριό. Αν πήγαινε μακριά, σκέφτηκε, πού ξέρεις; Μπορεί να τον έχανε ο γίγαντας, να μπερδευόταν και να μην μπορούσε ποτέ να τον βρει.

- Αν θέλεις να μη με σκλαβώσει και μένα ο γίγαντας, άσε με, πατέρα, κι ας πάω, του είπε. Προκοπή στο χωριό δε θα δω. Φτωχός θα μείνω, αδύναμος θα ‘μαι και το θεριό θα με πιάσει – δε θα γλιτώσω.

Ο πατέρας του το σκέφτηκε από δω, το ξανασκέφτηκε από κει και τέλος είπε το ναι, κι ας μην το ‘θελε, ας έκλαιγε κι η γυναίκα του. Έδωσε την ευχή του στον Εργοκλή με σφιγμένη καρδιά – θες για να μην του χαλάσει χατίρι, θες για να μη σταθεί εμπόδιο στην προκοπή του παιδιού, θες γιατί καταλάβαινε πως ζύγωνε η ώρα που θα ερχότανε το θεριό, την αλήθεια ποιος να την ξέρει;

Ξεκίνησε, λοιπόν, ο Εργοκλής, με το καινούριο αφεντικό να δουλέψει παραγιός, να μάθει του πραματευτή τη δουλειά, να γίνει πλούσιος και δυνατός, να μην μπορεί μηδέ γίγαντας μηδέ κανένας και τίποτα σε τούτο τον κόσμο να τον σκλαβώσει.

Δεν ήταν όμως κι εύκολη η δουλειά που του ‘λαχε να κάνει. Στιγμή δε στεκόταν, λεπτό δεν του περίσσευε ν’ αναπαυτεί. Χωριό και κεφαλοχώρι δεν άφηναν με τον πραματευτή που να μη σταματήσουν, να μην ξεφορτώσουν, να μην απλώσουνε την πραμάτεια τους και να μην αρχίσουν το πούλημα. Και μόλις τέλειωναν τα καλά που κουβαλούσαν μαζί τους πήγαιναν στη μεγάλη πόλη με τη μεγάλη αγορά και γέμιζαν τη μεγάλη καρότσα τ’ αφεντικού μ’ άλλα καινούρια. Τάιζαν ύστερα καλά τ’ άλογό τους, έπινε τ’ αφεντικό κρασί μπόλικο, καλότρωγε κι ο Εργοκλής κι άρχιζαν πάλι να τριγυρνάνε σε χωριά και κεφαλοχώρια.

- Κουράστηκα, έλεγε ο παραγιός κάθε τόσο, σαν πλήθαιναν οι δουλειές, το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα.

Όμως τ’ αφεντικό δεν τον λυπόταν καθόλου.
- Η δουλειά έχει κούραση, του αποκρινόταν. Αν δε δουλέψεις, προκοπή δε θα δεις.

Όσο κι αν δούλευε όμως ο Εργοκλής, την προκοπή δεν την έβλεπε. Πέρασε ένας ολάκερος χρόνος, πέρασε δεύτερος, πέρασε τρίτος, πέρασαν κι άλλοι πολλοί, μα φτωχός ήταν και φτωχός έμενε. Παραγιός ήταν και παραγιός έμενε. Να τρέχει να βοηθάει τ’ αφεντικό, να φορτώνει και να ξεφορτώνει την πραμάτεια στη μεγάλη καρότσα, να φροντίζει το άλογο, κι όλο ν’ αλλάζει τόπο, κι όλο να γυρίζει από χωριό σε κεφαλοχώρι, κι όλο τα ίδια, κι όλο τα ίδια, και τίποτα μα τίποτα να μην αλλάζει, κι ούτε μια νύχτα να μην πέφτει στο στρώμα που να μην είναι ξεθεωμένος από την κούραση και κακιωμένος με τη μαύρη του μοίρα.

Share/Bookmark

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

Σώστε το Φαραώ!

Υπόθεση
Βρισκόμαστε κάπου στο 1250 π.Χ. στην αρχαία Αίγυπτο. Όταν ο πατέρας και ο αδελφός της μικρής Θούγια συλλαμβάνονται με την κατηγορία της τυμβωρυχίας, εκείνη είναι βέβαιη ότι πρόκειται για συκοφαντία. Μαζί με τον φίλο της Χάπου και τον πιστό του σκύλο Χορ, θα προσπαθήσουν να διαλευκάνουν το μυστήριο και να βρουν τους πραγματικούς ενόχους, που έχουν στα σκαριά ένα πολύ σκοτεινό σχέδιο· ένα σχέδιο που θέτει σε κίνδυνο τον Φαραώ και ολόκληρη την Αίγυπτο!

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Ρενέ Χόλερ (Renée Holler)
Μετάφραση: Γρηγόρης Αθανασίου 
Εικονογράφηση: Μιχαέλα Ζανγκλ (MichaelaTwinSangl) 
ISBN: 960-04-3216-3
Τίτλος πρωτοτύπου: Rettet den Pharao!
Έτος 1ης Έκδοσης: 2002 (στα ελληνικά 2006)
Σελίδες: 123
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ’, Δ’, Ε’

Κριτική
Άλλη μια χαριτωμένη αστυνομική περιπέτεια ιστορικής μυθοπλασίας, από τον κύκλο Ιστορικά Μυστήρια. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει προς το παρόν μόλις τρία βιβλία (Σώστε το Φαραώ, Επίθεση στην Πομπηία, Στη Σκιά της Ακρόπολης), ενώ η πλήρης σειρά Tatort:Geschichte αριθμεί πάνω από 10 τίτλους. Η γραφή είναι απλή και κατανοητή, ενώ η γενικότερη επιμέλεια και πάλι πολύ προσεγμένη. Τα στοιχεία είναι μεσαίου μεγέθους, το διάστιχο αραιό και η εικονογράφηση της πολυτάλαντης κυρίας Ζανγκλ πανταχού παρούσα, αν και λιγότερο βοηθητική σε σχέση με το άλλο βιβλίο της σειράς που αναλύσαμε πρόσφατα. Στο τέλος κάθε κεφαλαίου, οι αναγνώστες θα συναντήσουν ένα μικρό γρίφο, η λύση του οποίου θα τους βοηθήσει να συνεχίσουν. Ειδικά στο πρώτο κεφάλαιο μάλιστα, η αποκρυπτογράφηση του κωδικοποιημένου μηνύματος πρέπει να γίνει οπωσδήποτε. Εδώ πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η εκφώνηση κάποιων γρίφων είναι λίγο δυσνόητη, αλλά οι μαθητές μπορούν πάντα να προσφύγουν στο λυσάρι των τελευταίων σελίδων, οπότε πρόβλημα ουδέν. Τα κεφάλαια έχουν μέτριο μέγεθος, που δεν ξεπερνάει ποτέ τις 10 σελίδες, οπότε δεν δυσκολεύουν τον μικρό αναγνώστη. Επίσης, όπως και στα υπόλοιπα βιβλία της σειράς, στο τέλος του βιβλίου συναντάμε και γλωσσάριο, χρονολογικό πίνακα μεταξύ 1550 π.Χ. -1070 π.Χ., ενημερωτικές πληροφορίες για την εκπαίδευση, μουμιοποίηση κλπ. στην αρχαία Αίγυπτο, αλλά και έναν χάρτη της χώρας του Νείλου.

Το βιβλίο προτείνεται σε παιδιά των Γ’, Δ’ και Ε’ τάξεων, αγόρια αλλά και κορίτσια που αγαπούν τις περιπέτειες και τα μυστήρια, εκείνα που θα ήθελαν στο μέλλον να ασχοληθούν με την αρχαιολογία ή που απλώς απολαμβάνουν τις ταινίες του Indiana Jones.

Κάποιες γερμανικές κριτικές χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη περιπέτεια προβλέψιμη, αλλά προσωπικά έχω διαφορετική άποψη. Βρήκα την ιστορία αρκετά ενδιαφέρουσα· ίσως κάπως απλή, όμως άλλο τόσο ευχάριστη. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η απλότητα είναι ένα από τα ζητούμενα στην λογοτεχνία για παιδιά. Επιπλέον, το ότι τα γεγονότα εκτυλίσσονται σε μια εποχή γεμάτη μυστήριο, ανάμεσα σε πυραμίδες, μοχθηρούς τυμβωρύχους και παπύρους δεμένους με μάγια, είναι από μόνο του αρκετό για να δώσει άλλον αέρα στην πλοκή.

Οι συμβάσεις είναι δυστυχώς παρούσες όπως και σε άλλα βιβλία της σειράς, ενώ και πάλι καμαρώνουμε τους ήρωες να αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις με μια εντελώς σύγχρονη –μεταβιομηχανική- αντίληψη. Όχι ότι βάζω και το χέρι μου στη φωτιά, αλλά δύσκολα θα περίμενα π.χ. από ένα ανήλικο κορίτσι του 1200 π.Χ. να θεωρήσει ότι η κατάρα στην είσοδο ενός τάφου «είναι μόνο και μόνο για να φοβίζει τους τυμβωρύχους» (σελ. 92). Τα βαθύτερα διδάγματα από την άλλη, είναι από περιορισμένα έως ανύπαρκτα. Ίσως με λίγη προσπάθεια, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο «δίδαγμα» ότι όταν κινδυνεύει η οικογένειά μας, η προσωπική μας ασφάλεια, οι νόμοι, το σχολείο και όλα τα υπόλοιπα, μπορούν να μπουν για λίγο στην άκρη.

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, τα παιδιά θα γνωρίσουν τελικά ένα σωρό πράγματα για την αρχαία Αίγυπτο, και μάλιστα με έναν πολύ ευχάριστο τρόπο, που επιπλέον θα ενδυναμώσει τη φαντασία τους και θα ενισχύσει το λεξιλόγιό τους.


Αξίες - Θέματα
Επιμονή, Φιλία, Παρατηρητικότητα

Απόσπασμα 
Ο Χάπου έσφιγγε τα δόντια του, καθώς η βέργα του δασκάλου του προσγειωνόταν στον πισινό του.

«Μα στ’ αλήθεια πέθανε η γάτα μας!» συνέχιζε το ψέμα του. Όμως δεν είχε νόημα. Ο Κουν – Ανούπ, ο δάσκαλός του, δεν πίστευε λέξη απ’ όσα άκουγε.

Λίγο αργότερα, ο Χάπου πλησίασε κουτσαίνοντας τους άλλους μαθητές, που κάθονταν στη σκιά ενός φοίνικα στον περίβολο του ναού. Με δυσκολία κατάφερε να κάτσει οκλαδόν. Το μάθημα της γραφής ξεκινούσε.

«Ας παρατηρήσουμε το ιδεόγραμμα νου για το νερό.» Ο δάσκαλος ζωγράφισε με το πινέλο  του δύο μικρές κυματιστές γραμμές πάνω σε μια πήλινη πλάκα.

«Αυτό το ιδεόγραμμα χρησιμοποιείται, όπως ήδη γνωρίζετε, όχι μόνο για το νερό αλλά και για το γράμμα Ν.»

Ένα αγόρι σήκωσε χαρούμενο το χέρι του.

«Τι είναι, Νέφερ;» τον ρώτησε ο Κουν – Ανούπ.

«Το όνομά μου αρχίζει με ένα νου, το ιδεόγραμμα για το νερό.»

«Σωστά. Και τι σημαίνει αυτό;» είπε και ζωγράφισε μια παλάμη στην πήλινη πλάκα.

«Ντοτ ή παλάμη, κύριε, και το ιδεόγραμμα αυτό χρησιμοποιείται συνάμα και για το ντ

Στη συνέχεια, οι μαθητές έπρεπε να εξασκηθούν στη γραφή με τα καλαμένια πινέλα τους πάνω στις πλάκες τους. Αντέγραφαν ένα κείμενο, το οποίο διάβαζαν ύστερα όλοι μαζί φωναχτά. Όμως, ακόμα και μετά το μεσημεριανό διάλειμμα, το μάθημα συνέχισε να είναι βαρετό. Είχαν θρησκευτικά και ο Κουν – Ανούπ τους μιλούσε για τα αιγυπτιακά τελετουργικά.

«…αντικείμενα καθημερινής χρήσης, ουσέμπτι, φυλαχτά και, φυσικά, Βιβλία των Νεκρών», απαρίθμησε ο δάσκαλος μια μακριά λίστα από αντικείμενα. «Ποιος από σας γνωρίζει περί τίνος πρόκειται;» ρώτησε κοιτάζοντας τα παιδιά.

Ο Νέφερ σήκωσε επιμελώς το χέρι του, ενώ πίσω του ο Χάπου χασμουριόταν, καλύπτοντας το στόμα του με την παλάμη του.

«Ταφικές προσφορές», απάντησε ο καλύτερος μαθητής της τάξης.

Ο Κουν – Ανούπ έγνεψε καταφατικά.

«Σωστά. Και έτσι, φτάσαμε στο θέμα μας, το οποίο σκοπεύω σήμερα να σας αναλύσω διεξοδικά.» Ο δάσκαλος ξερόβηξε. «Το Βιβλίο των Νεκρών. Μια από τις σημαντικότερες ταφικές προσφορές, χωρίς την οποία ένας νεκρός θα χανόταν στον Κάτω Κόσμο. Ποιος γνωρίζει περί τίνος πρόκειται;»

Ακόμα και ο εξυπνάκιας ο Νέφερ σιωπούσε.

«Τα Βιβλία των Νεκρών είναι μαγικά βιβλία», εξήγησε ο δάσκαλος.

Μαγικά βιβλία! Ο Χάπου τεντώθηκε αμέσως στη θέση του. Ξαφνικά, είχε εξαφανιστεί όλη του η βαριεστιμάρα. Άρχισε να παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή την παράδοση του δασκάλου.

«Όπως όλοι σίγουρα γνωρίζετε, η ψυχή ενός νεκρού, κατά το ταξίδι της στον Κάτω Κόσμο, πρέπει να τα βγάλει πέρα με μια σειρά πιθανούς κινδύνους και περιπέτειες. Υπάρχουν δηλητηριώδη φίδια, επικίνδυνοι κροκόδειλοι και κακά πνεύματα που παραμονεύουν με τα δίχτυα τους. Πώς μπορεί μια ψυχή να γλιτώσει από όλους αυτούς τους κινδύνους;» Ο Κουν – Ανούπ κοίταξε προσεκτικά τους μαθητές του. «Έχει κανείς καμιά ιδέα;»

«Αν το Βιβλίο των Νεκρών είναι μαγικό βιβλίο, τότε υποθέτω πως σε αυτό θα καταγράφονται μαγικές φράσεις», πρότεινε ο Σέτνα, ένα αγόρι με μακριές μπούκλες. «Εννοώ, φράσεις με τις οποίες οι ταξιδιώτες μπορούν να προστατευτούν.»

«Σωστά!» τον επαίνεσε ο δάσκαλος. «Πρόκειται για μια συλλογή μαγικών κειμένων, που βοηθάνε τους πεθαμένους να αποφεύγουν τους κινδύνους που τους απειλούν.» Σταμάτησε για λίγο και μετά πρόσθεσε: «Στο βιβλίο περιέχονται επίσης και ένα σωρό άλλες χρήσιμες πληροφορίες. Υπάρχουν ξόρκια που βοηθάνε τις ψυχές να επισκέπτονται τη μέρα τον κόσμο των ζωντανών και το βράδυ να επιστρέφουν με το πλοιάριο του Ρα ξανά στον Κάτω Κόσμο. Ναι, τι είναι, Χάπου;» Ο δάσκαλος κοίταξε τον νεαρό που σήκωνε ζωηρά το χέρι του.

«Το Βιβλίο των Νεκρών είναι το ίδιο με το μαγικό βιβλίο του Θωθ;» ρώτησε ο Χάπου ταραγμένος.

«Το μαγικό βιβλίο του Θωθ;» Ο Κουν – Ανούπ τον κοίταξε κουνώντας πέρα δώθε το κεφάλι του. «Πώς σου ήρθε αυτή η ιδέα;»

Ο Χάπου σήκωσε τους ώμους του.

«Δεν έχω ιδέα! Θα πρέπει να το άκουσα κάπου στη Νεκρόπολη», απάντησε δήθεν αδιάφορα.

«Το μαγικό βιβλίο του Θωθ», άρχισε να εξηγεί ο Κουν – Ανούπ, «δεν έχει απολύτων καμία σχέση με τα Βιβλία των Νεκρών. Παρ’ όλα αυτά, θα σας εξηγήσω εν συντομία περί τίνος πρόκειται. Σύμφωνα με το μύθο, αυτό το επικίνδυνο βιβλίο ανήκε στο μάγο Πταχοτέπ. Λέγεται πως όποιος έχει στην κατοχή του αυτό το βιβλίο μπορεί να εξουσιάζει όχι μόνο τον κόσμο των ζωντανών αλλά και τον κόσμο των νεκρών. Υποτίθεται πως σε αυτό υπάρχουν γραμμένες μαγικές φράσεις, που δίνουν στον άνθρωποι τη δυνατότητα να καταλαβαίνει ακόμα και τη γλώσσα των ζώων.»

Τα παιδιά έμειναν κατάπληκτα.

«Αλλά», συνέχισε ο Κουν – Ανούπ σηκώνοντας προειδοποιητικά το δείκτη του χεριού του, «αν βρεθεί σε λάθος χέρια, ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί με άσχημο τρόπο. Ο Πταχοτέπ το γνώριζε καλά αυτό και γι’ αυτό το πήρε μαζί του στον τάφο του».

«Ξέρει κανείς πού βρίσκεται θαμμένος ο μάγος;» ρώτησε ένας μαθητής.

«Όχι», απάντησε ο Κουν – Ανούπ χαμογελώντας. «Αυτό πολλοί θα ήθελαν να το γνωρίζουν.»

«Και τι θα γινόταν, λοιπόν, κύριε», ρώτησε ο Χάπου το δάσκαλο, «αν ένας τυμβωρύχος κατάφερνε να ανακαλύψει τον τάφο του; Αυτό δε θα ήταν πολύ επικίνδυνο για την Αίγυπτο και το Φαραώ;»

Ο δάσκαλος έγνεψε καταφατικά.


Share/Bookmark

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

Το Βροχοπούλι

Υπόθεση
Ο δωδεκάχρονος Αποστόλης ζει στο ορεινό χωριό ενός νησιού και λατρεύει τη θάλασσα. Η ισχυρή φιλία που αναπτύσσει με έναν γλάρο, το Βροχοπούλι όπως το βαφτίζει, θα γίνει αφορμή να αναστατωθεί η τοπική κοινωνία. Θα επικρατήσει τελικά η κοινή λογική ή η άποψη του κοινοτάρχη που θέλει να διώξει το πουλί για να μην του κουτσουλάει την προτομή που πρόσφατα έστησε στην πλατεία του χωριού;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Παπαδόπουλος
Συγγραφέας: Χρήστος Δεσύλλας 
Εικονογράφηση: Εύα Καραντινού
ISBN: 960-412-3846-Χ
Έτος 1ης Έκδοσης: 2005
Σελίδες: 78
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ ή εδώ
Τάξεις: Δ’

Κριτική
Μικρό διήγημα σε τρίτο πρόσωπο, με γραφή απλή, γραμμική πλοκή και έμμεσο διδακτισμό που παραπέμπει σε περασμένες δεκαετίες. Στα αδύναμα σημεία του έργου και η έκφραση, που κινείται σε επίπεδα απλοϊκότητας, αλλά και κάποια "επιχειρήματα" που δικαιολογούν τις πράξεις του ήρωα, τα οποία φλερτάρουν με την αφέλεια. Η εικονογράφηση είναι δυστυχώς σχεδόν ανύπαρκτη, αφού σε όλο το βιβλίο συναντάμε μόλις 3 ολοσέλιδες ζωγραφιές. Το μέγεθος της γραμματοσειράς που έχει επιλεγεί είναι σχετικά μικρό, αλλά το διάστιχο μάλλον επαρκές ώστε η ανάγνωση να γίνεται χωρίς τα μάτια να κουράζονται πολύ. Ωστόσο, το γεγονός ότι κάποια κεφάλαια φτάνουν μέχρι και τις 17 σελίδες, δεν βοηθάει ιδιαίτερα τους μικρούς αναγνώστες.

Το βιβλίο μοιάζει καταλληλότερο για παιδιά της Δ’ τάξης, καθώς τα μικρότερα παιδιά ίσως δυσκολευτούν, ενώ τα μεγαλύτερα υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να βαρεθούν. Περισσότερο θα μπορούσαμε να το προτείνουμε σε αγόρια που συμπαθούν ιδιαίτερα τα ζώα.

Οι προθέσεις του συγγραφέα κατά πάσα πιθανότητα είναι αγνές, αφού προσπαθεί με το έργο του να μεταδώσει ένα μήνυμα αγάπης και συμφιλίωσης μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Ο τρόπος ωστόσο που το κάνει, όπως και οι συμβάσεις που χρησιμοποιεί για να πείσει τους αναγνώστες, μου δημιούργησαν προσωπικά αρκετές ενστάσεις.

Καταρχάς, η περιβαλλοντική προσέγγιση που υιοθετεί, αφορά την παλιά, γνωστή και ξεπερασμένη «ανθρωποκεντρική» οικολογία· αυτήν που το πρωί της Κυριακής μας ζητάει να αγαπήσουμε ένα γλάρο επειδή καταλαβαίνει τι του λέμε και κάθεται να τον χαϊδέψουμε, και το μεσημέρι της ίδιας μέρας μας σερβίρει να φάμε κόκορα κρασάτο. Λες και ο γλάρος δεν θα άξιζε τον σεβασμό μας αν δεν χώνευε τους ανθρώπους, ή λες και ο κόκορας δεν αξίζει να ζει, επειδή κάνει καλύτερη σούπα από τον γλάρο.

Κατά δεύτερον, το διήγημα αναπαράγει τέτοια στερεότυπα, που, πασπαλισμένα με διδακτισμό και σερβιρισμένα με απλοϊκότητα, μας δυσκολεύουν να πιστέψουμε ότι διαβάζουμε όντως κείμενο του 21ου αιώνα: Ο πατέρας φέρνει το φαγητό στο σπίτι, η μητέρα καθαρίζει τα ψάρια με ευκολία γιατί έτσι έχει συνηθίσει, τα ψάρια είναι ωφέλιμα γιατί περιέχουν ω3 και φώσφορο. Έτσι απλά και όμορφα. Η αυθεντία ξαναζεί όταν ο γηραιότερος του καφενείου αποφασίζει να μιλήσει, καθώς όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό, τόσο σοφά λόγια δεν είχαν ξανακούσει… (σ.61), ενώ ρίγη εθνικής υπερηφάνειας κατακλύζουν τον μικρό πρωταγωνιστή όταν ακούει τον πανηγυρικό του γυμνασιάρχη… Στοιχεία που αν τα συναντούσαμε σε κείμενο της Π. Δέλτα δεν θα μας ξένιζαν καθόλου, εκατό χρόνια μετά φαντάζουν λίγο εκτός κλίματος. Τα παιδιά βέβαια δεν αποκλείεται να διασκεδάσουν, διαβάζοντας την εμβόλιμη ιστορία ενός ηρωικού κομάντο [που μεταμφιεσμένος σε καλόγερο ανατινάζει μια γερμανική κεραία και «ξαπλώνει» κάμποσους αγουροξυπνημένους ναζί, πριν τον φάει μπαμπέσικα σαν την υπολοχαγό Νατάσσα – ή μάλλον τον Ορέστη της – ο τελευταίος ετοιμοθάνατος γερμανός], αλλά στις μέρες μας συνιστώνται λιγότερο αιμοβόρικες και πολεμοχαρείς προσεγγίσεις για τα παιδιά.

Τη χαριστική βολή έρχονται να δώσουν οι συμβάσεις, η απολυτότητα και οι αφορισμοί. Ο μικρός αναγνώστης θα διδαχθεί ότι οι άνθρωποι είναι καθάρματα, άσπλαχνοι και μαύρες ψυχές και ότι μόνο τα μικρά παιδιά που είναι αγνά μπορούν να δώσουν λύση στα μεγάλα προβλήματα. Θα μάθει ότι το άγρυπνο μάτι του Θεού τα παρακολουθεί όλα, και πως η τιμωρία χτυπάει τους κακούς για τις πράξεις που κάνουν, ειδικά στα κρυφά. Αν ωστόσο η τιμωρία δεν έρθει από τον ίδιο το Θεό, τότε υπάρχει πάντοτε και η αυτοδικία, η οποία επιτρέπει σε όμορφα και ευγενικά πουλιά όπως οι γλάροι, να δώσουν «ένα μάθημα» στον κακό (στην περίπτωσή μας κοινοτάρχη), ακόμα και αν αυτό σημαίνει να του καταστρέψουν το σπίτι. Όντως σας θυμίζει ξανά κινηματογράφο, αυτή τη φορά κάτι από Χίτσκοκ.

Για να μην αφήσουμε παραπονεμένο τον μοντέρνο αμερικανικό κινηματογράφο, προσθέτουμε και μια πινελιά από Dr. Doolittle. Το δίδυμο των πρωταγωνιστών συμπληρώνει, εκτός από τον μικρό Αποστόλη, ένας γλάρος αλλιώτικος από τους άλλους. Το πουλί αυτό, όχι μόνο καταλαβαίνει αυτά που ακούει από τα κοινοτικά μεγάφωνα ή εκείνα που του λέει το παιδί, αλλά ξέρει να διαβάζει και τα όσα γράφουν οι ταμπέλες. Επιπλέον διαθέτει υποκριτικές ικανότητες, αφού κοιτάζει με βλέμμα γεμάτο ευγνωμοσύνη αυτούς που το ταΐζουν και με απειλητικό ύφος εκείνους που τον εκνευρίζουν. Τέλος να προσθέσουμε ότι τα «κρω-κρω» με τα οποία εκφράζεται, διαφέρουν σε χροιά, ανάλογα με αυτό που θέλει να πει. Στα θετικά να αναφέρουμε ότι είναι ένας θεοσεβούμενος γλάρος, οπότε όταν ο μικρός του εκμυστηρεύεται ότι κάνει σκασιαρχείο από την εκκλησία για να τον συναντήσει, το πτηνό τον οδηγεί χωρίς δεύτερη κουβέντα πίσω στο ναό.

Αν με τα παραπάνω σχόλια, το βιβλίο έχει αρχίσει να σας θυμίζει ταινία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου (όχι του καλού, εκείνου της επταετίας) διαβάστε το απόσπασμα, ώστε να κρίνετε και μόνοι σας.

Οι συμβάσεις βέβαια δεν τελειώνουν εδώ, αλλά θα καταντούσε κουραστικό να τις παραθέσουμε μία προς μία. Ας έχει ωστόσο υπόψη του ο αναγνώστης, ότι περίεργα πράγματα δεν σταματούν να συμβαίνουν οποτεδήποτε αυτό εξυπηρετεί τη ροή του διηγήματος. Ας μου επιτραπεί ένα τελευταίο χαριτωμένο: ο εγγονός φτάνει δώδεκα χρονών για να ακούσει για πρώτη φορά την αγαπημένη ιστορία του παππού του…

Ολοκληρώνοντας, να αναφερθούμε ενδεικτικά σε κάποια προβλήματα διατύπωσης, που πιθανόν να οφείλονται σε ελλιπή έλεγχο των επιμελητών του κειμένου. Καθώς παρόμοια λάθη τα διορθώνουμε στους μαθητές, θεωρούμε πως οφείλουμε να τα επισημαίνουμε και όταν τα συναντάμε σε κείμενα που απευθύνονται σε παιδιά και μάλιστα έχουν φτάσει ως τις σχολικές βιβλιοθήκες. Έτσι, φράσεις όπως: ένα πρωινό, έκπληκτοι οι χωριανοί, άκουσαν την παρακάτω ανακοίνωση πολλές φορές κατά τη διάρκεια της μέρας. (σ.47) ή η αντίδραση του Αποστόλη ήταν μεγάλη. (σ.49) κ.ά. θεωρούμε πως θα μπορούσαν κάλλιστα να αποδοθούν ορθότερα..

Για τους οπαδούς της θετικής σκέψης, υπάρχουν κάποια ιδιαίτερα χρήσιμα μηνύματα στο βιβλίο όπως το η ισχύς εν τη ενώσει (ή καλύτερα γλάροι ενωμένοι ποτέ νικημένοι), και διδαχές όπως το οι πολιτικοί ξαναψηφίζονται επειδή οι άνθρωποι ξεχνούν γρήγορα. Επίσης, πληροφορίες που σπάνια συναντάμε σε βιβλία για παιδιά, όπως για  παράδειγμα η έμμεση αναφορά στο θέμα των προσοδοκυνηγών και των ομάδων πίεσης: όταν όλο το χωριό κατακρίνει τη νέα (αντιπουλιτευτική;) πολιτική του κοινοτάρχη, η κυρα Λεμονιά η καθαρίστρια συνεχίζει να τον στηρίζει, καθώς έτσι γλιτώνει το καθάρισμα της πλατείας από τις κουτσουλιές.

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Περιβάλλον

Απόσπασμα 
Το μεσημέρι ήλθε και ο πατέρας του απ’ τα χωράφια, κρατώντας στα χέρια δυο σακούλες με φρέσκα ψάρια. Του τα είχε φυλάξει ο καπετάν Αργύρης από την τράτα του, κάτοικος του παραπέρα χωριού.

Μετά το φαγητό, η μητέρα του βάλθηκε να τα καθαρίσει στο νεροχύτη της κουζίνας. ήταν μια εύκολη δουλειά για κείνη, αφού τα ψάρια σπάνια έλειπαν απ’ το τραπέζι. Γνώριζαν πόσο υγιεινά είναι, πλούσια σε πρωτεΐνες, με λίπος που δε βλάπτει τον οργανισμό και φώσφορο.

Ο Αποστόλης την παρακολουθούσε υπομονετικά, κάνοντας τη σκέψη ότι θα έπρεπε να πάρει στα κρυφά μερικά, για να ταΐσει την επομένη το φίλο του. Έτσι κι έγινε. Τα ψάρια ξελεπιάστηκαν, αφαιρέθηκαν τα σπάραχνα απ’ τα κεφάλι, πετάχτηκαν οι κοιλιές, ξεπλύθηκαν και μπήκαν στο ψυγείο.

Στην πρώτη ευκαιρία που βρήκε, όταν η μητέρα του έπιασε την κουβέντα με τη γειτόνισσα, έβαλε μέσα σε μια πλαστική σακούλα μερικά και τα έκρυψε έξω στην αυλή του σπιτιού.

Το ίδιο βράδυ έμεινε πολλές ώρες ξάγρυπνος στριφογυρνώντας στο κρεβάτι του. Απ’ το μυαλό του δεν έφυγε ούτε στιγμή ο γλάρος. Η μια σκέψη του έφερνε την άλλη και είχε μεγάλη αγωνία αν θα έβρισκε το πρωί το φίλο του στην πλατεία.

Βέβαια, δε θα στενοχωριόταν αν δεν ήταν συνεπής στο ραντεβού του. Εάν όμως ήταν; Αυτό θα σήμαινε πως τα πουλιά καταλαβαίνουν τους ανθρώπους.

Από τα βιβλία που είχε διαβάσει γνώριζε ότι αυτό συμβαίνει με τα πανέμορφα δελφίνια. Γιατί όχι και με τους γλάρους; Δεν είχε λοιπόν παρά να περιμένει μέχρι το πρωί, οπότε και θα είχε μιαν απάντηση στο ερώτημά του.

Το δωμάτιό του φωτιζόταν από τις αστραπές, που δε σταμάτησαν, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που τον πήρε το ύπνος με τη σκέψη ότι το Βροχοπούλι μέσα στην κακοκαιρία θα είχε βρει μια ζεστή γωνιά για να κοιμηθεί.

Το πρωί που ξύπνησε άκουσε τη βροχή που συνεχιζόταν αδιάκοπη και χτυπούσε στα κεραμίδια αλλά και στα παράθυρα του δωματίου του. Ανησύχησε. Ήταν βέβαιος πως η μητέρα του δε θα του επέτρεπε να βγει έξω με τέτοιον καιρό. Θυμήθηκε ότι την προηγουμένη την είχε καλέσει να πάνε μαζί στην πλατεία, μα τώρα που το ξανασκεφτόταν κατάλαβε ότι είχε κάνει μεγάλο λάθος. Γιατί πώς θα έπαιρνε τα ψάρια μαζί του που κρυφά είχε βγάλει απ’ το ψυγείο; Όχι, δεν έπρεπε να πάνε μαζί. Και σιγά την όρεξη που είχε η μητέρα του να τρέχει μες στην πλατεία για να δει ένα γλάρο ενώ είχε τόσες δουλειές να κάνει…

Αυτές τις σκέψεις έπλαθε στο μυαλό του για να παρηγορηθεί, μέχρι τη στιγμή που η φωνή της ακούστηκε σε όλο το σπίτι:
«Μάρτης, γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης. Μουχλιάσαμε οι άνθρωποι από τη βροχή. Τι είναι τούτο πάλι φέτος; Δε θα σταματήσει και καμιά φορά;»

Μετά μπήκε σαν σίφουνας στο δωμάτιό του, φανερά εκνευρισμένη.

«Είναι ώρα ν’ αφήσεις το πάπλωμα και να πας στην εκκλησία».

Τι χαρά! Δεν το είχε σκεφτεί πως ήταν Κυριακή. Με ήλιο ή με βροχή, αυτός έπρεπε να πάει στην εκκλησία, έτσι απαιτούσε η μητέρα του, κι ας μην πήγαινε εκείνη, προφασιζόμενη πως είχε να κάνει του κόσμου τις δουλειές, ακόμη και τις Κυριακές.  Χώρια το φαγητό! Έπρεπε να μαγειρέψει τη μακαρονάδα με τον κοκκινιστό κόκορα, που έτρεχαν τα σάλια του κάθε φορά που τον έτρωγε. Ήταν το αγαπημένο γεύμα της οικογένειας, ιδιαίτερα του παππού, ο οποίος επέμενε τα μακαρόνια να είναι χοντρά, αν και οι υπόλοιποι προτιμούσαν τα ψιλότερα, τελικά όμως είχε υπερισχύσει η γνώμη του.

Με πολύ κέφι αλλά και αγωνία ντύθηκε ζεστά και ξεπόρτισε, κρατώντας και την ομπρέλα στο χέρι.

Πέρασε πρώτα από την αυλή κι έβγαλε τα ψάρια από την κρυψώνα. Εκεί δίπλα παραμόνευαν και δύο γάτες, οι οποίες, παρά τη βροχή, δεν έφευγαν, επειδή τους μύριζαν τα ψάρια, μόνο που ήταν αδύνατο να τα βγάλουν, αφού ήταν πολύ καλά φυλαγμένα για δύο λόγους:πρώτον για να μην τα βρει κανείς και δεύτερον για να μην τα φάνε οι γάτες.

Ο Αποστόλης γνώριζε πόσο οι γάτες αποφεύγουν το νερό πάνω στη γούνα τους, είναι κάτι που δεν τους αρέσει καθόλου. Η μητέρα του, για να τις διώχνει από την αυλή, τους έριχνε έναν κουβά νερό κι εκείνες εξαφανίζονταν. Για να στέκουν όμως μες στη βροχή, θα πεινούσαν πολύ οι καημένες.

Έβγαλε τα ψάρια από την κρυψώνα και, φωνάζοντάς τους ψι ψι ψι, βγήκε από την αυλή ακολουθούμενος απ’ τα γατιά μέχρι το σοκάκι. Άνοιξε την πλαστική σακούλα και τους έριξε κάτω δυο, που τα έβαλαν στο στόμα τους κι έτρεξαν κάτω από το μπαλκόνι της Κατίνας, για να τ’ απολαύσουν με την ησυχία τους.

Ο Αποστόλης ξεκίνησε όχι για την εκκλησία, αλλά για την πλατεία. ήταν η πρώτη φορά που είπε ψέματα στη μητέρα του. Κι αν το μάθαινε; Ε, θα της έλεγε πως ήταν με το Βροχοπούλι, μα σαν δε τον έβρισκε εκεί, τότε θα πήγαινε οπωσδήποτε στη λειτουργία.

Share/Bookmark