Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Το σπίτι του Άγγλου συνταγματάρχη

 
Υπόθεση
Στην αγγλοκρατούμενη Κύπρο της δεκαετίας του '50, η οικογένεια της νεαρής Αθηνάς μένει απέναντι από το σπίτι ενός Άγγλου συνταγματάρχη. Η ηρωίδα μας αφηγείται τα όσα περίεργα συμβαίνουν στο νησί, στο σχολείο αλλά και στην καρδιά της. Γιατί την ώρα που η σκληρή διακυβέρνηση των κατακτητών οδηγεί τους νέους του νησιού να εξεγερθούν, εκείνη τυχαίνει να βιώσει τον πρώτο της έρωτα με τον γιο του Άγγλου συνταγματάρχη! Τι κι αν ο Αχιλλέας, ο θερμόαιμος αδελφός της, φεύγει με τους αντάρτες για το βουνό; Τι κι αν συνέλαβαν τη λιγόλογη αδελφή της Αιμιλία για διανομή παράνομων προκηρύξεων; Η Αθηνά παρά τις ενοχές, νιώθει την καρδιά της να φτερουγίζει! Τι θα νικήσει τελικά μέσα της; Ο έρωτας ή η ανάγκη για ελευθερία;
 
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μαρία Αβρααμίδου
Εικονογράφηση: -
ISBN: 978-960-16-2273-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 2007
Σελίδες: 152
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Βραβευμένο δραματικό διήγημα στο οποίο ο έρωτας κι ο θάνατος σημαδεύουν το πέρασμα της ηρωίδας στην ενήλικη ζωή. Προτείνεται ανεπιφύλακτα σε μαθητές γυμνασίου, ενώ τα κορίτσια θα ταυτιστούν ευκολότερα με την πρωταγωνίστρια Αθηνά.


  • Ζωντανοί χαρακτήρες
  • Έντονα και ρεαλιστικά συναισθήματα
  • Λογοτεχνικότητα και ενδιαφέροντα καλολογικά στοιχεία
  • Λίγες αλλά δυνατές δραματικές σκηνές
  • Ηθικοπλαστικό: Η ελευθερία ανάγεται σε κυρίαρχη αξία


  • Δεν υπάρχει χωρισμός σε κεφάλαια ή εικονογράφηση
  • Η εξέλιξη της πλοκής μοιάζει κάποιες φορές αργή, εξαιτίας του βάρους που δίνεται στην πάλη των συναισθημάτων μέσα στο μυαλό της ηρωίδας

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Αγάπη, Πατριωτισμός, Γενναιότητα, Υπευθυνότητα, Ιστορία, Εκπαίδευση

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Συγκλονιστική η σκηνή αγωνίας στο σπίτι, καθώς ο μεγάλος γιος Αχιλλέας λείπει και έξω ακούγονται πυροβολισμοί και ποδοβολητά από τους Άγγλους (σ.30-32). 

Συγκινητικές και οι προσπάθειες της μητέρας να κρατήσει τα παιδιά της μακριά από "μπελάδες"... δεν μπορεί ωστόσο παρά να ρίξει νερό στο κρασί της, όταν ο γιος τελικά ζητάει την ελευθερία του (σ.67): Αχ, ρε μάνα, ρε μάνα, σε παρακαλώ, βοήθησε να μη μου δυσκολεύει τη ζωή η τόση σου αγάπη!

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Κι έτσι άρχισε η ιστορία. Μια ιστορία που είχα βαλθεί με όλη μου τη δύναμη να τη θάψω στα τρίσβαθα της ψυχής μου, να προσποιηθώ πως ποτέ δε συνέβη. Όμως κάποτε, ολωσδιόλου ξαφνικά, ζωντάνευαν όλα, η κάθε λεπτομέρεια, τα πώς, τα γιατί, τα διότι, οι διεκδικήσεις, οι αντεγκλήσεις, όλα, όλα. Έτσι, χωρίς καμία αιτία και αφορμή, μου παρουσιάζονταν ολοζώντανα μπροστά μου, μου παίδευαν τις νύχτες, μου ζητούσαν το λόγο. 

- Μη μου πεις ότι θα κάμεις επίσκεψη στους Εγγλέζους, είπε άγρια ο Αχιλλέας.

- Το αίμα του πετεινού μας είναι ακόμα στο πουκάμισό σου, είπα και κίνησα για το δωμάτιό μου.

- Μη μου αλλάζεις κουβέντα, είπα απειλητικά τώρα ο Αχιλλέας και στάθηκε μπροστά στην πόρτα του υπνοδωματίου μου.

- Αύριο κλείνω τα δεκαπέντε και είμαι μεγάλη. Δε θα με ελέγχεις πια τι κάνω και τι δεν κάνω. Και δε σου επιτρέπω να με κατασκοπεύεις όταν μιλώ στο διάλειμμα με το συμμαθητή σου τον Αλέξανδρο. 

- Έχεις καταλάβει, κοκόνα μου [γιατί όταν θύμωνε ο Αχιλλέας, με έλεγε κοκόνα του; Πώς και δεν τον ρώτησα ποτέ μου;], τι γίνεται αυτή τη στιγμή στο νησί; Πήρες καθόλου είδηση; 

- Ό,τι γίνεται αυτή τη στιγμή στο νησί είναι μια μεγάλη απερισκεψία, μπήκε κι η μάνα μου στην κουβέντα φουρκισμένη. Κι αν εσύ συνεχίσεις να κάνεις το παλικάρι, λεβέντη μου, ο πατέρας σου θα χάσει τη δουλειά του και θα πεινάσουμε όλοι μας.

- Παρά να είμαι δούλος αυτών... αυτών των χέσηδων... αυτών των χαραμοφάηδων... που απομυζούν το αίμα των λαών, χίλιες φορές καλύτερα να πεθάνω από την πείνα, είπε ο Αχιλλέας. 

Ηχούσε τόσο αληθινή η φωνή του, είχε μια τέτοια λαχτάρα [λαχτάρα για τι, για ποιο πράγμα;], που δε μιλήσαμε, ούτε εγώ ούτε η Αιμιλία. Η μάνα μου ξέχασε τις συνηθισμένες αντιρρήσεις της. Πήγε να τον σταυρώσει τρεις φορές και είπε "Ο Θεός να φυλάει όλον τον κόσμο, παιδί  μου, και σένα μαζί". 

Θυμούμαι, πως εκείνο το απόγευμα ο πατέρας σχόλασε από το Κτηματολόγιο, όπου εργαζόταν, ενωρίς. Μας χαιρέτησε με μισή καρδιά, όπως μου φάνηκε, και βυθίστηκε στο διάβασμα της Ελευθερίας

- Γιάννη, είπε η μάνα μου ανήσυχη, έγινε τίποτε; 

- Οι Εγγλέζοι σκότωσαν δυο παλικάρια, είπε ο πατέρας. Το κακό ξεκίνησε...

- Και χίλιους δυο να σκοτώσουν, πάλιν δε θα το βάλουμε κάτω, άρχισε πάλιν να χειρονομεί ο Αχιλλέας. Γιατί καόμαστε και μοιρολογούμε; Είναι ήρωες αυτοί, ήρωες!

- Καημένοι γονιοί, κλαψούρισε η μάνα μου, καημένοι γονιοί!

"Σφάξε μας ούλους τσ ας γενεί το γαίμα μας αυλάτζιν
κάμε τον κόσμον ματζελειόν τσιαί τους Ρωμιούς τραούλλια
αμμά ξερε πως ύλαντρον όντας κοπεί καβάτζιν
τριγύρου του πετάσσουνται τριακόσια παραπούλια!" 
[Απόσπασμα από το επικό ποίημα του Κύπριου εθνικού ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη]

- Πάρτε, διαβάστε, να ζεστάνει το αίμα σας λίγο, να σας φύγει τούτος ο φόβος των δούλων, γιατί δούλοι είσαστε όλοι... δούλοι, είπε ο Αχιλλέας αρπάζοντας από τη βιβλιοθήκη την Ενάτη Ιουλίου του Βασίλη Μιχαηλίδη, που την είχε πάντα πρόχειρη και τελευταία τη διάβαζε συνέχεια. Δεν καταλαβαίνετε ότι τώρα, τώρα αρχίζουμε να υπάρχουμε ως λαός, να γράφουμε ιστορία;

- Η ιστορία δε γράφεται με το συναίσθημα, παρά με αμείλικτη λογική και σοβαρότητα! Ούτε οι Αγώνες γίνονται με τα μεγάλα λόγια, είπε ήρεμα και ο πατέρας. 

- Αν με αυτό εννοείς, πατέρα, ότι για ν' αποκτήσει κανένας την ελευθερία του, πρέπει πρώτα να κάνει χίλιες δυο συσκέψεις με χίλιους δυο αρτηριοσκληρωτικούς γέρους, τότε ξέχασέ το! Πάντα δούλοι θα κοιμόμαστε και δούλοι θα ξυπνούμε. Φαίνεται πως εντέλει η ελευθερία είναι υπόθεση μόνο εμάς των νέων.

- Εμένα, δεν είναι δική μου υπόθεση, είπε η Αιμιλία και κοίταξε σταθερά τον αδερφό μας. 

- Άνθρωποι σαν και σένα δεν πρέπει να λογαριάζονται, είπε σκληρά εκείνος. 

- Αυτό θα το δούμε στο τέλος της ιστορίας, αντιμίλησε εκείνη και έτρεξε στο δωμάτιό μας. Πρόφτασα όμως να δω τα μάτια της, που είχαν γεμίσει δάκρυα.

Σχόλιο
Έντονος συναισθηματισμός είναι διάχυτος σε όλο το έργο. Παρότι οι δραματικές σκηνές δεν αφθονούν, όταν τις συναντάμε είναι πραγματικά εξαιρετικές... οι εικόνες ζωντανεύουν μπροστά μας σαν να βρισκόμαστε σε κινηματογράφο. Με μεγάλη μαεστρία, η συγγραφέας καταφέρνει να συμπαρασύρει τις καρδιές μας να χτυπούν μαζί με αυτές των χαρακτήρων. Έτσι, πότε νιώθουμε τον ξέφρενο νεανικό ενθουσιασμό που δεν λογαριάζει τίποτα μπροστά στην ελευθερία, και πότε σταματάμε και αναρωτιόμαστε με αντιπολεμική ευαισθησία πού η "απερισκεψία" μπορεί να οδηγήσει (σ.106). Ενδιαφέρων είναι και ο τρόπος γραφής, τόσο σε ό,τι αφορά τον συνδυασμό των ντοπιολαλιών (κυπριακή διάλεκτος, ελληνικά Τουρκοκυπρίων αλλά και σπαστά καθαρευουσιάνικα των Άγγλων φιλελλήνων) όσο και σε σχέση με τις σκέψεις της συγγραφέως που εμφανίζονται σε αγκύλες, καθώς ουσιαστικά παραμιλάει, αναθυμούμενη πρόσωπα και καταστάσεις καθώς γράφει.

Η αναπηρία είναι αυτή τη φορά στην πλευρά του αντιπάλου, καθώς παράλυτος είναι ο γιος του Άγγλου συνταγματάρχη. Τι νιώθουμε άραγε για τον μισητό εχθρό όταν ταλαιπωρείται από ένα πρόβλημα υγείας; Τον κάνει αυτό λιγότερο αντιπαθητικό, και μπορεί ίσως να επηρεάσει τη γενικότερη θέση μας σχετικά με το ποιον πολεμάμε και γιατί;


Οι ρόλοι των δύο φύλων φαίνονται καθορισμένοι, ακόμα και αν στην οικογένεια επικρατεί κλίμα προοδευτικό, καθώς η κοινωνία στην οποία εκτυλίσσονται τα γεγονότα είναι παραδοσιακή. Ο πατέρας προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία του σε κάθε περίσταση, ενώ στη μάνα επιτρέπεται να συγκλονίζεται και να μας συγκλονίζει. Ο μεγάλος αδελφός προσέχει τις αδελφές του αλλά και τις περιορίζει, ενώ οι ίδιες είναι ελεύθερες να αισθάνονται αλλά όχι πάντα να αποφασίζουν για το τι θα πράξουν.

Σε σχέση με το θρησκευτικό συναίσθημα, συναντάμε δύο πόλους: από τη μια τη μητέρα που σε κάθε ευκαιρία "καπνίζει" (θυμιατίζει) κόρες και σπίτι, προσπαθώντας να ξορκίσει το κακό, και από την άλλη την αφηγήτρια και το νεαρό Άγγλο που αμφιβάλλουν άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο ανοιχτά για τη λειτουργία της θείας Πρόνοιας.

Για όσους ενδιαφέρονται, να σημειώσουμε ότι στο κείμενο γίνεται αναφορά τόσο σε παιδικά βιβλία της εποχής (σ.61-63) όσο και σε παραδοσιακά κυπριακά εδέσματα (σ.75).


Η αγάπη της συγγραφέως για την αρχαία ελληνική κληρονομιά θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, καθώς κάνει την εμφάνισή της με διάφορους τρόπους: από τα ονόματα των χαρακτήρων (Αχιλλέας, Αθηνά, Αλέξανδρος), τις παρομοιώσεις (αυτό το παλικάρι είναι σαν αρχαίος Έλληνας θεός) και τον φιλελληνισμό των Άγγλων, μέχρι τη βαρύτητα που προσδίδεται στην σχολική παράσταση του Αγαμέμνονα, η οποία ουσιαστικά διατρέχει με την προετοιμασία της ολόκληρο το έργο. Για τους φίλους της αρχαίας τραγωδίας, το συγκεκριμένο έργο του Αισχύλου (πρώτο μέρος της τριλογίας "Ορέστεια") ανεβαίνει από το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης αύριο (2 Σεπτεμβρίου) στο Ηρώδειο.
σκηνή από ανέβασμα του Αγαμέμνονα το 2001 (πηγή)

Χρήση στην τάξη
Εκτός από την αξία του ως κειμένου, το συγκεκριμένο βιβλίο μπορεί να γίνει αφορμή για να συζητήσουμε με τα παιδιά σε μια πιο ανθρώπινη βάση το κυπριακό πρόβλημα, όπως αυτό παρουσιάζεται στην ύλη της Ιστορίας της Στ'. (σελ. 225)

Share/Bookmark

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

Ταξίδι με τον Πήγασο (1): Στην Αρχαία Κόρινθο και τον Ακροκόρινθο

Υπόθεση
Σε μια καλοκαιρινή εκδρομή, μια παρέα έξι παιδιών ξεναγείται στα ερείπια της αρχαίας Κορίνθου. Όλα τα παιδιά, ακόμα και ο Μιχάλης το πειραχτήρι, μοιάζουν γοητευμένα από τις ιστορίες που διηγείται η ξεναγός. Σε κάποιο διάλειμμα, ο Μιχάλης αποκοιμιέται και ονειρεύεται πως ανεβαίνει στην πλάτη του Πήγασου μαζί με τη φίλη του Μυρτώ. Οι τρεις τους συνεχίζουν την περιήγηση πάνω από τόπους γεμάτους ιστορία.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Φυτράκης
Συγγραφέας: Ευγενία Περιορή
Εικονογράφηση: Ελένη Τσακμάκη
ISBN: 960-535-160-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 2001
Σελίδες: 43
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ', Δ', Ε'

Κριτική
Το πρώτο από τα έξι βιβλία της σειράς Ταξίδια με τον Πήγασο, γραμμένα από την αρχαιολόγο, ηθοποιό και λαογράφο Ευγενία Περιορή. Μια λογοτεχνίζουσα αφήγηση χωρίς κορυφώσεις, ντύνει αρχαίους, μεσαιωνικούς και σύγχρονους μύθους, που συνδέονται μεταξύ τους χαλαρά πάνω σ' ένα ιδιαίτερα απλό, καλοκαιρινό σενάριο. Κάθε τόμος ασχολείται με δύο περιοχές της πατρίδας μας, στις οποίες τα παιδιά ταξιδεύουν πάνω στον ξεναγό-Πήγασο. Οι περιοχές που παρουσιάζονται στα επόμενα πέντε βιβλία της σειράς είναι Βουραϊκός και Καλάβρυτα, Γορτυνία και Κρήτη, Δήλος και Άνδρος, Πάρος και Νάξος, Αστυπάλαια και Κάλυμνος.


  • Γλώσσα: απλή και κατανοητή
  • Επιλογή μύθων με ενδιαφέρον 
  • Έκδοση: Σκληρό εξώφυλλο, γυαλιστερό χαρτί, έγχρωμη εικονογράφηση
  • Υλικό: Χάρτες των περιοχών που γίνεται η περιήγηση


  • Πλοκή: Μάλλον ανύπαρκτη, περισσότερο μοιάζει ως απλή πρόφαση για να παρατεθούν οι μύθοι
  • Διδακτισμός: κάνει την εμφάνισή του σε διάφορα σημεία του κειμένου και συχνά στο τέλος κάποιων μύθων (βλ. εικόνα)

Αξίες - Θέματα
Ταξίδια, Λαογραφία, Πατριδογνωσία, Φαντασία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Ο αρχαίος μύθος της νύμφης Πειρήνης, που έχασε το γιο της από ένα λάθος της Αρτέμιδας (σ.13-14)

Εικονογράφηση
Έγχρωμη, χρησιμοποιεί μεικτές τεχνικές, ενώ συχνά απεικονίζει τους ήρωες με κολάζ μέσα σε πραγματικές φωτογραφίες από τις περιοχές που επισκέπτονται. Γενικά δεν αλληλεπιδρά με το κείμενο, κάνει όμως την ανάγνωση ευχάριστη και δίνει περισσότερη ζωντάνια στις ιστορίες.

Απόσπασμα
Ο Πήγασος πέταξε γύρω γύρω από το κάστρο του Ακροκόριθνου. Τα παιδιά είδαν με θαυμασμό τις πύλες, τις πολεμίστρες, τα πλακόστρωτα δρομάκια και την τριπλή σειρά των τειχών που ζώνουν ολόγυρα τον πανύψηλο βράχο.


Το φτερωτό άλογο κατέβηκε στο ψηλότερο μέρος του κάστρου, εκεί όπου κάποτε βρισκόταν η Πηγή της Πειρήνης, το πράσινο λιβάδι και οι ναοί των θεών.

Σήμερα, δεν υπάρχει τίποτα απ’ όλα εκείνα τα θαυμαστά έργα των αρχαίων Ελλήνων.

«Τώρα, πάνω στο ερειπωμένο, πανίσχυρο κάστρο πλανιούνται θρύλοι και μυθικές μορφές», είπε ο Πήγασος. «Να σας πω ένα βυζαντινό θρύλο της Κόρθου;»

«Ποιανής; Πώς την είπες… Κόρθο;»

«Ναι, Μυρτώ, στα βυζαντινά χρόνια κάποιοι ονόμασαν την Κόρινθο, Κόρθο. Κάποιοι άνθρωποι, όχι η Ιστορία. Και να τι λέει ο θρύλος:

Κάποτε, ζούσε στην Κόρθο ένας ρήγας, ένας βασιλιάς, που είχε τρεις γιους, τρία όμορφα και δυνατά παλικάρια. Αυτά τα τρία ρηγόπουλα αγάπησαν την πεντάμορφη ρηγοπούλα του Βασιλικού.  Το Βασιλικό ήταν μια μεγάλη πόλη κοντά στην Κόρθο.

Αγάπησαν, λοιπόν, την ίδια κόρη κι έγιναν κι οι τρεις δυστυχισμένοι. Μάλωναν κάθε μέρα για χάρη της, μια μέρα μάλιστα κόντεψαν να σκοτωθούν.

Η ρηγοπούλα μάθαινε τι γινόταν στα παλάτια της Κόρθου και στενοχωριόταν. Δεν ήξερε τι να κάνει, γιατί κι εκείνη αγαπούσε κι εκτιμούσε και τα τρία ρηγόπουλα, και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τον καλύτερο.

Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε και μια μέρα κάλεσε τα τρία αδέρφια στο παλάτι της και τους είπε:

«Έμαθα πως μαλώνετε για χάρη μου, κι αυτό με λύπησε πολύ. Έχετε και τα τρία αδέρφια τόσες χάρες, που δεν ξέρω ποιον να διαλέξω για άντρα μου.
Απόψε τη νύχτα, δεν κοιμήθηκα. Σκέφτηκα και ξανασκέφτηκα, και αποφάσισα ποιον θα πάρω για άντρα μου.»

Τα τρία ρηγόπουλα την κοίταξαν με την ψυχή στο στόμα. Και η ρηγοπούλα ξαναείπε:

«Θα σας βάλω να κάνετε τρία δύσκολα και μεγάλα έργα, που όλος ο κόσμος θα μιλάει γι’ αυτά και θα μείνουν στους αιώνες. Ο ένας από εσάς θα φυτέψει όλο τον άγονο κάμπο και το λόγκο με αμπέλια και δέντρα. Ο άλλος θα χτίσει ένα μεγάλο υδραγωγείο και θα φέρει νερό από τη λίμνη της Στυμφαλίας μέχρι το βράχο του Ακροκόρινθου. Από κει θα τρέξει το νερό και θα ποτίσει όλα όσα φύτεψε ο πρώτος. Ο τρίτος θα χτίσει ψηλά στο βράχο του Ακροκόρινθου ένα κάστρο γερό, με πύργους και πολεμίστρες. Όποιος από τους τρεις τελειώσει πρώτος το δύσκολο έργο του, εκείνον θα πάρω για άντρα μου!»

«Τα τρία ρηγόπουλα δέχτηκαν το στοίχημα κι έριξαν κλήρο για να δουν ποιο έργο θ’ αναλάβει το καθένα. Το χτίσιμο του κάστρου έπεσε στον πρωτότοκο, το φύτεμα του λόγκου έπεσε στον δευτερότοκο και το χτίσιμο του υδραγωγείου, στον τριτότοκο. Και ξεσηκώθηκε ο κόσμος κι άρχισε το πανηγύρι της δουλειάς. Τα ρηγόπουλα έφεραν αγρότες, εργάτες, μαστόρους και μαστορόπουλα, πελεκητές της πέτρας και χιλιάδες ακόμη ανθρώπους, που έπιασαν αμέσως δουλειά.

Η ρηγοπούλα παρακολουθούσε τα έργα και περίμενε να δει ποιος θα τελείωνε πρώτος, ποιον θα έπαιρνε για άντρα της. Ο καιρός περνούσε με δουλειά και αγωνία. Και μια μέρα, τελείωσε, πρώτο, το κάστρο.

Ο πρωτότοκος πήρε τότε τη ρηγοπούλα και την ανέβασε στα τείχη, να της δείξει το έργο του και να την κάνει γυναίκα του.

Όταν ανέβηκαν όμως ψηλά, είδε το μάστορη να κάθεται, και να λείπει μόνο μια πέτρα για να είναι εντελώς έτοιμο το κάστρο.

«Τι κάθεσαι; του είπε το ρηγόπουλο. «Χτίσε την πέτρα που λείπει και δώσ’ μου το κάστρο!»

Χρήση στην τάξη
Όπως είναι φανερό, είναι πολύ εύκολο να χρησιμοποιήσουμε τη σειρά αυτών των βιβλίων στο μάθημα της Γεωγραφίας της Ε', μια και ο Πήγασος επισκέπτεται αρκετές περιοχές της Ελλάδας. Χρήσιμα μπορεί να αποδειχθούν όμως τα βιβλία αυτά και στη Μελέτη Περιβάλλοντος της Δ', στη Γλώσσα και φυσικά την Ιστορία, αρκεί κάθε φορά να επιλέξουμε τον μύθο που μας εξυπηρετεί. Η εικονογράφηση μπορεί επίσης να μας εμπνεύσει ώστε να κατασκευάσουμε αντίστοιχα κολάζ με τα παιδιά, χρησιμοποιώντας αφίσες του ΕΟΤ (όσο υπάρχει ακόμα) και κολλώντας επάνω ζωγραφιές των παιδιών.


Share/Bookmark

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Ο παππούς μας άφησε

Υπόθεση
"Ο παππούς μας άφησε" και η μικρή Μαρίνα με την οικογένειά της ταξιδεύει μέσα στο καταχείμωνο για το νησί όπου θα γίνει η κηδεία. Κανείς δεν τους περιμένει στο λιμάνι και το παλιό σπίτι είναι άδειο. Η ηρωίδα αντικρίζει τον κήπο έρημο και ξεσπάει σε κλάματα. Με τη βοήθεια των γονιών της όμως συνειδητοποιεί ότι μπορεί να κρατήσει ζωντανό τον παππού στη μνήμη της, όσο θυμάται τις ευτυχισμένες στιγμές που πέρασαν μαζί.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Φίλιππος Μανδηλαράς
Εικονογράφηση: Κατερίνα Χαδουλού
ISBN: 978-960-16-2862-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2007
Σελίδες: 41
Τιμή: περίπου 2 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β', Γ', Δ', Ε'

Κριτική
Μια καλογραμμένη συγκινητική ιστορία από τη σειρά στα βαθιά - 2.000 λεύγες (2.000 λέξεις), για  μαθητές με ευχέρεια στην ανάγνωση μικρών λογοτεχνικών κειμένων. Προτείνεται κυρίως στους μαθητές των μικρότερων αλλά και των μεσαίων τάξεων. Ο συγγραφέας προσεγγίζει με μεγάλη ευαισθησία το ζήτημα της απώλειας.


  • Γλώσσα: απλή και κατανοητή
  • Συναίσθημα: γραμμένο με τρυφερότητα κι ανθρωπισμό
  • Πλοκή: ενδιαφέρουσα και χωρίς κενά
  • Επιμέλεια: μεγάλα στοιχεία, εικόνες σχεδόν σε κάθε σελίδα
  • Υλικό: 2 απλές δραστηριότητες δημιουργικής γραφής στο τέλος του βιβλίου


  • Μίνι - Λεξιλόγιο. Δυστυχώς μέσα στο κείμενο οι όροι δεν επισημαίνονται με κάποιον αστερίσκο που να μας παραπέμπει στο τέλος του βιβλίου

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Απώλεια

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Στην αρχή της ιστορίας η μικρή Μαρίνα εντοπίζει τα σημάδια της θλίψης στα πρόσωπα και τις καταστάσεις γύρω της, δεν μπορεί όμως να είναι σίγουρη για το τι ακριβώς συμβαίνει.

Εικονογράφηση
Απλή κι ασπρόμαυρη, αλλά σίγουρα μέσα στο κλίμα της ιστορίας. Χωρίς να αλληλεπιδρά ιδιαίτερα με το κείμενο, κάποιες φορές το συμπληρώνει με διαλόγους σε "μπαλονάκια"
Απόσπασμα
Όταν ο μπαμπάς μισάνοιξε την πόρτα
του δωματίου και μου ζήτησε να ετοιμάσω
τα πράγματά μου γιατί θα φεύγαμε την
επόμενη μέρα για το νησί, είχα κάθε λόγο
να πετάω από τη χαρά μου. Πρώτα γιατί θα
έχανα τουλάχιστον δυο μέρες σχολείο, μετά
γιατί θα έβλεπα τον παππού και, τέλος, γιατί
θα έβλεπα τις φίλες μου που έμεναν στο νησί.

«Θα έρθει κι η μαμά;» ρώτησα.
«Αν της δώσουν άδεια από τη δουλειά…»
απάντησε πολύ σοβαρά  ο μπαμπάς κι έκλεισε
την πόρτα. Το ύφος του με παραξένεψε. Συνήθως,
όταν μου ανακοίνωνε κάτι τόσο ευχάριστο, άνοιγε
διάπλατα την πόρτα, έμπαινε στο δωμάτιο χωρίς
να με ρωτήσει και με έπαιρνε αγκαλιά.

Έτσι έπρεπε να κάνει και τώρα –
να με πάρει αγκαλιά και να μου πει:
«Ετοίμασε τα πράγματά σου, αγάπη μου,
γιατί αύριο φεύγουμε για το νησί!».
Κι έπειτα να μου σκάσει ένα φιλί.

Βγήκα στο διάδρομο προβληματισμένη
και τον είδα να κάθεται στο τραπέζι
της κουζίνας και να μιλάει χαμηλόφωνα
στο τηλέφωνο. Η μαμά καθόταν πλάι του
και του κρατούσε το χέρι. Μόλις με είδε να
πλησιάζω, του έκανε νόημα με τα μάτια
ότι ερχόμουν και το μόνο που πρόλαβα ν’ακούσω
ήταν: «…Σε κλείνω τώρα. Έρχεται η Μαρίνα».

Τους κοίταξα απορημένη.
Ο μπαμπάς γύρισε προς το μέρος μου,
πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε στενοχωρημένα:
«Ο παππούς αγάπη μου… Δεν είναι καλά»

Σχόλιο
Πώς νιώθουμε όταν χάνουμε ένα αγαπημένο μας πρόσωπο; Υπάρχει άραγε στρατηγική για να ξεπεράσουμε το επίπονο συναίσθημα της απώλειας; Η Μαρίνα του βιβλίου περνάει από αρκετές φάσεις μέχρι να ηρεμήσει: Αρχικά, την παίρνουν τα κλάματα στη θέα του γυμνού κήπου του παππού (σ.29). Στη συνέχεια μια φωτογραφία τη βοηθάει να ταξιδέψει σε μια ευτυχισμένη σκηνή από το παρελθόν. Η θύμηση των χαρακτηριστικών του παππού (τρυφερός, αστείος κι όλο κόλπα) την ξελαφρώνει (σ.34). Τέλος, μια παλιά ιστορία από ένα αγαπημένο πρόσωπο που έχασε ο μπαμπάς της, την κάνει να νιώσει ακόμα καλύτερα, συνειδητοποιώντας ότι όσοι ζουν στη μνήμη μας, δεν πεθαίνουν ουσιαστικά ποτέ (κάτι σαν μια οικογενειακού τύπου ενδοκοσμική αθανασία για την οποία μιλούσε ο Λιαντίνης).
Βλέπουμε πως το κύριο μέλημα της ηρωίδας, είναι να βρει έναν τρόπο να κρατήσει ζωντανό (έστω στη μνήμη της) τον αγαπημένο της παππούλη, έστω κι αν αντιλαμβάνεται ότι δεν θα τον ξαναδεί ποτέ (σ.47). Αντίθετα, στο Ένα αστέρι για μένα, ο συγγραφέας προτείνει την απαγκίστρωση από τα αντικείμενα και τους χώρους που θυμίζουν τους εκλιπόντες, ώστε η επόμενη γενιά να πάρει τη σκυτάλη. Η καθημερινότητα συνεχίζεται και στα δύο βιβλία. Σε αυτό που παρουσιάζουμε σήμερα, η συνέχεια συμβολίζεται με το φύτεμα του κήπου (η μικρή Μαρίνα εφαρμόζει μάλιστα βελτιώσεις πάνω στο παραδοσιακό μοντέλο, σπέρνοντας τις νεροκολοκύθες σε νέο, πιο βολικό σημείο) ώστε να ανθίσει και πάλι την άνοιξη.

Χρήση στην τάξη
Το κείμενο προσφέρεται για να συζητήσουμε και πάλι στην τάξη το ζήτημα της απώλειας. Καλό είναι να δώσουμε στους μαθητές την ευκαιρία να σχολιάσουν τη στάση της Μαρίνας αλλά και των γονέων της, αλλά και να αναζητήσουν παρόμοιες καταστάσεις από την προσωπική τους ζωή.

Share/Bookmark

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Ένα σακί μαλλιά



Υπόθεση
Σ' ένα νησάκι της άγονης γραμμής, το έργο του λιμανιού μένει χρόνια ανολοκλήρωτο, εξαιτίας της προσωπικής κόντρας του κοινοτάρχη με τον μπακάλη και συνδιεκδικητή της τοπικής εξουσίας. Κι εκεί που όλα δείχνουν ότι ποτέ δε θα μπορέσει να τους πλησιάσει πλοίο, ο 6χρονος Γιωργαρέλλος με τη στάση του απέναντι στο πρόβλημα ενός συμμαθητή του, δίνει στους μεγάλους ένα μάθημα ζωής και αλληλεγγύης, κάνοντας την κόντρα τους να μοιάζει απλώς ανόητη.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Παντελής Καλιότσος
Εικονογράφηση: Σπύρος Γούσης
ISBN: 978-960-360-702-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 1996
Σελίδες: 184
Τιμή: περίπου 9 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Αρκετά ανάλαφρο, συγκινητικό διήγημα, βασισμένο σ' ένα πραγματικό γεγονός. Με εξαίρεση τους ναυτικούς όρους (για τους οποίους υπάρχει γλωσσάρι στο τέλος) και κάποιες ιδιαίτερες εκφράσεις (π.χ. ευδαιμονικά ανυπόφορη σ.110) η γραφή είναι σχετικά απλή. Το ύφος έχει αρκετά στοιχεία θεατρικότητας και η λαϊκή γλώσσα με την οποία εμπλουτίζονται οι διάλογοι των επαρχιωτών, δίνει φρεσκάδα και ζωντάνια στο κείμενο. Πρόβλημα με τη σαφήνεια δεν υπάρχει, καλό είναι ωστόσο όσοι καταπιαστούν με το βιβλίο να έχουν κάποια εμπειρία, καθώς εκτός των άλλων η κυρίως δράση αρχίζει μετά τη σελ. 125. Κάποια προσοχή ίσως χρειαστεί επίσης στο παιχνίδι που κάνει ο συγγραφέας με τους χρόνους, αφού σε κάποιες περιπτώσεις πεταγόμαστε μπροστά από τη διήγηση για να επιστρέψουμε λίγο αργότερα και να ξαναδούμε τα πράγματα αναλυτικότερα. Τα περισσότερα κεφάλαια δεν ξεπερνούν τις 10 σελίδες, όμως δεν υπάρχουν τίτλοι ούτε και αρίθμηση, κάτι που δεν κάνει τα πράγματα ευκολότερα για τους πιο μικρούς. Έτσι κι αλλιώς τα τυπογραφικά και η στοίχιση απευθύνονται σε παιδιά των μεγαλύτερων τάξεων του δημοτικού, ενώ η εικονογράφηση έχει αρκετά περιορισμένο ρόλο, αφού μας δίνει λιγοστά (και μάλιστα επαναλαμβανόμενα -δύο, τρεις, ακόμα και τέσσερις φορές) μικρά σκίτσα, που τα βρίσκουμε στο κλείσιμο των κεφαλαίων.

Προτείνεται σε μαθητές Ε' και Στ' τάξης και σε παιδιά γυμνασίου, ενώ ιδιαίτερα θα συγκινήσει τους ευαισθητοποιημένους σε ζητήματα απώλειας (ο μικρός Γιωργαρέλος ωριμάζει απότομα από τότε που χάνει τον πατέρα του) και αλληλεγγύης προς ανθρώπους με προβλήματα υγείας.
Ο παρδαλός θίασος των χαρακτήρων που ζωντανεύουν χάρη στη δημιουργικότητα του συγγραφέα, εκφράζεται αρκετά ελεύθερα, οπότε όλο και κάποια "κακιά" λέξη μπορεί να συναντήσετε (σ.13, 15, 33, 74, κ.ά.) μέσα στα χωρατά και τις υπερβολές των νησιωτών. Επίσης, όπως αναφέραμε και πιο πάνω, το βιβλίο μοιάζει να χωρίζεται σε δύο μέρη: Στο πρώτο, μέχρι περίπου τη σελ. 125, γνωρίζουμε τους χαρακτήρες και τον τόπο που συμβαίνουν τα γεγονότα. Στο δεύτερο, που είναι και το πιο ενδιαφέρον, ξεδιπλώνεται η βασική ιστορία. Εκεί μας περιγράφεται και το γεγονός που ενέπνευσε τον συγγραφέα για να γράψει το βιβλίο. Δεν στάθηκε δυνατό να εντοπίσω το συγκεκριμένο συμβάν που αναφέρεται, βρήκα όμως μια παρόμοια ιστορία αλληλεγγύης, η οποία συνέβη πρόσφατα, κάπου στην Ουαλία. Τον ίδιο δρόμο συμπαράστασης ακολουθούν και ενήλικοι, όπως κάποιες γυναίκες στη Ν. Αφρική, ένας πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, και ένας δάσκαλος στο Ιράν! Το πιο πρόσφατο παράδειγμα έρχεται από το Xenion High School στο Παραλίμνι της Κύπρου, όπου οι μαθητές ξύρισαν τα κεφάλια τους για να συμπαρασταθούν σε 12χρονο συμμαθητή τους που υποβάλλεται σε χημειοθεραπεία. Πάντως η εικόνα είκοσι κουρεμένων γουλί ανθρώπων που μπαίνουν σε ένα σχολείο (στο βιβλίο σ.162-3) θα μπορούσε με διαφορετικά συμφραζόμενα να βρίσκεται στον αντίποδα της αλληλεγγύης και της ανθρωπιάς...
Η πένα του Καλιότσου φαίνεται να έχει ιδιότυπο χιούμορ... κλείνει παιχνιδιάρικα το μάτι στον αναγνώστη και αρνείται να συνταχθεί γραμμικά: Όπως ακριβώς ο Περγάμαλλης, ο κουρέας που  δεν συνηθίζει να κάνει διάκριση ανάμεσα σοβαρού και αστείου (σ.92), έτσι και ο συγγραφέας, εκεί που γράφει για ένα θέμα σοβαρό για όπως τον μακαρίτη πατέρα του Γιωργαρέλου (σ.47), μας θυμίζει από το πουθενά μια διαφήμιση για οδοντόπαστα! Εκπλήξεις περιμένουν και τους ήρωες, αλλά άλλου είδους. Όταν το σχέδιο του μικρού Γιωργαρέλου αποκαλύπτεται, πολλοί ξαφνιάζονται ευχάριστα και συνειδητοποιούν ότι η ανθρωπιά μπορεί να φωλιάζει ακόμα και στις μικρότερες καρδιές. Είναι ικανό ένα παιδάκι έξι χρονώ να το σκεφτεί έτσι; αναρωτιέται ο ψαράς (σ.153). Και βέβαια είναι!
Ζωόφιλος όπως ο Γιωργαρέλος, ο μικρούλης Luiz μας δίνει με τη σειρά του μαθήματα
Αξίες - Θέματα
Αλληλεγγύη, Χιούμορ, Ζωοφιλία, Συνεργασία, Απώλεια, Αναπηρία, Εκπαίδευση, Απόκριες

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Το σφύριγμα της «Ανεμόεσσας» ακούστηκε.
Ο καπετάνιος μίλησε στο ραδιοτηλέφωνο.

- «Ανεμόεσσα» καλεί Χορευτό Λαλάρι… «Ανεμόεσσα» καλεί Χορευτό Λαλάρι… Ακούει κανείς; Τέλος.

- Έλα, καπετάνιε, το Χορευτό Λαλάρι ακούει, όβερ.

- Με τον κοινοτάρχη μιλάω; Άκου, Πυροφάνη. Θα κατεβάσω έναν δικό σας. Ετοίμασέ μου ένα βραστόψαρο και στείλ’ το με το Θανάση. Ροφουδάκι, αν έχεις, ίσαμε πέντε κιλά. Μ’ άκουσες; Τέλος.

- Έχω μεγάλο ροφό, καπετάνιε. θα σου στείλω σκορπίνες, όβερ.

- Εντάξει, στείλε μου δυο μεγάλες. Θα κατεβάσω τη σκάλα και θα φύγω αμέσως, τέλος.

- Εδώ έχουμε μπονάτσα, μπορείς και να πιάσεις, όβερ.

- Εμένα μου λες; Δώσε μου το Χράπαλο, τέλος.

- Δε σ’ άκουσα, είπες τίποτα; Όβερ.

- Θέλω να μιλήσω στο Χράπαλο, τέλος.

- Κάποιος μπαίνει στη γραμμή, όβερ.

- Δώσε μου, λέω, το Σταμάτη Χράπαλο, τον μπακάλη, τέλος.

- Δε σ’ ακούω, έχει παράσιτα, όβερ.

- Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα. μ’ άκουσες τώρα;

- Σ’ άκουσα, όβερ.

- Εντάξει, κατάλαβα. Κλείνω, τέλος.

Ο αέρας είναι πεσμένος. Ξανακούστηκε το βαρύτονο σφύριγμα. Πριν ακόμα εμφανιστεί το καράβι στα Κρεμαστά Νερά, μια μικρή βάρκα με κουπιά απομακρύνεται από το μόλο. Ο Θανάσης κωπηλατεί όρθιος, για να συναντήσει την «Ανεμόεσσα». Από τη δυσαρεστημένη φυσιογνωμία του καταλαβαίνει κανείς ότι τα ‘χει μ’ όλο τον κόσμο. Σίγουρα αυτός δεν υποστηρίζει κανένα κόμμα.

Είναι Σάββατο απόγευμα. Η θάλασσα σηκώνει μικρά αντιμαχόμενα κυματάκια. Μερικοί παρακολουθούν τις μανούβρες. Αφού σταθεί λίγο η «Ανεμόεσσα», ξαναφεύγει με το αποχαιρετιστήριο της σφύριγμα, ενώ η βάρκα ξαναγυρίζει μ’ έναν επιβάτη στην πρύμνη. Κάμποσα παιδιά την περιμένουν στην άκρη του μόλου.

Από ώρα είναι καθισμένα εκεί τα παιδιά και κουβεντιάζουν ήσυχα. Ο καθένας έχει να ει για κάτι που διάβασε ή άκουσε ή είδε στην τηλεόραση. Ο ένας κάτι βρήκε, ο άλλος κάτι σκέφτηκε. Το ‘να θέμα φέρνει τ’ άλλο. Όταν η συζήτηση αφορά τα μαθήματα και τους δασκάλους και τους άλλους γνωστούς, δεν υπάρχουν έντονες διαφωνίες. Ανάβει όταν μιλούν για παιχνίδια. Ο Γαβρήλος με τον Καζανόβα κάθονται πλάι πλάι κι ονειρεύονται διακοπές. Ύστερα μιλάνε για χαρτζιλίκια και δώρα. Αυτό σηκώνει μεγάλη συζήτηση, γιατί έχει μέσα πολλά σχέδια. Είναι πολλοί αυτοί που στερούνται και το κουλούρι τους, που λέει ο λόγος, για να μαζέψουν λεφτά ν’ αγοράσουν ποδήλατο ή κάτι τέτοιο. Ο Στρατηγός έχει ένα πιο φιλόδοξο σχέδιο: άμα πάρει, λέει, τη σύνταξή του (απ’ το στρατό ή απ’ το σχολείο, το ίδιο κάνει), θα πάει στο Μέγα Νησί να δουλέψει βοηθός σερβιτόρου, για να πάρει μηχανάκι. Το άλλο καλοκαίρι σίγουρα θα κυκλοφορεί με μηχανάκι…

Το πρώτο μοναχικό αστέρι απέναντί τους αρχίζει να λάμπει δειλά. Εσπερινός… Βραδιάζει σιγά σιγά…

Ο Γαβρήλος θαυμάζει το σύμπαν τη νύχτα. Καθώς αρχίζουνε με την ευκαιρία μια μεγάλη συζήτηση για να μυστήρια του σύμπαντος, ο Γαβρήλος ακούει εκστατικός τους σοφότερους κι έξαφνα αποφασίζει τι θα γίνει όταν μεγαλώσει. Το αποφάσισε τούτο το βραδάκι, καθισμένος με τους φίλους του στην άκρη της θάλασσας. Δε θα το πει σε κανέναν, ώσπου να το σκεφτεί καλά την υπόλοιπη νύχτα. Φοβάται μήπως άργησε κιόλας, μήπως τον πήραν τα χρόνια, γι’ αυτό λέει στον Καζανόβα ότι δε θ’ αφήσει το ερχόμενο καλοκαίρι να πάει χαμένο. Θα κάνει ιδιαίτερο μάθημα με το δάσκαλο ή με την κυρία Διονυσία.

- Εσύ σκέφτηκες τίποτα; τονε ρωτάει μετά.

- Α πα πα!... κάνει με απέχθεια ο Καζανόβας. Ανατριχιάζω και μόνο που το ακούω, ότι το καλοκαίρι θα βλέπεις δασκάλους. Δε σου φτάνει ο χειμώνας;

Πιο πέρα ο Γιάννης ο Λήσταρχος μ’ ένα φίλο του δεν ασχολούνται καθόλου με τον ουρανό. Ψαρεύουνε μπαλαδάκια με το καλάμι και κοιτάνε μόνο το φελλό, αν τσιμπάει. Τώρα δεν καλοφαίνεται ο φελλός, κι αρχίζουν να τα μαζεύουν.

Μια μάνα ακούγεται απ ‘ τα πρώτα σπίτια, που φωνάζει το γιο της. Ανάβουν ένα ένα τα φώτα, το μουράγιο ερημώνει. Έμειναν τελευταίοι οι Φάνης με τον Αριστείδη να συνεχίζουνε τη συζήτηση, μέχρι την ώρα που ο ουρανός γέμισε άστρα. Όπως κάθε φορά, δε χώριζαν εύκολα. Είχαν πολλά για συζήτηση. Πριν ακόμα εξαντληθεί το ένα ζήτημα, άρχιζε τ’ άλλο. Κι αν αποφάσιζαν κάποτε να χωρίσουν, έλεγε ο ένας: «Θα σε πάω λίγο πιο πέρα». Εκεί είχε ξεφυτρώσει άλλο θέμα, κι ερχότανε η σειρά του άλλου να πει: «Θα σε πάω λίγο πιο πέρα». Εκεί άλλο θέμα ξεφύτρωνε και, τέλος πάντων, θα μπορούσε το πέρα δώθε να κρατήσει ως το πρωί, εφόσον το ‘να θέμα φέρνει τ’ άλλο και τίποτα δεν τελειώνει.

Αύριο δεν έχει σχολείο. Τώρα λοιπόν η συζήτησή τους κατέληξε σ’ ένα σχέδιο για αυριανό ψάρεμα πιο πέρα απ’ τα Κρεμαστά Νερά, σε νερά σχεδόν άγνωστα. Με την ευκαιρία αυτή μάλιστα θα συνέχιζαν και τη χαρτογράφηση.

Αφού κανόνισαν για τα διάφορα σύνεργα, μπλοκ, μολύβια, μέτρα, καθώς και τα ψαρικά, δώσανε ραντεβού ξημερώματα.

- Τι θα πεις στο γέρο σου; ρώτησε ο Φάνης.
- Θα το σκεφτώ. Το πολύ πολύ να φύγω σκαστός, μ’ ένα σημείωμα, για να μη με ψάχνουν .

- Μην του πεις ότι πάμε μαζί και βρω κάναν μπελά, όπως την άλλη φορά. Ραντεβού στο νεκροταφείο στις έξι, εντάξει; Για δόλωμα θα πάρω απ’ το γέρο μου καμιά σουπιά και γαριδούλα.

- Εγώ θα βουτήξω κοπανιστή. Σπάει μύτη. Οι κέφαλοι και τα μελανούρια θα τσιμπάνε σαν τρελά.

- Ω ρε μάνα μου, τι έχει να γίνει! Θα τα ταράξουμε!!

- Για τη βυθομέτρηση θα φτιάξω ειδική πετονιά.

- Θα υπολογίσουμε και το ύψος των Κρεμαστών με το μολύβι και τη σκιά, όπως μας έμαθε ο δάσκαλος.

Ο Αριστείδης έκανε να φύγει, αλλά στάθηκε γιατί κάτι σκέφτηκε:
- Εμείς τι θα φάμε, ρε Φάνη; Αν ψαρεύουμε ολημέρα, θα λυσσάξουμε στην πείνα.

- Ψωμοτύρι κι εμείς.

- Θα πάρω και λίγο σαλαμάκι κι ελιές. Αρκεί να μην βρέξει. Φεύγω αμέσως, άντε γεια. Πάω ν’ ακούσω μετεωρολογικό.

Έκανε να τρέξει, αλλά κάτι θυμήθηκε πάλι:
- Τι θα γίνει όμως αν πει ότι βρέχει;

- Τίποτα δε θα γίνει. Βρέξει χιονίσει, εμείς θα πάμε για ψάρεμα!

- Γεια σου, ρε μάγκα Φάνη! Έτσι σε θέλω!...

Χώρισαν ευτυχισμένοι.
Προβληματισμοί για συζήτηση
...και φωνάζω "κούι κούι"
Μια κλασική απορία των παιδιών, είναι αν ο Θεός μπορεί στ' αλήθεια να ακούσει τις προσευχές τους και να πραγματοποιήσει τα όσα εύχονται. Η παράδοση (θυμόμαστε και το τραγουδάκι του Αϊ-Βασίλη) λέει πως βασική προϋπόθεση για να συμβεί κάτι τέτοιο, είναι να διαθέτουν αθώα καρδιά, καθαρή συνείδηση και καλή συμπεριφορά, που δεν είναι και το δυσκολότερο πράγμα για ένα παιδί. Ο Γιωργαρέλος πάντως φαίνεται τα έχει όλα αυτά, αφού και τις τέσσερις φορές (σ. 133, 134, 137, 172) που επικαλείται τη θεία βοήθεια, την έχει "στο τσεπάκι". Εντάξει, μάνα, μη στενοχωριέσαι. Θα πω του Θεού να κάνει καλό καιρό. καθησυχάζει τη μητέρα του.

Τι γίνεται όμως αν κάποιος μικρός αναγνώστης διαβάσει την ιστορία, επικαλεστεί τη θεία βοήθεια για ένα πρόβλημά του και δεν λάβει ικανοποιητική απάντηση; Θα πιστέψει ότι δεν είναι αρκετά έτοιμος και θα συνεχίσει να ελπίζει όπως συνέβαινε τον παλιό καιρό ή θα εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια;
Χρήση στην τάξη
Ένα από τα πιο αγαπημένα έθιμα της Καθαρής Δευτέρας, είναι το πέταγμα του χαρταετού (προσωπικά προτιμώ την ταραμοσαλάτα). Στο βιβλίο θα συναντήσουμε ολόκληρη ανάλυση (σ.104-105) για δύο βασικά είδη αετών που συναντάμε στον τόπο μας: τους φρόνιμους, πολυγωνικούς που λέγονται και "κοκκόνες" και τους ημικυκλικούς ή "αρμενάκια", που είναι πολύ πιο ζόρικοι στη χρήση, αλλά προσφέρουν περισσότερο θέαμα και βέβαια κύρος στον χειριστή. Στο εξωτερικό βέβαια μπορούμε να συναντήσουμε πολύ περισσότερα είδη αφού ο χαρταετός δεν είναι ελληνική επινόηση. Εδώ κι εδώ θα βρείτε οδηγίες για το πώς να κατασκευάσετε δικούς σας χαρταετούς, ενώ εδώ κι εδώ θα μάθετε λίγα πράγματα για την ιστορία τους και τη (μικρή) σχέση τους με την αρχαία Ελλάδα.
Μπορούμε επίσης, με αφορμή την υπέρβαρη οικογένεια του μπακάλη, να μιλήσουμε στην τάξη για το ζήτημα της παιδικής παχυσαρκίας, τα προβλήματα υγείας που μπορεί να προκαλέσει, αλλά και την σύνδεσή του με την παγκόσμια ανισότητα και το άδικο μοίρασμα των πόρων στον πλανήτη μας. Εδώ μπορείτε να βρείτε την παρουσίαση μιας έρευνας για την παχυσαρκία από το 6ο ΕΠΑΛ Ηρακλείου και να εμπνευστείτε έτσι για την πραγματοποίηση αντίστοιχης έρευνας στο δικό σας σχολείο.

Share/Bookmark

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Η κυρία Ήξεις - Αφήξεις

Υπόθεση
Ένα κορίτσι που όσο ήταν μαθήτρια, άλλαζε διαρκώς σχολεία, καθώς η οικογένειά της μετακόμιζε, μεγαλώνει και γίνεται δασκάλα. Έτσι, ακόμα και ως ενήλικη, συνεχίζει τις συχνές μετακινήσεις.
 

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Κώστας Χαραλάς
Εικονογράφηση: Μάρα Τσαφαντάκη
ISBN: 960-16-1932-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 2006
Σελίδες: 32
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ', Δ'

Κριτική
Άλλη μια ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο Ψαράκια - 400 λέξεις). Η γραφή είναι απλή και τα νοήματα σχετικά κατανοητά, αν και δεν δίνονται με τον απλούστερο τρόπο. Η επιμέλεια είναι όπως πάντα πολύ προσεγμένη, και η πολύχρωμη εικονογράφηση με μεικτές τεχνικές κάνει την ανάγνωση πιο ξεκούραστη.. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές τέσσερις δραστηριότητες. Η πρώτη καλεί τους μαθητές να εξασκηθούν στο να ακολουθούν οδηγίες για να βρουν το δρόμο (βλ. ύλη Γλώσσας Ε' Δημοτικού). Η δεύτερη είναι άσκηση παρατηρητικότητας και μάλλον απευθύνεται σε μικρότερους αναγνώστες. Η τρίτη καλεί τους αναγνώστες να υιοθετήσουν μια διαφορετική οπτική γωνία, βρίσκοντας τι είναι αυτό που παρατηρεί μέσα από τα κυάλια της η κυρία Ήξεις Αφήξεις. Η τελευταία περιλαμβάνει ένα σταυρόλεξο συλλαβών, μέσα από το οποίο αποκαλύπτεται το χόμπυ της ηρωίδας. Οι λέξεις ίσως να μην είναι και οι πιο απλές, αλλά από τη στιγμή που δίνονται οι λύσεις, ακόμα και εγώ κατάφερα να το λύσω!

Προσωπικά δεν το συμπάθησα ιδιαίτερα, ενώ και τα παιδιά της τάξης δεν το περιέλαβαν στα αγαπημένα τους. Παρόλαυτά, η ιστοριούλα αυτή ίσως μας δώσει μια πολύ καλή αφορμή για να συζητήσουμε πάνω σ'ένα θέμα που προβληματίζει τα παιδιά αρκετά συχνά. Τι συμβαίνει με τους μαθητές που οι γονείς τους αναγκάζονται να μετακομίζουν συνέχεια; Πώς μπορεί να νιώθουν όταν κάθε τόσο χάνουν όλους τους φίλους που έκαναν και πρέπει να ξεκινήσουν από την αρχή; Και τι συμβαίνει όταν στο προηγούμενο σχολείο ένα παιδί ήταν το κέντρο της προσοχής ενώ στο καινούριο κανείς δεν του κάνει παρέα;

Η πρωταγωνίστρια της ιστορίας δεν φαίνεται να πτοείται ιδιαίτερα, και όταν μεγαλώνει ακολουθεί ένα επάγγελμα, με το οποίο συνεχίζει κάθε χρόνο να αλλάζει σχολεία: γίνεται δασκάλα!
"Γιατί όποιος πει ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα στη ζωή θα πει ένα πολύ μεγάλο ψέμα". Ίσως το δίδαγμα να είναι τελικά: Αγαπήστε τους φόβους σας!

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Εκπαίδευση

Απόσπασμα
Οι συμμαθητές μου στο σχολείο με φωνάζανε
Ήξεις – Αφήξεις.

Εγώ όμως ήξερα βαθιά μέσα μου ότι είχα ένα
κανονικό όνομα.

Αλλά πάλι, ποιος θα ήθελε
να το μάθει, αφού σε λίγο
καιρό θα είχα φύγει και από εκεί
και κανείς δε θα το θυμόταν πια.

Ακόμα και οι δάσκαλοι με φωνάζανε έτσι.
Αυτοί ήταν και οι πρώτοι που το σκαρφίστηκαν,
άλλωστε.

Όταν μελετούσαν το φάκελο που τους πήγαινε
η μαμά, έβλεπαν όλες τις μετακομίσεις που
είχαμε κάνει και κουνούσαν σαν σημαδούρα
το κεφάλι τους.
- Ήξεις – Αφήξεις, λέγανε.

Από τότε ο χρόνος για μένα μετρούσε
διαφορετικά από ό,τι για τα υπόλοιπα παιδιά.
Όταν όλοι περίμεναν τις διακοπές,
εγώ περίμενα το φορτηγό για τη μετακόμιση.

Μια από εκείνες τις χρονιές ήτανε που μου έκαναν
ένα ασυνήθιστο δώρο για τα Χριστούγεννα:
ένα κυπαρίσσι.

Μην το φυτέψεις αμέσως στο χώμα. Καλύτερα
να το βάλεις σε μια γλάστρα, για να το παίρνεις
μαζί σου. Όταν κάποτε θελήσεις να ριζώσεις
σε ένα μέρος, άσε το και αυτό
να ριζώσει, με συμβούλεψε ο μπαμπάς.


Share/Bookmark

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Γοργόνες S.O.S.: Η αποστολή της Μίστι

Υπόθεση
Έξι νεαρές γοργόνες με αγνή ψυχή έχουν αναλάβει μια πολύ σπουδαία αποστολή: να φέρουν στη βασίλισσα Νεπτούνα έξι καινούριους μαγικούς κρυστάλλους προτού οι παλιοί, που δίνουν ζωή και δύναμη στο Κοραλλένιο Βασίλειο, χάσουν όλη τους τη λάμψη. Στο δρόμο τους όμως, θα συναντήσουν πολλά εμπόδια, επειδή η μοχθηρή γοργόνα Μαντόρα δε θέλει να τις αφήσει να εκτελέσουν την αποστολή τους. Οι έξι γοργόνες είναι πανέξυπνες και αποφασισμένες. Θα καταφέρουν άραγε να γλιτώσουν από τις παγίδες της Μαντόρα;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Γκίλιαν Σίλντς (Gillian Shields)
Μετάφραση: Νοέλα Ελιάσα
Εικονογράφηση:  Έλεν Τέρνερ (Helen Turner)
ISBN: 978-960-04-3714-0
Τίτλος πρωτοτύπου: Mermaid S.O.S.: «1. Misty to the Rescue»
Έτος 1ης Έκδοσης: 2006 (στα ελληνικά 2009)
Σελίδες:95
Τιμή: περίπου 6 ευρώ (προσφορά 2 ευρώ)
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: B', Γ', Δ', Ε'
κριτικές μικρών αναγνωστών εδώ

Κριτική
Μικρή και ανάλαφρη καλοκαιρινή περιπέτεια με περιβαλλοντικές ευαισθησίες. Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της σειράς Γοργόνες S.O.S Η συντροφιά της θάλασσας, που ολοκληρώνεται σε 6 συνέχειες και απευθύνεται σε (ποιες άλλες;) μικρές μαθήτριες. Η γλώσσα της μετάφρασης είναι απλή, χωρίς προβλήματα στη ροή ή τη σαφήνεια. Η εικονογράφηση είναι ασπρόμαυρη, χαριτωμένη και χωρίς εκπλήξεις, συνοδεύοντάς μας με μικρά και ολοσέλιδα σκίτσα σχεδόν σε κάθε δεύτερη σελίδα. Τα έξι κεφάλαια δεν ξεπερνούν συνήθως τις 10-12 σελίδες, ενώ η γραμματοσειρά και το διάστιχο απευθύνονται σε παιδιά των μεσαίων τάξεων του Δημοτικού. Η έκδοση φροντίζει να έχουμε στην πρώτη σελίδα έναν βοηθητικό χάρτη για να προσανατολιζόμαστε στο κοραλλένιο βασίλειο της Ωκεανίας, ενώ το σύνολο της πλοκής μας αποκαλύπτεται σε έναν εκτενή πρόλογο 5 σελίδων. Αυτό προφανώς διασφαλίζει ότι ακόμα κι αν δεν δώσετε καμία σημασία σε όσα επακολουθούν, θα ξέρετε τουλάχιστον μέσες - άκρες τι συμβαίνει στην ιστορία. Στο τέλος του βιβλίου, η συγγραφέας μας γνωρίζει όλη τη συντροφιά της θάλασσας, τις έξι δηλαδή φίλες γοργόνες με τις απεικονίσεις τους και λίγα λόγια για την εξωτερική εμφάνιση και τον χαρακτήρα τους. 

Το βιβλίο είναι τελικά περισσότερο χαριτωμένο και λιγότερο "αμερικάνικο" απ' ό,τι δείχνει στην αρχή, και πιστεύω ότι θα μπορούσαμε να το προτείνουμε χωρίς φόβο ως ένα ευχάριστο διάλειμμα σε κορίτσια Γ', Δ' αλλά και Ε' τάξης.
 

Από τον ίδιο εκδοτικό κυκλοφορούν αντίστοιχες σειρές με συγγενείς θεματικές, όπως π.χ. Μαγικό ουράνιο τόξο: Οι νεράιδες των χρωμάτωνΤα πόνι του Μαγικού Καρουσέλ, Νίνα, η νεράιδα μπαλαρίνα, κ.ά. Υποψιάζομαι ότι σκοπός σε όλες αυτές είναι ένα συναρπαστικό ξεκίνημα, που θα βάλει τις μικρές αναγνώστριες στην ιστορία και θα προκαλέσει το ενδιαφέρον τους ώστε να αναζητήσουν και τους υπόλοιπους τόμους.

Η βασική πλοκή της ιστορίας θυμίζει λίγο τους τρεις σωματοφύλακες, που προσπαθούν εντός της χρονικής προθεσμίας να επιστρέψουν τα διαμάντια στην βασίλισσα Άννα την Αυστριακή, αποφεύγοντας τις τρικλοποδιές του πανούργου καρδινάλιου Ρισελιέ. Στην περίπτωσή μας οι φύλακες διπλασιάζονται σε αριθμό αλλά παραμένουν πολλαπλάσιο του τρία, τα διαμάντια έχουν γίνει μαγικοί κρύσταλλοι, και ο Ρισελιέ μετατρέπεται σε μοχθηρή γοργόνα με το όνομα Μαντόρα. Το γοργονοκάλεσμα (σ.42) από την άλλη, στο οποίο καταφεύγει η Μίστι για να καλέσει βοήθεια από τις φίλες της, θυμίζει κάπως το σημάδι του Batman στον ουρανό ή ακόμα καλύτερα το κάλεσμα των Θάντερκατς!
Αξίες - Θέματα
Φιλία, Συνεργασία, Υπευθυνότητα, Περιβάλλον, Μαγεία, Αειφορία

Εικονογράφηση
 

Απόσπασμα
«Φτάσαμε!» είπε όλο λαχτάρα η Μίστι.

«Φτάσαμε, επιτέλους, στη Σπηλιά των Κρυστάλλων».

Η Μίστι, η Έλι, η Σόφι, η Χόλι, η Λούσι και η Σκάρλετ μπήκαν κολυμπώντας με αργές κινήσεις στην υποθαλάσσια σπηλιά που ήταν κρυμμένη στα όρια του Κοραλλένιου Βασιλείου. Η Μίστι και οι φίλες της είχαν έρθει στη Σπηλιά των Κρυστάλλων συμμετέχοντας σε μια ειδική αποστολή. Ήταν οι πιο έξυπνες και πιο θαρραλέες νεαρές γοργόνες σε ολόκληρο το βασίλειο της βασίλισσας Νεπτούνα κι εκείνη τις είχε επιλέξει για να τους αναθέσει μια πολύ σημαντική αποστολή.

«Κάθε χρόνο οι έξι κρύσταλλοι του θρόνου μου χάνουν τη λάμψη τους και παλιώνουν», τους είχε πει η βασίλισσα. «Μαζί με τη λάμψη τους όμως χάνεται και η μαγική δύναμη του Λαού της Θάλασσας. Σε μια βδομάδα οι κρύσταλλοι που βλέπετε τώρα δε θα υπάρχουν πια».

Ο θρόνος ήταν πανέμορφος. Βρισκόταν στην καρδιά του Κοραλλένιου Βασιλείου, φτιαγμένος από αστραφτερό ασήμι και στολισμένος με μαργαριτάρια. Στην κορυφή του έλαμπαν έξι μαγικοί κρύσταλλοι, σαν αστέρια πάνω απ’ το κεφάλι της βασίλισσας. Οι γοργόνες όμως παρατήρησαν πως οι κρύσταλλοι είχαν αρχίσει να χάνουν τη λάμψη τους. Αχνόφεγγαν με κόκκινες, κίτρινες και μπλε λάμψεις σαν κεριά που τρεμοσβήνουν.

«Χρειαζόμαστε έξι νέους κρυστάλλους, γεμάτους νέα δύναμη και ζωή, ακριβώς σαν εσάς», τους είχε εξηγήσει η βασίλισσα Νεπτούνα. «Πάρτε αυτό το κλειδί και πηγαίνετε να τους φέρετε από τη Σπηλιά των Κρυστάλλων. Θα προστατεύσουν το Κοραλλένιο Βασίλειο για άλλον ένα χρόνο. Σας εμπιστεύομαι αυτή την αποστολή, γενναίες μου γοργόνες!»

Οι φίλες ένιωθαν περηφάνια και ενθουσιασμό καθώς ξεκινούσαν. Η Μίστι είχε φυλάξει το χρυσό κλειδί στο ροζ τσαντάκι που ήταν δεμένο στη μέση της. Έπρεπε να φέρουν τους κρυστάλλους όσο το δυνατόν συντομότερα. Η Μίστι και οι φιλενάδες της ένιωθαν πως ήταν ιδιαίτερη τιμή γι’ αυτές να τους αναθέσει η βασίλισσα Νεπτούνα μια τόσο σημαντική αποστολή. Οι γοργονούλες δεν ήθελαν με τίποτα να απογοητεύσουν τη βασίλισσα, τις οικογένειές τους και το Λαό της Θάλασσας.

Οι γοργόνες κολύμπησαν μια ολόκληρη μέρα μέχρι να φτάσουν στη Σπηλιά των Κρυστάλλων. Η Μίστι τραγουδούσε χαρωπά σε όλη τη διαδρομή, καθώς όμως οδηγούσε τις άλλες γοργόνες στο εσωτερικό της υποθαλάσσιας σπηλιάς ήταν όλες τους σιωπηλές.

Επιτέλους, είχαν φτάσει. Πάνω απ’ τη θάλασσα ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει μέσα σ’ένα ροδαλό σύννεφο. Κάτω απ’ τα κύματα οι γοργόνες κοιτούσαν έκθαμβες τα αστραφτερά χρυσά τοιχώματα της σπηλιάς.

«Κοιτάξτε!» είπε η Μίστι.

Υπήρχε μια μικρή ασημένια πύλη στον τοίχο της σπηλιάς. Η Μίστι κολύμπησε προς την πύλη κουνώντας με χάρη τη ροζ ουρά της. Έπειτα έβγαλε το κλειδί της βασίλισσας Νεπτούνα απ’ το πουγκί της και το έβαλε στην κλειδαρότρυπα. Το γύρισε αργά και η πύλη άνοιξε.

«Α!» αναφώνησαν οι γοργόνες, πλησιάζοντας και κοιτάζοντας θαμπωμένες.

Πίσω απ’ την πύλη υπήρχε ένας μικρός θάλαμος. Δεν ήταν μεγαλύτερος από μια ντουλάπα και ήταν πλαισιωμένος με μαργαριτάρια. Στο κέντρο του θαλάμου υπήρχαν έξι αστραφτεροί εκθαμβωτικοί κρύσταλλοι.

«Δεν έχω ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο», είπε η Μίστι με κομμένη ανάσα.

Οι αστραφτεροί κρύσταλλοι έλαμπαν έντονα με εκατοντάδες χρώματα. Η λάμψη τους έμοιαζε να εκπέμπει μαγική ενέργεια.

«Δεν είναι υπέροχοι;» αναφώνησε η Έλι. «Και τους πήρε έναν ολόκληρο χρόνο για να μεγαλώσουν. Πρέπει να τους προσέχουμε πάρα πολύ».

«Έξι κρύσταλλοι για τις έξι φυλές της θάλασσας», μουρμούρισε ονειροπόλα η Λούσι.

«Σίγουρα είναι μαγικοί».

«Θα διαλέξουμε η καθεμία από έναν», είπε η Μίστι στρεφόμενη προς τις υπόλοιπες. «Ας προσπαθήσουμε τώρα να κοιμηθούμε. Νύχτωσε. Θα πάρουμε το δρόμο της επιστροφής μόλις ξημερώσει».

«Πρέπει να ξυπνήσουμε νωρίς», είπε η Χόλι με σοβαρό ύφος. «Είναι πολύ σημαντικό να πάμε τους κρυστάλλους στη θέση τους προτού χάσουν οι παλιοί τη λάμψη τους, δηλαδή πριν από το τέλος της εβδομάδας».

«Μα μας πήρε μόνο μία μέρα για να φτάσουμε εδώ», είπε η Σκάρλετ.

Έφτιαχνε τα μαλλιά της, κοιτάζοντας το είδωλό της στο καθρεφτάκι που είχε βγάλει απ’ το αστραφτερό κόκκινο τσαντάκι της.

«Έχουμε έξι ολόκληρες μέρες για να επιστρέψουμε», πρόσθεσε.

«Εγώ πάντως πιστεύω πως δεν πρέπει να μείνουμε και πολύ εδώ», αντέτεινε αυστηρά η Μίστι. «Είναι μεγάλη ευθύνη να προσέχουμε τους κρυστάλλους στο δρόμο της επιστροφής. Και αν επιστρέψουμε καλά και γρήγορα, ίσως η βασίλισσα μας εμπιστευτεί και άλλες αποστολές».

«Δίκιο έχεις», συμφώνησε η Έλι. «Δεν πρέπει να διακινδυνεύσουμε να καθυστερήσουμε».

«Και αν οι καινούριοι κρύσταλλοι δεν τοποθετηθούν στο θρόνο της βασίλισσας Νεπτούνα προτού χάσουν τη λάμψη τους οι παλιοί θα χαθεί και η δύναμη του Λαού της Θάλασσας. Και τότε θα είναι αδύνατο να προστατεύσουμε τη θάλασσα και το βασίλειό μας από κάθε κακό», είπε με σοβαρό ύφος η Μίστι.

«Αυτό θα ήταν τρομερό», αναρίγησε η Λούσι.
Χρήση στην τάξη
Παρά την σχετική επιφανειακότητα του σεναρίου και των χαρακτήρων, πολλά από αυτά που συμβαίνουν στο βιβλίο, μπορεί να αξιοποιηθούν για να αναφερθούμε σε θέματα σχετικά με την περιβαλλοντική εκπαίδευση. Οι γοργόνες που ενώνονται χέρι χέρι και με το τραγούδι τους απομακρύνουν τον κίνδυνο των αλιέων (σ.87), φανερώνουν την αξία της συνεργασίας και της αλληλοϋποστήριξης. Η μεγάλη σημασία που αποδεικνύεται ότι έχουν οι συμβουλές των μεγαλυτέρων, είτε ως εμπειρία (γιαγιάδες σ.50), είτε ως άποψη (γριά σουπιά σ.66), όταν η γοργονοπαρέα ψάχνει τον δρόμο της, μας εξηγούν πόσο απαραίτητη μπορεί να γίνει η σοφία των μεγαλυτέρων, όταν αναζητούμε τον προσανατολισμό μας (βλ. σχετικά και το άρθρο του C.A.Bowers σ.14 που αναφέραμε και στην προηγούμενη ανάρτηση). Τέλος, υπάρχουν σημεία στην ιστορία που μας επιτρέπουν να αναφερθούμε στην έννοια της αειφορίας, όπως όταν οι αδιάφοροι άνθρωποι κοντεύουν να καταστρέψουν το φυκόδασος (σ.80-81) επειδή βιάζονται να ξαναψαρέψουν πριν αυτό προλάβει να ξαναμεγαλώσει.

Σε μεγαλύτερες τάξεις, βασιζόμενοι στο τελευταίο απόσπασμα (σ.80-81) μπορούμε να κάνουμε αναφορά στο φαινόμενο της υπεραλίευσης, που ταλαιπωρεί το Αιγαίο μας, τη Μεσόγειο αλλά και τους ίδιους τους ωκεανούς. 

Οι μεσαίες τάξεις, θα μπορούσαν να παρουσιάσουν πληροφορίες για ζώα του βυθού και να ετοιμάσουν εντυπωσιακά κολάζ και ενημερωτικά πόστερς με πληροφορίες.

Σε μικρότερες τάξεις μπορούμε να συζητήσουμε για τη ζωή στο βυθό, αφού αρκετά είδη που ζουν εκεί αναφέρονται στο κείμενο (σελ. 49-50-51) και να αναπαραστήσουμε τον τραγουδόκυκλο (σ.56) των γοργόνων, λέγοντας ένα θαλασσινό τραγούδι.

Παράλληλα, μπορούμε ανάλογα με το επίπεδο και τα ενδιαφέροντα των παιδιών να ασχοληθούμε με δραστηριότητες ζωγραφικής, χρωματισμού, κατασκευές, θεατρικά παιχνίδια (π.χ. οι μαθητές χωρίζονται σε ομάδες που ενώνουν τα σώματά τους για να αποδώσουν τη μορφή ενός πλάσματος του βυθού ενώ η υπόλοιπη τάξη προσπαθεί να μαντέψει), ή να δούμε απλώς ένα επεισόδιο από τη σειρά Μπομπ Σφουγγαράκης...
Κολάζ με τα πλάσματα του βυθού (Πηγή)

Share/Bookmark