Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Όλα έχουν μόνο μια πλευρά!

Υπόθεση
Ο πατέρας του μικρού Οδυσσέα τον στέλνει μαζί με τον κολλητό του Χάρη στο σπίτι του παππού για να φέρουν το αγαπημένο του κάδρο. Εκεί όμως διαπιστώνουν ότι το κάδρο έχει πλέον μόνο μια πλευρά. Πρόκειται για την αρχή μιας φοβερής επιδημίας μονοπλευρίτιδας που εξαπλώνεται ταχύτατα σε ολόκληρο τον κόσμο! Ο νεαρός ήρωας μπλέκει σε μια τρελή περιπέτεια, όπου με τη βοήθεια της μητέρας του και διαφόρων συμμάχων, θα αναζητήσουν την άκρη του νήματος που οδηγεί στην αιτία του κακού. Θα καταφέρουν άραγε να γλιτώσουν την ανθρωπότητα από τη συνωμοσία των 40 ή θα καταλήξουν στον μεγάλο αποτεφρωτήρα;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Παπαδόπουλος
Συγγραφέας: Κώστας Χαραλάς
Εικονογράφηση: Μάρα Τσαφαντάκη
ISBN: 978-960-412-758-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 2007
Σελίδες: 107
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε’, Στ’

Κριτική
Μια περίεργη περιπέτεια με κοφτή γραφή, ιδιότυπο χιούμορ (κατά βάση ενήλικο και κατά τόπους ψυχρούτσικο) και ένα άρωμα μαθηματικών.

Ο συγγραφέας δεν μπαίνει καν στη διαδικασία να προσαρμόσει την οπτική του σε αυτή του μικρού παρατηρητή. Ειλικρινές από την πλευρά του, άλλωστε πολλές φορές οι άντρες μένουν για πάντα παιδιά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ωστόσο, το παιδί έμεινε μάλλον κάπου στο λύκειο, και το ύφος του τολμώ να πω ότι παραείναι έξυπνο για να γίνει άνετα αντιληπτό από έναν μαθητή δημοτικού.

Οι μικροί αναγνώστες αναμένεται επίσης να δυσκολευτούν με τη δομή του διηγήματος. Τα κεφάλαια δεν είναι αριθμημένα, δεν έχουν τίτλους, ενώ η έκτασή τους κυμαίνεται από 4 έως και 37 (!) σελίδες, κάτι σαν ένας μίνι αναγνωστικός μαραθώνιος δηλαδή. Στην έρημο αυτή των γραμμάτων, μάταια οι μικροί μας φίλοι θα αναζητήσουν μια όαση ξεκούρασης: Η εικονογράφηση είναι πολύ περιορισμένη, αφού π.χ. σε ένα ολόκληρο κεφάλαιο 28 σελίδων, συναντήσαμε μόλις ένα ασπρόμαυρο σκίτσο στριμωγμένο σε κάποια γωνία. Όλα τα παραπάνω στοιχεία, μας οδηγούν να υποθέσουμε ότι η έκδοση απευθύνεται μάλλον σε μεγαλύτερα παιδιά απ’ ότι προτείνει το οπισθόφυλλο (από 9 ετών).

Εμείς θα προτείναμε το βιβλίο περισσότερο σε μαθητές της Ε’ και Στ’ τάξης, αρκεί να είναι εξασκημένοι αναγνώστες και με κάποια οξυδέρκεια. Πιθανότατα να το συμπαθήσουν πιο πολύ τα αγόρια (καθώς θα μπορούν να ταυτιστούν με τον ήρωα) και μάλιστα όσα έχουν φαντασία και αγαπούν τις θεωρίες συνωμοσίας.

Αξίζει να σχολιάσουμε την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται στο ανάγνωσμα. Με φράσεις σύντομες και ύφος γραφής που θυμίζει παλιά αστυνομικά διηγήματα, ο συγγραφέας υφαίνει έναν ομιχλώδη κόσμο που κάθε στιγμή αλλάζει, απειλούμενος από έναν απροσδιόριστο κίνδυνο. Το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό παραπέμπει σε έργα του Κάφκα, και σπάνια το συναντάμε σε κείμενα παιδικής λογοτεχνίας.

Επίσης, παρά τα όποια αναγνωστικά κωλύματα, το κείμενο περιέχει ένα μήνυμα αρκετά σημαντικό για τους μαθητές: Απέναντι σε μια παράλογη τάξη πραγμάτων που του επιβάλλεται, ο πολίτης έχει καθήκον και δικαίωμα να επαναστατήσει, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα γίνει δακτυλοδεικτούμενος ή θα ξεβολευτεί, ακόμα κι όταν μοιάζει να παλεύει μόνος του ενάντια σε ένα ολόκληρο σύστημα. Αν έχει το δίκιο με το μέρος του και λίγη τύχη, ίσως τελικά καταφέρει να σώσει ολόκληρη την κοινωνία.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί, παρατηρούμε τη μεταστροφή της κοινής γνώμης σύμφωνα με τα δεδομένα της νέας τάξης· εδώ ο συγγραφέας προσπαθεί να δώσει την αλλαγή με μεγαλύτερο ρεαλισμό απ’ ό,τι ο Τριβιζάς στην τελευταία μαύρη γάτα, εκεί όπου μια ομιλία αρκεί για να στραφεί ο κόσμος ενάντια στα κατοικίδια.

Προσωπική απορία: πώς γίνεται και τα ποτήρια έχουν δύο πλευρές;

Αξίες - Θέματα
Φαντασία, Δραστηριοποίηση

Απόσπασμα 
Σιγά σιγά αποκτούσαμε πια ένα ικανό πλήθος ενδείξεων που δικαιολογούσαν τις υποθέσεις που κάναμε για την επιδημία αυτή που απειλούσε να κατακτήσει τα πράγματα κάνοντάς τα να έχουν μόνο μια πλευρά. Μια καινούργια μόδα άρχισε να εμφανίζεται στην πόλη.

Μια μόδα που δεν άφηνε περιθώρια σε πολλές πλευρές να συνυπάρχουν πάνω στο ίδιο αντικείμενο. Έτσι από εδώ και στο εξής αρκούσε μόνο το «πάνω» αντί για το «πάνω» και «κάτω» στο ταμπλό ενός ασανσέρ. Το «δεξιά» αντί για το «αριστερά» και «δεξιά» ενός τιμονιού. Αυτά είναι λίγα μόνο από τα παραδείγματα που αργά αλλά σταθερά εξαπλώνονταν μέσα στην πόλη. Επιπλέον, αυτό που μας έκανε εντύπωση ήταν και η αντίδραση του κόσμου: Ο κόσμος ήταν χωρισμένος σε κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία ήταν αυτοί που προσαρμόζονταν γρήγορα στην καινούργια τάξη πραγμάτων και συμπεριφέρονταν σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα σε σχέση με πριν. Μάλιστα μπορούσες να πεις ότι τους άρεσε περισσότερο έτσι.

Η δεύτερη κατηγορία ήταν αυτοί οι οποίοι παιδεύονταν λίγο με το νέο, μονοδιάστατο σύστημα, αλλά σκόπευαν αργά ή γρήγορα να το μάθουν και να ζήσουν μέσα σε αυτό. Μια τρίτη κατηγορία ανθρώπων ήταν οι χαμένοι αυτής της μαζικής ανακαίνισης. Ήταν αυτοί που δεν είχαν καμιά ελπίδα να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Υπήρχαν άνθρωποι εγκλωβισμένοι μέσα σε μαγαζιά που προσπαθούσαν να βγουν από εκεί που παλιότερα υπήρχε πόρτα. Τώρα όμως μια ατέλειωτη τζαμαρία κάλυπτε όλη την επιφάνεια που έβλεπε προς το δρόμο και αυτοί ίδρωναν και ξεΐδρωναν για να βρουν κάτι που να μοιάζει με χαραμάδα και να την κοπανήσουν. Αυτές ήταν οι παγίδες του νέου συστήματος και έπρεπε οπωσδήποτε να κρατηθούμε μακριά τους.

Οι τρεις παραπάνω κατηγορίες είχαν ένα κοινό σημείο. Κανένας από αυτούς δεν ενδιαφερόταν να μάθει περισσότερα για την κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί.

-Τους βλέπεις; μου τους έδειξε η μαμά μου, κάνουν σαν να μην καταλαβαίνουν. Κανείς δεν αναρωτιέται τι σόι είναι αυτό το πράγμα και πότε θα τελειώσει.

Αυτά μου τα έλεγε καθώς παραγγέλναμε δύο πορτοκαλάδες να πιούμε από ένα υπαίθριο μαγαζί, μακριά από κλειστούς χώρους όπου στα καλά καθούμενα μπορούσε να εξαφανιστεί η πόρτα και να γεμίσει τοίχους.

Αλλά τελικά δεν ήταν τόσο εύκολο όσο το φανταζόμασταν.

Εμείς, -αλλά και αρκετοί από τον κόσμο που είχαν προμηθευτεί από εκεί το αναψυκτικό τους- κοιταζόμασταν λες και κάποιος είχε τη λύση στο καινούργιο πρόβλημα που είχε εμφανιστεί. Δεν υπήρχε καπάκι στο λαιμό των μπουκαλιών, υπήρχε μόνο η κάτω πλευρά που φυσικά δεν άνοιγε. Το νερό, οι πορτοκαλάδες, οι χυμοί, ήταν μέσα στην γυάλινη φυλακή τους και μας κοιτούσαν με απορία. Με άλλη τόση απορία κοιτιόμασταν όλοι οι πελάτες της καντίνας μεταξύ μας μπας και υπάρχει καμιά προφανής λύση και μας διαφεύγει.

Τότε τη λύση την έδωσε ένας άντρας στην ηλικία του πατέρα μου που στεκόταν σ’ ένα παγκάκι πιο πέρα. Φορούσε ένα λευκό σακάκι όπου ήτανε τυπωμένος ο αριθμός 40 με μεγάλα μαύρα ψηφία. Το ίδιο νούμερο διαπιστώσαμε ότι έγραφε και το λευκό παντελόνι του όταν σηκώθηκε. Στο δεξί μπατζάκι είχε το τέσσερα και στο αριστερό το μηδέν.

Σαν να περίμενε να μαζέψουμε όλοι το βλέμμα μας πάνω του, έκανε κάτι που έμοιαζε με επίδειξη. Πήρε ένα μπουκάλι σαν αυτό που κρατούσαμε εμείς και έσπασε την άκρη του στην άκρη του πάγκου. Τότε πήρε ένα ποτήρι και το γέμισε από το χυμό που απελευθερώθηκε με αυτόν τον ανήκουστο τρόπο από το μπουκάλι.

-Δεν είμαστε με τα καλά μας, απόρησε η μητέρα μου καθώς έβλεπε όλους να μιμούνται τη βλακώδη, αλλά κατά τα φαινόμενα μοναδική λύση που πρότεινε αυτός ο μυστηριώδης κύριος.

Μια σειρά από ήχους σπασμένων μπουκαλιών κλόνισε την ησυχία που απολαμβάναμε πιο πριν. Ο κόσμος απαλλάχθηκε από τον πανικό που τον είχε πιάσει και έμοιαζε σαν εμένα όταν είχα γυρίσει μια μέρα από το σχολείο γνωρίζοντας πια το ηλιακό σύστημα.

-Δεν πρόκειται να ανοίξω με αυτόν τον απαράδεκτο και επικίνδυνο τρόπο ένα μπουκάλι, είπε αποφασιστικά η μητέρα μου. Θα ζητήσω από την καντίνα ένα ανοιχτήρι.

-Και να ανοίξεις τι, καλέ μαμά; Είναι κλειστό από παντού. Έλα, σπάσ’ το όπως έδειξε ο κύριος, διψάω. Η μητέρα μου το καλοσκέφτηκε και κατάλαβε πως αν έπρεπε να πιούμε πορτοκαλάδα από αυτή την καντίνα, έπρεπε να συμπεριφερθεί όπως όλοι όσοι στο μεταξύ είχαν ξεδιψάσει και απολάμβαναν το αναψυκτικό τους στα καρεκλάκια του πάρκου. Τελικά αποφάσισε να το σπάσει.

Αυτό όμως ήταν μεγάλο λάθος, καθώς ο περίεργος κύριος με το 40 ετοιμαζόταν να φύγει και ο ήχος από το σπασμένο μπουκάλι τον παρακίνησε να ξανακάτσει στο παγκάκι του. Μας παρατηρούσε για ώρα και μετά αποφάσισε να βγάλει έναν μίνι υπολογιστή και να γράψει.


Share/Bookmark

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

Εγώ κι η Κλάρα και τ'αλογάκι ο Βελουδίνος

Υπόθεση
Ο πεντάχρονος Κλάους και η λίγο μεγαλύτερη αδελφή του Κλάρα, μπαίνουν διαρκώς σε μπελάδες και σκαρώνουν σκανδαλιές αναστατώνοντας τους γονείς τους. Ο τόμος αποτελείται από 12 αυτόνομες ιστοριούλες και μια κύρια περιπέτεια τεσσάρων κεφαλαίων που χαρίζει και το όνομά της στο βιβλίο. Σε αυτή, τα δύο αδέλφια γνωρίζουν τον Βελουδίνο, ένα ήσυχο αλογάκι, που του αρέσει να τρώει ψάθινα καπέλα, αλλά δεν δέχεται με τίποτα να τον καβαλήσουν. Θα καταφέρουν άραγε τα παιδιά να μηχανευτούν μια λύση για να πάνε βόλτα επάνω στο πόνι;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Ντιμίτερ Ινκιόφ (Димитър Янакиев Инкьов)
Μετάφραση: Ρένα Καρθαίου, Μάριος Λάκων - Στελλάκης
Εικονογράφηση: Τράουντι και Βάλτερ Ράινερ
ISBN: 960-7021-37-1
Τίτλος πρωτοτύπου: Ich und Klara und das Pony Balduin
Έτος 1ης Έκδοσης: 1978 (στα ελληνικά 1984)
Σελίδες: 124
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: A’, B

Κριτική
Το τέταρτο βιβλίο της σειράς «Εγώ κι η Κλάρα» που μαζί με την αντίστοιχη «η αδελφή μου Κλάρα» μετρούν περίπου 40 τίτλους στη Γερμανία, από τους οποίους οι 20 κυκλοφορούν και στη χώρα μας, από διάφορους εκδοτικούς οίκους. Οι ιστορίες των δύο μικρών πρωταγωνιστών είναι χαριτωμένες και διατηρούν έναν αέρα αυθεντικής παιδικής αφέλειας.

Η γραφή είναι πολύ απλή και η μετάφραση συντηρεί τη ζωντάνια στο κείμενο, στοιχεία που θα βοηθήσουν τους μικρούς αναγνώστες να κατανοήσουν εύκολα την ιστορία. Η έκταση των κεφαλαίων συνήθως δεν ξεπερνάει τις 4-5 σελίδες, και τα γράμματα είναι μεγάλα, ώστε να διαβάζονται ξεκούραστα. Η εικονογράφηση ωστόσο είναι ασπρόμαυρη, αρκετά παλιομοδίτικη (θυμίζει έντονα τα πολωνικά κινούμενα σχέδια Bolek και Lolek) και όχι παρούσα σε κάθε σελίδα, όπως ίσως θα προτιμούσαν οι αναγνώστες 6-7 ετών.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Α’ και Β’ τάξης, χωρίς ωστόσο να σημαίνει ότι και παιδιά της Γ’ δεν θα μπορούσαν να το απολαύσουν. Η οπτική γωνία του ήρωα, πιθανόν να επιτρέψει περισσότερο στα αγόρια να ταυτιστούν μαζί του.

Παρότι έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τη συγγραφή του βιβλίου και οι καιροί έχουν αλλάξει ανεπιστρεπτί, τα παιδιά της γενιάς του playstation δεν θα βρουν το βιβλίο πολύ απομακρυσμένο από το σήμερα. Και αυτό γιατί η αυθεντικότητα στη γραφή του Ινκιόφ και η αφήγηση σε ένα εγωκεντρικό πρώτο πρόσωπο, μεταφέρουν με αμεσότητα τον αναγνώστη στη θέση του μικρού ήρωα· κυρίως όμως, επειδή στην ηλικία των πέντε χρόνων τα παιδιά δεν έχουν απορροφηθεί ακόμα από την εικονική πραγματικότητα των σύγχρονων ηλεκτρονικών παιχνιδιών, αλλά συνεχίζουν να ανακαλύπτουν τον (πραγματικό) κόσμο όπως παλιά… ώσπου τουλάχιστον οι γονείς να αποφασίσουν να τα παρκάρουν μπροστά στην τηλεόραση ή σε κάποιον υπολογιστή.

Όσο λοιπόν τα παιδιά εξακολουθούν να παίζουν κρυφτό και να παλεύουν μεταξύ τους, θα μπορούν να βρουν κοινά σημεία με τους πρωταγωνιστές του Ινκιόφ. Πολύ πιθανόν μάλιστα εκτός από ψυχαγωγία, το ανάγνωσμα να τους προσφέρει και κάποιο βάθος στον τρόπο που σκέφτονται και ενεργούν, καθώς οι δύο ήρωες πειραματίζονται διαρκώς και μαθαίνουν πριν από εμάς για μας, ακολουθώντας τη μέθοδο της δοκιμής και του λάθους.

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ

Εικονογράφηση

Απόσπασμα 
Μια μέρα με έπιασε η Κλάρα και μου είπε:

- Πρέπει κι οι δύο να δούμε με ποιους θα παντρευτούμε όταν μεγαλώσουμε.
- Εντάξει, είπα εγώ, ας το σκεφτούμε.

Αρχίσαμε κι οι δύο να συλλογιζόμαστε. Σε λίγο εγώ φώναξα:

- Βρήκα ποιον θα παντρευτώ. Θα πάρω εσένα.
- Αυτό δε γίνεται, είπε η Κλάρα φουρκισμένη. Αδερφός και αδερφή δεν παντρεύονται. Αυτό στο έχω ξαναπεί.
- Καλά, είπα εγώ, τότε θα παντρευτώ τη μαμά κι εσύ να πάρεις τον μπαμπά.
- Ούτε αυτό γίνεται.
- Και γιατί δε γίνεται;
- Γιατί είναι κιόλας παντρεμένοι.
- Και με ποιον είναι παντρεμένοι;
- Σήμερα, καημένε, είσαι ντιπ κουτός. Είναι παντρεμένοι μεταξύ τους.
- Μπα!

Εξακολούθησα λοιπόν, να συλλογίζομαι και να ψάχνω.

- Ε, τότε θα παντρευτώ τη γιαγιά, είπα στο τέλος.
- Άκου πράγματα! Και ποια θα έχεις για γιαγιά; Μήπως εμένα;

Αυτό που έλεγε η Κάρα ήταν σωστό. Ποτέ δε φαντάστηκα πως είναι τόσο δύσκολο πράγμα να βρεις κάποιον για να τον παντρευτείς. Αλλά ξαφνικά το βρήκα.

- Θα παντρευτώ τη φίλη σου την Πετρούλα!
- Την Πετρούλα;
- Ναι, την Πετρούλα, γιατί μυρίζει πάντα τόσο όμορφα.
- Αν θέλεις την Πετρούλα πρέπει να κερδίζεις πολλά χρήματα, γιατί η Πετρούλα μεταχειρίζεται αρώματα κι αρώματα. Και θα πρέπει όλο να της αγοράζεις.
- Θα της αγοράζω όσα θέλει, είπα εγώ.
- Κι εγώ θα γίνω κουμπάρα σας.
- Εντάξει. Εσύ θα γίνεις κουμπάρα μας.

Τώρα το ζήτημα του γάμου είχε πια κανονιστεί. Μόνο η Πετρούλα δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτή την υπόθεση. Η Κλάρα κι εγώ πήγαμε τώρα να παίξουμε και η Κλάρα σε λίγο είχε ξεχάσει ολότελα τις παντρειές. Εγώ όμως όχι.

Όλη την ώρα συλλογιζόμουν πώς θα ρωτήσω την Πετρούλα αν θέλει να με παντρευτεί.

«Αν μυρίζει τόσο ωραία», συλλογιζόμουν, «πρέπει να μυρίζω κι εγώ ανάλογα», και στο άψε-σβήσε πήγα και περιλούστηκα με την κολόνια του ξυρίσματος του μπαμπά.

Η Πετρούλα, όμως δυστυχώς ποτέ δεν το πρόσεχε. Μόνο μια φορά είπε:
- Ποιος σκυλοβρωμάει εδώ μέσα;
Αυτό με πίκρανε πάρα πολύ.

Ύστερα θέλησα να παλέψω με την Πετρούλα για να δείξω πόσο δυνατός είμαι.
Αλλά εκείνη δεν ήθελε να παλέψει.

Συλλογιζόμουν, λοιπόν, τι πρέπει να κάνω για να με προσέξει. Σκαρφάλωσα γι’ αυτή τρεις φορές επάνω στο ντουλάπι της κουζίνας και πήδησα κάτω. Η Πετρούλα γούρλωσε τα μάτια της και ρώτησε την Κλάρα:
- Τι έπαθε τούτος σήμερα;
- Δεν ξέρω, είπε η Κλάρα. Έτσι άγριος είναι εδώ και μερικές μέρες.
- Δεν είμαι άγριος! Δεν είμαι άγριος! φώναξα εγώ και ξαναπήδησα άλλες δυο φορές από το ντουλάπι της κουζίνας. Ντουλαποάλμα εις βάθος! Μπορώ να πηδήξω κι από΄δέντρο! Θέλετε να σας δείξω;
- Όχι.
- Γιατί όχι;
- Γιατί έχουμε να μελετήσουμε.

Έβγαλαν, λοιπόν, τα τετράδια της αριθμητικής τους κι άρχισαν να γράφουν. Κάθισα λίγο και τις παρακολουθούσα, αλλά τότε ξαφνικά μου ήρθε μια σούπερ ιδέα. Δίπλα μου ήταν η σάκα της Πετρούλας και μέσα είχε όλα τα τετράδια του σχολείου. Αν τα γεμίσω με κόκκινες καρδούλες, συλλογίστηκα, τότε θα καταλάβει αμέσως ότι αργότερα θα θέλω να την παντρευτώ και ότι θα της αγοράζω αρώματα με το κιλό.

Έβγαλα κρυφά τα τετράδιά της μέσα από τη σάκα και περπατώντας στις μύτες των ποδιών μου χάθηκα στο καθιστικό δωμάτιο. Κι εκεί άρχισα τη ζωγραφική! Έφτιαξα μεγάλες κατακόκκινες καρδιές σε όλες τις σελίδες. Είχα βάλει τα δυνατά μου, παντού καρδούλες, όμορφες κόκκινες καρδούλες.

Όταν τελείωσα πήγα κρυφά και έβαλα ξανά τα τετράδια της Πετρούλας μέσα στη σάκα της και περίμενα με αγωνία να ακούσω τι θα πει όταν τα δει. Δυστυχώς όμως δεν τα είδε, γιατί έβαλε μέσα βιαστικά το τετράδιο της αριθμητικής της κι έφυγε για το σπίτι της.

Όταν την άλλη μέρα γύρισαν μαζί με την Κλάρα από το σχολείο, ήταν κι οι δυο πολύ συγχυσμένες.

- Τι σας συμβαίνει, καλέ; τις ρώτησα.
- Για φαντάσου, είπε η Κλα΄ρα, κάποιος βλάκας ζωγράφισε και γέμισε το τετράδιο της Πετρούλας με κόκκινα μήλα. Τώρα όλα τα τετράδιάτ ης είναι για πέταμα.

Η Πετρούλα βαριαναστέναξε θυμωμένη:
- Αν τον πιάσω, θα τον σπάσω στο ξύλο.

Είχα γίνει έξω φρενών όταν άκουσα για μήλα. Ακούς εκεί κόκκινα μήλα!
- Αυτά τα λέτε εσείς κόκκινα μήλα;
- Πώς θέλεις να τα πούμε;
- Αυτά είναι καρδιές! Όμορφες κόκκινες καρδιές! Κι ο πιο ηλίθιος μπορεί αυτό να το καταλάβει. Ε, λοιπόν, δε θα σε παντρευτώ ποτέ, ποτέ! Στο λέω να το ξέρεις!


Share/Bookmark

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011

Ουφ! Οι απίθανες ιστορίες του Άρη

Υπόθεση
Ο οκτάχρονος Άρης ζει σε μια μικροαστική οικογένεια, με έναν πατέρα υψηλό στέλεχος (τόσο υψηλό που δεν ασχολείται μαζί του), μια μητέρα ελαφρώς σνομπ και τον πιστό του σκύλο Έντι. Το σκηνικό συμπληρώνουν μια τηλεορασόπληκτη γιαγιά που απέχει από τα τεκταινόμενα, ένας γλυκύτατος παππούς που πάντα είναι κοντά του και τον συμβουλεύει, και ένας θείος - πρότυπο ανεξαρτησίας. Στο βιβλίο θα συναντήσουμε διάφορες περιπέτειες από την καθημερινότητα αλλά και τη φαντασία του μικρού, που θα μας μεταφέρουν την ιδιαίτερη οπτική του για τον κόσμο μας.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Χρήστος Μπουλώτης
Εικονογράφηση: Φωτεινή Τίκκου
ISBN: 978-960-16-3999-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2011
Σελίδες: 153
Τιμή: περίπου 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ’, Ε’, Στ’

Κριτική
Ο πολυβραβευμένος Χρήστος Μπουλώτης ξαναχτυπά, αυτή τη φορά με μια σύνθεση από χαριτωμένες αυτοτελείς ιστοριούλες. Βαδίζοντας στα χνάρια του Μικρού Νικόλα και με επιρροές από διάφορες σχολές (οι φανταστικές ιστορίες π.χ. παραπέμπουν σε Ροντάρι), μας δίνει περίπου είκοσι περιπέτειες, κάποιες ιδιαίτερα εμπνευσμένες και άλλες λιγότερο. Το κλίμα ωστόσο που διαμορφώνεται από την ανάγνωση του βιβλίου συνολικά είναι ανάλαφρο και ευχάριστο και τα παιδιά πάντα το απολαμβάνουν..

Η πένα του συγγραφέα γράφει χαριτωμένα και με αρκετή σαφήνεια, οπότε δεν θα κουράσει τους νεαρούς μας φίλους. Προσωπικά όμως, θεωρώ ότι το συγκεκριμένο ύφος γραφής (φαινομενικά αθώο, αλλά με βάθος λεξιλογίου και πολυπλοκότητα σκέψης) ίσως να έχει μεγαλύτερη απήχηση σε ενήλικους αναγνώστες, οι οποίοι θα μπορέσουν να συλλάβουν την υποβόσκουσα ειρωνεία και να εκτιμήσουν την έμμεση κοινωνική κριτική. Πιθανόν λοιπόν να πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν θα το ανακαλύψουν πρώτα οι "μικροί", αλλά θα τους το προτείνουν οι "μεγάλοι".

Η μικρή έκταση των περισσοτέρων κεφαλαίων (3 με 7 σελίδες το πολύ) και το μεγάλο διάστιχο ανάμεσα στις γραμμές, επιτρέπουν μια ξεκούραστη ανάγνωση. Το ίδιο και οι διάλογοι που είναι ζωντανοί και σχετικά ρεαλιστικοί, στα πλαίσια τουλάχιστον που επιτρέπουν οι χαρακτήρες – καρικατούρες και το επιθεωρησιακό σκηνικό στο οποίο τοποθετεί την οικογένεια του πρωταγωνιστή ο συγγραφέας.

Η εικονογράφηση είναι έξυπνη, σε μοντέρνα γραμμή και αποτελείται από σχέδια και γραφικά με μεικτές τεχνικές. Με την παρουσία δίχρωμων (μαύρο – πορτοκαλί) σκίτσων κάθε δύο τρεις σελίδες, το μάτι ξεκουράζεται και οι αναγνώστες κατανοούν ευκολότερα τις καταστάσεις. Τις περισσότερες φορές οι εικόνες είναι απλώς διακοσμητικές, σε κάποιες όμως περιπτώσεις γίνονται πιο ενδιαφέρουσες και προσθέτουν γέλιο στις ιστορίες, όπως στην περιπέτεια με τις κουτσουλιές.

Γενικά η έκδοση είναι αρκετά προσεγμένη, κάτι στο οποίο προσθέτει και το σκληρό εξώφυλλο. Τα στοιχεία αυτά ωστόσο, σε συνδυασμό και με την έντονη προβολή ή το όνομα του δημιουργού, ανεβάζουν την τελική τιμή, που ίσως είναι λίγο τσιμπημένη για βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας, ειδικά σε καιρούς κρίσης.

Το ανάγνωσμα προτείνεται σε παιδιά Δ’, Ε’ και Στ’ τάξης, και πιστεύουμε ότι περισσότερο θα το συμπαθήσουν τα αγόρια που δεν έχουν πολύ χρόνο με τους γονείς τους, καθώς θα μπορούν να ταυτιστούν ευκολότερα με τον πρωταγωνιστή.

Θεωρητικά πρόκειται για ένα αψεγάδιαστα σχεδιασμένο προϊόν που θα τους ευχαριστήσει όλους: μικρούς, μεγάλους, ανέμελους, προβληματισμένους…

Είναι σύγχρονο, με αναφορές στην οικονομική κρίση και τις ταινίες του Spiderman· κοινωνικά ευαίσθητο, με μισή ιστορία αφιερωμένη στη δυσλεξία του ήρωα· πολιτικά ορθό, αφού χτυπάει τον ρατσισμό (μαμά) και αγαπάει τη διαφορετικότητα (μινώταυρος)· χωρίς αντιπάθειες, καθώς παρότι ο πρωταγωνιστής πανηγυρίζει ντυμένος με το κασκόλ του, δεν μας αναφέρεται ποια ποδοσφαιρική ομάδα υποστηρίζει· καταναλωτικό, αφού διαφημίζει την καλοζωία, το playstation του ήρωα και την BMW μηχανή του θείου Στέφανου· αλλά ταυτόχρονα και ανατρεπτικό, αφού αγαπάει τα μαύρα πρόβατα και τους χειμερινούς κολυμβητές.

Προσωπικά το βρήκα πολύ συμπαθητικό, αλλά χωρίς να θέλω να το αδικήσω, δεν το λάτρεψα. Ίσως να φταίει η επιτηδευμένη αφέλεια που διακρίνεται ιδιαίτερα στο ξεκίνημα, στην προσπάθεια να αποδοθεί το ύφος του μικρού πρωταγωνιστή. Ίσως τα αντικρουόμενα μηνύματα που προβάλλονται, ή κάποιες μικροαστοχίες στο κείμενο (όταν π.χ. γίνεται αναφορά στο μάθημα της χημείας που -δεν- διδάσκεται στην Ε’ Δημοτικού). Ίσως και να φταίει "ο φύλακας στη σίκαλη" που διάβασα πρόσφατα και μου ψιθυρίζει ότι δεν του αρέσει η υπερβολική ορθότητα.

Πάντως τα παιδιά της τάξης το καταδιασκέδασαν και σίγουρα όλο και κάτι κέρδισαν από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, είτε από την ανατρεπτική οπτική του ήρωα, είτε σε σχέση με τα θέματα στα οποία ο βαθυστόχαστος παππούς (ο χαρακτήρας που προσωπικά συμπάθησα περισσότερο) συμβουλεύει τον μικρό Άρη. Ας μη ζητάμε και τον ουρανό με τ' άστρα από ένα βιβλίο γραμμένο να μας προσφέρει διασκέδαση.

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Διαφορετικότητα, Φαντασία, Ρατσισμός.

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
Κάθε πράγμα έχει και τη μαϊμού του.
Κι αν ένα πράγμα είναι ακριβό,
η μαϊμού του τότε σου έρχεται πολύ πιο φτηνή.
Κι είναι πράγματα που δεν μπορείς καθόλου να τα ξεχωρίσεις
απ’ τις μαϊμούδες τους, γιατί οι μαϊμούδες ξέρουνε πολύ καλά να ξεγελάνε.

Οι κροκόδειλοι, π.χ., έχουν πολλές μαϊμούδες.
Λέω για τους μικρούς πράσινους κροκόδειλους
πάνω στα μπλουζάκια που φοράει το καλοκαίρι
ο μπαμπάς μου κι ένα σωρό ακόμη κύριοι
απ’ αυτούς που έχουν συνήθως ωραία αυτοκίνητα.
Έχω κι εγώ τέτοια μπλουζάκια.
Είδα όμως και τον κύριο Οδυσσέα τον μανάβη
μας με έναν πράσινο κροκόδειλο ολόιδιο με του μπαμπά μου.

Κάποια στιγμή το είπα στη μαμά και τότε εκείνη μου είπε
πως αδύνατον, δεν μπορεί να είναι γνήσιος κροκόδειλος, αλλά μαϊμού.

«Τι μαϊμού, καλέ μαμά, αφού ήταν κροκόδειλος, σου λέω, σαν του μπαμπά».

«Ναι, αλλά κροκόδειλος-μαϊμού» επέμεινε η μαμά εκνευρισμένη.
«Πάει χάλασε ο κόσμος. Γέμισε ο τόπος με μαϊμούδες».

«Ε, και…; Είναι κακό αυτό δηλαδή;»

«Και βέβαια είναι»

Και μου εξήγησε πως, έτσι όπως μπαίνουν στη μέση οι μαϊμούδες, μπερδεύονται πια οι φτωχοί με τους πλούσιους. Και τότε εγώ σκέφτηκα πως, να, πάλι της ξαναβγήκε το ρατσιστικό της μαμάς μου, όπως τη μέρα που μου δήλωσε πως δε θέλει ο Έντι μας να κάνει κουταβάκια με τη Λία, τη σκυλίτσα του κυρίου Οδυσσέα του μανάβη. Είναι όμως και πολύ ψηλομύτα η μαμά μου κι όλο θέλει να μεγαλοπιάνεται. Και της αρέσει να ξοδεύει τα λεφτά του μπαμπά μου στις πιο ακριβές μάρκες.

Ο Ευθύμης φοράει ένα ρολόι-μαϊμού, που είναι ολόιδιο με αυτό που δεν είναι μαϊμού και λέει ακριβώς την ίδια ώρα, γιατί η ώρα δεν καταλαβαίνει από μαϊμούδες. Εμένα, πάντως, δε με πειράζουνε καθόλου οι μαϊμούδες. Κι ούτε με πολυνοιάζει αν αυτό που φοράω είναι ακριβή μάρκα.

Μια φορά η μαμά μου την πάτησε πολύ. Ήταν τότε στη γιορτή της, που η κολλητή της φίλη της έφερε για δώρο μια ωραία τσάντα, που ήταν πολύ γνωστή μάρκα. Κι η μαμά μου τρελάθηκε από χαρά κι όλο καμάρωνε να την κρατά, ώσπου μια άλλη φίλη της, που αυτηνής τίποτα δεν της ξεφεύγει και χώνει τη μύτη της παντού, της είπε πως ντροπή να κυκλοφορεί με τσάντα – μαϊμού. Κόντεψε να πάθει συγκοπή η μαμά μου. Την πέταξε αμέσως στα σκουπίδια κι από τότε δεν ξαναμίλησε στη φίλη που της την είχε φέρει δώρο.

Κι έτσι συμπέρανα εγώ πως τα δώρα – μαϊμούδες καμιά φορά χαλάνε και φιλίες. Με το πάθημα της μαμάς μου όμως το ευχαριστήθηκα. Της είπα κι από πάνω:

«Γιατί, καλέ μαμά, την πέταξες την τσάντα, αφού ήταν απίθανη μαϊμού;».

«Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου. Παθαίνω αλλεργία με τις μαϊμούδες».

Τελικά, δεν ξέρω αν ο κροκόδειλος πάνω στο μπλουζάκι του κυρίου Οδυσσέα είναι μαϊμού. Κι ούτε που έχει σημασία δηλαδή. Οι φράουλές του, πάντως, είναι αληθινά βιολογικές κι όχι μαϊμούδες.

Καμιά φορά όμως σκέφτομαι πως τώρα με την οικονομική κρίση, που όλοι θα γίνουμε φτωχότεροι, μπορεί και οι μαϊμούδες να έχουν τις μαϊμούδες τους.
Και θα έχει πολλή πλάκα τότε.

Share/Bookmark

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Αγάπες τηγανητές


Υπόθεση
Με λένε Τίνα. Για τους φίλους, Πατατίνα. Για τον ζηλιάρη αδερφό μου Στριγκλοπατάτα. Δεν κοιτάει τα μούτρα του καλύτερα; Κάθε μέρα το ίδιο πρόβλημα: Τι να φάω; Τηγανητές πατάτες ή πατατοκροκέτες; Πατατοτηγανίτες ή πατατοσαλάτα; Η ζωή είναι γεμάτη διλήμματα όταν είσαι μια φανατική πατατοφάγος. Και μάλιστα με πατέρα Έλληνα και μητέρα Γερμανίδα. Που σημαίνει ότι πρέπει ν’ ανέχεσαι τη θεία Ξανθίππη, τη γεροντοκόρη αδερφή του μπαμπά, να πετάει τη σπόντα όποτε τσακωνόσαστε: «Μη μου αυθαδιάζεις εμένα. Εδώ είναι ελληνικό σπίτι. Δε θα μας επιβάλεις εσύ γερμανικά συστήματα, εντάξει;» Παίρνεις, λοιπόν, κάποιο πρωί τα «γερμανικά σου συστήματα» στην παραφορτωμένη σου βαλίτσα και ξεκινάς να επισκεφθείς τον άρρωστο παππού σου στο Αμβούργο. Και τι ανακαλύπτεις εκεί; Μια ξαδέρφη κι έναν ξάδερφο, οικογενειακά μυστικά, μεγάλους έρωτες και πονεμένες ιστορίες, κι όλα, ψέματα και αλήθειες, μπερδεύονται γλυκά στο κεφάλι σου, σερβιρισμένα με λαχταριστές πατατούλες. Α, η υπόθεση σηκώνει μαγείρεμα! «Τι μαγειρεύεις, Τίνα;» σε ρωτάνε όλοι με περιέργεια. «Αγάπες τηγανητές». Με μπόλικη τύχη!

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Λένα Μερίκα
ISBN: 978-960-04-2193-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2002
Σελίδες: 138
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ’

Κριτική
Μια διασκεδαστική οικογενειακή ιστορία, που ξεκινάει σαν χρονογράφημα, περνάει από μια φάση κεκαλυμμένου τσελεμεντέ και καταλήγει σαν ταινία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου!

Το ύφος είναι ανάλαφρο σαν το λαχανί εξώφυλλο του βιβλίου, και η γραφή απλή και κατανοητή. Οι χαρακτήρες είναι ολοκληρωμένοι και πιστοί στα αξιακά τους σύνολα (οι όποιες αλλαγές δεν ξαφνιάζουν τον αναγνώστη), και η γλώσσα που χρησιμοποιούν μοιάζει αρκετά καθημερινή, ακόμα και όταν δέχεται κάποιες λόγιες επιρροές. Οι διάλογοι είναι έξυπνοι, ρεαλιστικοί -σίγουρα εντός ελληνικής πραγματικότητας- και προσθέτουν στη ζωντάνια του κειμένου.

Εικονογράφηση δεν υπάρχει, αλλά έτσι κι αλλιώς, η ιστορία απευθύνεται σε μαθητές μεγαλυτέρων τάξεων. Το διάβασμα γίνεται ξεκούραστα, καθώς τα κεφάλαια είναι πολύ μικρής έκτασης (1-4 σελίδες) και οι αποστάσεις ανάμεσα στις γραμμές αραιωμένες,

Με την ιστορία θα ταυτιστούν ευκολότερα μαθήτριες από δίγλωσσες οικογένειες, ή εκείνες που ενδιαφέρονται γενικά για το μαγείρεμα ή ιδιαίτερα για την ελληνική ή γερμανική κουζίνα. Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Στ’ τάξης καθώς η πρωταγωνίστρια είναι ήδη στην εφηβεία.

Αν και σε κάποια σημεία προς τη μέση του βιβλίου, ο όγκος των συνταγών ίσως κουράσει κάποιους αναγνώστες (προσωπικά έναν κορεσμό τον ένιωσα), η λογοτεχνία και η μαγειρική μπλέκονται με πολύ ευχάριστο τρόπο σε αυτή τη χαριτωμένη ιστορία. Πρόκειται χωρίς άλλο για έναν μικρό θρίαμβο της τέχνης της κουζίνας, που όντας έτσι κι αλλιώς στη μόδα τα τελευταία χρόνια, καταφέρνει να φτάσει μέχρι και στο ράφι της παιδικής λογοτεχνίας.

Η ιστορία ωστόσο δεν κινείται σε ένα μόνο επίπεδο. Έτσι, εκτός από κάποιες χαριτωμένες ιδέες για πρωτότυπα πιάτα που μπορεί να συναντήσει ο αναγνώστης, θα έχει και την ευκαιρία να μπει στο πετσί ενός δίγλωσσου παιδιού· ενός παιδιού συγκεκριμένα, που μοιράζει την καρδιά του ανάμεσα σε δύο κουλτούρες, αρκετά μάλιστα ανταγωνιστικές, ώστε καθεμιά να διεκδικεί για λογαριασμό της ολόκληρη την καρδιά του και να το βασανίζει με τον τρόπο της. Αντίστοιχο θέμα πραγματεύεται και το Ο Χιονάνθρωπος πήρε τη μαμά, της Βούλας Μάστορη.

Πολύ θετικό είναι κατά τη γνώμη μου το γεγονός, ότι στην ιστορία αυτή δεν υιοθετείται η οπτική άσπρο – μαύρο, αλλά όλοι μοιάζουν να δικαιούνται μια λωρίδα γης κάτω απ’ τον ήλιο, άνθρωποι και θεωρίες. Και όλα γίνονται τελικώς αποδεκτά, μέσα από το πρίσμα της αγάπης.  Ακόμα και η εμμονή σε παραδοσιακές αξίες για παράδειγμα, που προσωποποιείται στον χαρακτήρα της θείας Ξανθίππης, σε άλλα σημεία του βιβλίου στηλιτεύεται και σε άλλα δικαιώνεται, όπως άλλωστε συμβαίνει και στη ζωή. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι το ανάγνωσμα τούτο, παρότι μπορεί να έχει λίγο απλοϊκή κατάληξη, δεν είναι απλουστευτικό στο σύνολό του και όντως έχει κάτι να προσφέρει στους αναγνώστες που θα ασχοληθούν μαζί του. Στη χειρότερη περίπτωση, θα τους δώσει μια ιδέα για το πώς μέσα από την αγαπημένη τους ασχολία, μπορούν να προσεγγίσουν τα προβλήματά τους και να τα δουν διαφορετικά.

Αξίες - Θέματα
Αγάπη, Οικογένεια, Μαγειρική.

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
Με λένε Τίνα –από το Σταματίνα, το κανονικό όνομα της γιαγιάς Στάμως, ή Τιτίνας, όπως προτιμά η ίδια να την αποκαλούν αφότου έγινε Αθηναία, εδώ και τριάντα χρόνια.

Ο θείος μου ο Ντίνος με φωνάζει Ματίνα, επειδή το χαμόγελό μου εκπέμπει, λέει, ένα πρωινό μεσογειακό φως. Αμέσως μετά σπεύδει να εξηγήσει στους παρισταμένους ότι «ματίνα» σημαίνει στα ιταλικά το «πρωί»και ότι ο ίδιος έχει σπουδάσει στη Μπολόνια. Η θεία μου η Ξανθίππη παρατηρεί ότι  είναι καλύτερα να με λέει Τίνα, για να μη με μπερδεύουν με την ξαδέλφη μου τη Ματίνα, που πρόλαβε να καπαρώσει πρώτη το ηλιοφώτιστο όνομα. Έλα όμως που αν ο θείος ο Ντίνος συμμορφωθεί με την υπόδειξη της θείας Ξανθίππης, θα χάσει μια καλή ευκαιρία να προβάλει την ευρωπαϊκή του παιδεία! Έτσι συνεχίζει αυτός το βιολί του, συνεχίζει κι εκείνη να τον διορθώνει, και πάει λέγοντας.

Αυτά συμβαίνουν από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Κάποια φορά, θα ‘μουνα δε θα ’μουνα  δύο χρονών, ο μπαμπάς μου βρήκε τη σολομώντεια λύση: Ας ρωτήσουμε επιτέλους το παιδί πώς θέλει να το φωνάζουμε», είπε. «Πώς θες να σε λέμε, μπέμπα; Τίνα ή Ματίνα;» ρώτησε μελιστάλαχτα ο παππούς Χρίστος, που ασφαλώς δεν περίμενε να πάρει απάντηση στο ερώτημά του. «Πατατίνα!» τους αποστόμωσα όλους εγώ, απ’ ό,τι μου λένε, γιατί δε θυμάμαι βέβαια τη σκηνή.

Η μαμά μου ισχυρίζεται ότι με το «πατατίνα» που εκστόμισε το βλαστάρι της δεν επέλεξε όνομα, αλλά εξέφρασε απλώς την απαίτησή του να φάει μια τηγανητή πατάτα απ’ την πιατέλα που κρατούσε η θεία Ξανθίππη. Ποιος την άκουγε, όμως; Από την ημέρα εκείνη και ώσπου να με γράψουν στο νηπιαγωγείο, το χαϊδευτικό μου όνομα ήταν Πατατίνα. Αυτό δε θυμάμαι να με πείραξε ποτέ, αφού ένιωθα ανέκαθεν μια ιδιαίτερη έλξη για κάθε φαγώσιμο βασισμένο στην ευλογημένη ρίζα που εισήγαγε στη χώρα μας ο αείμνηστος Ιωάννης Καποδίστριας.

Η πρώτη μου επαφή με το αντικείμενο του πόθου μου έγινε, μου λένε, όταν ήμουν έξι μόλις μηνών. Στο οικογενειακό τραπέζι κάθονταν οι γονείς μου, ο παππούς, η γιαγιά, ο αδελφός μου ο Χρίστος και, φυσικά, η θεία Ξανθίππη. Η μαμά να προσπαθεί να με ταΐσει λίγη ακόμη φρουτόκρεμα, εγώ να αρνούμαι σθεναρά, σπρώχνοντας το κουτάλι μακριά και εκσφενδονίζοντας το περιεχόμενό του σε μπερζέρες και χαλιά, και ο μπαμπάς μπουκωμένος να με καλοπιάνει παριστάνοντας το μπάρμπα Στρουμφ.

«Τα, τα», έλεγα εγώ, «τα, τα», όλο και πιο επίμονα, δείχνοντας το πιάτο του μπαμπά, κανείς όμως δε με καταλάβαινε. Έτσι είδα και απόειδα, μέχρι που άρπαξα το πιρούνι απ’ το χέρι του μπαμπά, και, αφήνοντάς τον με ανοιχτό το στόμα, το ‘χωσα λαίμαργα στο δικό μου στοματάκι. «Ααααα, το παιδί!» τσίριξαν εν χορώ γιαγιά και θεία Ξανθίππη και μου απέσπασαν το φονικό όργανο απ’ τη χουφτίτσα, Εγώ όμως δεν το ‘βαλα κάτω: Με μια αποφασιστική κίνηση βούτηξα ολόκληρη την επαναστατική μου γροθιά στο βουναλάκι από πουρέ που προοριζόταν για τον μπαμπά και στη συνέχεια έμεινα να ξερογλείφομαι, μέχρι που το χεράκι μου καθάρισε εντελώς, οπότε βέβαια επανέλαβα την κίνηση. 

Αυτό ήταν! Από την ημέρα εκείνη ο πουρές, από αληθινή πατάτα βέβαια, όχι σκόνη -"πατάτα πατάτα", που λέει κι η γιαγιά , εντάχθηκε στο καθημερινό μου διαιτολόγιο. Η πονηρή η θεία Ξανθίππη μάλιστα δεν άργησε ν' ανακαλύψει ότι μέσω του πουρέ μπορούσε να με ταΐσει οτιδήποτε απεχθανόμουν, όπως, παραδείγματος χάρη, το συκώτι: έφτανε να το λιώσει στο μίξερ και να το ανακατέψει με άφθονο πουρέ. Η λαχτάρα μου για πατάτες, σε κάθε δυνατή παραλλαγή, με έσπρωχνε να καταβροχθίζω τα πάντα, φτάνει να περιείχαν ίχνη έστω της μαγικής ρίζας!

Share/Bookmark

Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Ο Τριγωνοψαρούλης

Υπόθεση
Ο Τριγωνοψαρούλης είναι ένα ψάρι με τριγωνικό σχήμα, τόσο που δε μοιάζει με κανένα άλλο. Και το μυαλό του όμως είναι τριγωνικό: διαβάζει και γράφει μόνο ό,τι έχει σχέση με τρίγωνα, κι έτσι δεν τα καταφέρνει καθόλου καλά στα μαθήματα. Αποτέλεσμα; όλο το σχολείο στο βυθό τον κοροϊδεύει και εκείνος νιώθει αδικημένος και απομονωμένος. Όταν όμως έρχεται η κρίσιμη στιγμή, αποδεικνύει ότι όχι απλώς αξίζει την αναγνώριση των συμμαθητών του, αλλά και κάτι παραπάνω!

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Βαγγέλης Ηλιόπουλος
Εικονογράφηση: Λήδα Βαρβαρούση
ISBN: 978-960-600-012-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 1997
Σελίδες: 67
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α’, Β’, Γ’

Κριτική
Πρόκειται για μια υπέροχη ιστορία, την πρώτη του ήρωα (αντιήρωα κατά τον δημιουργό) που ακούει στο όνομα Τριγωνοψαρούλης, και που όπως θα διαπιστώσουν όσοι τη διαβάσουν, δεν έγινε χωρίς λόγο η αγαπημένη φιγούρα των μαθητών τα τελευταία χρόνια. Τον κεντρικό χαρακτήρα, ο συγγραφέας τον πλάθει όχι μόνο με προτερήματα αλλά και με μειονεκτήματα (κυρίως μαθησιακά), τα οποία ειδικά στην πρώτη αυτή ιστορία, τον ταλαιπωρούν πολύ.

Η γραφή της ιστορίας είναι απλή, κατανοητή και δοσμένη με σαφήνεια, ώστε ακόμα και παιδιά της Α’τάξης να μπορούν με λίγη προσπάθεια να την απολαύσουν. Η γραμματοσειρά είναι μεγάλη για να μην δυσκολεύει τους αναγνώστες, ενώ η εικονογράφηση της Λήδας Βαρβαρούση παρότι ασπρόμαυρη (αυτό αλλάζει από το τρίτο βιβλίο της σειράς), είναι τρισχαριτωμένη και πανταχού παρούσα. Καθόλου τυχαίο το ότι η ίδια συνεχίζει να εικονογραφεί τις ιστορίες του μικρού ήρωα εδώ και 15 χρόνια... (στο τελευταίο ωστόσο βιβλίο της σειράς οι αναγνώστες καλούνται να την αντικαταστήσουν).

Ένα ζήτημα που ίσως απασχολήσει κάποιους από τους πολύ μικρούς αναγνώστες, είναι ότι το βιβλίο δεν χωρίζεται σε κεφάλαια. Αυτό βέβαια δεν είναι απαραίτητο, καθώς το κείμενο δεν είναι μεγάλο, αλλά ίσως η παρουσία κεφαλαίων να βοηθούσε κάποια παιδιά να συνειδητοποιήσουν ευκολότερα τις εξελίξεις και να κατανοήσουν καλύτερα τα όσα συμβαίνουν στην ιστορία.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε μαθητές Α’, Β’ και Γ’ τάξης που το λατρεύουν, καθώς ταυτίζονται με τον ήρωα. Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί από γονείς και εκπαιδευτικούς που θέλουν τα παιδιά τους να κατανοήσουν την έννοια της διαφορετικότητας με απλό τρόπο.

Πώς να μην αγαπήσουν τα παιδιά ένα γλυκύτατο κίτρινο ψαράκι που από αντικείμενο χλευασμού μετατρέπεται σε αδιαμφισβήτητο σωτήρα της κοινότητάς του; Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως όλοι μας έχουμε ζήσει στιγμές ντροπής στα σχολικά μας χρόνια, στιγμές που θα θέλαμε να ανοίξει η γη να μας καταπιεί. Και ο καθένας μας έχει πέσει στο κρεβάτι προσπαθώντας να ονειρευτεί τέτοιες καταστάσεις να ανατρέπονται και τον εαυτό του να αναδεικνύεται σε ήρωα, που κερδίζει τη συμπάθεια και τον θαυμασμό όλων. Αυτό ακριβώς το όνειρο έρχεται να κάνει πραγματικότητα ο Τριγωνοψαρούλης.

Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής μάλιστα, ξεκινάει χαμηλότερα κι από τη βάση, μια και αντιμετωπίζει έντονα μαθησιακά προβλήματα. Στο σημείο αυτό να τονίσουμε πόσο αριστουργηματικά μας αποδίδει ο συγγραφέας αυτό που συμβαίνει στο μυαλό ενός μαθητή με δυσλεξία ή διάσπαση προσοχής: Το ίδιο το παιδί προσπαθεί (αρχικά τουλάχιστον) με όλες του τις δυνάμεις να ανταποκριθεί, αλλά το αποτέλεσμα ποτέ δεν είναι αρκετό για τους γύρω του. Το ψαράκι της ιστορίας βέβαια αποδεικνύεται τυχερό μέσα στην ατυχία του, καθώς οι περιστάσεις του επιτρέπουν να δείξει τελικά πόσο σπουδαίο είναι.

Ας μη διαφεύγει ωστόσο από τους επίδοξους μιμητές που θα ζηλέψουν την επιτυχία του, ότι η διαφορετικότητα από μόνη της δεν κάνει τη διαφορά! Η συνταγή της επιτυχίας δίνεται συχνά, αλλά σπανίως ακολουθείται: Όπως και ο Τριγωνοψαρούλης, έτσι κι εκείνοι θα χρειαστεί πρώτα να γνωρίσουν τον εαυτό τους και τις ιδιαίτερες δυνάμεις που τους κάνουν ξεχωριστούς, έπειτα να καταστρώσουν ένα σχέδιο πάνω στο οποίο θα εργαστούν με υπευθυνότητα, και τέλος να έχουν την επιμονή και την τύχη μέχρι να το δουν να πετυχαίνει. 

Για το ψαράκι της ιστορίας μας τουλάχιστον, το αμερικάνικο όνειρο λειτούργησε μια χαρά: από αντιήρωας έγινε σούπερ σταρ και για κάποιους ακόμα και φαινόμενο.  Ω, ναι! Το φαινόμενο Τριγωνοψαρούλης, μετράει μέχρι σήμερα 7 βιβλία (χωρίς να υπολογίζουμε τα βιβλιαράκια με τους μαγνήτες, τα παζλ, κλπ.), αρκετές μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες, δικό του cd με τραγούδια, ενώ έγινε θέμα σε σχολικές παραστάσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα, μπήκε σε παιχνιδόκουτο (σαν μουσειοσκευή), έγινε παράσταση στο κουκλοθέατρο αλλά και στο ανθρωποθέατρο, οργανώθηκαν γύρω από το θέμα του ημερίδες και ποιος ξέρει μέχρι πού ακόμα θα φτάσει η χάρη του. Ας ελπίσουμε να μη χάσει ποτέ την αυθεντικότητά του και να μείνει κοντά στις καρδιές των παιδιών, εκεί απ’ όπου με το βιβλίο αυτό, ξεκίνησε το μεγάλο του ταξίδι.

Αξίες - Θέματα
Διαφορετικότητα, Εκπαίδευση, Υπευθυνότητα, Ηγεσία.

Απόσπασμα 
Γρήγορα όμως οι μέρες πέρασαν κι άρχισαν τα μαθήματα. Τα ψαράκια έπρεπε να μάθουν να σχεδιάζουν στο βυθό. Αν και στην αρχή όλα δυσκολεύτηκαν, σιγά σιγά το σχέδιο τους φάνηκε παιχνίδι. Μόνο ο Τριγωνοψαρούλης δυσκολευόταν ακόμα. Ό,τι κι αν ήθελε να σχεδιάσει του έβγαινε σαν τριγωνάκι! Κύκλο ήθελε, τριγωνάκι σχεδίαζε. Τετράγωνο ήθελε, τριγωνάκι του έβγαινε πάλι! του φαινόταν ακατόρθωτο να σχεδιάσει οτιδήποτε άλλο!

Τα άλλα ψαράκια, που μάθαιναν γρήγορα, τον κορόιδευαν:

- Τριγωνοψαρούλη, είσαι ο τελευταίος μαθητής! Μόνο τριγωνάκια ξέρεις να σχεδιάζεις, του έλεγαν.
- Είσαι τεμπέλης! Φώναζαν τα καλαμαράκια και τον χτυπούσαν με τα πλοκάμια τους.
- Δεν προσπαθείς, είσαι αφηρημένος και απρόσεκτος, του έλεγε η κυρά – Σουπιά.

Κι όμως προσπαθούσε, και μάλιστα πολύ! Και πρόσεχε και ήθελε να σχεδιάσει σωστά, αλλά… δεν μπορούσε!

Ήταν τόσο δυστυχισμένος! Η κυρά – Σουπιά πήγαινε κοντά του και του έδειχνε τι έπρεπε να κάνει. Όμως, και πάλι ο Τριγωνοψαρούλης δεν τα κατάφερνε, κι εκείνη εκνευριζόταν και του έβαζε τις φωνές:

- Μα πότε θα μάθεις επιτέλους;

Όταν έφτασαν στο μάθημα που θα μάθαιναν να σχεδιάζουν τρίγωνα, περίμενε ν’ ακούσει επιτέλους κι αυτός ένα «μπράβο!», κάτι που ως τώρα δεν είχε ακούσει ποτέ κι από κανέναν. Όμως, ούτε η δασκάλα ούτε τα άλλα ψαράκια του το είπαν. Αντίθετα, πάλι τον κορόιδευαν:

- Αυτό έλειπε να μην κάνεις σωστά τα τρίγωνα! Τι Τριγωνοψαρούλης θα ήσουν; του φώναζαν στο διάλειμμα.

Στο διάβασμα τα πράγματα δεν πήγαιναν καλύτερα. Όταν στους βράχους υπήρχαν σύμβολα με τριγωνάκια, ο Τριγωνοψαρούλης τα διάβαζε αμέσως. Όταν υπήρχαν κι άλλα σχέδια, αργούσε πάρα πολύ και τα ψαράκια που βαριόντουσαν, έκαναν φασαρία. Ακόμα κι αν ήξερε να διαβάσει, τα έχανε κι έκανε λάθος. Η κυρά – Σουπιά θύμωνε, και πάλι τον κατσάδιαζε.

Ούτε και στο διάλειμμα τα άλλα ψαράκια του συμπεριφέρονταν καλύτερα. Δεν τον έκαναν παρέα, μια και ήθελαν να παίζουν πάντα με τους καλύτερους μαθητές, όπως το λυθρίνι, το σαφρίδι και το λαβράκι. Το σχολείο γι’ αυτόν ήταν ένα μαρτύριο. Καθόταν λοιπόν μόνος του στη γωνία ενός βράχου κι έτρωγε το πλαγκτό το, σχεδίαζε τα τριγωνάκια του και καμιά φορά σιγοτραγουδούσε μελαγχολικά:

Δεν είμαι χαζούλης,
δεν είμαι κουτός.
Ο Τριγωνοψαρούλης,
ο διαφορετικός.

Προβληματισμοί για Συζήτηση  
Στοχοθεσία - Συνεργασία
Ο Τριγωνοψαρούλης καταφέρνει να σώσει τον βυθό από μια τρομερή απειλή. Πριν το κατορθώσει αυτό, ωστόσο, κλείνεται για μέρες στο σπίτι του και καταστρώνει ένα σχέδιο. Εσείς κάνετε σχέδια για το μέλλον; Πώς φαντάζεστε τον εαυτό σας σε 10 χρόνια από τώρα; Μπορείτε να σκεφτείτε ποια βήματα πρέπει να ακολουθήσετε και ποια εφόδια θα σας χρειαστούν για να καταφέρετε αυτό που ονειρεύεστε; Μην ξεχνάτε ότι για μεγάλους στόχους που δεν μπορούμε να επιτύχουμε μόνοι μας, η βοήθεια των φίλων και των συγγενών μας είναι πολύτιμη.

Share/Bookmark

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Ο Ματθαίος και ο παππούς

Υπόθεση
Ο παππούς του Ματθαίου είναι στα τελευταία του και η οικογένειά του, περίλυπη, έχει μαζευτεί γύρω από το κρεβάτι. Ο μικρός εγγονός παρατηρεί έναν - έναν τους συγγενείς και καταλήγει σε έναν φανταστικό διάλογο με τον παππού. Ο χρόνος τότε σταματά, ο παππούς πιάνει τον Ματθαίο από το χέρι και μαζί ξεκινούν για μια τελευταία βόλτα στους αγρούς, μια βόλτα που θα εξοικειώσει σταδιακά τον μικρό με την αίσθηση της απώλειας.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Ρομπέρτο Πιουμίνι (Roberto Piumini)
Εικονογράφηση: Ελίζα Βαβούρη
Μετάφραση: Βασιλική Νίκα
Απόδοση: Βούλα Μάστορη
Τίτλος πρωτοτύπου: Mattia e il nonno
ISBN: 960-16-1050-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 1993 (στα ελληνικά 2001)
Σελίδες: 108
Τιμή: περίπου 2 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ’, Δ’


Κριτική
Συμπαθητικό παραμύθι «δρόμου», του Ρομπέρτο Πιουμίνι, που καταπιάνεται επιτυχημένα με το πολύ δύσκολο θέμα της διαπραγμάτευσης του θανάτου αγαπημένων προσώπων. Οι χαρακτήρες διαμορφώνονται με απλότητα και δεξιοτεχνία, ενώ οι περιγραφές και οι διάλογοι προδίδουν έναν ιδιαίτερο συναισθηματικό πλούτο από την πλευρά του συγγραφέα, αλλά και σωστή απόδοση από την πλευρά της μεταφράστριας.

Η γραμματοσειρά είναι μετρίου μεγέθους και τα κεφάλαια μόλις και μετά βίας αγγίζουν τις τέσσερις σελίδες το καθένα. Έτσι το βιβλίο δεν κουράζει, παρότι  η εικονογράφηση είναι σχετικά αραιή. Το περιεχόμενο ωστόσο του αναγνώσματος, μπορεί σε ορισμένα σημεία να προβληματίσει τους πολύ μικρούς αναγνώστες, οπότε προτείνεται η παρουσία κάποιου μεγαλυτέρου, που θα λύνει τις απορίες και θα επεξηγεί τα δύσκολα μέρη.

Θα λέγαμε ότι η επινόηση του συγγραφέα ο παππούς να μικραίνει σε όλη τη διάρκεια του έργου, μέχρι που στο τέλος γίνεται ελάχιστος και ενσωματώνεται μέσα στον ίδιο τον εγγονό (όπου και θα μείνει για πάντα), είναι ιδιαίτερα ευρηματική και μπορεί να βοηθήσει μικρά παιδιά να διαχειριστούν αντίστοιχα ζητήματα απώλειας. Από κει και πέρα, βρίσκουμε το βιβλίο περισσότερο κατάλληλο για παιδιά Γ’ και Δ’ τάξης, χωρίς να μπορούμε να εγγυηθούμε ότι ακόμα και αυτά θα είναι σε θέση να εντοπίσουν και να εκμεταλλευτούν όλα όσα όμορφα και περίεργα κρύβονται στο κείμενο.
Προσωπικά, θεωρώ για μια ακόμη φορά άστοχη την επιλογή του εκδότη, καθώς η όλη επιμέλεια (σύμφωνα και με το οπισθόφυλλο), προσανατολίζεται σε παιδιά 6-7 ετών, ενώ το ίδιο το ανάγνωσμα έχει στοιχεία που οι πολύ νεαροί αναγνώστες είναι αδύνατο να αντιληφθούν και να εκτιμήσουν· τα κεκαλυμμένα φιλοσοφικά μηνύματα, ο αυξομειούμενος ρυθμός δράσης, οι μη δομικές σχέσεις των ανθρώπων με τα αντικείμενα και οι εσκεμμένοι παραλογισμοί (κάποιοι κριτικοί τοποθετούν τον συγγραφέα στους ντανταϊστές) είναι ορισμένα από αυτά. 

Αν ωστόσο το βιβλίο αντιμετωπιστεί απλώς ως κείμενο - εξάσκηση για ανάγνωση, οι λέξεις είναι αρκετά απλές, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από παιδιά της Β’ Δημοτικού. Είναι όμως αυτό το ζητούμενο;

Αξίες - Θέματα
Αγάπη, Ζωή, Θάνατος.

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
Στην αντίπερα όχθη, τη δεξιά, υπήρχε ένα άσπρο άλογο.

- Κοίτα! είπε ο παππούς.
Ήταν ένα άσπρο άλογο που έμοιαζε πολύ μεγάλο. Έβοσκε στο χορτάρι κουνώντας αργά την ουρά του.

- Σ’ αρέσει; είπε ο παππούς κι έβαλε το χέρι πάνω απ’ τα μάτια για να εμποδίσει το αντιφέγγισμα του νερού.

- Ναι! Πολύ! Μα ανάμεσά μας υπάρχει το ποτάμι.

Ο Ματθαίος κοιτούσε το άλογο με έναν τρόπο παράξενο – καρφώνοντας το βλέμμα του μεταξύ της άκρης του δείκτη και της άκρης του αντίχειρά του. Σαν να το κρατούσε στο χέρι του. Τόσο μικρό φαινόταν. Άφησε το χέρι του παππού και το κοίταξε πάλι κάνοντας τα δάχτυλα κιάλι. Το άλογο φαινόταν τώρα πιο μεγάλο.

- Ας του δώσουμε ένα όνομα, είπε ο παππούς. Αργά ή γρήγορα μπορεί να το ξανασυναντήσουμε.

Προσπάθησαν παίζοντας να βρουν ένα όνομα για το άλογο. Είπαν πολλά, αλλά κανένα δεν του ταίριαζε.
- Άσπρος;
- Μμμ… Γκρίζος;
- Φουντωτός;
- Πήγασος;
- Τι είναι ο Πήγασος, παππού;
Τότε ο παππούς διηγήθηκε στο Ματθαίο την ιστορία του Πήγασου, που ήταν ένα άλογο με φτερά.

- Ωραία ιστορία! Αλλά αυτό το όνομα δε μου φαίνεται και τόσο κατάλληλο, του είπε στο τέλος ο Ματθαίος.

Είπαν μερικά ονόματα ακόμη. Μετά έμειναν σιωπηλοί κοιτάζοντας το ποτάμι. Το άλογο είχε κάπως απομακρυνθεί από την όχθη, προς τα δεξιά, προς τη μεριά των βουνών. Κάθε τόσο, σαν να ένιωθε τα βλέμματα του Ματθαίου και του παππού, σήκωνε το κεφάλι και κοιτούσε προς το μέρος τους, χωρίς να μετακινείται. Η χαίτη του τύλιγε το λαιμό του. Ύστερα ξανάρχιζε να βόσκει.

- Κουρσάρος! Σου αρέσει; είπε ο Ματθαίος.
- Ναι! απάντησε ο παππούς.
- Ωραία! Τότε, Κουρσάρος. Αυτό θα είναι το όνομά του.

Ξανάρχισαν να περπατούν προς τη θάλασσα. Κάθε τόσο ο Ματθαίος γύριζε και κοιτούσε το άλογο.

- Αν όμως έχει ήδη ένα δικό του όνομα, πώς θα το φωνάζουμε και Κουρσάρο; ρώτησε σε μια στιγμή.

- Τα ονόματα τα δίνουν οι άνθρωποι. Αν εμείς του δώσουμε το όνομα Κουρσάρος, θα λέγεται και Κουρσάρος, είπε ο παππούς.

- Τότε εμείς είμαστε και λίγο αφεντικά του, αφού του δώσαμε όνομα. Είναι και λίγο δικό μας. Έτσι δεν είναι, παππού;

- Πράγματι, έτσι είναι!

Ο Ματθαίος, ευχαριστημένος, έκανε τα χέρια του χωνί στο στόμα και φώναξε στο άλογο:

- Είσαι ο Κουρσάρος! Κουρσάρε! Γεια σου Κουρσάρε! Κατάλαβες; Κουρσάρος είναι το όνομά σου.

Το άλογο, από την άλλη πλευρά του ποταμιού, σήκωσε το κατάλευκο κεφάλι του κι η πλούσια χαίτη του κυμάτισε στον αέρα. Η ουρά του τεντώθηκε και έμεινε έτσι για λίγο.

- Μπράβο, Κουρσάρε! φώναζε ο Ματθαίος και έτρεχε πάνω κάτω κατά μήκος της όχθης.

Το άλογο κατέβασε το κεφάλι του και συνέχισε να τρώει το χορτάρι.

- Με άκουσε, παππού, έτσι δεν είναι; ρώτησε ο Ματθαίος.

- Έτσι νομίζω. Τα άλογα έχουν πολύ καλή ακοή.

Share/Bookmark

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Η Ρίκι κι ο Σιλβάτικος στην κορυφή του κόσμου

Υπόθεση
Η Ρίκι, μια τυφλοποντικίνα που θέλει να κάνει φιλίες με τους «εχθρούς» των τυφλοπόντικων και με τα ζωάκια που θα έπρεπε να θεωρεί «θύματά» της, ζει με τον δασικό ποντικό Σιλβάτικο στα δέντρα. Όταν τα παιδιά τους μεγαλώνουν και ακολουθούν το δρόμο τους, το ζευγάρι αποφασίζει να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι στην ψηλότερη κορυφή του κόσμου, το Έβερεστ. 

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Λεία Χατζοπούλου - Καραβία
Εικονογράφηση: Λίζα Ηλιού
ISBN: 960-16-1663-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2004
Σελίδες: 125
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ’, Δ’

Κριτική
Ταξιδιωτικό διήγημα με δύο ζωάκια να φτάνουν στην άλλη άκρη του κόσμου χάρη στη βοήθεια της ανθρώπινης φιλίας και της αγάπης. Το έβδομο βιβλίο της σειράς «Η Ρίκι κι η φαμίλια της» από την πολυγραφότατη συγγραφέα. Προσωπικά ωστόσο, με εξαίρεση τα πολύ συμπαθητικά ποιηματάκια (που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και μέσα στην τάξη, ιδιαίτερα σε επίπεδο Β' Δημοτικού), το βρήκα σχετικά αδιάφορο και κάποιες φορές μπήκα στον πειρασμό να το εγκαταλείψω. Και τούτο, παρότι τα δύο πλάσματα ταξιδεύουν μέχρι τα Ιμαλάια, αφού το βάρος της αφήγησης δεν πέφτει στην περιπέτεια και τη δράση, αλλά αναλώνεται σε διδάγματα αδελφοσύνης και πανανθρώπινης φιλίας.

Η γραφή επίσης δεν βοηθάει ιδιαίτερα, με αποτέλεσμα ακόμα και τα ενδιαφέροντα ή διδακτικά που έχει να δώσει το κείμενο, να εμφανίζονται συχνά με τρόπο έμμεσο και επιτηδευμένο, γεγονός που μπορεί να κουράσει μικρούς ή μεγάλους αναγνώστες.

Η γραμματοσειρά είναι μετρίου μεγέθους και η εικονογράφηση ασπρόμαυρη αλλά παρούσα κάθε 4-5 σελίδες κειμένου, ωστόσο το βιβλίο δεν χωρίζεται σε κεφάλαια, και έτσι δυσκολεύει τους μαθητές που θέλουν να πάρουν μια ανάσα προτού συνεχίσουν την ανάγνωση.

Θα το θεωρούσαμε κατάλληλο για παιδιά Γ’ και Δ’ τάξης, ενώ αγόρια και κορίτσια που ενδιαφέρονται για τα ταξίδια, την ορειβασία ή τους πολιτισμούς της Ανατολής, υπάρχει πιθανότητα να το συμπαθήσουν περισσότερο.

Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το βιβλίο μια πολύ καλή εισαγωγή για παιδιά που επιθυμούν να γνωρίσουν το Νεπάλ, ή να προσηλυτιστούν στον βουδισμό. Οι μικροί αναγνώστες θα έρθουν σε επαφή με δυσπρόφερτα τοπωνύμια όπως Μπαγκνταπούρ (Bhaktapur), ονόματα όπως Σουγκντάρ και λέξεις όπως Γκουχάαρ, ενώ μπορούν να μάθουν να μετράνε «εκ, ντούι, τίιν, τσαρ, παντς, τσα, σάατ, άατ, νάου, ντας» και να χαιρετούν «Ναμαστέ, Σάανο Σάαμπ, Σάανο Μέμσααμπ» στα νεπαλέζικα. Θα διαβάσουν επίσης τον μύθο του Βούδα και του θεού Σουαγιανμπού και θα σιγοψιθυρίσουν την προσευχή: «Ω μάνι πάντμε χαμ» (Ω άνθος του λωτού).

Όσοι αναζητούν περισσότερο πρακτικά οφέλη από το βιβλίο, ίσως εκτιμήσουν κάποιες -αμφιβόλου χρησιμότητας αλλά αδιαμφισβήτητης δυσκολίας- λέξεις (όπως γεννήτορες, άπτεροι, δυοίν) που φυτρώνουν μέσα στο κείμενο με σκοπό πιθανόν να εμπλουτίσουν το λεξιλόγιο των παιδιών. Άλλοι πάλι, ίσως ανακαλύψουν ότι τα δύο τρωκτικά – πρωταγωνιστές, στην προσπάθειά τους να συγκρατήσουν ονόματα όπως Μπουπατίντρα ή Τσομολούγκμα, αποκαλύπτουν στους αναγνώστες κάποιες στρατηγικές απομνημόνευσης, όπως το να κόβουν τις δύσκολες λέξεις στα δύο ή να τις συνδέουν με κάτι που βγάζει νόημα.

Όπως όμως και να το δει κανείς, το τέλος της ανάγνωσης μας αφήνει με προβληματισμούς και απορίες σχετικά με τα όποια διδάγματα: Όταν ο τυφλοπόντικας έχει μεγάλα μάτια και δεν τρώει άλλα ζωάκια, είναι «καλός» ή απλώς αλλοτριωμένος; Πώς οφείλει να συμπεριφέρεται ο άνθρωπος στους συνανθρώπους του και πώς στα άλλα ζώα και τη φύση, αν θέλει να νιώθει και αυτός «καλός»; Και είναι άραγε θεμιτό να εναντιώνεται κανείς στη φύση του; Ευκαιρία για μια καλή συζήτηση...

Αξίες - Θέματα
Διαφορετικότητα, Αγάπη, Φιλία.

Απόσπασμα 
Κοίταξαν κάτω χωρίς γυαλιά. Ακόμα λευκότερες οι γύρω κορυφές, πιο αστραφτερά τα ποτάμια, πιο πολύχρωμες οι πολιτείες. Κι ολόγυρα ησυχία απόλυτη. Τα βήματά τους δεν ακούγονταν παρά σαν ελάχιστο τρίξιμο πάνω στο σκληρό χιόνι. Κι όμως…

Ξάφνου ακούστηκε ένα απόμακρο «ΟΥΜ ΟΥΜ! ΟΥΜ ΟΥΜ!». Να βογκούσε άραγε ο Χιονάνθρωπος; Στράφηκαν για μια εξήγηση στο σιρντάρ τους.

- Μέχρι εδώ φτάνει αχνός ο ήχος από τις μεγάλες σάλπιγγες των βουνίσιων μοναστηριών, είπε αυτός. Χτυπά από κορφή σε κορφή και κάνει κύματα ήχου.

- Στον τόπο μου τα λέμε ηχώ, είπε ο Μάκης. Η ηχώ αρχίζει δυνατά, κι από χτύπημα σε χτύπημα γίνεται όλο πιο αχνή. «ΟΥΜ ΟΥΜ! ΟΥΜ ουμ! Ουμμμμ!»

Μόλο που φορούσαν μπότες και παχιά γάντια, ένιωθαν τα δάχτυλά τους παγωμένα. Λες να έσπαγαν κάποια στιγμή με ένα τρίξιμο;

- Πρέπει να αρχίσουμε την κατάβαση, είπε ο πατέρας του Πασάνγκ.

- Μια στιγμή ακόμη, παρακαλώ, έκανε ο Μάκης.

Έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή, όπως κάτω, στην πόλη Μπαγκνταπούρ, στο λόφο Σουαγιανμπού, στο βουνίσιο μοναστήρι. Φωτογράφισε τα τοπία γύρω, μετά τον Σιλβάτικο να κρατά από τους ώμους τη Ρίκι, κι ύστερα ρώτησε:

Μου επιτρέπεις, σιρτνάρ, να φωτογραφίσω εσένα και το γιο σου, για να σας θυμόμαστε όταν γυρίσουμε στον τόπο μας;

-  Οι Σέρπα πιστεύουν ότι όποιος τους παίρνει φωτογραφία παίρνει ένα κομμάτι από την ψυχή τους, είπε ο πατέρας του Πασάνγκ. Δεν αφήνουμε να μας φωτογραφίζουν λοιπόν. Όμως εσένα σε αγαπήσαμε, γιατί φέρνεσαι στα ζώα σαν να ξέρεις ό,τι ξέρουμε κι εμείς: ότι δηλαδή όλα τα ζωντανά είμαστε δεμένα μεταξύ μας, κι ίσως παλιά ένας άνθρωπος ήταν ψάρι, πίθηκος, ελέφαντας, ποντίκι… Γι’ αυτό ευχαρίστως θα σου δώσουμε ένα κομμάτι από την ψυχή μας.

Πέρασε το χέρι γύρω από τους ώμους του Πασάνγκ, κι ο Μάκης τους φωτογράφισε και τους ευχαρίστησε από καρδιάς για τη χάρη που του έκαναν.

- Αρκετά χασομερήσαμε, κι οι δυνάμεις μας ξοδεύονται γρήγορα εδώ πάνω, είπε ο σιρντάρ. Η κατάβαση είναι δυσκολότερη ίσως από την ανάβαση. Μπρος λοιπόν!

Κράτησαν πάλι γερά το σχοινί. Ο Πασάνγκ πήγαινε πρώτος, μα αυτή τη φορά ο πατέρας του έμενε τελευταίος απ’ όλους για να τους κρατά γερά, μη γλιστρήσουν και πέσουν στο κενό.

Κατασκήνωσαν ξανά στο ίδιο μέρος, μόνο για μια νύχτα. Τα τρόφιμά τους είχαν σχεδόν τελειώσει. Έφαγαν από δυο μπουκιές και τραγάνισαν ένα πολύ ξερό πράμα, σαν κάποιες ρίζες στο δάσος τους, το καταχείμωνο.

- Είναι θρεπτικό, είπε ο Πασάνγκ. Πρώτα νοιαζόμαστε για το σώμα μας. Όταν βρεθούμε σε άνεση, νοιαζόμαστε και για τον ουρανίσκο μας.

Θα έκαναν υπομονή μέχρι να φτάσουν χαμηλότερα, για να ευχαριστήσουν και τον ουρανίσκο τους με ωραίες γεύσεις.

Την επόμενη μέρα προχώρησαν μέχρι το μοναστήρι. Οι μοναχοί τώρα τους υποδέχτηκαν με σεβασμό για το δύσκολο κατόρθωμά τους. Τους ετοίμασαν να πιουν βρασμένα βότανα για να ξαναμαζέψουν δύναμη, και τους προσέφεραν ό,τι πιο θρεπτικό είχαν στα ντουλάπια τους.

Μια νύχτα μόνο έμειναν κι εκεί, και με το πρώτο «ΜΠΟΥΜ! ΜΠΟΥΜ!» και «ΟΥΜ! ΟΥΜ!» συνέχισαν το κατέβασμά τους.


Share/Bookmark

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Όμορφη πορτοκαλιά μου


Υπόθεση
Ο Ζεζέ είναι ένα πολύ ζωηρό αγοράκι μιας πολυμελούς (και πάμφτωχης) οικογένειας που ζει στο Ρίο της Βραζιλίας στη δεκαετία του 1920. Οι σκανδαλιές του δεν συγχωρούνται όπως συνήθως συμβαίνει στα παιδικά βιβλία ή τις ευκατάστατες οικογένειες (βλ. Τρελαντώνης), αλλά ξεπληρώνονται με άγριο ξύλο και τιμωρίες. Όταν η φαμίλια του μετακομίζει σε νέο σπίτι (επειδή χρωστάει τα νοίκια στο προηγούμενο), ο ευαίσθητος μικρός βρίσκει στην πίσω αυλή του μια πορτοκαλιά και δένεται μαζί της, σαν να συνάντησε σε αυτήν έναν αληθινό φίλο.

Χαρακτηριστικά 

Εκδότης: Κέδρος (πλέον Μεταίχμιο)
Συγγραφέας: Χοσέ (Ζοζέ) Μάουρο ντε Βασκονσέλος (José Mauro de Vasconcelos)
Εικονογράφηση: Σοφία Ζαραμπούκα
Μετάφραση: Άλκη Ζέη
Τίτλος πρωτοτύπου: O Meu Pé de Laranja Lima
ISBN: 960-04-0357-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 1968 (στα ελληνικά 1978)
Σελίδες: 198
Τιμή: περίπου 9 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ πλέον εδώ
Τάξεις: Στ’, Γυμνάσιο

Κριτική
Συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό διήγημα του δασκάλου και συγγραφέα Ζοζέ Μάουρο ντε Βασκονσέλος, που ξεχειλίζει από ανθρωπιά και αγάπη. Παρότι το κείμενο είναι γραμμένο πριν περίπου μισόν αιώνα, οι καταστάσεις στις οποίες αναφέρεται είναι δυστυχώς ακόμα σύγχρονες (η αδικία ποτέ δεν πεθαίνει), ενώ η ζωντάνια των χαρακτήρων και ο πικρός ρεαλισμός δεν αφήνουν τον αναγνώστη να κλείσει το βιβλίο!

Την απόδοση στα ελληνικά έχει επιμεληθεί η μεγάλη Άλκη Ζέη και έτσι η παρασπονδία της μετάφρασης από τα γαλλικά αντί για τα Πορτογαλικά (γλώσσα στην οποία γράφτηκε το κείμενο), δεν δημιουργεί παρά ελάχιστα προβλήματα (μια δυο φορές π.χ. ίσως αναρωτηθούμε σε ποιον αναφέρεται μια αντωνυμία).

Οι χαρακτήρες είναι πέρα για πέρα πειστικοί (άλλωστε πρόκειται για ιστορία βασισμένη σε αληθινά βιώματα), αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με μεγάλη φυσικότητα και επηρεάζουν τα γεγονότα της ιστορίας με τρόπο ώστε να εξελίσσεται γρήγορα αλλά ρεαλιστικά.

Στα αρνητικά σημεία η παντελής απουσία εικονογράφησης, ενώ προβληματίζουν κάποιες σκληρές εικόνες –οι ξυλοδαρμοί ή όταν π.χ. το πόδι του ήρωα τραυματίζεται και το αίμα του ανακατεύεται με βρωμόνερα- αλλά και φράσεις -διαόλου σπέρμα τον αποκαλούν και ο χαρακτηρισμός τον σημαδεύει και τον γεμίζει παράπονο- που επιβάλλουν να προτείνουμε το βιβλίο μόνο για παιδιά Στ’ τάξης ή μεγαλύτερα. Στο οπισθόφυλλο ωστόσο, ο εκδότης θεωρεί το ανάγνωσμα κατάλληλο και για παιδιά 10 ετών (Ε’ τάξης).

Παρά τις όποιες ατέλειες, το βιβλίο τα έχει όλα και οφείλουμε να το διαβάσουμε μικροί και μεγάλοι, παιδιά, εκπαιδευτικοί και γονείς. Πιστεύω όμως ότι με τον ήρωα θα μπορέσουν να ταυτιστούν ευκολότερα τα ζωηρά αγόρια που νιώθουν μονίμως αδικημένα.

Ο μικρός Ζεζέ μπορεί να είναι φτωχός, όμως αποδεικνύεται πάμπλουτος σε  φαντασία και συναισθήματα. Τα μοιράζεται μαζί μας και πρωταγωνιστεί σε ένα από τα ωραιότερα παιδικά αναγνώσματα που έχουν γραφτεί ποτέ. Ένα κείμενο σαν τριαντάφυλλο, που μας μαγεύει με το άρωμά του, αλλά και μας πληγώνει την ψυχή με τα αγκάθια του. Πολλές σκηνές είναι εξαιρετικές, όμως ξεχωρίζει το συμβάν των Χριστουγέννων, όπου ο Ζεζέ πληγώνει τον πατέρα του κατά λάθος και μετά βγαίνει στους δρόμους με το κασελάκι του λούστρου για να μπορέσει να εξιλεωθεί αγοράζοντάς του ένα ταπεινό δωράκι.

Το βιβλίο δεν φοβάται να μιλήσει για την ανισότητα, την «Αθλιότητα και Πείνα», σε έναν κόσμο που οι πλούσιοι και οι φτωχοί ζούνε τόσο κοντά, αλληλεπιδρούν, συνδιαλέγονται… σε τέτοιο βαθμό που θα νόμιζε κανείς ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Κι όμως, το παιδί που κάθε πρωί κοιτάζει να φορέσει το βρακί με τις λιγότερες τρύπες, που κρατάει τα πάνινα παπούτσια του στο χέρι για να μην τα φθείρει ως το σχολείο, συνεχίζει να περνάει δίπλα από τους ιδιωτικούς κήπους των πλουσίων και όλα μένουν ίδια.

Από το Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, σ’ ένα παιδί που μετράει παντοφλιές, λοιπόν. Πολύ χρήσιμο το ανάγνωσμα και για τους εκπαιδευτικούς, καθώς δίνει με καθαρότητα την οπτική του παιδιού που ενώ παντού έχει το όνομα του «βρισιάρικου παλιόπαιδου», μόλις συναντήσει την ενίσχυση και τη βράβευση της δασκάλας που πιστεύει σ’ αυτό, επιλέγει να μην κάνει διαβολιές στο σχολείο, ώστε να μην την απογοητεύσει. Βλέπουμε από την άλλη σε εφαρμογή και αρκετές από τις τεχνικές (π.χ. ύφος πληγωμένο ελαφάκι) που χρησιμοποιούν τα σκανδαλιάρικα παιδιά για να προσεταιριστούν τους πιο «πονόψυχους» μεγάλους, όταν χρειάζονται την προστασία τους. Το δίδαγμα; παρόμοιο με αυτό στο οποίο μας οδηγεί το έργο Ντοστογέφσκι. Δεν υπάρχουν «καλά» και «κακά» παιδιά. Υπάρχουν άνθρωποι, διαρκώς ανοιχτοί σε στις θετικές και αρνητικές επιρροές του περιβάλλοντος. Άνθρωποι που διαλέγουν τον δρόμο τους: τη μια στιγμή αγκαλιά με ένα άγιο, και την άλλη δέσμιοι του διαβόλου.

Αξίες - Θέματα
Ανθρωπιά, Αγάπη, Υπευθυνότητα, Χιούμορ, Οικογένεια, Ανισότητα, Περιβάλλον, Αξιοπρέπεια, Μουσική, Εκπαίδευση.

Απόσπασμα 
- Ξέρεις, Πορτοκαλιά, τι είναι το «καθώς πρέπει»;
- Ένας «καθώς πρέπει» είναι να πούμε κάτι σαν πρίγκηπας.

Κάθε μέρα μ’ άρεσε όλο και περισσότερο στο σχολείο και τα κατάφερνα όλο και καλύτερα. Κανένας δεν είχε παράπονο μαζί μου. Η Γκλόρια έλεγε πως κλειδαμπάρωσα το διαβολάκι μου στο ντουλάπι κι έγινα άλλο παιδί.

- Το πιστεύεις εσύ, Πορτοκαλιά μου;

- Φυσικά και το πιστεύω.

- Αφού είναι έτσι, δε σου λέω κι εγώ το μυστικό μου.

Έφυγα μουτρωμένος. Εκείνη δεν ανησύχησε, ήξερε πως δε μου κρατάει για πολύ.

Το μυστικό ήτανε γι’ απόψε κι η καρδιά μου χοροπηδούσε από λαχτάρα. Επιτέλους, σφύριξε η σειρήνα του εργοστασίου και οι άνθρωποι γύρναγαν στα σπίτια τους. Σαν καλοκαιριάζει οι μέρες είναι ατέλειωτες. Η ώρα για το δείπνο δε λέει να φτάσει. Καθόμουνα στην καγκελόπορτα και κοίταζα ένα γύρο κι ούτε που μου πέρναγε από το μυαλό καμιά σκανταλιά, ούτε φίδι ούτε τίποτα. Έμεινα κάμποσο περιμένοντας τη μαμά. Η Ζαντίρα τα ‘χε χαμένα με την τόση μου φρονιμάδα και με ρωτούσε μπας κι έφαγα τίποτα άγουρα φρούτα και μ’ έπιασε  πονόκοιλος.

Η μαμά φάνηκε πιο πέρα. σίγουρα αυτή ήτανε. Κανένας άλλος στον κόσμο δεν της μοιάζει. Πετάχτηκα σαν σαΐτα κι έτρεξα να την προϋπαντήσω.

- Την ευχή σου, μανούλα.

Της φίλησα το χέρι. Παρ’ όλο που ο δρόμος μας φωτιζότανε μ’ ένα αδύνατο λαμπιόνι, μπορούσα να δω το πρόσωπό της που φαινόταν κατακουρασμένο.

- Δούλεψες πολύ σήμερα, μαμά;

- Πολύ, αγόρι μου. Και μ’ αυτή τη ζέστη πεθαίνεις κάτω στα εργαστήρια

- Δώσ’ μου το σακούλι σου, είσαι κουρασμένη.

Μου έδωσε το σακούλι της που είχε την άδεια καραβάνα, που έβαζε το φαγητό της.

- Έκανες πάλι τίποτα τρέλες σήμερα;

- Σχεδόν καμία, μαμά.

- Γιατί με περίμενες;

- Μ’ αγαπάς μια σταλίτσα;

- Βέβαια και σ’ αγαπώ, σαν όλα τ’ αδέρφια σου.

- Ξέρεις τον Ναρντίνιο; Τον ανιψιό του Κουτσάλογου;

Γέλασε.

- Η μαμά του, που λες, του σκάρωσε ένα κοστούμι μούρλια. Πράσινο, με άσπρα σιρίτια. Κι ένα μικρό γιλέκο που κουμπώνει ίσαμε το λαιμό. του ‘ρχεται όμως πολύ μικρό. Κι ούτε έχει μικρότερο αδερφάκι για να του το δώσει. Λέει πως το ‘χει για πούλημα… Θες να το αγοράσεις;

- Ωχ, αγοράκι μου! Να ‘ξερες τι δύσκολα περνάμε.

- Μπορούμε να το πληρώσουμε με δόσεις. Δεν κάνει ακριβά. Μόνο τα υλικά λέει να πληρώσουμε και τον κόπο μας τον χαρίζει.

Άρχισα κάτι παρακάλια…

- Μαμά, είμαι ο πιο καλός μαθητής στην τάξη μου. Η δασκάλα μου λέει πως θα ‘χω καλούς βαθμούς. Παρ’το μου, μανούλα. Πάει τόσος καιρός που δε φόρεσα καινούριο ρούχο.

Σώπαινε. Κι εγώ ήμουνα όλος λαχτάρα.

- Αν δε μου το πάρεις, μαμά, δε θα ‘χω ποτέ στη ζωή μου στολή ποιητή. Η Λαλά θα μου κάνει ένα φιόγκο από ένα κομμάτι μεταξωτό που έχει.

- Καλά, αγόρι μου, θα σου το πάρω. Θα δουλέψω μια βδομάδα υπερωρία και θα σου το πάρω.

Τότε της φίλησα τα χέρια και φτάσαμε στο σπίτι με το μάγουλό μου ακουμπισμένο στο χέρι της.

Έτσι απόχτησα τη στολή του ποιητή. Μου πήγαινε τόσο πολύ, που ο θείος Εντμούντο με πήγε να βγάλω φωτογραφία.

****

Σχολείο, Λουλούδι, Λουλούδι, Σχολείο…

Όλα κυλούσανε μια χαρά ως τη μέρα που ο κυρ Γκοντοφρέντο μπήκε στην τάξη μας. Ζήτησε συγνώμη και τράβηξε κατευθείαν στη δασκάλα μας. Κάτι της είπε ψιθυριστά κι έδειξε το λουλούδι μέσα στο βάζο. Ύστερα έφυγε. Η κυρία Καικιλία με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα όλο λύπηση. Όταν χτύπησε το κουδούνι με φώναξε κοντά της.

- Έχω κάτι να σου πω, Ζεζέ. Περίμενε ένα λεπτό

Μάζευε και ξαναμάζευε τα πράγματά της μέσα στην τσάντα της. Φαινότανε πως δεν της πήγαινε η καρδιά της να μου μιλήσει και χασομερούσε επίτηδες.

Ο κύριος Γκοτνοφρέντο μου είπε κάτι πολύ κακό για σένα, Ζεζέ. Να το πιστέψω;

Έγνεψα ναι με το κεφάλι.

- Για το λουλούδι; Αλήθεια σας είπε.

- Πώς τα κατάφερες;

- Σηκώνομαι λίγο πιο νωρίς και περνάω από τον κήπο του Σεργκίνιο. Καμιά φορά η καγκελόπορτα είναι μισάνοιχτη, τρυπώνω μέσα και σουφρώνω το λουλούδι. Έχει τόσα πολλά, που ούτε φαίνεται πως λείπει ένα.

- Ναι. Μα αυτό δεν είναι καλό. Δεν πρέπει να το ξανακάνεις. Δεν είναι εντελώς κλεψιά, μα είναι κιόλας μια αρχή.

- Όχι, κυρία Καικιλία. Τα λουλούδια δεν είναι κανενός. Είναι σαν τον αέρα. Είναι για όλο τον κόσμο.

Με κοίταζε απορημένη.

- Τι να ‘κανα; Σπίτι δεν έχουμε λουλούδια. Να τ’ αγοράσεις, κάνουνε του κόσμου τα λεφτά. Δεν ήθελα το βάζο στο τραπέζι σαν να ‘ναι πάντα αδειανό.

Αναστέναξε:
- Έχεις χρυσή καρδιά, Ζεζέ. Θα μου υποσχεθείς όμως κάτι.

- Να σας υποσχεθώ, μα δεν μπορώ να σας πω ψέματα.  Δεν έχω και τόσο χρυσή καρδιά. αν με βλέπατε από καμιά μεριά στο σπίτι…

- Δεν ξέρω τι κάνεις σπίτι. Για μένα έχει χρυσή καρδιά Με λίγα λόγια, δε θέλω να μου ξαναφέρεις λουλούδι. Εκτός κι αν σου το χαρίσουνε. Σύμφωνοι;

- Σύμφωνοι. Το ποτήρι όμως θα ‘ναι άδειο.

- Όχι, Ζεζέ. Τούτο το ποτήρι δε θα ‘ναι ποτέ άδειο. Όταν το κοιτάζω θα βλέπω μέσα το πιο όμορφο λουλούδι του κόσμου. Και θα συλλογιέμαι πως μου το πρόσφερε ο πιο καλός μαθητής μου.

Τώρα χαμογελούσε και μου είπε με γλυκιά φωνή:

- Πήγαινε τώρα, μικρό κομμάτι μάλαμα…

Εχ, και να ‘ξερε!
Ο μικρός Ζεζέ προσφέρει στη δασκάλα του λουλούδια.
Σκηνή από την ταινία (1970) που βασίστηκε στο βιβλίο (πηγή)


Share/Bookmark