Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Ο Καλλίστρατος και η Πολιτεία των Αηδονιών

Υπόθεση
Ο Καλλίστρατος μαθαίνει από τις πέτρες την παράξενη ιστορία της Πολιτείας των Αηδονιών και την διηγείται σε έναν βασιλιά, που κατέκτησε τη χώρα αλλά έχει πέσει σε μελαγχολία, καθώς τα Αηδόνια της την εγκατέλειψαν.

Τρία αδέλφια δούλευαν χαρούμενα στα χωράφια που τους είχε κληροδοτήσει ο πατέρας τους. Όταν τα δύο μεγαλύτερα αποφάσισαν να φύγουν για την πόλη, ο μικρότερος που λεγόταν Ευδόκιμος, έμεινε να δουλεύει τη γη και για τους τρεις. Σύντομα, η αυλή του σπιτιού του γέμισε με αηδόνια που του κρατούσαν συντροφιά τις νύχτες. Ο βασιλιάς, εκτιμώντας την εργατικότητα και το ήθος του Ευδόκιμου τον έκανε γαμπρό του. Μια μέρα, όταν ο μικρός αδελφός βρήκε ένα κασελάκι με χρήματα στο χώμα, ξεκίνησε να βρει τους αδελφούς του στην πόλη για να μοιραστούν τον θησαυρό. Στον δρόμο όμως συνάντησε ληστές που τον έκλεψαν και τον έριξαν σ' ένα πηγάδι. Η περιπέτεια αυτή στάθηκε τελικά αφορμή να ξανασμίξει με τα αδέλφια του, μαζί με τα οποία έβαλαν σε τάξη το βασίλειο. Τα αηδόνια τότε γέμισαν την πολιτεία και έκαναν τους κατοίκους της χαρούμενους, μέχρι τη μέρα που ήρθε ο πόλεμος.

Ο βασιλιάς που έκανε τον πόλεμο και ακούει την ιστορία από τον Καλλίστρατο, αναρωτιέται πώς θα γίνει αγαθός σαν τον Ευδόκιμο. Ο παραμυθάς τότε, του διηγείται την παραβολή με την οποία τελειώνει η επί του όρους ομιλία. Ο βασιλιάς μετανιώνει για τις πράξεις του, αποχωρεί από τον κατακτημένο τόπο ώστε να γυρίσουν τα αηδόνια και ζητάει συγχώρεση.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ελληνική Βιβλική Εταιρία
Συγγραφέας: Βασιλική Νευροκοπλή
Εικονογράφηση: Αθηνά Ρομπιέ
ISBN: 978-618-5078-07-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2014
Σελίδες: 43
Τιμή: περίπου 9 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Γ', Δ'


Ευχαριστούμε τον εκδοτικό οίκο για την αποστολή των βιβλίων του Καλλίστρατου στο σχολείο μας!

Κριτική
Διδακτικό παραμύθι που μιλάει για τη δύναμη της συγχώρεσης και την αξία της φιλοπονίας. Με γλώσσα απλή και ιδιαίτερη σαφήνεια στην έκφραση, η συγγραφέας μας ταξιδεύει μέσα από την τρίτη περιπέτεια του παραμυθά Καλλίστρατου, σ' έναν κόσμο καλοσύνης γεμάτο με συνετούς και θεοσεβούμενους ήρωες. Όπως και στα προηγούμενα βιβλία της σειράς (Το χωράφι της καρδιάς και Οι περιπέτειες των χαρισμάτων) η διήγηση χωρίζεται σε τρία διακριτά μέρη: μια εισαγωγή, που μας παρουσιάζει τον Καλλίστρατο να αφηγείται σε ένα διαφορετικό κάθε φορά περιβάλλον τις ιστορίες του, μια παραβολή του Χριστού και τον κυρίως μύθο. Στην Πολιτεία των Αηδονιών παρατηρούμε ωστόσο κάποιες μικρές αλλαγές, αφού η παραβολή τοποθετείται στην τελευταία θέση, το ποιητικό στοιχείο εμφανίζεται περιορισμένο και η εισαγωγή -δυστυχώς- δεν βοηθά ιδιαίτερα όσους δεν γνωρίζουν ήδη τον κεντρικό χαρακτήρα να «μπουν στο κλίμα». Η ποιότητα της έκδοσης είναι  πολυτελής· η εικονογράφηση, σοβαρή και καλοδουλεμένη, συνοδεύει το κείμενο αποδίδοντας την αθωότητα των χαρακτήρων και προσθέτει στην υψηλή αισθητική του βιβλίου. Εμείς, το προτείνουμε περισσότερο στα παιδιά των μεσαίων τάξεων του Δημοτικού, που αγαπούν τα κλασικά παραμύθια και είναι εξοικειωμένα με τις χριστιανικές παραβολές.

  • Ωραία γλώσσα
  • Υψηλή ποιότητα έκδοσης
  • Προσεγμένη εικονογράφηση
  • Ωφέλιμες αξίες
 
  • Ευθύς διδακτισμός

Αξίες - Θέματα
Σύνεση, Φιλοπονία, Συγχώρεση, Ανθρωπισμός, Οικογενειακοί δεσμοί

Εικονογράφηση
Κλασική, καλοδουλεμένη και σοβαρή, αποδίδει τη θεοσέβεια και την αθωότητα των χαρακτήρων αλλά και το ύφος του κειμένου. Ορισμένα μεγάλα και λεπτομερή σχέδια εντυπωσιάζουν τους μικρούς αναγνώστες και τελικά χαρακτηρίζουν την αισθητική του έργου.
Απόσπασμα
Πέρασαν μέρες, πέρασαν βδομάδες, καιρός πολύ που ο Καλλίστρατος δεν απάντησε στο δρόμο του ψυχή. Ξαπόσταινε στις ρίζες των δέντρων, ξεδιψούσε στα ρυάκια των ποταμών κι όταν επιθυμούσε ν’ αλλάξει μια κουβέντα με κάποιον, ρωτούσε τις πέτρες να του πουν ποιοι έζησαν στα μέρη τους και ποια ήταν η ζωή τους. Εκείνες, που ήταν για όλους σιωπηλές, για χάρη του καλού παραμυθά έσπαζαν τη σιωπή τους και του έλεγαν ιστορίες ξεχασμένες απ’ τη μνήμη των ανθρώπων. 

Έτσι, ένα γλυκό απόγευμα του φθινοπώρου, μια γερασμένη πέτρα του διηγήθηκε την παράξενη ιστορία της Πολιτείας των Αηδονιών που κάποτε ονομαζόταν απλώς Μεγάλη. Του εκμυστηρεύτηκε ακόμα πως ο τωρινός βασιλιάς της, που κίνησε ολόκληρο πόλεμο να την κατακτήσει μόνο και μόνο για ν’ ακούει τα’ αηδόνια της, δεν τα’ άκουσε ποτέ του. Λίγο πριν πατήσει το πόδι του στο παλάτι, εκείνα πέταξαν μακριά κι αυτός έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Δεν έτρωγε, δεν έπινε, άνθρωπο δεν ήθελε να δει…

Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου μόλις που αχνοφέγγιζαν στις βουνοκορφές όταν ο παραμυθάς διάβηκε το κατώφλι του θλιμμένου βασιλιά. Τον βρήκε να κάθεται με μάτια μισόκλειστα στον βελούδινο θρόνο του.

- Ποιος είσαι του λόγου σου; Τον ρώτησε ξαφνιασμένος. Αν είσαι γιατρός να φύγεις. Ο δικός μου πόνος δεν έχει γιατρειά.

- Καλλίστρατο με λένε, βασιλιά μου, και γιατρός δεν είμαι. Ένας παραμυθάς είμαι που είδες πολλούς πόνους να μη γιατρεύονται απ’ τους γιατρούς, αλλά απ’ τα παραμύθια.

Ο βασιλιάς δε μίλησε. Γύρισε απ’ την άλλη το κεφάλι κι έκανε τάχα πως κοιτά μια βαλσαμωμένη νυφίτσα στο περβάζι του παραθύρου. Πόσα χρόνια είχε ν’ ακούσει ένα παραμύθι… Και μόνο στο άκουσμα της λέξης μια αχτίδα φως τρύπωσε στην καρδιά του.

Ο Καλλίστρατος δεν περίμενε δεύτερη κουβέντα. Κάθισε οκλαδόν στο καταστόλιστο από υφαντά μιντέρι και με φωνή απαλή σαν χάδι ξεκίνησε να λέει…

«Ήταν κάποτε, άρχοντά μου, τρία αδέρφια εργατικά κι αγαπημένα. Απ’ την αυγή ως το δείλι δούλευαν στα χωράφια που τους είχε αφήσει κληρονομιά ο πατέρας τους. Όταν επέστρεφαν κουρασμένοι στο σπίτι τους, κάθονταν γύρω απ’ το τραπέζι και γέμιζαν τα ποτήρια τους κρασί:

« Ο Θεός να σχωρνά κι εμάς και τους  άλλους και όλον τον κόσμο!» έλεγαν μ’ ένα στόμα.

Αυτό τους είχαν μάθει οι γονείς τους.

Όλα πήγαιναν καλά και τίποτα δεν τους έλειπε, μέχρι τη μέρα που ο μεγαλύτερος, Καλλίνικο τον έλεγαν, αποφάσισε να φύγει για τη Μεγάλη Πολιτεία.

«Εγώ θα πάω να βρω την τύχη μου. Το χωράφι μου χάρισμά σας», τους είπε.

Τ’ αδέρφια του λυπήθηκαν, μα τι να κάνουν;
Αφού είδαν κι απόειδαν πως δεν αλλάζει γνώμη, όρισαν να ξανανταμώσουν σε τρία χρόνια και τον αποχαιρέτησαν.

Έτσι, έφυγε ο Καλλίνικος, αλλά δεν πέρασε πολύς καιρός και την ίδια απόφαση πήρε κι ο δεύτερος, ο Αριστείδης.

- Εδώ στην ερημιά που ζούμε, είπε στον Ευδόκιμο, τον μικρότερο αδερφό του, ούτε καλύτερη δουλειά θα βρούμε ούτε και γυναίκα για να παντρευτούμε. Είχε δίκιο ο Καλλίνικος. Θα πάω κι εγώ στη Χώρα. Αν θέλεις, έλα κι εσύ μαζί μου.

- Εγώ τα χωράφια δεν τα’ αφήνω, είναι η καλύτερη δουλειά του κόσμου! Όσο για τη γυναίκα που μου όρισε ο Θεός, αν θέλει μπορεί να μου τη φέρει κι ως εδώ. Καλή τύχη, αδερφέ μου!

- Τότε, φεύγω μόνος μου και το χωράφι μου, δικό σου! Είπε ο Αριστείδης κι έφυγε χαρούμενος για τη Μεγάλη Πολιτεία.

Απόμεινε, λοιπόν, ο Ευδόκιμος μονάχος. Δηλαδή, όχι ακριβώς μονάχος, γιατί απ’ την ώρα που έφυγε κι ο δεύτερος αδερφός του, η αυλή του γέμισε αηδόνια που κάθε βράδυ του κρατούσαν συντροφιά γλυκαίνοντας τη μοναξιά του.

Τώρα δούλευε τρεις φορές περισσότερο από πριν, αναπαμό δεν είχε. Μα η αλήθεια είναι πως αυτός αγαπούσε τη γη πιότερο απ’ όσο την αγαπούσαν τ’ αδέρφια του. Αν ήθελε κι ο Θεός να του χαρίσει και μια καλή γυναίκα για να παντρευτεί, τίποτα δε θα του ’λειπε. Σύντομα αποδείχτηκε πως ο Θεός ήθελε, και μάλιστα με το παραπάνω!

Μια μέρα, εκεί που έδενε δεμάτια το σιτάρι για να το πουλήσει στην αγορά, βλέπει να σταματά μπροστά του η βασιλική άμαξα. Μέρες τώρα ο βασιλιάς έψαχνε σ’ όλο το βασίλειο ένα καλό και άξιο παλικάρι για τη μοναχοκόρη του. Δεν ήθελε να της δώσει πριγκιπόπουλο. «Σ’ αυτή τη ζωή», έλεγε, «τίποτα δεν είναι μόνιμο, και πιο πολύ απ’ όλα οι βασιλείες και τα πλούτη τους. Στις αναποδιές, που συχνά φέρνει η ζωή, μόνο όποιος δε φοβάται τη δουλειά τα καταφέρνει». Έτσι ανάθρεψε και την Ειρήνη, τη θυγατέρα του, που από μικρή έμαθε να βοηθά τους υπηρέτες σε όλες τις δουλειές του παλατιού.

Όταν, λοιπόν, ο βασιλιάς είδε πόσο περιποιημένα ήταν τα χωράφια του Ευδόκιμου, κατέβηκε απ’ την άμαξα και τον πλησίασε.

- Ο Θεός να σ’ ευλογεί, παλικάρι μου, του είπε. Δικά σου είναι όλα αυτά τα χωράφια;

- Όχι, άρχοντά μου, απάντησε ο Ευδόκιμος, δικό μου είναι το ένα τρίτο. Τ’ άλλα δυο είναι των αδερφών μου, που έφυγαν στη Μεγάλη Πολιτεία να βρουν την τύχη τους. Μα αν κάποτε γυρίσουν δίχως να τα ‘χουν καταφέρει, εγώ θα τους τα δώσω πάλι πίσω.

Θαύμασε ο βασιλιάς τη δικαιοσύνη του νέου και την καλή του την καρδιά.
Σχόλιο
Ο Θεός να σχωρνά κι εμάς και τους άλλους και όλον τον κόσμο! είναι η φράση που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές και κυριαρχεί στο παραμύθι με τα τρία αδέλφια. Ακόμα και όταν μια συμμορία ληστεύει τον φτωχό μουσικό και πετάει τον Ευδόκιμο στο πηγάδι, εκείνος δεν ζητά εκδίκηση ή έστω δικαιοσύνη, αλλά μόνο συγχώρεση για όσους του έκαναν κακό. Συγνώμη ζητάει και ο βασιλιάς, που, μετανιωμένος στο τέλος της ιστορίας, αποχωρεί από τις κτήσεις του ώστε να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Το μήνυμα που περνάει έτσι στους αναγνώστες, είναι πως ο Θεός φροντίζει για την ηθική ισορροπία, την ανταμοιβή ή την τιμωρία όλων των ανθρώπων.

Θα ήταν άραγε ευεργετικό ή καταστροφικό να υιοθετήσουν μια τέτοια ηθική οι μαθητές του σήμερα; Τι θα συνέβαινε αν το χριστιανικό μήνυμα απόλυτης συγχώρεσης του βιβλίου γινόταν πράξη στο σχολείο; Θα έφερνε άραγε την αγάπη ανάμεσα στους μαθητές και τα αηδόνια στην αυλή μας, ή μήπως θα επέτρεπε σε φαινόμενα ατιμωρησίας να διογκωθούν, "επιβραβεύοντας" όσους παραβαίνουν τους κανόνες; Είναι προφανές, ότι σε μια ώριμη κοινωνία όπου οι άνθρωποι έχουν την ωριμότητα να σέβονται τους κανόνες και να «αγαπούν αλλήλους», η λήψη δρακόντειων μέτρων είναι περιττή. Από τη στιγμή όμως που ο έξω κόσμος δεν είναι αγγελικά πλασμένος και το σχολείο οφείλει να προετοιμάσει τους μαθητές για το μέλλον, η τήρηση ενός πλαισίου κανόνων μέσα από ένα σύστημα ανταμοιβών και ποινών κρίνεται μάλλον απαραίτητη.

Να θυμίσουμε και έναν αντίστοιχο προβληματισμό που τέθηκε στο Άννα και Θεοφανώ, μέσα από έναν διάλογο της Άννας με τον Βασίλειο, αλλά και την συμπεριφορά μιας Ελληνίδας καλόγριας προς τον Σβιατοσλάβ που την οδήγησε στην αιχμαλωσία.

Επιπλέον, η εντύπωση ότι ο Θεός φροντίζει για όλα όταν έρθει η ώρα, είναι προφανές ότι οδηγεί σε μοιρολατρία. Ίσως λοιπόν να ήταν πιο σοφό να επιτρέπουμε στα παιδιά να ελπίζουν στην θεϊκή βοήθεια, παράλληλα όμως με την καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας εκ μέρους τους. "Συν Αθηνά και χείρα κίνει" ή "Αϊ-Γιώργη βούθα μου! -Και συ τον πόδα σάλευκε" όπως λέει και η παράδοση.
Χρήση στην Τάξη
Το βιβλίο αξιοποιήθηκε στο πρόγραμμα «Στο σχολείο μου Δημιουργώ, Συμμετέχω και Συνυπάρχω αρμονικά» που πραγματοποίησαν τέσσερα σχολεία μέσω της πλατφόρμας e-twinning, ενώ βραβεύτηκε στα πλαίσια του παγκόσμιου συνεδρίου εκδοτών των Ηνωμένων Βιβλικών Εταιριών που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο στη Σεούλ.
Εντυπώσεις των μαθητών για το βιβλίο - από μια παρουσίαση
του τμήματος ένταξης του Δημοτικού Σχολείου Αστυπαλαίας (πηγή)
Στο βιβλίο διαβάζουμε (σ.32) Ο Ευδόκιμος έμεινε να καλλιεργεί, όπως πρώτα, τα χωράφια, ενώ το χρυσάφι δεν το κράτησε κανένας απ' τους τρεις. Το έδωσαν στον φτωχό μουσικό για να το μοιράσει σε όσους είχαν ανάγκη. Αφού τελειώσαμε την ανάγνωση της ιστορίας, ρωτήσαμε τους μαθητές της Β' τάξης τι θα έκαναν αν έβρισκαν ένα σεντούκι με χρήματα, όπως ο Ευδόκιμος. Τα περισσότερα παιδιά απάντησαν ανερυθρίαστα ότι θα αγόραζαν παιχνίδια και ρούχα (!) μετά ωστόσο από σύντομη συζήτηση, ακούστηκαν και ορισμένες φωνές που θεώρησαν ότι καλό θα ήταν μέρος των χρημάτων να μοιραστεί στους φτωχούς. Στη συνέχεια οι μαθητές κλήθηκαν να μπουν στη θέση του φτωχού μουσικού, που του δόθηκαν τα χρήματα. Πώς θα τα διαχειρίζονταν, πόσα θα κρατούσαν και σε ποιους συνανθρώπους τους θα έδιναν πρώτα;

Το τι έκανε ένας άστεγος στις ΗΠΑ όταν του έδωσαν το ποσό των 100 δολαρίων, φαίνεται στο βίντεο που ενεργοποιείται από τον σύνδεσμο στη φωτογραφία.

https://www.youtube.com/watch?v=AUBTAdI7zuY

Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...