Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Μήνυμα στο κινητό


Υπόθεση
Αθήνα, Ιούνιος του 2004. Ο 12χρονος Πέτρος, παιδί χωρισμένων γονιών και εξπέρ στη χρήση κινητών τηλεφώνων, περιμένει πώς και πώς να ταξιδέψει στη Νέα Υόρκη για να ξαναδεί τον πατέρα του μετά από 3 χρόνια. Το ταξίδι όμως ακυρώνεται κι έτσι η μητέρα του θα τον πάρει μαζί της με το ζόρι στην πατρίδα της τη Νάξο, όπου είχε ήδη κανονίσει να ταξιδέψει για να δει το πατρικό της. Στο ορεινό χωριό όπου θα βρεθεί ο Πέτρος αντί για το Μανχάταν, θα έρθει σε επαφή με έναν αλλιώτικο κόσμο, καθόλου ψηφιακό, αλλά άγριο και γοητευτικό... ακριβώς όπως και η Αριάδνη, το "αλαφροΐσκιωτο" κορίτσι που θα γνωρίσει και που θα τον μυήσει στα μυστήρια ενός ξεχασμένου φράγκικου πύργου. Κανείς από τους δυο τους όμως δεν φαντάζεται ότι στα υπόγεια αυτού του πύργου, τους περιμένει μια μεγάλη περιπέτεια...

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Παπαδόπουλος
Συγγραφέας: Ιωάννα Κυρίτση  - Τζιώτη
Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη
ISBN: 960-412-428-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 2005
Σελίδες: 92
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε'

Κριτική
Χαριτωμένη καλοκαιρινή περιπέτεια με κοινωνικές προεκτάσεις, στην οποία κατά κάποιο τρόπο αναμετρώνται ο συναρπαστικός κόσμος της ψηφιακής τεχνολογίας, με εκείνον του ρομαντικού παρελθόντος (αποτέλεσμα: ισοπαλία). Προτείνεται περισσότερο σε αγόρια και κορίτσια των μεσαίων και μεγαλύτερων τάξεων.


  • Ενδιαφέροντες και συνεπείς χαρακτήρες
  • Χιουμοριστική άποψη της ζωής στο χωριό όπως τη βλέπει ένα παιδί της πόλης


  • Η συγγραφέας δεν πείθει για τη σχέση της με τις νέες τεχνολογίες
  • Σημεία με προχειρότητα στη γραφή
  • Εικονογράφηση όμορφη αλλά σε μόλις 3 σελίδες

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Τεχνολογία, Φιλία, Ζωοφιλία, Οικογένεια, Χιούμορ, Νάξος

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Ξεχωρίσαμε τη σκηνή όπου ο Πέτρος το σκάει νύχτα από το σπίτι του, για να συναντήσει κοντά στον πύργο την Αριάδνη (σ. 74-75)

Εικονογράφηση
Ασπρόμαυρη, μέσα στο κλίμα, όμως πολύ αραιή, με μόλις τρεις σελίδες σε ολόκληρο το βιβλίο

Σχόλιο
Για να δικαιολογήσω το "σημεία με προχειρότητα στη γραφή" που αναφέρω πιο πάνω, θα φέρω δύο παραδείγματα: Στο πρώτο, ο "Σανούδος" εμφανίζεται στη σελ. 34 του βιβλίου και μόλις τρεις σελίδες αργότερα, στην 36, μαθαίνουμε ότι είναι ο γάτος του σπιτιού. Μικρό το κακό θα πείτε, αλλά προσωπικά τον είχα περάσει για σκύλο. Στο δεύτερο, ο Πέτρος βγάζει το κινητό του, ενεργοποιεί την κάμερα νυχτερινής λήψης, δοκιμάζει να βιντεοσκοπήσει το δωμάτιο, όμως το κινητό του είναι απενεργοποιημένο και με κανένα τρόπο δεν μπαίνει σε λειτουργία. Εκτός απ' το ότι δεν είμαι βέβαιος ότι το 2004 κυκλοφορούσαν κινητά με κάμερα νυχτερινής λήψης, υποθέτω ότι η ενεργοποίησή της προϋποθέτει και ενεργοποίηση της συσκευής.

Σχετικά με το βασικό αντικείμενο του έργου: Εκφράσεις όπως "όσο για τα μηνύματα; Με κλειστά τα μάτια τα έγραφε. (...) Μοναχά τους έβρισκαν τα δάχτυλά του τα γράμματα στα πλήκτρα. Απέξω κι ανακατωτά ήξερε να βγάζει φωτογραφίες, να ηχογραφεί, να αλλάζει ήχους, να στέλνει εικονομηνύματα (...)" δείχνουν ένα δέος απέναντι σε δεξιότητες που δεν θα έπρεπε να κάνουν καν εντύπωση. Προσωπικά δεν γνωρίζω 12χρονο (μάλλον ούτε 9χρονο) παιδί που να μην θεωρεί τα παραπάνω μάλλον αυτονόητα. Οπότε η αναφορά σε "πολύπλοκα κουμπάκια" (σ.11) φοβάμαι ότι απλώς αποκαλύπτει την όχι τόσο στενή σχέση της συγγραφέως με την τεχνολογία γενικώς και την κινητή τηλεφωνία ειδικότερα.

Τα μηνύματα που έρχονται στο κινητό του Πέτρου, είναι ωστόσο ένα έξυπνο τέχνασμα για να παρακολουθούμε παράλληλα με την κεντρική πλοκή και τις ενέργειες άλλων χαρακτήρων που βρίσκονται μακριά.

Χρήση στην τάξη
Εκτός από το μάθημα της γλώσσας, το κείμενο μας δίνει αφορμή να μιλήσουμε για τη λατινοκρατία στο Αιγαίο (Ιστορία Ε', Στ'), για την οικογένεια του Μάρκου Σανούδου και για τους πειρατές που σκορπούσαν τον τρόμο στα νησιά μας (σελ. 63-65). Μπορούμε επίσης να κάνουμε αναφορά στους ενετικούς πύργους που στολίζουν διάφορες περιοχές στρατηγικής σημασίας στη χώρα μας. Αν μάλιστα υπάρχει πύργος κοντά στο σχολείο, μπορούμε να τον επισκεφτούμε και να κάνουμε μάθημα επί τόπου. Τα σχολεία της επαρχίας, μπορούν ρωτώντας στον τοπικό δήμο ή χρησιμοποιώντας τον Καστρολόγο να ελέγξουν αν κοντά στην περιοχή τους υπάρχει φράγκικο κάστρο. Για τους μαθητές της Αττικής, μια επιλογή εκπαιδευτικής εκδρομής (πέρα από το Βυζαντινό - Χριστιανικό Μουσείο), θα μπορούσε να είναι ο πύργος της Βραυρώνας.
Σχετικά με τον πύργο αυτό, διασκευάζουμε από τις πηγές:

Τοποθεσία Στο δρόμο προς τον αρχαιολογικό χώρο της Βραυρώνας στα αριστερά μας και λίγο πριν φθάσουμε στη βρύση, την επονομαζόμενη «Κρόϊ Σκλιά» (= η βρύση του Σκλιά -ανδρικό όνομα), απέναντι από το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου, δεσπόζει στην κορυφή χαμηλού λόφου, ο πύργος της Βραυρώνας. Ακριβώς κάτω του, στη ρίζα του λόφου, περνάει ένα μικρό ποταμάκι, παραπόταμος του Ερασίνου.

Χρονολόγηση Η τοπική παράδοση θέλει τον πύργο Ενετικό, κτισμένο δηλαδή μεταξύ των ετών 1394 -1405, ενώ τον συνδέει και με μια δακρύβρεκτη ιστορία σχετικά με την τύχη του παλικαριού που τον έκτισε. Οι αρχαιολογικές όμως έρευνες αποδίδουν την κατασκευή του κατά την πρώτη περίοδο της Λατινοκρατίας στην Αττική, οπότε και κυριάρχησαν στην περιοχή οι Βουργούνδιοι δούκες Ντε Λα Ρος (1204 -1311) εκατό και πλέον χρόνια πριν. Ο πύργος της Βραυρώνας καθώς και ο ομόλογός του της Λιάδας (Ντάγλα) στο Μαρκόπουλο, εντάσσονταν σε ένα οικοδομικό πρόγραμμα κατασκευής πύργων ως παρατηρητηρίων, τις λεγόμενες «βίγλες», κάτι αντίστοιχο με τις βυζαντινές "φρυκτωρίες" που χρησιμοποιούντο για την ειδοποίηση των κατοίκων της περιοχής, σε περίπτωση πειρατικών επιδρομών. Άλλοι πύργοι που που ανήκαν στο ίδιο σύστημα και καταστράφηκαν, υπήρχαν στη θέση Φιλιάτι στο Κορωπί, στην Παιανία στις θέσεις Μισκοπή και Κοκκίνα κ ά. 

Το κτίσμα Πρόκειται για ένα ορθογώνιο πρισματικό κτίριο ύψους 18μ., το οποίο διατηρείται σε καλή κατάσταση (λείπουν μόνο 2 επάλξεις και οι ξύλινες κατασκευές, όπως σκάλες, πατάρια, κλπ.). Είναι χτισμένο από μεσαίου και μεγάλου μεγέθους λαξευμένους λίθους (οι τοίχοι ενσωματώνουν και αρχαίο υλικό) με εμβόλιμες κεραμίδες ως βύσματα. Αποτελείται από ισόγειο, δύο ορόφους και δώμα, στο οποίο συναντάμε και τις 18 επάλξεις. Η είσοδός του είναι τοποθετημένη σε υψηλότερο επίπεδο από το έδαφος, έτσι ώστε η πρόσβαση να είναι δύσκολη για τους επιδρομείς. Για τον ίδιο λόγο έχει λίγα ανοίγματα σε ψηλό επίσης σημείο.

Στο λόφο γύρω από τον πύργο εντοπίστηκαν από τον αρχαιολόγο Δ. Θεοχάρη, ευρήματα που χρονολογούνται από την προϊστορική εποχή.

Share/Bookmark

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Η κραυγή των λύκων

Υπόθεση
Η οικογένεια του 10χρονου Λούη μετακομίζει στο ορεινό χωριό Βόθη καθώς ο πατέρας του γίνεται ο νέος ταχυδρόμος. Οι ντόπιοι τους υποδέχονται ψυχρά και τους προτείνουν να εγκαταλείψουν το χωριό. Πολύ σύντομα τους κόβουν ακόμα και την καλημέρα, ενώ κάθε βράδυ κλειδώνονται στα σπίτια τους, φοβούμενοι όπως λένε τους λύκους που τριγυρίζουν στην περιοχή. Τα πράγματα αλλάζουν όταν στο μέρος καταφθάνει η Άννα, που γίνεται φίλη με τον Λούη και τον συνοδεύει στις εξερευνήσεις του... Μαζί θα προσπαθήσουν να λύσουν το μυστήριο που στοιχειώνει το χωριό και τους κατοίκους, κανείς όμως δεν μπορεί να φανταστεί αυτό που τελικά τους περιμένει...

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Δοκιμάκης
Συγγραφείς: Βασίλης Κουτσιαρής και Γιάννης Διακομανώλης
Εικονογράφηση: Ελένη Αϋφαντή
ISBN: 978-960-9433-12-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 2010
Σελίδες: 60
Τιμή: περίπου 9 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'
άλλη κριτική εδώ

Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Κουτσιαρή για τη δωρεά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη της τάξης μας!

Κριτική
Το πρώτο βιβλίο του συγγραφικού διδύμου από την Κω είναι ένα παραμύθι - μεταφυσικό θρίλερ, που μπορεί στην πορεία να μας μπλέκει λίγο με τις διαφορετικές του διαδρομές, μας αποζημιώνει όμως με το συναρπαστικό τέλος του. Προτείνεται σε μαθητές των μεσαίων και μεγαλύτερων τάξεων του Δημοτικού, που ενδιαφέρονται για το περιβάλλον αλλά και για περιπέτειες μαγείας και φαντασίας!


  • Ατμοσφαιρικές σκηνές
  • Ενδιαφέρων ο τρόπος που το ρεαλιστικό μπλέκεται με το παραμυθικό και το παρόν εναλλάσσεται με το παρελθόν
  • Συναρπαστική η κατάληξη της ιστορίας


  • Ορισμένα σημεία με έλλειψη σαφήνειας
  • Απότομες μεταπτώσεις στον συναισθηματισμό των ηρώων 

Αξίες - Θέματα
Φαντασία, Μαγεία, Περιπέτεια, Διαφορετικότητα, Περιβάλλον

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Το φινάλε με τη λύση του μυστηριώδη γρίφου!

Εικονογράφηση
Απλή και σχετικά χαριτωμένη, λίγο όμως εκτός του κλίματος μυστηρίου που διαμορφώνει το κείμενο


Απόσπασμα
Ήταν αρχές Αυγούστου, όταν η οικογένεια του Λούη μετακόμισε στο μικρό χωριό ψηλά στο βουνό. Βόθη το όνομά του. Περίεργο όνομα όπως και οι κάτοικοι. Με τις λίγες οικονομίες που είχαν, νοίκιασαν ένα σπιτάκι με δυο δωμάτια όλα κι όλα και μια μικρή αυλή. Θα το 'φτιαχναν όμως και θα το 'καναν αγνώριστο. Τώρα που το 'χαν βρει, ήταν σίγουροι ότι όλα θα τους πήγαιναν καλά.

Ο Λούης δεν ήταν και πολύ ενθουσιασμένος με αυτή την απόφαση των γονιών του. Στην πόλη είχε τους φίλους του, το σχολείο του, τους δικούς του ανθρώπους. Αν και μόλις δέκα χρονών, μάλωσε μαζί τους γι' αυτό το θέμα. Τελικά υπερίσχυσε η γνώμη των γονιών του, αφού η μετάθεση του πατέρα ως ταχυδρόμου δεν τους άφηνε και πολλά περιθώρια, και να που τώρα βρίσκονταν εκεί.

Το χωριό ήταν χτισμένο ψηλά, κυκλωμένο από ένα πυκνό δάσος που έφτανε ως τους πρόποδες του βουνού. Μοναδική διέξοδος ο μικρός χωμάτινος δρόμος που οδηγούσε στην κεντρική λεωφόρο λίγα χιλιόμετρα μακριά. Όλα τα σπίτια ήταν μικρά με κόκκινα παντζούρια και πόρτες και ήταν χτισμένα σχετικά κοντά το ένα με το άλλο. Οι αυλές των σπιτιών ήταν περιφραγμένες με έναν αρκετά ψηλό φράχτη, ασυνήθιστο για αυλή.

Μόλις νύχτωνε, όλοι έμπαιναν μέσα στα σπίτια τους, σφάλιζαν πόρτες και παράθυρα και άφηναν τα έξω φώτα αναμμένα. Όταν οι γονείς του Λούη ρώτησαν γιατί το έκαναν αυτό, εκείνοι απάντησαν:

- Φοβόμαστε τους λύκους

Βέβαια χρόνια τώρα δεν είχε γίνει κάποιο περιστατικό που να δικαιολογεί το φόβο τους αυτό. Στα μικρά χωριά οι θρύλοι έχουν τέτοια δύναμη, που δύσκολα μπορεί να τους αγνοήσει κανείς.

Το σπίτι που νοίκιασαν ήταν χτισμένο στο ψηλότερο σημείο του βουνού, λίγο μακριά από τα υπόλοιπα σπίτια, σχεδόν κρυμμένο, λόγω των ψηλών δέντρων γύρω του. Καθημερινά, δήθεν τυχαία, περνούσαν διάφοροι και σταματούσαν για μια καλημέρα. Ποτέ όμως δεν αρκούνταν μόνο σ' αυτή.

- Κινδυνεύετε! Φύγετε από το χωριό!

ήταν τα τελευταία τους λόγια, χωρίς ουσιαστικά να τους εξηγούνε το λόγο.

Όταν οι χωριανοί είδαν ότι οι γονείς του Λούη αγνοούσαν τις προειδοποιήσεις τους, άλλαξαν τακτική. Έπαψαν να τους μιλάνε. Τους έβλεπες να συζητούν μεταξύ τους σιγανά, να τους κοιτάζουν παράξενα. Μια μέρα η κυρά Δέσποινα, η μαμά του Λούη, άκουσε να τους αποκαλούν “οι άλλοι”. Κι όμως ήταν άνθρωποι καταδεκτικοί, καλοσυνάτοι.

- Δύσκολα τα πράγματα, μονολογούσε η κυρά Δέσποινα ξανά και ξανά, όταν έμενε μόνη της.

Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ήταν τόσο ανεπιθύμητοι στο χωριό. Όταν όμως ο γιος της της έλεγε το παραμικρό για αυτό το θέμα, τον μάλωνε λέγοντας ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι.

Ώσπου έφτασε ο Σεπτέμβρης, που ο γιος της θα πήγαινε σχολείο. Το πρωί, μόλις ξημέρωσε, η μαμά έντυσε το Λούη με τα καλά του ρούχα, το μπλε παντελόνι και το άσπρο πουλόβερ του έδωσε ένα φιλί και τον ξεπροβόδισε.

Το σχολείο βρισκόταν κοντά στο σπίτι του. Σε λίγα λεπτά είχε φτάσει. Μόλις μπήκε στο προαύλιο, όλα τα παιδιά τον κοιτούσαν περίεργα. Αισθάνθηκε άβολα, αλλά ευτυχώς χτύπησε το κουδούνι για να μπούνε στις τάξεις.

Η τάξη του ήταν μικρή αλλά στολισμένη όμορφα.

Οι συμμαθητές του λίγοι.

- Καλημέρα, είπε δυνατά αλλά δεν πήρε απάντηση από κανέναν.

- Καλημέρα, ακούστηκε δειλά, μετά από λίγο, μια φωνή πίσω του.

Ο Λούης γύρισε και είδε ένα κοριτσάκι με μακριά ξανθιά μαλλιά και γαλάζια μάτια να τον χαιρετά δειλά. Της χαμογέλασε κι εκείνος και γύρισε το κεφάλι του μπροστά.

Στο διάλειμμα το μικρό κορίτσι τον πλησίασε.

- Με λένε Άννα, του είπε.

- Εμένα Λούη, της απάντησε γεμάτος χαρά εκείνος.

- Προχθές ήρθαμε στο χωριό. Λείπαμε όλο το καλοκαίρι, του είπε η Άννα.

- Γι' αυτό δε σε έχω δει τόσο καιρό που είμαι εδώ, διαπίστωσε εκείνος.

- Πέρασες δύσκολα το καλοκαίρι;

Η ερώτηση ξάφνιασε το Λούη. Δεν την περίμενε.

- Γιατί το λες αυτό; τη ρώτησε δήθεν αδιάφορα.

- Τα παιδιά δε μιλούν σε ξένους. Δεν τους αφήνουν οι γονείς τους. Αυτό πρέπει να 'γινε και με σένα, είπε η Άννα κοιτάζοντάς τον με συμπάθεια.

- Αυτό έγινε... της απάντησε διστακτικά εκείνος.

- Μη στεναχωριέσαι. Τώρα έχεις εμένα, του είπε η Άννα και του χαμογέλασε γλυκά.

- Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους...

Τα λόγια του Λούη έκρυβαν ένα παράπονο. Κοιτούσε την Άννα στα μάτια και περίμενε να ακούσει τι είχε να του πει. Η Άννα κατάλαβε ότι ο Λούης ένιωθε πολύ μόνος. Έτσι του είπε:

- Δε μεγάλωσα εδώ. Μόλις πέρυσι αποφασίσαμε να έρθουμε να ζήσουμε στο χωριό. Ο μπαμπάς μου είναι γιατρός και μου είπε ότι ο καθαρός αέρας στο χωριό θα έκανε καλό στην υγεία μου. Το σπίτι που μένουμε είναι κληρονομιά της μαμάς μου.

Το κουδούνι διέκοψε την κουβέντα τους και μπήκαν ξανά μέσα. Όταν σχόλασαν, η Άννα τον πλησίασε.

- Θα 'ρθεις στο σπίτι μου το απόγευμα;

- Ναι! Της απάντησε ο Λούης αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη.

- Είναι το τελευταίο σπίτι κοντά στην είσοδο του δάσους, του είπε η Άννα και έφυγε.

Σχόλιο
Οι συγγραφείς στο πρώτο τους αυτό βιβλίο φανερώνουν αρκετά από τα στοιχεία, τα οποία συναντάμε στα επόμενα, πιο προβεβλημένα έργα τους: πρωταγωνιστές με σαφή, στρογγυλεμένα χαρακτηριστικά, ενδιαφέρουσα πλοκή δομημένη γύρω από ένα κεντρικό δίδαγμα και σε γενικές γραμμές τήρηση της πολιτικής ορθότητας. Σχετικά με το τελευταίο, στη συγκεκριμένη ιστορία, ακόμα και οι κάτοικοι του χωριού που παρουσιάζονται εντελώς αρνητικά προδιατεθειμένοι απέναντι στην οικογένεια του Λούη, βλέπουμε να χαρακτηρίζονται από τη μητέρα του ως άνθρωποι καταδεκτικοί και καλοσυνάτοι.

Χρήση στην τάξη
Διαβάσαμε την ιστορία στην τάξη και άρεσε στους μαθητές, ιδιαίτερα στο μέρος όπου αρχίζουν τα μαγικά. Αναπαραστήσαμε σκηνές του έργου με παντομίμα και μιμηθήκαμε ήχους του δάσους (άνεμος στα δέντρα, βήματα στις πευκοβελόνες, μακρινές φωνές λύκων) μεταφέροντας στην τάξη λίγη από την ατμόσφαιρα κατά την περιπλάνηση των δύο ηρώων.

Κάποιες (ορθολογικής φύσεως) μικροαπορίες που προέκυψαν όπως π.χ. γιατί οι κάτοικοι νοίκιασαν σπίτι στους ξένους αφού δεν τους ήθελαν εκεί; ή, αν έφευγε ο ταχυδρόμος -ο πατέρας του Λούη- από το χωριό, ποιος θα μοίραζε μετά τα γράμματα; προσπαθήσαμε να τις απαντήσουμε με ένα φανταστικό σενάριο:

Ο πατέρας του Λούη, μόλις έμαθε για την μετάθεσή του στη Βόθη, πήγε στο χωριό και έχτισε με πέτρες ένα καινούριο σπίτι! Έτσι, κανείς δεν μπορούσε να τους βγάλει από εκεί, αλλά και ο ίδιος μετά από τόσο κόπο δεν ήθελε να αλλάξει μέρος. Το σπίτι ήταν διώροφο, και στο ισόγειο είχε βάλει μια ταμπέλα "Ταχυδρομείο". Κανείς άλλος λοιπόν δεν μπορούσε να κάνει τη δουλειά του ταχυδρόμου, και η υπηρεσία σε κείνον θα έστελνε τα γράμματα...

Το διήγημα μπορεί φυσικά να αποτελέσει αφορμή και για το μάθημα της Μελέτης Περιβάλλοντος, όπου θα συζητήσουμε για τους λύκους και το πώς παρουσιάζονται στις παιδικές ιστορίες. Είναι άραγε τόσο "κακό" ζώο, ή μήπως είναι απλώς παρεξηγημένο από τους ανθρώπους; Ο εκπαιδευτικός μπορεί να προετοιμάσει αποσπάσματα από βιβλία για μεγάλους, από ταινίες ή να παρουσιάσει ιστορίες από το παρελθόν για να εξηγήσει στα παιδιά πως οι λύκοι δεν αντιμετωπίζονταν πάντα και από όλες τις κοινωνίες ως μισητοί εχθροί μας. Θα μπορούσε ίσως να ακολουθήσει συζήτηση γύρω από τη διαφορετικότητα και το πώς θα αισθανόμασταν εμείς αν ξαφνικά μεταμορφωνόμασταν σε λύκους και βλέπαμε τους ανθρώπους να μας αντιμετωπίζουν εχθρικά.

Share/Bookmark

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Για την άλλη πατρίδα

Υπόθεση
Η οικογένεια του μικρού Τέλη, μετανάστες δεύτερης γενιάς από την Γαλαζόνησο, ζουν υπό καθεστώς καταπίεσης στη σοβιετικού τύπου Δημοκρατία της Αργοβίας. Με πολύ κόπο και χάρη σε φίλους και βοηθούς, το σκάνε από εκεί μεταμφιεσμένοι σε Ισαδαίους, και καταφέρνουν να βρεθούν πίσω στον τόπο καταγωγής τους. Πριν όμως προλάβουν να ξεγνοιάσουν, καινούριες περιπέτειες κάνουν την εμφάνισή τους, αφού ο εχθρός αποβιβάζεται στο νησί και τους υποχρεώνει σε νέο ξεριζωμό.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης 
Συγγραφέας: Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου
Εικονογράφηση: Πέτρος Ζαμπέλης - Άννα Μενδρινού
ISBN: 978-960-
293-137-0 
Έτος 1ης Έκδοσης: 1978 (από Εκδόσεις των Φίλων)
Σελίδες: 151
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Ένα μικρό, καλογραμμένο μυθιστόρημα από την πολυβραβευμένη Λότη Πέτροβιτς, που βασισμένη σε πραγματικά περιστατικά μας δίνει μια συγκλονιστική ιστορία προσφυγιάς. Η γλώσσα της είναι όπως πάντα απλή και τα μηνύματα περνάνε με σαφήνεια, ενώ η ευγένεια στη γραφή της δεν μας εγκαταλείπει, ακόμα και όταν οι σκηνές που περιγράφονται γίνονται σκληρές (αναγνώριση πτωμάτων από μια μάνα μετά από εργατικό ατύχημα σ.80). Η έκδοση προσανατολίζεται σε μαθητές των μεγάλων τάξεων του Δημοτικού και σε παιδιά γυμνασίου, αφού τα κανονικά τυπογραφικά και η μάλλον σοβαρή συνοδευτική εικονογράφηση (10 ολοσέλιδα χαρακτικά για 20 κεφάλαια) δεν θα φανούν ελκυστικά στους μικρούς αναγνώστες. Το μέγεθος των κεφαλαίων από την άλλη είναι σχετικά μικρό (συνήθως 7-8 σελίδες) ενώ η πλοκή κρατάει το ενδιαφέρον μας ζωντανό και δεν επιτρέπει να κουραστούμε παρά σε ελάχιστα σημεία. Ένα από αυτά, αφορά μια φιλοσοφική συζήτηση κοινωνικού περιεχομένου (σ. 73-77) που πιστεύω πως θα δυσκολέψει αρκετά τους πιο απροετοίμαστους.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Στ' τάξης και Γυμνασίου, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και έφηβοι ή ενήλικοι που ενδιαφέρονται για τη ζωή των μειονοτήτων στις Σοβιετικές Δημοκρατίες, το δράμα της Κύπρου ή γενικότερα για θέματα μετανάστευσης. Το μόνο σίγουρο είναι πως όσοι το διαβάσουν, θα καταφέρουν να μπουν στη θέση του πρόσφυγα και να νιώσουν έστω και για λίγο, τα συναισθήματα και τις αγωνίες του.

Ορισμένες σκηνές του βιβλίου είναι γραμμένες αριστοτεχνικά, και απορώ πώς δεν έχει τύχει να βρουν ακόμα το δρόμο προς κάποιο από τα ανθολόγια ή τα βιβλία του Δημοτικού. Συναντάμε σ' αυτές άλλοτε γνήσια συγκίνηση, (όπως όταν ο μικρός Τέλης αποχαιρετά το σπίτι του -σ. 58-61), και άλλοτε την αναστάτωση και αγωνία των φυγάδων, (όπως όταν με μεγάλη γλαφυρότητα μας περιγράφονται οι εικόνες και τα συναισθήματά τους σε έναν διωγμό -σ. 122-124).

Συγκρίνοντας το βιβλίο αυτό με τον Μικρό Αδελφό της ίδιας συγγραφέως, βλέπουμε πως και τα δύο έχουν κεντρικό θέμα την ειρήνη και την παγκόσμια συμφιλίωση. Ακολουθείται και στα δύο έργα μια κοινή στρατηγική που θέλει την οπτική του ήρωα σταδιακά να "ανοίγει" από το προσωπικό στο γενικό. Έτσι, όπως προηγουμένως ο Άγγελος (1976) έτσι και ο Τέλης (1978), αρχικά μαθαίνει για την καταπίεση που υφίσταται η οικογένειά του στην Αργοβία (σ.16), στη συνέχεια διαπιστώνει πως αντίστοιχα συμβαίνουν και στη νέα του πατρίδα (σ.113), και τελικά (σ.148) αποφασίζει να αγωνιστεί για το όνειρο να ζουν αδελφωμένοι και λεύτεροι όλοι οι άνθρωποι, όλοι οι λαοί, και ο καθένας να δίνει ό,τι καλύτερο έχει για το κοινό καλό.

Αξίες - Θέματα
Ανθρωπισμός, Οικογένεια, Αλτρουισμός, Φιλία, Μετανάστευση, Απώλεια, Δικαιοσύνη, Δημοκρατία, Ιστορία, Νοσταλγία, Υπευθυνότητα.

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Όχι, δεν ήταν μονάχα η θλίψη για το θάνατο του παππού εκείνη η σκιά που ξεχώριζε ο Τέλης, τρεις μέρες τώρα, στα μάτια του θείου και του πατέρα. Πρέπει να ήταν και κάτι ακόμα. Είχε αρχίσει να τους ζώνει μια παράξενη ανησυχία. Κι ο Τέλης αδιάκοπα θυμόταν εκείνο το μαύρο προαίσθημα.

Ώρες ώρες μιλούσαν σιγά μεταξύ τους, σαν τότε στην Αργοβία. Άλλοτε πάλι κουβέντιαζαν με τα ξαδέλφια τους δυνατά. Ο Τέλης τότε ξεχώριζε κάποιες λέξεις φριχτές: κάτι σαν «τυραννία», «συλλήψεις», «βασανιστήρια», «καταπίεση», «προδοσία»… Κι έδειχναν να μιλούν για τα μέρη τα συγγενικά τους, τα στεριανά, εκεί που ήταν το χωριό της μητέρας. Να λένε γι’ ανθρώπους γνωστούς, που καταδιώκονταν και φυλακίζονταν για τις ιδέες τους. Και για δικτάτορες, που κρατούσαν την εξουσία με το «έτσι θέλω». Γίνονταν, λοιπόν, κι αλλού τέτοια πράγματα; Δε γίνονταν μονάχα στην Αργοβία;  

Ένα βράδυ, στο σπίτι των συγγενών, κάποιος φίλος τους διηγήθηκε την ιστορία ενός ανθρώπου, που κυνηγημένος από τους δικτάτορες, μπήκε λαθρεπιβάτης σ’ ένα πλοίο να φύγει από τα μέρη εκείνα, να σωθεί. «Σαν εμάς» συλλογίστηκε ο Τέλης. «Κι εκεί τα ίδια!». Μόνο που κείνος ο άνθρωπος δεν είχε τη δική τους την καλή τύχη. Τον βρήκαν αργότερα νεκρό σ’ ένα απόμερο ακρογιάλι. Πολλοί έλεγαν πως κάποιος τον πρόδωσε, τον σκότωσαν στο βαπόρι και τον έριξαν στη θάλασσα. Άλλοι πως είχε πνιγεί καθώς έπεσε στα κύματα, προσπαθώντας να βγει σε κάποιο νησί.

Άκουσαν κι άλλες φοβερές ιστορίες εκείνο το βράδυ. Και μια σύντομη θλιβερή σιωπή ακολουθούσε καθεμιάς τους το τέλος.

- Μπορεί να γίνουν κι εδώ φασαρίες; Ρώτησε κάποτε η Ναταλία δειλά.

- Μπα, δεν το πιστεύω, την καθησύχασε ο πατέρας. Η Γαλαζόνησος είναι μια ελεύθερη κι ανεξάρτητη μικρή χώρα που κανένας δεν μπορεί να τη βλάψει. Την ελευθερία της την έχουν εγγυηθεί δυνάμεις μεγάλες. Έχουν υπογραφεί συμφωνίες για την ασφάλειά της. Έπειτα, ο ελεύθερος κόσμος δε θ’ αφήσει ποτέ να της κάνουν κακό. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν έχει κανονικό στρατό ούτε όπλα.

Το βλέμμα του, ωστόσο, δε φαινόταν και τόσο σίγουρο. Πιο πέρα ο θείος κούνησε δύσπιστα το κεφάλι κι άρχισε να μιλά χαμηλόφωνα με τους συγγενείς.

Τέτοιες κουβέντες γίνονταν από τότε συχνά. Και λίγο λίγο την έτρωγαν θαρρείς σαν σαράκι την ανείπωτη εκείνη ευδαιμονία του γυρισμού, εκείνη την παραδεισένια γαλήνη που είχαν νιώσει τις πρώτες ημέρες.

Ώσπου ένα πρωί, αναστατώθηκε ο κόσμος στην πόλη. Αλλόκοτη κίνηση, φωνές κι ανακατωσούρα περίεργη ακούστηκε από το δρόμο. Ο πατέρας κόλλησε τ' αυτί στο ραδιόφωνο. Ο θείος πετάχτηκε έξω να μάθει τα νέα καλύτερα. Στην πρωτεύουσα του νησιού γίνονταν ταραχές! «Πραξικόπημα» το είπαν αγανακτισμένοι οι μεγάλοι.

Ο Τέλης έσκυψε απ’ το παράθυρο. Άνθρωποι με πρόσωπα ταραγμένα έτρεχαν εδώ κι εκεί, μαζεύονταν λίγοι λίγοι, κουβέντιαζαν φοβισμένοι, χειρονομούσαν… Τα μαύρα μαντάτα σκοτείνιαζαν θαρρούσες τον ουρανό, πλάκωναν το νησί σαν αντάρα – κι ας έφεγγε ο ήλιος ανέμελος.

Μέσα η μητέρα σταυροκοπιόταν κατάχλωμη.

- Πάλι, Θεέ μου, αδελφός τον αδελφό! Πάλι τα ίδια! Τι κατάρα είναι τούτη;

Η Ναταλία στεκόταν παράμερα σκυθρωπή. Δίπλα της είχαν κουρνιάσει αμίλητα τα κορίτσια.

Λίγες ώρες αργότερα, η κίνηση κόπασε. Η πόλη θαρρούσες πως είχε πεθάνει. Μια νέκρα παράξενη απλωνόταν παντού.

Κλείστηκαν μέσα μικροί μεγάλοι. Κι ο θείος κουβέντιαζε φωναχτά τώρα με τον πατέρα, που τον άκουγε αποθαρρημένος, στενοχωρημένος, σαν παιδί που το γέλασαν.

- Θέλουν να μας βάλουν και μας στο χέρι οι δικτάτορες κι οι προστάτες τους, Ανδρέα, το κατάλαβες τώρα; Αγανακτούσε ο θείος. Θέλουν να κάνουν κι εδώ τα ίδια. Σου τα έλεγα εγώ. Θυμάσαι τι σου έλεγα και για κείνα τα συστήματα; Κάθε τόσο κι ένα πραξικόπημα, μι δικτατορία σε κάποια χώρα. Και τότε ξεχνούν μεμιάς την ελευθερία την ατομική, που τόσο υποστηρίζουν. Λησμονούν τ' ανθρώπινα δικαιώματα όποτε τους συμφέρει. Σου τα έλεγα… Παντού οι μικροί και οι αδύνατοι την πληρώνουν. Αυτοί ‘ναι πάντα τα θύματα – κι ας πασχίζουν τάχα όλοι γι’ αυτούς. Χιλιάδες φορές σας τα είπα, μα κι εσύ κι ο πατέρας με θεωρούσατε απροσγείωτο!

«Εκείνα τα συστήματα»… «Οι δικτάτορες κι οι προστάτες τους»…. Τι να εννοούσε άραγε ο θείος; Θα τον ρωτούσε ο Τέλης σε πρώτη ευκαιρία.

Δεν πρόφτασε. Σε λίγες μέρες ξέσπασε η θύελλα.
Ήταν πρωί. Ένιωσε να τον ξυπνά η μητέρα αλαφιασμένη. Μάζευε σαν τρελή κάτι ρούχα. Παράξενες βροντές ακούγονταν που του τράνταζαν το κρεβάτι. Τα τζάμια έτριζαν, η μητέρα κάτι του φώναζε: να ντυθεί… να φύγουν… να γλιτώσουν… Πετάχτηκε τρομαγμένος. Να γλιτώσουν; Από τι; Δεν απαντούσε. Μιλούσε βιαστικά στα κορίτσια. Η Δανάη έντυνε κιόλας τη μικρή, που σιγόκλαιγε φοβισμένη. Ξάφνου τραντάχτηκαν πάλι… Έτρεξε στο παράθυρο. Η θάλασσα είχε γεμίσει μαύρα καράβια.

- Καίγεται το δάσος! Όρμησε στο δωμάτιο η Ναταλία. Δείτε! Ρίχνουν στο βουνό!

- Γρήγορα! Γρήγορα! Ξεφώνισε η μητέρα. Είπαν τα ξαδέλφια να κάνουμε γρήγορα.

Ούτε κατάλαβε πότε βγήκαν, πού έτρεξαν, ποιοι τους πήραν. Θυμάται μονάχα πως μπήκαν σ’ ένα αυτοκίνητο. Θυμάται τις φλόγες που έβγαιναν από το δάσος× Τις βροντές που δεν έλεγαν να σταματήσουν, ανακατωμένες με βόμβο από αεροπλάνα και τον κόσμο να φωνάζει:
- Απόβαση! Απόβαση! Οι εχθροί κάνουν απόβαση!

Έπειτα βρέθηκαν σ’ ένα υπόγειο, κάπου πιο πέτρα, μακριά απ’ την πόλη. Ακούστηκε πάλι βόμβος από αεροπλάνα… και πολυβόλα… Κι αμέσως τα σπίτια, οι δρόμοι, τα χωράφια τριγύρω βάλθηκαν να τραντάζονται.

Δυο γυναίκες που έστεκαν πλάι του άρχισαν να σταυροκοπιούνται λαχταριασμένες.

- Βόμβες! Φώναξε έντρομη η μητέρα. Θεέ μου! Μας βομβαρδίζουν!
Ο πατέρας, ο θείος Ιάσονας, δεν ήταν μαζί τους. Δεν τολμούσε να ρωτήσει ο Τέλης. Δεν έβγαινε λέξη από το στόμα του. Κοίταξε τη Δανάη που στεκόταν βουβή… Έπειτα την Ηλέκτρα που είχε ζαρώσει στην αγκαλιά της μητέρας και κάθε τόσο πεταγόταν με κάθε βόμβα που έπεφτε…

Πόλεμος, λοιπόν! Γινόταν πόλεμος. Μα το νησί τους δεν είχε κανονικό στρατό, ούτε όπλα – έτσι δεν είχε πει ο πατέρας; Ποιος άνανδρος, λοιπόν, τολμούσε να το χτυπήσει; Κι οι συμφωνίες; Τι έγραφαν οι συμφωνίες που είχε πει πως υπογράφτηκαν;  «Η Γαλαζόνησος είναι μια ελεύθερη κι ανεξάρτητη μικρή χώρα…», «την ελευθερία της την έχουν εγγυηθεί δυνάμεις μεγάλες»…, «ο ελεύθερος κόσμος δε θ’ αφήσει ποτέ να της κάνουν κακό…» - έτσι δεν έλεγε; Πού ήταν, λοιπόν, τώρα όλοι αυτοί; Γιατί άφηναν τον εχθρό να τους βομβαρδίζει; Και τ' ανθρώπινα δικαιώματα που του διάβαζε ο θείος; Τι έλεγαν τ' ανθρώπινα δικαιώματα; Δεν υπήρχε λοιπόν δικαιοσύνη σε τούτη τη γη; Ήταν όλα λόγια; Λόγια και τίποτ’ άλλο; Α, πόση απογοήτευση τον κυρίευε!

Δε θυμόταν πια πόσες ώρες έμειναν έτσι κλεισμένοι. Στο μυαλό του χαράζονταν μονάχα φωνές από πανικόβλητα γυναικόπαιδα, ουρλιαχτά από λαβωμένους, θόρυβοι από κανόνια, βόμβες και πολυβόλα.

Προβληματισμοί για Συζήτηση
Όταν λέμε όλοι, εννοούμε όλοι
Σε σχέση με τη βοήθεια που προσφέρουν στους πρωταγωνιστές - μετανάστες, συναντάμε στο βιβλίο διάφορους χαρακτήρες:

- Τους ανθρωπιστές, εκείνους δηλαδή που τους συνδράμουν με κάθε ειλικρίνεια και κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους. Τέτοιος είναι ο Στεφάν, που βοηθάει τον θείο Ιάσονα και τον Τέλη... ακόμα και μετά τον ίδιο του τον θάνατο!

- Τους συμφεροντολόγους, εκείνους δηλαδή που βοηθούν επειδή νιώθουν μεν κάποια συμπάθεια, αλλά και επειδή αυτό τους εξυπηρετεί. Τέτοιος είναι ο κύριος Βαρούχ, που περιμένει από την οικογένεια του Τέλη οικονομικά ανταλλάγματα προς όφελος της Ισαδαιϊκής κοινότητας.

- Τους εκμεταλλευτές, όπως ο σιχαμερός διευθυντής Λεπαντάρ, που προσπαθούν με κάθε τρόπο να κερδίσουν από τους ξένους, ρίχνοντας επάνω τους ακόμα και τα δικά τους κρίματα.

Οι μετανάστες είναι μια πονεμένη υπόθεση, ειδικά στην Ελλάδα αυτού του καιρού. Εύκολα θύματα (βλ. Μανωλάδα), αλλά και επιρρεπείς σε εκτροπές (βλ. λιμάνι Πάτρας), γίνονται (μια ακόμη) αφορμή για να χωριστεί η κοινή γνώμη σε στρατόπεδα και να αποπροσανατολιστεί από πολύ σημαντικότερα προβλήματα (όπως π.χ. η λειτουργία της δημοκρατίας μας).

Τι ομοιότητες και τι διαφορές έχουν άραγε οι μετανάστες που βλέπουμε τριγύρω μας, σε σχέση με τους πρωταγωνιστές του βιβλίου; Γιατί να βρίσκονται στη χώρα μας και τι σκοπό έχουν; Και εμείς πώς τους αντιμετωπίζουμε; Ως Στεφάν, ως Βαρούχ ή ως Λεπαντάρ; Επιτρέπεται το πλήθος, η κουλτούρα και το επίπεδο μόρφωσής τους να γίνονται δικαιολογία για μια αρνητική στάση απέναντί τους; Ή αρκεί το γεγονός ότι είναι άνθρωποι για να προσπαθήσουμε να τους βοηθήσουμε; Όπως και να 'χει το πράγμα, οι περισσότεροι φαίνεται να αδιαφορούν ή να λαμβάνουν θέση α λα Βαρούχ.

Η συγγραφέας, πάντως, δεν μας αφήνει να αμφιβάλλουμε. Στο τέλος της ιστορίας, μας δείχνει τον Τέλη να βοηθάει κάθε έναν που έχει ανάγκη, γιατί δεν αντέχει να βλέπει τους ανθρώπους να υποφέρουν (σ. 147). Οι εμπειρίες του και το δίδαγμα του Στεφάν τον σημάδεψαν και πια θεωρεί τον κόσμο ολάκερο σαν αδέλφια του. Νιώθει ταγμένος να παλέψει για τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και την ελευθερία όλων. Τι θα είχε άραγε να πει για το πρόσφατο ναυάγιο της Λαμπεντούζα;

Χρήση στην Τάξη
Στην ιστορία παρακολουθούμε τις αγωνιώδεις προσπάθειες της οικογένειας Ιακώβου να διατηρήσει την εθνική της ταυτότητα ζωντανή, χωρίς όμως να προκαλεί και το καθεστώς της Αργοβίας. Είναι κοινό χαρακτηριστικό των μεταναστών σε όλο τον κόσμο, από τη μία να προσπαθούν να προσαρμοστούν στη χώρα που τους φιλοξενεί και από την άλλη να κάνουν ό,τι μπορούν για να μην ξεχάσουν τον πολιτισμό τους. Αν έχουμε μαθητές από άλλες χώρες στην τάξη μας (στη δική μας συνήθως αποτελούν το 80% των μαθητών) μπορούμε να κάνουμε μια ανοιχτή συζήτηση για το πώς διατηρούν τα έθιμά τους σε έναν ξένο γι'αυτούς τόπο όπως είναι η Ελλάδα.

Όπως το Σπίτι του Άγγλου Συνταγματάρχη, έτσι και αυτό το βιβλίο μας προσφέρει μια εξαιρετική αφορμή να μιλήσουμε στην τάξη για το ζήτημα της Κύπρου, που στο κείμενο τη συναντάμε ως "Γαλαζόνησο".

Share/Bookmark

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Μια ζεστή μικρή αγκαλιά

Υπόθεση
Το φεγγαράκι κουράστηκε να πηγαινοέρχεται στον ουρανό, να λάμπει και να χαμογελάει κάθε βράδυ εκεί ψηλά. Κρυώνει και θέλει να βρει μια ζεστή μικρή αγκαλιά, έτσι αρχίζει ένα μακρύ ταξίδι σε ουρανό και γη, αναζητώντας τη φιλία και την αγάπη. Θα καταφέρει άραγε να τη βρει;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μάνια Καπλάνογλου
Εικονογράφηση: Εύη Τσακνιά
ISBN: 978-960-16-4239-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 2013
Σελίδες: 32
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β'

Ευχαριστούμε πολύ την κ. Καπλάνογλου για τη δωρεά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη του σχολείου μας!

Κριτική
Ένα μικρό αλληγορικό παραμυθάκι από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο 3 - 800 λέξεις). Προτείνεται σε μαθητές του νηπιαγωγείου αλλά και των μικρών τάξεων του Δημοτικού, που έχουν κατακτήσει τον μηχανισμό ανάγνωσης.


  • Γραφή απλή, κατανοητή και γεμάτη συναισθήματα
  • Εικονογράφηση πολύχρωμη και ζωντανή, αλληλεπιδρά διαρκώς με το κείμενο
  • Δραστηριότητες στο τέλος του βιβλίου (Δημιουργικής γραφής, Κρυπτόλεξο, Ξαναθυμάμαι την ιστορία και βάζω τις εικόνες στη σειρά)

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Φαντασία, Παραμύθι

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Η μικρή Δανάη παίρνει στην αγκαλιά της το φεγγαράκι, αποφασισμένη να το προστατεύσει από τον άγριο άνεμο που το καταδιώκει παντού (βλ. και εικόνα).

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
Μια φορά, ένα βραδάκι κι έναν καιρό
με ξάστερο ουρανό, το φεγγάρι ξεπρόβαλε
ολόγιομο και σκεφτικό στην άκρη του ουρανού.

Αν μπορούσε να κατσουφιάσει, θα κατσούφιαζε.
Αν μπορούσε να σβήσει, θα 'σβηνε. Όμως αυτό
δε γινόταν!

Έπρεπε υποχρεωτικά να στέκεται εκεί
χαμογελαστό και λαμπερό για να εμπνέει
τις θάλασσες με τις παλίρροιές τους, τους
ποιητές, τους ερωτευμένους και ολόκληρο
τον πλανήτη Γη.

Κι όμως το φεγγάρι δεν ένιωθε καθόλου
χαμογελαστό και λαμπερό. Είχε κουραστεί να
ταξιδεύει από τη μια άκρη του ουρανού στην
άλλη. Ήθελε να ανακαλύψει έναν καινούριο
δρόμο, να βρει επιτέλους ένα άγνωστο
μονοπάτι, να λικνιστεί στα κύματα της
ασημένιας θάλασσας, να μιλήσει με τα αστέρια,
τα πουλιά και τις χιονονιφάδες, να κάνει φίλους!

Και κυρίως, καθώς ξεπάγιαζε κάθε βράδυ εκεί
ψηλά, ήθελε να κρυφτεί, έστω για λίγο, σε μια
ζεστή μικρή αγκαλιά και να πάψει να κρυώνει.

Σχόλιο
Το φεγγαράκι έχει ένα όνειρο και το ακολουθεί. Θέλει να βρει φίλους και μια ζεστή μικρή αγκαλιά και δεν το βάζει κάτω, όσες φορές κι αν ο άνεμος το κυνηγήσει. Τα παιδιά μπορεί λοιπόν να κερδίσουν ένα μάθημα επιμονής, αν κατανοήσουν το δίδαγμα του παραμυθιού με τον τρόπο αυτό.  Ένα άλλο συμπέρασμα που μπορεί να προκύψει, είναι ότι μόνο η πραγματική φιλία είναι αυτή που μας βοηθάει και μας προστατεύει από τους κινδύνους. Μέχρι λοιπόν η σχέση μας με κάποιον φίλο να δοκιμαστεί από τον "άνεμο", μια δύσκολη δηλαδή κατάσταση, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι θα κρατήσει στον χρόνο.

Σε μια διαφορετική ανάγνωση, το φεγγαράκι είναι υποχρεωμένο να βρίσκεται ψηλά στον ουρανό, για να εμπνέει θάλασσες, ποιητές, ερωτευμένους και ολόκληρη τη Γη. Ωστόσο βαριέται και θέλει να ανακαλύψει νέα μονοπάτια. Τι γίνεται άραγε όταν κι εμείς βαριόμαστε να ολοκληρώσουμε τις υποχρεώσεις μας (π.χ. το διάβασμα για το σχολείο) και προσπαθούμε να ξεφύγουμε για να ανακαλύψουμε κάτι νέο; Μήπως τελικά ο άνεμος του παραμυθιού είναι η συνείδηση του φεγγαριού, που το καλεί πίσω στο καθήκον του; Το κείμενο αφήνει ένα τέτοιο ενδεχόμενο ανοιχτό (σ.26):
Το φεγγαράκι πετάχτηκε πάλι λυπημένο κι ήξερε πως έπρεπε να ξαναγυρίσει στον ουρανό για χάρη της παλίρροιας, των ποιητών και των ερωτευμένων κι ας μην είχε βρει μια ζεστή μικρή αγκαλιά.
το φεγγαράκι μας... (πηγή)

Share/Bookmark

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Το άγαλμα που κρύωνε

Υπόθεση
Το άγαλμα ενός μικρού αγοριού, λυπάται και κρυώνει μέσα στην αίθουσα του μουσείου όπου εκτίθεται, καθώς νιώθει απέραντη μοναξιά. Νοσταλγεί τη Μικρασία, απ' όπου το φυγάδεψαν το 1922, και ονειρεύεται κάποια μέρα να καταφέρει να γυρίσει εκεί. Η φιλία που αναπτύσσει με την καθαρίστρια και τον γιο του νυχτοφύλακα, αλλά κυρίως ένα γαλάζιο μαγικό πουλί που παρουσιάζεται στον ύπνο του, θα το βοηθήσουν να κάνει το μεγάλο του όνειρο πραγματικότητα.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Χρήστος Μπουλώτης
Εικονογράφηση: Φωτεινή Στεφανίδη
ISBN: 978-960-600-883-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 1998
Σελίδες: 30
Τιμή: περίπου 14 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ', Δ', Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Βραβευμένο παραμύθι, που βαδίζοντας στα όρια μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, μας μεταφέρει τη νοσταλγία που νιώθουν οι πρόσφυγες για τις πατρίδες που άφησαν πίσω τους. Γραμμένο με αγάπη και ευαισθησία, καταφέρνει παρά το έντονα ποιητικό ύφος να μεταφέρει τα μηνύματά του με σαφήνεια και να κρατάει το ενδιαφέρον των αναγνωστών ζωντανό μέχρι το τέλος. Η έκδοση είναι σε σκληρό εξώφυλλο, με μέγεθος σελίδων κοντά στο Α4, αραιή στοίχιση αλλά μάλλον μικρά τυπογραφικά σε σχέση με το μέγεθος του βιβλίου. Τα περισσότερα "σαλόνια" μοιράζονται ανάμεσα στο κείμενο και τις πολύχρωμες απεικονίσεις, οι οποίες αποδίδουν ωραία το ονειρικό κλίμα, ίσως όμως κάποιοι μαθητές (όπως οι δικοί μου) τις βρουν λίγο υπερβολικά "καλλιτεχνικές". Μερικές σκηνές είναι πραγματικά πολύ όμορφες, όπως όταν παρακολουθούμε το άγαλμα να κλαίει μαργαριτάρια (σαν τις γοργόνες των κινέζικων μύθων) ή όταν μας περιγράφεται το ταξίδι των ηρώων προς την ακτή της Ιωνίας. Στην τελευταία σελίδα, μπορείτε να βρείτε πληροφορίες για το άγαλμα αλλά και την αρχαιολόγο Σέμνη, που αποτελεί ένα από τα 5 πρόσωπα του έργου.

Περισσότερες πληροφορίες για το άγαλμα βοσκόπουλο με κουταβάκι και την αρχαιολόγο Σέμνη Καρούζου μπορείτε να βρείτε από τη wikipedia πατώντας στους αντίστοιχους συνδέσμους.

Προτείνεται σε μαθητές Δ', Ε' αλλά και Στ', με τους τελευταίους έτσι κι αλλιώς να έχουν ένα απόσπασμα από την ιστορία στο τέλος του βιβλίου της Γλώσσας. Πιστεύω ότι απευθύνεται εξίσου και στα δύο φύλα, ενώ θα το εκτιμήσουν περισσότερο οι ώριμοι μαθητές, οι κάπως ρομαντικοί αλλά και οι λάτρεις της αρχαιολογίας!

Το αγαλματάκι της ιστορίας ονειρεύεται μια μέρα να πετύχει κάτι που κανένα άλλο άγαλμα δεν έχει καταφέρει: να ταξιδέψει! Συγκεκριμένα, φλέγεται από την επιθυμία να βρεθεί στο μέρος απ' όπου κατάγεται και που νοσταλγεί όσο οι μαθητές τις διακοπές του καλοκαιριού. Προσεγγίζοντας διακειμενικά, θυμόμαστε άλλους ήρωες που ήθελαν να κατορθώσουν το ακατόρθωτο (και βέβαια τα κατάφεραν):  Την Κίκο, την κότα που ήθελε να πετάξει, τον Σπάρτακο, τον κούνελο του Χατζόπουλου που ήλπιζε να μεταμορφωθεί σε κανονικό κουνελάκι, ίσως ακόμα και την χρυσαφένια μπαλίτσα που ήθελε να ζήσει στιγμές δόξας (όμως μετά το μετάνιωσε). Για μια ακόμα λοιπόν φορά, αποδεικνύεται πως στην παιδική λογοτεχνία όλα είναι δυνατά, αρκεί να τα ονειρεύεσαι... για παν ενδεχόμενο, καλό είναι να έχει εξασφαλίσει κανείς και τη φιλία ενός μαγικού μπλε πουλιού που πραγματοποιεί ευχές. Σε κάποιους άλλους, η καρδιά του νεαρού αγάλματος που δεν είναι μαρμαρένια και η βοήθεια που λαμβάνει από ένα πουλί, ίσως θυμίσουν τον Ευτυχισμένο πρίγκηπα. Ο συνειρμός όμως σύντομα χάνεται, καθώς στην ιστορία μας όλα εξελίσσονται θετικά, ενώ στο παραμύθι του Ουάιλντ τα καταπίνει όλα το μαύρο σκοτάδι. Ολοκληρώνοντας, να θυμίσουμε τη φράση "φτάσε όπου δε μπορείς" που, παρότι γραμμένη εδώ και αρκετό καιρό, εξακολουθεί να εμπνέει ανθρώπους (βλ. ιστορία του Πέτρου του ποδηλάτη) και αγάλματα να κατορθώσουν το ακατόρθωτο.

Το βιβλίο αρέσει πολύ και στους μικρότερους μαθητές, και ένας από τους λόγους θα μπορούσε να είναι το ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αφειδώς παραμυθιακά στοιχεία: Ο ήρωας έχει έναν σκοπό για την επίτευξη του οποίου τον συντρέχουν φίλοι και μαγικοί βοηθοί. Για να τα καταφέρει πρέπει να συγκεντρώσει διάφορα υλικά αλλά και να περάσει από δοκιμασίες (να ράψει τα ρούχα σε σακούλι, να πάει το σακούλι στον Λυκαβηττό στην επόμενη πανσέληνο). Επίσης συναντάμε στερεοτυπικές φράσεις όπως Έτσι έγινε, γιατί έπρεπε να γίνει έτσι (σ.24), αλλά και περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται ο κανόνας των τριών (το άγαλμα κλαίει μαργαριτάρια τρεις φορές). Έτσι γύρω από την κύρια πλοκή διαμορφώνεται ένα περιβάλλον αρκετά οικείο για τα παιδιά.

Ολοκληρώνοντας, να προσθέσουμε ότι η αναφορά στη Σμυρναία καθαρίστρια Γαλάτεια που τραγουδάει ανατολίτικα τραγούδια, θυμίζει αμυδρά την ιστορία της Δόμνας Σαμίου, που ως 13χρονη ορφανή μικρασιάτισσα, επίσης τραγουδούσε κάνοντας δουλειές, με αποτέλεσμα η ιδιοκτήτρια του σπιτιού να την ακούσει και να τη στείλει να σπουδάσει κοντά στον Σίμωνα Καρά.
Καθαριστής μουσείου που τραγουδάει, στην περιπέτεια του Τεν-Τεν Το σπασμένο αυτί

Αξίες - Θέματα
Νοσταλγία, Παραμύθι, Μετανάστευση, Φιλία, Φαντασία

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Έτσι κυλούσανε οι μήνες και τα χρόνια εκεί στο μεγάλο μουσείο της Αθήνας. Και το μικρό προσφυγάκι όλο και πιο πολύ χωνόταν μες στην κάπα του. Και δώστου κι έσφιγγε στην αγκαλιά του το σκυλάκι για να ζεσταθεί. Κρύωνε, κρύωνε πολύ η καρδιά του, που δεν ήταν μαρμαρένια.

Τώρα τις νύχτες, όταν έφευγαν κι οι τελευταίοι επισκέπτες κι έκλειναν οι φύλακες τις βαριές πόρτες του μουσείου, έπαψε πια να σεριανά όπως παλιά με τ' άλλα αγάλματα στις ψηλοτάβανες τις αίθουσες. Ναι… να σεριανά. Γιατί μπορεί όλη μέρα να μένουν ακίνητα τ' αγάλματα, τις νύχτες όμως, όταν δεν τα βλέπει ανθρώπου μάτι, ζωντανεύουν!

Και καθόλου, μα καθόλου δεν το ένοιαζε που το νόμιζαν ακατάδεχτο. Αυτό μόνο τη μακρινή πατρίδα του νοσταλγούσε κι όλο αφουγκραζόταν μήπως και ακούσει να έρχονται τα Ελληνάκια.

Καμιά φορά αναρωτιόταν: «Μήπως είμαι παράλογο; Μήπως ζητώ πολλά; Τ’ αγάλματα μένουν κλεισμένα στα μουσεία, δεν ταξιδεύουνε τ’ αγάλματα. Πώς να ξαναδώ λοιπόν τη μακρινή πατρίδα μου πέρα απ’ το Αιγαίο; Και τα Ελληνάκια;… Μήπως δεν πολυνοιάζονται πια για τα παλιά αγάλματα;».

Κάποιον Οκτώβρη όμως που οι νεραντζιές της Αθήνας αντί για νεράντζια κάναν ρόδια και στον ουρανό πάνω απ’ την Ακρόπολη αρμένιζε για μέρες μια βάρκα με λευκό πανί, ολότελα απρόσμενα εκείνο τον ασυνήθιστο Οκτώβρη απόκτησε το προσφυγάκι τρεις φίλους: την κυρία Γαλάτεια πρώτα, με τα γαλάζια μάτια, ύστερα ένα παράξενο πουλί κι ύστερα το Λάμπη, το μικρό γιο του νυχτοφύλακα. Και θ’ άλλαζαν τα πράγματα από δω κι εμπρός…

Η καινούρια καθαρίστρια του μουσείου ήταν η κυρία Γαλάτεια με τα γαλάζια μάτια. Κάθε Δευτέρα, που το μουσείο έμενε κλειστό, σκούπιζε και σφουγγάριζε το πάτωμα σιγοτραγουδώντας πάντα. Και την αγαπούσε τη δουλειά της, γιατί σκεφτόταν η κυρία Γαλάτεια: «Πόσοι αλήθεια άνθρωποι σ’ αυτή την πόλη έχουν την τύχη να μείνουν μόνοι, ολομόναχοι με τ’ αρχαία αγάλματα, να τους μιλούν, να τα φροντίζουν;»

- Καλημέρα, κυρία Γαλάτεια, της έλεγε το μικρό άγαλμα, που την περίμενε ανυπόμονα κάθε φορά, για να μιλήσει ελληνικά μαζί της, να μάθει τα νέα απ’ τον έξω κόσμο.

- Καλή σου μέρα, όμορφο αγοράκι μου, του απαντούσε εκείνη τρυφερά και του ‘λεγε ένα ένα τα νέα της Αθήνας.

Ένα πρωί Δευτέρας της λέει το μικρό άγαλμα:
- Τι γλυκά που τραγουδάς, κυρία Γαλάτεια!

- Είναι παλιά τραγούδια της πατρίδας μου, ξέρεις, γι’ αυτό…

- Και ποια είναι η πατρίδα σου, κυρία Γαλάτεια;

- Απ’ τη Μικρασία είμαι, απ’ τη Σμύρνη… Την έχεις ακουστά; Από κει με φέραν μικρή… Την ηλικία σου θα είχα πάνω κάτω.
- Είσαι προσφυγοπούλα! Αναφώνησε το μικρό άγαλμα και έλαμψε ολόκληρο από χαρά σαν να ξαναντάμωνε δικό του άνθρωπο που τον νόμιζε χαμένο για πάντα. Κι εγώ προσφυγάκι είμαι, κυρία Γαλάτεια. Από κείνα τα μέρη είμαι.

Και η κυρία Γαλάτεια με τα γαλάζια μάτια το έκλεισε στην αγκαλιά της συμπονετικά. Σχεδόν είχε ραγίσει η καρδιά της απ’ την πολλή συγκίνηση.

Την άλλη Δευτέρα του κουβάλησε η κυρία Γαλάτεια ένα σακούλι πράγματα. Του ‘φερε νεραντζάκι γλυκό, που το’ φτιαχνε με τα χέρια της, του ‘φερε μυριστικά φυτά από τον κήπο της, ξυλομπογιές κι άσπρο χαρτί να ζωγραφίζει, μαστίχα χιώτικη και κουκουνάρια. Του ‘φερε κι ένα πολύχρωμο τόπι, ένα τόπι πάνινο, γιατί ήξερε πως τ’ αγάλματα δεν αγαπούν το θόρυβο. Και βιάστηκε να καθαρίσει μια ώρα αρχύτερα τις αίθουσες του μουσείου, για να κερδίσει χρόνο, να καθίσει όσο γινόταν πιο πολύ κοντά στο μικρό άγαλμα που κρύωνε.

- Για μένα όλα τούτα τα δώρα, κυρία Γαλάτεια;

- Για σένα! Κι είναι λίγα… Κάθε φορά θα σου φέρνω κι άλλα. Κρύψ’ τα μόνο τώρα στην κάπα σου να μην τα δουν οι φύλακες.

- Και ποιο τραγούδι της πατρίδας μας θα μου τραγουδήσεις σήμερα, κυρία Γαλάτεια;

- Σήμερα, καλό μου αγοράκι, διάλεξα να σου πω ποιήματα για το Αιγαίο. Του Όμηρου, του αρχαίου ποιητή, που ήταν κι αυτός Μικρασιάτης σαν εμάς. Κι ήταν, λέει τυφλός και ποιητής τρανός. Και ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη, που γεννήθηκε στο Αιγαίο. Την ηλικία μου έχει πάνω κάτω αυτός. Της γενιάς μου είναι.

- Μα πότε θα ξαναπεράσουμε τα νερά του Αιγαίου; Αναστέναξε το μικρό άγαλμα, σαν τέλειωσε να απαγγέλλει η κυρία Γαλάτεια με φτερωμένη τη φωνή.

- Ποιος ξέρει; Μπορεί… Ίσως… Μια μέρα ίσως ξαναδούμε τις πατρίδες μας στην αντίπερα ακτή του Αιγαίου. Έστω για λίγο. Το ‘χω κι εγώ καημό.

Και, καθώς ψιθύριζε κομπιαστά τα τελευταία λόγια, βούρκωσαν τα γαλάζια μάτια της.

Και το μικρό άγαλμα, που όλη τούτη την ώρα είχε το βλέμμα στυλωμένο στο δικό της, είπε:

- Σαν τα νερά του Αιγαίου είναι τα μάτια σου, κυρία Γαλάτεια. Τι γαλανά που είναι! Και η κυρία Γαλάτεια του φανέρωσε τότε πως είχε γεννηθεί με μαύρα μάτια.

- Με μαύρα;

- Ναι, καλά άκουσες. Τα μάτια μου ήταν μαύρα. Μα, όταν σ’ εκείνον το μεγάλο χαλασμό, μικρή εγώ μαζί με τους δικούς μου κι άλλους πολλούς πρόσφυγες, στοιβαγμένοι σε καΐκι, περάσαμε το Αιγαίο, γίναν τα μάτια μου γαλάζια. Βάφτηκαν σαν τη θάλασσα γαλάζια. «Τέτοιο πράγμα δεν έχει ξαναγίνει» λέγαν οι μεγάλοι και σταυροκοπιούνταν έκπληκτοι. Κι ακόμη λέγαν πως ήταν σημαδιακό… καλό σημάδι δηλαδή… Μα κύλησαν χρόνια και χρόνια από τότε…
- Με παραμύθι μοιάζει η ιστορία των ματιών σου, κυρία Γαλάτεια, της είπε το μικρό προσφυγάκι κι απ’ την ευαίσθητη καρδιά του, που δεν ήταν μαρμαρένια, ανέβηκε στα μάτια του λαμπυριστό ένα δάκρυ. Κι ύστερα κι άλλα, κι άλλα.

- Κλαις, καλό μου αγοράκι; Το κανάκεψε η κυρία Γαλάτεια. Και, καθώς του σφούγγιζε τα δάκρυα, τα δάκρυα εκείνα έγιναν μαργαριτάρια. Ναι, πιστέψτε με αληθινά μαργαριτάρια!

- Παρ’ τα να τα φορέσεις στο λαιμό, κυρία Γαλάτεια. Για σένα είναι, δικά σου, πάρ’ τα, σου λέω.

Πιο όμορφο πράγμα από κείνο το μαργαριταρένιο κολιέ δεν είχε βάλει πάνω της ποτέ η κυρία Γαλάτεια. Δεν το αποχωριζόταν, γιορτές, καθημερινές, ούτε κι όταν σκούπιζε και σφουγγάριζε τις αίθουσες του μουσείου.

Το πρόσεξε ένα πρωί Δευτέρας και η διάσημη αρχαιολόγος, η κυρία Σέμνη.

- Πολύ μ’ αρέσει το κολιέ σου, Γαλάτεια.

- Είναι από τα δάκρυα… το προσφυγάκι, ξέρετε… απ’ τα μάτια του είναι.

Μα τούτη τη φράση δεν πρόλαβε να την ακούσει η κυρία Σέμνη, γιατί, πολυάσχολη όπως πάντα, είχε ανοίξει βιαστικά το βήμα της και βρισκόταν κιόλας στη διπλανή αίθουσα. 
Η κυρία Γαλάτεια
Προβληματισμοί για συζήτηση
νόστον Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος
Δεν θα γινόταν σε μια ιστορία νοσταλγίας σαν κι αυτή να μην μνημονευτεί κάπου (όπως γίνεται στη σ.13) κι ο Όμηρος, ο ποιητής που έγραψε το πρώτο αφιερωμένο στο νόστο έπος, την Οδύσσεια. Φαίνεται ότι η ανάγκη για επιστροφή είναι κάτι που νιώθουν όλοι οι άνθρωποι και σε όλες τις εποχές. Εσείς θυμάστε συχνά τα μέρη απ' όπου κατάγεστε; Πώς νιώθετε γι' αυτά και πόσο σας λείπουν; Ποιος άλλος μπορεί να νιώθει νοσταλγία για τον τόπο του; Τι γίνεται με τους συμπατριώτες μας που ζουν στο εξωτερικό; Με τους ναυτικούς; Και πώς άραγε να νιώθουν οι μετανάστες που βρίσκονται στη χώρα μας;  

Αν είχατε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσετε μια οποιαδήποτε ευχή σας χάρη στο γαλάζιο πουλί, τι θα διαλέγατε να κάνετε; Σκεφτείτε την απάντηση και ίσως σας αποκαλυφθεί εκείνο που έχετε περισσότερο ανάγκη.
Τ' αγάλματα, τ' αγάλματα, τα χίλια δυο αγάλματα...
(από ποίημα μαθητή δημοτικού περασμένης δεκαετίας που σήμερα είναι επιστήμονας) Στην ιστορία που διαβάζουμε, τα μουσειακά εκθέματα ζωντανεύουν κάθε βράδυ (σ.10), κάνουν βόλτες, παίζουν και κουβεντιάζουν με τον νυχτοφύλακα και τον γιο του. Μπορείτε να φανταστείτε πώς θα άλλαζαν διάφορα μουσεία που έχετε επισκεφθεί, αν τα αγάλματά τους το βράδυ ζωντάνευαν; Τι θα μπορούσε συμβεί μια τέτοια νύχτα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο; Στης Ακρόπολης; Στο Πολεμικό;

Δοκιμάστε να επινοήσετε μια δική σας ιστορία (ή περισσότερες, χωρισμένοι σε ομάδες) με τίτλο "Τα αγάλματα ζωντάνεψαν!" και μην περιοριστείτε στον χρόνο και τον χώρο: Τα αγάλματά σας μπορούν να βγουν ακόμα και τη μέρα έξω στο δρόμο, στο βουνό, στην παραλία και να αρχίσουν να μιλάνε με τους περαστικούς...
Τα αγάλματα ζωντανεύουν στη σειρά κωμικών ταινιών Night at the Museum

Guardare ma non toccare
Το μαρμάρινο βοσκόπουλο καλεί τον Λάμπη να το αγγίξει για να νιώσει θαλπωρή (σ.20) Έλα, ακούμπησε κι εμένα, χάιδεψέ με. Εσείς τι λέτε; Είναι σωστό να ακουμπάμε τα αγάλματα; Ισχύει άραγε ότι το άγγιγμά μας τα κάνει να νιώσουν καλύτερα; Όπως θα διαβάσετε και πιο κάτω στον πεντάλογο καλής συμπεριφοράς του μουσείου, τα εκθέματα απαγορεύεται να τα αγγίζουμε γιατί καταστρέφονται. Τι γίνεται όμως αν η ιστορία είναι όντως αληθινή -όπως διατείνεται ο συγγραφέας- και το συγκεκριμένο αγαλματάκι επιζητά πραγματικά το χάδι μας; Για όποιον λοιπόν επηρεαστεί από το βιβλίο και αποφασίσει αμέτι μουχαμέτι να ακουμπήσει το "προσφυγάκι", μπορούμε να προτείνουμε δύο λύσεις:
στο Βρετανικό Μουσείο ορισμένα εκθέματα επιτρέπεται να αγγίζονται
α. Αφήστε το πρωτότυπο ήσυχο και ακολουθήστε το δρόμο προς την έξοδο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Μόλις φτάσετε στο χολ, κατεβείτε τα σκαλάκια που οδηγούν στο Museum Shop, όπου εκτίθεται ένα ακριβές αντίγραφο του βοσκόπουλου. Αν σας το επιτρέψει η υπάλληλος, μπορείτε χωρίς τύψεις να το ακουμπήσετε. Αν πάλι έχετε οικονομική άνεση, μπορείτε με 330 ευρώ να το πάρετε σπίτι σας, όπου λογικά το αγαλματάκι θα νιώσει ακόμα καλύτερα.

β. Επισκεφθείτε το μουσείο Αφής (Αθηνάς 17, Καλλιθέα) όπου θα μάθετε ένα σωρό πράγματα για τον κόσμο των συνανθρώπων μας που ζουν στο σκοτάδι, θα ευαισθητοποιηθείτε γύρω από τα προβλήματά τους, και -το κυριότερο- θα βρείτε στον επάνω όροφο ένα αντίγραφο του συγκεκριμένου αγάλματος από πλαστικό. Αυτό λοιπόν επιτρέπεται να το χαϊδέψετε μέχρι κατσιάσματος, καθώς βρίσκεται εκεί γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο.
αριστερά: πλαστικό αντίγραφο από το "προσφυγάκι" στο μουσείο Αφής

δεξιά: το πρωτότυπο


Χρήση στην τάξη
Το βιβλίο μάς προσφέρει μια πολύ καλή αφορμή να μιλήσουμε στην τάξη για τα μουσεία. Ευκαιρία λοιπόν να αναφέρουμε το πόσο ωφέλιμη μπορεί να είναι η επίσκεψή μας σε αυτά (μερικές ιδέες μπορείτε να βρείτε εδώ) αλλά και για το πώς οφείλουμε ως επισκέπτες να συμπεριφερόμαστε όσο βρισκόμαστε στον χώρο τους. Οι κανόνες καλής συμπεριφοράς (ετικέτα) κατά την επίσκεψη σε ένα μουσείο περιλαμβάνουν τον ακόλουθο πεντάλογο:

α. Δεν τρώμε / πίνουμε στις αίθουσες του μουσείου. Καλύτερα να έχουμε τσιμπήσει κάτι πριν ξεκινήσουμε την ξενάγηση, ώστε να μην πεινάσουμε σύντομα. Κάποιες φορές, μπορούμε αν μας επιτρέψουν να μασάμε τσίχλα, αρκεί να φερόμαστε σωστά, να μην κάνουμε π.χ. τσιχλόφουσκες κοντά στα εκθέματα. 

β. Δεν φωτογραφίζουμε τα εκθέματα με φλας και δεν βιντεοσκοπούμε όταν δεν έχουμε πάρει άδεια. Το χρώμα στα εκθέματα καταστρέφεται όταν το χτυπάει το δυνατό φως του φλας. Άδεια πρέπει να ζητήσουμε και αν θέλουμε να σκιτσάρουμε κάποιο έκθεμα, καθώς συνήθως υπάρχει περιορισμός στο μέγεθος του χαρτιού και στα υλικά που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε.

γ. Δεν αγγίζουμε τα εκθέματα  Το ανθρώπινο δέρμα περιέχει έλαια που μπορεί να βλάψουν τα εκθέματα και να λερώσουν τις προθήκες.

δ. Δεν τρέχουμε / σπρωχνόμαστε / χορεύουμε και γενικά αποφεύγουμε ενέργειες που μπορεί να αποδειχθούν επικίνδυνες για την ακεραιότητα των εκθεμάτων.

ε. Δεν κάνουμε θόρυβο. Ο χώρος του μουσείου πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν εκείνον της βιβλιοθήκης, από σεβασμό προς τα εκθέματα αλλά και τους μελετητές τους. Αν λοιπόν θέλουμε να μιλήσουμε καλό είναι να ψιθυρίζουμε, ενώ αποφεύγουμε να γελάμε, να μουρμουράμε ή να σφυρίζουμε. Μπορούμε ωστόσο να ακούμε μουσική από τα ακουστικά μας, αρκεί να μην παρασυρθούμε και αρχίσουμε να τραγουδάμε!
Επίσκεψη στο μουσείο (πηγή)
Και συ λάμπεις, Μπάμπη μου
Σε κάποια σημεία του κειμένου γίνονται λογοπαίγνια με το όνομα του Λάμπη, του γιου του νυχτοφύλακα. Διαβάζουμε έτσι: (σ.16) Από χαρά σύντομα θα λάμπεις. Σε λίγες μέρες θα 'ναι κοντά σου κι ο Λάμπης. Και λίγο αργότερα (σ.20) Έλαμπε με τον Λάμπη. Μπορείτε και σεις να σκεφτείτε λογοπαίγνια με διάφορα ονόματα; π.χ. η Χαρά είναι μια χαρά, ο Γιώργος έγινε γεωργός, κ.ο.κ. Δοκιμάστε να βρείτε λέξεις που ταιριάζουν με το όνομα του διπλανού σας και φτιάξετε στιχάκια με τα ονόματα των συμμαθητών σας σε ομοιοκαταληξία. 

Χρησιμοποιήστε τα ονόματά σας για περισσότερα λεξοπαίχνιδα: Φιδόλεξα που ξεκινούν από το τελευταίο γράμμα του προηγούμενου ονόματος, αναγραμματισμούς, λίμερικς, κ.ά.

Αν η τάξη δεν είναι δυνατή στα γλωσσικά, μπορείτε πάντα να βγείτε στην αυλή και να δοκιμάσετε το αγαλματάκια ακούνητα αμίλητα αγέλαστα, μέρα ή νύχτα;

Προσφυγάκι, ο φτωχός συγγενής του μπακαλιάρου (πηγή)
Ε.Τ.
Στο ακόλουθο βιντεάκι της Εκπαιδευτικής Τηλεόρασης, παρακολουθούμε τον συγγραφέα να απαντάει σε ερωτήσεις δύο παιδιών σχετικά με το βιβλίο. Μαθαίνουμε ότι πάντα ήθελε να γράψει μια ιστορία για ένα τέτοιο αγαλματάκι, καθώς οι γονείς του είναι και εκείνοι Μικρασιάτες πρόσφυγες. Έπειτα διαβάζει κάποια αποσπάσματα του βιβλίου του και βγάζει μέσα από την τσάντα του κάποια υλικά που αναφέρονται στο παραμύθι, θυμίζοντάς μας μια αντίστοιχη δραστηριότητα όπου οι μαθητές μαντεύουν / ανασυνθέτουν μια ιστορία με τη βοήθεια αντικειμένων που περιέχονται σε αυτή. Τέλος, παρατηρούμε την εικονογράφο να μας μιλάει για την αγαπημένη της φιγούρα στο έργο, ενώ το βίντεο κλείνει με μια πρόταση δημιουργικής γραφής για τα παιδιά (επινόηση ιστορίας με βάση λέξεις κλειδιά).


Share/Bookmark

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Το Υπναρούδι και η Ελεάννα

Υπόθεση
Η μικρή Ελεάννα ζει χαρούμενη με το Υπναρούδι, το κατοικίδιο μυρμηγκάκι της, που έχει χάσει την οικογένειά του. Μια μέρα που το παίρνει μαζί της στο σχολείο, το Υπναρούδι την ακούει να παινεύει κάποιο άλλο κατοικίδιο ως αγαπημένο της, και από τη ζήλια του το σκάει από τη θήκη του, αναστατώνοντας την τάξη. Οι περιπέτειές του όμως δεν τελειώνουν εκεί, καθώς η επόμενη μέρα το βρίσκει παγιδευμένο στον ιστό μιας πεινασμένης αράχνης. Θα προλάβει άραγε η Ελεάννα να το σώσει;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αργυρώ Μουντάκη
Εικονογράφηση: Βαγγέλης Ελευθερίου
ISBN: 960-16-1630-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 2005
Σελίδες:55
Τιμή: περίπου 2 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β', Γ', Δ'

Κριτική
Το πρώτο παραμυθάκι της σειράς με ήρωα το Υπναρούδι, που μας μιλάει για τη φιλία και το πόσο σημαντική μπορεί να γίνει για τη ζωή μας. Από φέτος (2013), ξανακυκλοφορεί μαζί με τις δύο επόμενες συνέχειές του (Το Υπναρούδι και το Τυχερούδι, Το Υπναρούδι και η Μελένια) σε έναν ενιαίο τόμο με τίτλο Το Υπναρούδι και η Ελεάννα σε φανταστικές περιπέτειες. Προτείνεται σε παιδιά μικρότερων και μεσαίων τάξεων.


  • Γλώσσα: απλή και κατανοητή
  • Πλοκή ενδιαφέρουσα και χαριτωμένη

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Περιβάλλον, Φιλία, Ζωοφιλία, Φαντασία, Διαφορετικότητα, Διάλογος

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Το Υπναρούδι βρίσκεται παγιδευμένο στον ιστό και η αράχνη το πλησιάζει με απειλητικές διαθέσεις... θα προλάβει η Ελεάννα να το σώσει;

Εικονογράφηση
Ασπρόμαυρη, χαριτωμένη, με παρουσία μιας ολοσέλιδης εικόνας κάθε περίπου τρεις σελίδες

Απόσπασμα
Ντρίιιν ντριιιιν... ακούστηκε το ξυπνητήρι της Ελεάννας.
Ώρα να ετοιμαστεί για το σχολείο.

“Ελεάννα, ξύπνα, μην καθυστερείς”, φωνάζει και η μαμά της.

Η Ελεάννα όμως ονειρευόταν ότι βρισκόταν σε ένα μέρος όπου υπήρχαν νεροτσουλήθρες και θαλάσσια ποδήλατα και μπαλόνια και χίλια δυο ωραία παιχνίδια! Κι έκανε βουτιές και τσουλήθρα κι έπαιζε με το Υπναρούδι της ώρες ατελείωτες! Ωραίο το όνειρό της. Όμως έπρεπε να σηκωθεί. Να ξυπνήσει και το Υπναρούδι - σίγουρα αυτό ακόμα θα ροχάλιζε του καλού καιρού!

Τι είναι το Υπναρούδι; Είναι μικρούλικο, αδυνατούλι, καφετί και έχει δύο μαύρα ναζιάρικα ματάκια. Είναι ένα μικρό έντομο που κανένα παιδί δεν το φοβάται, όχι όπως τις μέλισσες, που τσιμπάνε και πονάει μετά! Αντίθετα, αυτό όλα τα παιδιά το αγαπάνε. Αλλά μόνο τα παιδιά, γιατί οι μεγάλοι τέτοια έντομα, όταν τα ανακαλύψουν μέσα στο σπίτι τους, θέλουν να τα διώξουν. Η μαμά της Ελεάννας, όμως, όχι μόνο το αγαπάει το Υπναρούδι, αλλά το φροντίζει κιόλας!

Η οικογένειά του όλο το καλοκαίρι μαζεύει φαγητό, το κρύβει κι έτσι έχει αρκετό για το χειμώνα, που είναι κρύος και δύσκολος. Υπάρχει κι ένας γνωστός μύθος του Αισώπου, του αρχαίου σοφού, που περιγράφει την εξυπνάδα και την εργατικότητα αυτών των εντόμων. ο μύθος λέγεται “Ο τζίτζικας κι ο ... μέρμηγκας!” Το βρήκες; Ναι! Σωστά το μάντεψες!

Το Υπναρούδι είναι ένα μυρμηγκάκι. Είναι το κατοικίδιο ζωάκι της Ελεάννας. Όπως τα άλλα παιδιά έχουν γάτες, σκυλάκια ή χελώνες, η Ελεάννα έχει το μικρό της μυρμηγκάκι. Κάθε πρωί πριν πάει σχολείο το ξυπνάει, ε... δηλαδή προσπαθεί, γιατί, για να σου πω την αλήθεια, δεν τα καταφέρνει πάντα. Μόλις λοιπόν, πλυθεί και φάει το πρωινό της, πηγαίνει κοντά στο Υπναρούδι και του ψιθυρίζει:

“Ξύπνα, χουζουράκο, μικρό Υπναρούδι μου , ξύπνα, είναι ώρα να πάμε σχολείο!”.

“Άσε με λίγο ακόομα, νυστάααααζω...” απαντάει αυτό με κλειστά μάτια σαν Κινεζάκι και μ' ένα χασμουρητό κροκόδειλου!

Τότε η Ελεάννα πηγαίνει να ντυθεί. Μετά ξαναγυρίζει. Καμιά φορά τα καταφέρνει να το ξυπνήσει, να, σαν σήμερα. Το ξύπνησε, του έδωσε φαγητό, ένα κομματάκι από έναν σπόρο ρυζάκι, και το πήρε να πάνε σχολείο.

Σχόλιο
Στο κείμενο συναντάμε δύο περιπτώσεις "παιδιών" από προβληματικές οικογένειες: Στην πρώτη, το μυρμηγκάκι που έχει χάσει και τους δύο γονείς του και ζει ορφανό. Στη δεύτερη, ο φίλος της Ελεάννας, Γιώργος, που οι γονείς του έχουν χωρίσει. Η σημασία της φιλίας είναι τεράστια και για τα δύο παιδιά, καθώς χρειάζονται ιδιαίτερη συναισθηματική στήριξη, ή έστω κάποιον άνθρωπο να πουν τον καημό τους. Τι καλύτερο λοιπόν από έναν πραγματικό φίλο;

Ο ανθρωπομορφισμός του μυρμηγκιού της ιστορίας ελπίζουμε να μην μπερδέψει τους μικρούς αναγνώστες, καθώς τα πραγματικά μυρμήγκια -όσο αξιολάτρευτα κι αν είναι- ούτε μιλάνε σαν άνθρωποι, ούτε σκέφτονται, ούτε και ζηλεύουν όπως κάνει το Υπναρούδι... επίσης, δεν έχουν οικογένεια και δεν χάνουν τον δρόμο τους για τη φωλιά, αφού μπορούν και ακολουθούν το ίχνος της μυρωδιάς τους για εκατοντάδες μέτρα!

Η αντίδραση των συμμαθητών της Ελεάννας μόλις δηλώνει ότι έχασε ένα μυρμήγκι είναι τυπικότατη (σ.24): αρχίζουν να την κοροϊδεύουν και να χοροπηδάνε τριγύρω της χωρίς ίχνος συμπόνοιας, μέχρι να παρέμβει ο φίλος της ο Γιώργος και να τους βάλει στη θέση τους.

Χρήση στην τάξη
Στην τάξη μπορούμε να αξιοποιήσουμε το κείμενο για να ξεκινήσουμε μια συζήτηση για τη φιλία και την αξία της ειδικά στις μικρές ηλικίες, τότε που πολλά παιδιά θυμίζουν κάπως τα μυρμηγκάκια: νιώθουν συχνά ανυπεράσπιστα σ' έναν κόσμο μεγάλων και χρειάζονται τη συναισθηματική μας στήριξη, ενώ μια λάθος λέξη μπορεί να τα πληγώσει ανεπανόρθωτα! Αν οι μαθητές μας ανήκουν στις μεγαλύτερες τάξεις, μπορούμε να τους αναθέσουμε να "υιοθετήσουν" έναν μαθητή μικρότερης τάξης για το επόμενο διάλειμμα, ώστε να τον γνωρίσουν καλύτερα και να μάθουν τα προβλήματα που τον απασχολούν.

Θα μπορούσαμε επίσης να κάνουμε μια αναφορά στο ίδιο το μυρμήγκι, το εργατικό αυτό έντομο που ζει στον πλανήτη μας πάνω από 100 εκατομμύρια χρόνια τώρα, διδάσκοντάς μας τι μπορεί να πετύχουμε με τη συνεργασία, και δημιουργώντας ακούραστα τεράστιες πολιτείες κάτω από τη γη. Αν υπάρχουν μαθητές που ενδιαφέρονται, ίσως αναλάβουν να παρουσιάσουν κάποιες πληροφορίες στα πλαίσια του μαθήματος της Μελέτης Περιβάλλοντος. Παράλληλα μπορούμε να προβάλλουμε στην τάξη το παρακάτω βίντεο, που πριν λίγα χρόνια μας αποκάλυψε το μέγεθος που καταλαμβάνει μια μυρμηγκοφωλιά. Αν τα αγγλικά μας είναι σε καλό επίπεδο, τα παιδιά θα εντυπωσιαστούν με ορισμένα στιγμιότυπα από το πολύ ποιοτικό ντοκιμαντέρ του BBC "Planet Ant".
στιγμιότυπο από το ντοκιμαντέρ του BBC Planet Ant

Share/Bookmark