Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Στο σταυροδρόμι της ημισελήνου

Υπόθεση
Στη Ναύπακτο του 1570, ο 19χρονος ψαράς Μαρίνος απάγεται από μια τουρκική γαλέρα και αλυσοδένεται στους πάγκους της, μαζί με άλλους σκλάβους από διάφορες περιοχές. Αριστερά του στο ίδιο κουπί βρίσκεται ένας Κρητικός ζωγράφος, συμμαθητής του Δ. Θεοτοκόπουλου, ενώ δεξιά του ένας μουσουλμάνος. Με αυτούς θα μοιραστεί τις αγωνίες, τις σκέψεις και τις ελπίδες του. Όταν το πλοίο τους φτάνει στην Κύπρο, παρακολουθούν την άλωση του νησιού από τους Τούρκους. Μετά και την παράδοση της Αμμοχώστου, η γαλέρα τους επιστρέφει στη Ναύπακτο και λαμβάνει μέρος στη μεγάλη ναυμαχία της 7ης Οκτωβρίου 1571. Κατά τη διάρκεια αυτής, ο Μαρίνος καταφέρνει να αποδράσει και να γυρίσει στην οικογένειά του.

Το 1558, σ' ένα χωριό κοντά στη Μαδρίτη, ο 11χρονος Χουάν μεγαλώνει με τη θετή του μητέρα, χωρίς να γνωρίζει τους πραγματικούς του γονείς. Μια άμαξα με επιβάτη τον Δον Λουί Κιχάδα, που αναλαμβάνει την κηδεμονία του, τον παίρνει μακριά, με σκοπό να τον εκπαιδεύσει ως βαθμοφόρο. Λίγο αργότερα, μετακομίζει ξανά με τη νέα του οικογένεια, στην αυλή του γέρου αυτοκράτορα Κάρολου Κουίντου. Όταν ο βασιλιάς πεθαίνει, ο 14χρονος (πλέον) Χουάν μαθαίνει πως εκείνος ήταν ο βιολογικός του πατέρας. Ο νέος βασιλιάς Φίλιππος Β' τον αναγνωρίζει ως νόμιμο αδελφό του και στα 21 του χρόνια τον ορίζει ναύαρχο, στέλνοντάς τον να καταπνίξει μια επανάσταση Μαυριτανών στον νότο. Λίγα χρόνια αργότερα, στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, ο Δον Χουάν ο Αυστριακός κατατροπώνει τους Οθωμανούς, ως αρχιστράτηγος της ιερής συμμαχίας Ισπανών και Βενετών.

Βενετία 1569. Ο Ανδρέας από τη Λευκάδα γίνεται φίλος με τον ντόπιο έμπορο Φραντζέσκο, που τον προσκαλεί στην φιέστα της Δόνα Μεραβίλια. Την ανέμελη διασκέδασή του εκεί, διακόπτει ένας μυστηριώδης άνδρας που του αναθέτει μια μυστική αποστολή στην Κωνσταντινούπολη. Την ίδια ώρα, μια μεγάλη φωτιά στον βενετσιάνικο ναύσταθμο αναστατώνει την όμορφη πόλη. Ο Ανδρέας, κινούμενος αστραπιαία, καταφέρνει να συλλάβει έναν από τους υπεύθυνους, που αποδεικνύεται πως είναι Τούρκος. Ο Έλληνας κατάσκοπος ταξιδεύει έπειτα στην Πόλη και συμμετέχει στην οργάνωση μιας δολιοφθοράς στα τουρκικά ναυπηγεία, που όμως αποτυγχάνει. Φυγαδεύεται κρυφά, αλλά στην επιστροφή του ναυαγεί στην ακτή της Ναυπάκτου. Εκεί, για καλή του τύχη, τον περιθάλπει η όμορφη Μηλιά, αδελφή του Μαρίνου. Όταν οι αντίπαλοι στόλοι φτάνουν στην περιοχή, ο Ανδρέας έχει αναρρώσει πλήρως και καταφέρνει να τοποθετηθεί αξιωματικός σ' ένα κρητικό πλοίο που έχει για κυβερνήτη τον Μανούσο Θεοτοκόπουλο, θείο του Ελ Γκρέκο. Μετά τη ναυμαχία, ζητά το χέρι της Μηλιάς.

Στην Αθήνα του 2008, ο νεαρός Λέων ετοιμάζεται για μια σχολική εκδρομή στη Ναύπακτο, τη στιγμή που ο αδελφός του Νίκος αναχωρεί με μια ανθρωπιστική αποστολή για το Πακιστάν. Τα δυο αδέλφια επικοινωνούν μέσω Skype και σε μια από τις τηλεδιασκέψεις τους, ο Λέων γνωρίζει τον συνομήλικό του Σελίμ, από τον οποίο μαθαίνει πολλά για τις συνθήκες ζωής στο Πακιστάν και γενικά στον μουσουλμανικό κόσμο. Παράλληλα, επισκέπτεται με την τάξη του το μουσείο της ναυμαχίας και αρχίζει να δείχνει ενδιαφέρον για τη διαμάχη χριστιανών - μουσουλμάνων. Όταν επιστρέφει στην Αθήνα, αναλαμβάνει να συγκεντρώσει τις εκθέσεις των συμμαθητών του σχετικά με την εκδρομή και τη ναυμαχία για την εφημερίδα του σχολείου. Χάρη σε αυτή την εμπειρία, αποφασίζει όταν μεγαλώσει να γίνει δημοσιογράφος.
 
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Κίρα Σίνου - Έρικα Αθανασίου
Εικονογράφηση: Θανάσης Γκιώκας - Ξένια Τρύφων (εικόνα και σύνθεση εξωφύλλου)
ISBN: 978-960-04-4106-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2010
Σελίδες: 320
Τιμή: περίπου 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Ενδιαφέρον ιστορικό μυθιστόρημα που προσεγγίζει τα γεγονότα της ναυμαχίας της Ναυπάκτου από πολλές διαφορετικές οπτικές γωνίες. Με γλώσσα απλή και εκφραστική σαφήνεια, αλλά δομή σχετικά περίπλοκη, το βιβλίο απευθύνεται μάλλον σε εφήβους. Το κείμενο είναι χωρισμένο σε 45 κεφάλαια, μέσα από τα οποία παρακολουθούμε τις πορείες τεσσάρων βασικών (και δύο συμπληρωματικών) χαρακτήρων, οι οποίοι αλληλεπιδρώντας περισσότερο ή λιγότερο μεταξύ τους, συναντιούνται τελικά στον γεωγραφικό χώρο της μεγάλης ναυμαχίας. Τα πολλαπλά επίπεδα αφήγησης και τα διαρκή άλματα στον χωροχρόνο, δεν επιτρέπουν στον αναγνώστη να χάσει το ενδιαφέρον του, θα δυσκολέψουν όμως τους λιγότερο έμπειρους να παρακολουθήσουν το νήμα της ιστορίας που κινείται από διαφορετικές αφετηρίες προς τον ίδιο τελικό προορισμό. Η ποιότητα της έκδοσης είναι καλή, όμως λείπει η εικονογράφηση, ένας έστω βοηθητικός χάρτης και παραρτήματα με πληροφορίες, ενώ από τη διόρθωση έχουν ξεφύγει και κάποια μικρολάθη. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου συναντάμε χρήσιμες διευκρινήσεις αλλά και πλούσια (όπως σε όλα τα έργα της αείμνηστης Κίρας Σίνου) βιβλιογραφία. Το προτείνουμε κυρίως σε μαθητές γυμνασίου και γενικά στους φίλους της Ιστορίας ή σε όσους ενδιαφέρονται να μάθουν περισσότερα για τις σχέσεις του χριστιανικού με τον μουσουλμανικό κόσμο μέσα στους αιώνες. Ιδιαίτερη αξία αποκτά η συνάντηση του Λέοντα με τον Σελίμ στις μέρες μας, όπου χιλιάδες μικροί Σελίμ στοιβάζονται στα λιμάνια και τα βόρεια σύνορα της χώρας μας, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον.

  • Ενδιαφέρουσα πλοκή
  • Αντικειμενική ματιά στα γεγονότα
  • Πληροφορίες για την Ευρώπη του 16ου αιώνα

  • Απουσία παραρτήματος με χάρτες, ντοκουμέντα, κτλ.

Αξίες - Θέματα
Ιστορία - Αρχαιολογία, Δουλεία, Διαφορετικότητα, Ταξίδια

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Ο χρόνος που ο Μαρίνος περνάει στα κάτεργα της τουρκικής γαλέρας, η φωτιά στον βενετσιάνικο ναύσταθμο αλλά και η γεμάτη βία περιγραφή της ιστορικής ναυμαχίας, είναι σκηνές που μένουν στο μυαλό, ακόμα και μήνες μετά την αρχική ανάγνωση του βιβλίου.

Εικονογράφηση
Το βιβλίο δυστυχώς δεν περιλαμβάνει εικονογράφηση, το εξώφυλλο όμως είναι αρκετά καλαίσθητο και αποδίδει ως έναν βαθμό τη συνομιλία του παρόντος (Λέοντας) με το παρελθόν. Ίσως η επιλογή πιο αντιπροσωπευτικών πλοίων (π.χ. γαλερών με κουπιά) να έδενε και ακόμα περισσότερο με το περιεχόμενο.

Απόσπασμα
Η Ρεάλ, η ναυαρχίδα του Δον Χουάν, πλησίαζε περήφανα τη Σουλτάνα, το πλοίο του Αλή Πασά. Ο Θερβάντες κοίταξε σαν μαγεμένος τη σύγκρουση που ακολούθησε. Ήξερε ότι ήταν ζήτημα ναυτικής τιμής οι ναύαρχοι να έρχονται απευθείας σε αντιπαράθεση, πλοίο με πλοίο, και η σύγκρουση ήταν τρομερή. Η Σουλτάνα υπερίσχυσε και το έμβολό της έφτασε μέχρι την τέταρτη σειρά κωπηλατών του χριστιανικού πλοίου.

Εκείνη την ώρα όμως ένα τράνταγμα παραλίγο να τον ρίξει κάτω, εμποδίζοντάς τον να δει τι γινόταν στη Ρεάλ. Η Μαρκέσα είχε αδειάσει τα κανόνια της πλώρης της πάνω σε μια τουρκική γαλέρα και τώρα εφορμούσε καταπάνω της. Τα ρίγη του πυρετού έδωσαν τη θέση τους στα ρίγη της προσμονής για την επικείμενη μάχη. Μαζί με τους συντρόφους του πήδηξε στην κουβέρτα του εχθρικού πλοίου.

Οι Τούρκοι τους περίμεναν και ο καθένας ρίχτηκε στη μάχη με όποιον του έτυχε μπροστά του. Ο Θερβάντες βρέθηκε να αντιμετωπίζει ένα μικρόσωμο Τούρκο, που δεν έμοιαζε με στρατιώτη, αλλά όση πείρα του έλειπε τόση πανουργία είχε στα μάτια του. Ο Τούρκος του όρμησε κραδαίνοντας και με τα δυο του χέρια το σπαθί του. Ο Θερβάντες ένιωσε το σφύριγμα του θανάτου κοντά στο αυτί του καθώς έσκυβε για να τον αποφύγει. Την ίδια ώρα έχωνε το δικό του σπαθί στην κοιλιά του αντιπάλου του κι έβλεπε τα μάτια του να ανοίγουν διάπλατα. Ένιωσε έκπληξη για την ευκολία με την οποία μπορεί να αφαιρεθεί μια ανθρώπινη ζωή. Πριν προλάβει να συνέλθει, ένας άλλος Τούρκος όρμησε από πίσω του και ίσα που πρόλαβε να γλιτώσει αρπάζοντας ένα σκοινί. Πήδηξε στο πλάι και έριξε κάτω κλοτσώντας έναν άλλο Οθωμανό, με τον οποίο πάλευε ένας σύντροφός του, επιτρέποντας στο Βενετσιάνο να του καταφέρει θανατηφόρο χτύπημα.

Η μάχη γενικεύτηκε. Κάθε πλοίο προσπαθούσε να εμβολίσει το πλοίο του εχθρού. Τα κανόνια σιώπησαν και η μάχη πια γινόταν σχεδόν σώμα με σώμα. Τα γιαταγάνια, τα πολύ κοφτερά κυρτά σπαθιά των Οθωμανών, αντιμετώπιζαν τα ίσια σπαθιά των χριστιανών, ενώ η μυϊκή δύναμη των αντρών έπαιζε εξίσου σημαντικό ρόλο με τη δεξιοτεχνία και την ευλυγισία.

Ο Μιγκέλ δε Θερβάντες οπισθοχώρησε για λίγα λεπτά πίσω στη γαλέρα του, προκειμένου η αναπνοή του να ξαναβρεί τον κανονικό ρυθμό της. Προσπάθησε να σταθεροποιήσει τα πόδια και το κεφάλι του, που εξακολουθούσε να γυρίζει. Απορούσε κι ο ίδιος πώς με τη θολούρα στα μάτια του από τον πυρετό είχε δει τον εχθρό, είχε καταφέρει να αποφύγει τα χτυπήματά του και μάλιστα τα είχε ανταποδώσει με μεγάλη επιτυχία.

Γύρω του σφύριζαν βέλη που εξαπέλυαν οι αναμφίβολα ικανότατοι τοξότες του εχθρού. Από την άλλη, οι χριστιανοί τους απαντούσαν με βλήματα που εξαπέλυαν οι αρκεβουζιοφόροι, εκμεταλλευόμενοι τη μηχανική και το μολύβι, σε αντίθεση με τους πιο παραδοσιακούς Τούρκους, οι οποίοι διέθεταν ελάχιστα αρκεβούζια. Οι Τούρκοι δεν τα είχαν συμπαθήσει ιδιαίτερα αυτά τα όπλα, γιατί στο χρόνο που ο αρκεβουζιοφόρος έριχνε μία μόνο βολή, ένας τοξότης μπορούσε να ρίξει είκοσι πέντε τουλάχιστον βέλη.

Ο Θερβάντες ένιωσε για μια στιγμή όμορφα που ο δικός τους στρατός διέθετε πιο προηγμένα όπλα. Αμέσως όμως σκέφτηκε ότι έτσι δε νικούσε ο πιο γενναίος και δυνατός στρατιώτης, αλλά ο πιο καλά οπλισμένος. Αρκεί ένα βόλι παραστρατημένο, που μπορεί να ρίχτηκε ακόμη και από κάποιον φοβητσιάρη, για να κόψει τη ζωή του πιο γενναίου αντιπάλου. Λίγο μολύβι και λίγο μπαρούτι αρκούσαν για να κόψουν τη ζωή του πιο δεξιοτέχνη στο σπαθί στρατιώτη.

Ο Δον Χουάν μαχόταν στην πρύμνη του πλοίο του, ξεχτένιστος από τη μάχη, ενθαρρύνοντας τους δικούς του. Ο Θερβάντες ένιωσε αμέσως την ανάγκη να ξαναμπεί στη μάχη. Πολλά πλοία είχαν πλευρίσει τη Ρεάλ και ίσως ήταν ζήτημα χρόνου να βρεθεί από παντού περικυκλωμένη. Τον κίνδυνο όμως διέκρινε κι ο καπετάνιος της Μαρκέσα ο Ντιέγο ντε Ουρμπίνα. Αν και μόλις είχε καταλάβει το πλοίο απέναντί του και είχε αιχμαλωτίσει τον καπετάνιο του, διέταξε να κάνουν πίσω, ώστε να ελευθερωθεί το έμβολο του πλοίου του και να βοηθήσουν το ναύαρχο και την πτέρυγα που κινδύνευε. Ο κάθε άντρας είχε το πολύ εξήντα πόντους χώρο στο κατάστρωμα και οι μαχητές στέκονταν κολλημένοι ο ένας δίπλα στον άλλον απέναντι στα εχθρικά πυροβόλα, σε απόσταση όσο ένα κοντάρι. Όλοι γνώριζαν ότι το παραμικρό στραβοπάτημα θα τους έστελνε στο βυθό του Ποσειδώνα, αλλά όταν κάποιος έπεφτε, η θέση του δεν έμενε ούτε στιγμή κενή, την έπαιρνε άλλος. Όταν κι αυτός με τη σειρά του έπεφτε στην αγκαλιά του Χάρου, έρχονταν άλλοι κι άλλοι ασταμάτητα.

Οι κωπηλάτες της γαλέρας, οι οποίοι ήταν χριστιανοί κυρίως που είχαν απαλλαγεί από τις αλυσίδες τους και τους είχαν υποσχεθεί ότι θα τους ελευθέρωναν αν νικούσαν, έδειξαν μεγάλο ενθουσιασμό. Κωπηλάτησαν με δύναμη και κατάφεραν να βρεθούν κοντά στη Ρεάλ, ενώ μια ομοβροντία από τα κανόνια της Μαρκέσα βύθισε ένα τουρκικό μπρίκι που προσπαθούσε να πλησιάσει τη ναυαρχίδα.

Έτσι, η Μαρκέσα βρέθηκε δίπλα στη Ρεάλ. Ο Θερβάντες είδε τους συντρόφους του να ορμούν από το πίσω μέρος της στην κεντρική σκάλα και από εκεί στην κουβέρτα. Θέλησε να τους ακολουθήσει, αλλά τα μάτια του σκοτείνιασαν κι ένα κόκκινο πέπλο τα κάλυψε. Έκανε εμετό έξω από την κουπαστή. Αυτό αποδείχτηκε λυτρωτικό τόσο για το στομάχι όσο και για το κεφάλι του, που έπαψε για λίγο να γυρίζει. Άκουσε τον ορυμαγδό της μάχης, τα απειλητικά μουγκρητά, τις πονεμένες κραυγές κι ένιωσε το θυμό του να φουντώνει. Έπρεπε να μπει κι αυτός στη μάχη. Εκείνη την ώρα μια εχθρική γαλέρα προσπαθούσε να τους επιτεθεί από αριστερά.

Ο πλοηγός φώναξε δυνατά στους κωπηλάτες να τραβήξουν κουπί, για να ισιώσουν τη Μαρκέσα και να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο. Εκείνη τη στιγμή ο Θερβάντες άκουσε ένα γνωστό του Ισπανό υπολοχαγό να του φωνάζει.

- Πού πας, Θερβάντες; Ο γιατρός είπε ότι πρέπει να είσαι στο στρώμα σου. Δεν είναι ημέρα σου για να πολεμήσεις σήμερα. Κατέβα αμέσως κάτω να ξαπλώσεις.

- Δεν πρόκειται να πεθάνω σήμερα, φώναξε ο Θερβάντες, που ένιωθε σίγουρα καλύτερα από πολλούς πληγωμένους, οι οποίοι εξακολουθούσαν να πολεμάνε, αν και οι πληγές τους αιμορραγούσαν. Ο Μιγκέλ δε Θερβάντες θα πολεμήσει και μάλιστα μέσα στη βάρκα, συνέχισε. Δώστε μου μερικούς άντρες και θα κόψω το δρόμο αυτών των Τούρκων που έχουν πέσει πάνω μας.

Χωρίς να χάσει στιγμή έκανε τα λόγια του πράξη. Με ορμή πήδησε στη βάρκα, ακριβώς τη στιγμή που η οθωμανική γαλέρα ριχνόταν από την πρύμνη στη Μαρκέσα. Κρατήθηκε από το ξάρτι για να μην πέσει, κάνοντας έτσι ένα γενίτσαρο που ήθελε να σαλτάρει στο κατάστρωμα να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στη θάλασσα. Πίσω από το Θερβάντες ακολούθησαν δώδεκα σύντροφοί του και μαζί ρίχτηκαν στο εχθρικό πλοίο με τέτοια ορμή που οι Οθωμανοί χάλασαν τον επιθετικό σχηματισμό τους κι έτρεξαν στην πρύμνη του πλοίου. Από πίσω τους Ισπανοί αρκεβουζιοφόροι αποδεκάτιζαν τους Τούρκους μαχητές. Ο Θερβάντες βρέθηκε ξαφνικά μόνος του να αντιμετωπίζει τον πανύψηλο καπετάνιο τους, που έμοιαζε ακλόνητος σαν βουνό. Βλέποντας το Θερβάντες να πρωτοστατεί στη μάχη, ο Τούρκος καπετάνιος θεώρησε ότι ήταν ο αρχηγός. Ανέμισε το γιαταγάνι του και, παρά τη φασαρία της μάχης, ο Θερβάντες μπόρεσε να ακούσει το θανατερό του σφύριγμα δίπλα του, καθώς κατόρθωσε με ευλυγισία να το αποφύγει την τελευταία στιγμή. Με τη σειρά του σήκωσε το σπαθί του, που διασταυρώθηκε με το εχθρικό γιαταγάνι σκορπώντας σπίθες. Σε λίγο και οι δύο αντίπαλοι αιμορραγούσαν. Τα χτυπήματα όμως ήταν επιφανειακά και κανείς τους δεν ένιωθε τον πόνο, αλλά η θέα του αίματος τους εξαγρίωνε ακόμη περισσότερο. Ο Θερβάντες δεν κατάλαβε πώς κατόρθωσε, πηδώντας σχεδόν, για να μπορέσει να φτάσει το λαιμό του γίγαντα αυτού, να του καταφέρει το θανατηφόρο χτύπημα. Ακούγοντας την κραυγή του και βλέποντας τον αρχηγό τους να πέφτει,  οι Τούρκοι τρομοκρατήθηκαν και πήδηξαν στο νερό ζητώντας βοήθεια από τις φιλικές τους γαλέρες.

Ο Θερβάντες παρακολουθούσε περήφανος τη φυγή τους, όταν ένας οξύς πόνος διαπέρασε το χέρι του. Με μάτια θολά κοίταξε το μπράτσο του, πάνω στο οποίο είχε καρφωθεί ένα βέλος, και στη συνέχεια γύρισε το βλέμμα του ψηλά, για να δει ποιος τον είχε χτυπήσει. Λίγα δευτερόλεπτα μετά ένας Τούρκος τοξότης, σκαρφαλωμένος στα ξάρτια, έπεσε χτυπημένος με τη σειρά του από το αρκεβούζιο του υποπλοιάρχου της Μαρκέσα.

Ο πόνος ήταν οξύς, αλλά όχι ανυπόφορος. Όταν όμως προσπάθησε να αποσπάσει εκείνο το κομμάτι μετάλλου από το χέρι του, ένιωσε σαν να του έσκιζαν όχι μόνο τη σάρκα αλλά τα σωθικά του με το τσιγκέλι.

«Τελικά δεν κατάφερα να γλιτώσω το χέρι μου», σκέφτηκε. «Μπορεί να μη μου το έκοψαν όταν καταδικάστηκε, αλλά πάλι το έδωσα για τους Ισπανούς».

Δεν πρόλαβε να σκεφτεί τίποτε άλλο και έπεσε λιπόθυμος, ενώ τα ρούχα του είχαν μουσκέψει στο αίμα.
Το άγαλμα του Θερβάντες στη Ναύπακτο (πηγή)
Σχόλια
Εσύ Χριστό κι εγώ Αλλάχ
Ο τίτλος του βιβλίου Στο σταυροδρόμι της ημισελήνου επιτυχημένα περιέχει τόσο την έννοια του σταυρού όσο και εκείνη του μουσουλμανικού μισοφέγγαρου, αποδίδοντας τον θρησκευτικό χαρακτήρα της σύγκρουσης στη Ναύπακτο. Τα σύμβολα του χριστιανισμού και του ισλάμ, βρίσκονταν αναρτημένα επάνω στις ναυαρχίδες των δύο στόλων, ενώ ιερείς των δύο θρησκειών εμψύχωναν τα πληρώματα, θυμίζοντάς τους το ιερό τους καθήκον. Ο Bicheno (Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου 1571, εκδόσεις Ενάλιος 2006 418-426) περιγράφει ορισμένα «κινηματογραφικά» στιγμιότυπα που δείχνουν το πάθος των δύο αντιπάλων στο ξεκίνημα της ναυμαχίας:

[Ο Δον Χουάν], ντυμένος μεγαλόπρεπα στάθηκε στην πλώρη μιας φρεγάτας, και με το λάβαρο του Ιερού Συνασπισμού υψωμένο, πέρασε μπροστά από τις γαλέρες που βρίσκονταν αριστερά από τη Λα Ρεάλ, εξορκίζοντας τους άνδρες που τον ζητωκραύγαζαν από τα καράβια τους, να πάρουν εκδίκηση για τις βαρβαρότητες που είχαν δει στην Κέρκυρα και για τη φρίκη της Αμμοχώστου, και να μην επιτρέψουν στους άπιστους να τους περιπαίζουν «Πού είναι ο Θεός σου;» Προβάλλοντας τον Εσταυρωμένο, που αργότερα στερεώθηκε στην πλώρη της καταλανικής ναυαρχίδας του Σαντιάγκο, ο Ρεκεσένς (...) ενθάρρυνε τους Γάλλους Ιππότες του Αγίου Ιωάννη «Είναι θέλημα Θεού που βρίσκεστε όλοι εδώ για να τιμωρήσετε τη μανία και την κακία αυτών των βάρβαρων σκυλιών». 

Καθώς οι στόλοι πλησίασαν οι πολεμικές ιαχές των Οθωμανών σκέπασαν τα πάντα: Η τουρκική αρμάδα προχώρησε με τέτοια ορμή και υπερηφάνεια, που κάθε λεπτό τους φάνηκε σαν χίλια χρόνια, και καθώς μας αντίκρισαν, έδωσαν διαταγή να παίξουν τα κλαρίνα και τα τουμπελέκια, κι άρχισαν να χοροπηδάνε φωνάζοντας ότι οι χριστιανοί είναι φοβισμένες κότες και να ορκίζονται ότι ο θρίαμβος και η νίκη ήταν δική τους (αρχική πηγή). 

Για να δώσει το παράδειγμα της ξενοιασιάς και σταθερότητας, ο Δον Χουάν με την ακολουθία του άρχισαν να χορεύουν μια ζωηρή "γκαλιάρντα" στο πάνω κατάστρωμα της πλώρης του, πάνω από τα βαριά κανόνια και η ναυαρχίδα βγήκε μπροστά από την υπόλοιπη γραμμή.

Πριν αρχίσουν να ηχούν τα πυροβόλα, για μια στιγμή απλώθηκε σιωπή και στους δύο στόλους, όταν οι ναυαρχίδες έκαναν σινιάλο στους άνδρες τους να προσευχηθούν. Η Σουλτάνα ύψωσε το ιερό μουσουλμανικό λάβαρο (...) που ήταν τόσο βαρύ από το κέντημα, ώστε πρέπει να κρεμόταν στηριγμένο και από τις δύο πλευρές, είχε σουφική προέλευση και ήταν λάφυρο της εκστρατείας στην οποία ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής είχε καταλάβει τη Βαγδάτη. Στη μία πλευρά είχε κεντημένους έξι κύκλους με ρητά από το Κοράνι  γύρω από τα ονόματα του Μωάμεθ και των διαδόχων του (...) Στην άλλη πλευρά ήταν πάλι κεντημένο με ρητά από το Ιερό Βιβλίο και με ευχές  για τον Σουλτάνο Σελίμ μέσα σε 28.900 μικρά τετράγωνα που είχαν γραμμένο το όνομα του Αλλάχ. Πάνω στη Λα Ρεάλ ύψωσαν στο μεγάλο κατάρτι έναν Εσταυρωμένο πάνω από το λάβαρο που είχε στείλει ο πάπας στον Δον Χουάν, με τον Χριστό πάνω από τους θυρεούς του Πάπα, της Ισπανίας και της Βενετίας. Οι σάλπιγγες προσκάλεσαν όλους τους πιστούς να γονατίσουν για να λάβουν συγχώρεση από τη μια πλευρά, κι από την άλλη να προσκυνήσουν με τη βεβαιότητα μιας μακάριας υποδοχής στον Παράδεισο, σε περίπτωση που έπεφταν στη μάχη. 

Σαν κάποιο προϊστορικό τέρας που μούγκρισε προκλητικά σε μια λίμνη, μια άσφαιρη βολή από το μεγάλο κανόνι της Σουλτάνας έσπασε τη σιωπή, για να ξεκινήσει με παράξενη επισημότητα την τελετουργική διαδικασία της πρόκλησης και της απάντησης, με την οποία άρχιζαν οι μάχες εκείνη την εποχή. Η Λα Ρεάλ απάντησε με μια ένσφαιρη βολή, η Σουλτάνα συνέχισε με τον ίδιο τρόπο και ο οθωμανικός στόλος ξεχύθηκε μπροστά με όλη του την ταχύτητα, ανοίγοντας για να περάσει αριστερά και δεξιά από τις γαλεάσσες.

Ένα πιστό αντίγραφο της Λα Ρεάλ, της μεγάλης ναυαρχίδας του Δον Χουάν του Αυστριακού, μπορεί κανείς σήμερα να θαυμάσει στο ναυτικό μουσείο της Βαρκελώνης. Πρόκειται για ένα πραγματικό θωρηκτό της εποχής του, καθαρού βάρους 237 τόνων, που χρειαζόταν για να κινηθεί 290 κωπηλάτες και μετέφερε πάνω από 300 ναύτες, στρατιώτες και ευγενείς. Τα νούμερα αυτά δεν είναι φυσικά αντιπροσωπευτικά για τις υπόλοιπες γαλέρες που πήραν μέρος στη ναυμαχία.

Αντίγραφο της βασιλικής γαλέρας των Ισπανών (πηγή).
Αντίστοιχα πλούσια διακόσμηση απολάμβανε φυσικά
και η αντίπαλη, οθωμανική ναυαρχίδα. 


Για το σοκ που υπέστη ο τουρκικός στόλος την πρώτη μισή ώρα της τετράωρης, φονικότατης αναμέτρησης (40.000 στρατιώτες έχασαν συνολικά τη ζωή τους, ή αλλιώς 150 άνθρωποι για κάθε λεπτό που διαρκούσε η ναυμαχία!) όταν σφυροκοπήθηκε από τα τέσσερα πλωτά φρούρια των Βενετσιάνων, ο Victor Davis Hanson στο Σφαγή και Πολιτισμός (εκδόσεις Κάκτος 2009, σελ. 377-379) γράφει με τον δικό του, (λίγο αμερικάνικο) τρόπο:

Μήπως ήταν εμπορικές φορτηγίδες; Ο Οθωμανός ναύαρχος Αλή Ζαδέ Μουεζίν πασάς πρώτη φορά έβλεπε τέτοια παράξενα πλοία σαν κι εκείνα που έπλεαν μερικές εκατοντάδες μέτρα μπρος στις επιθετικές γαλέρες του. Μήπως πάλι ήταν σκάφη ανεφοδιασμού; Το βέβαιο πάντως είναι πως επρόκειτο για καινούρια και τεράστια – κι έπλεαν κατάπλωρα προς τη ναυαρχίδα του, τη Σουλτάνα! Στην πραγματικότητα, οι έξι κολοσσοί ήταν πρόσφατα ναυπηγημένες βενετσιάνικες γαλεάσσες. Καθεμιά διέθετε πενήντα σχεδόν βαριά πυροβόλα –που ξεπετάγονταν από το κατάστρωμα, δεξί και αριστερό, κι έριχναν πάνω από τη μάσκα και το κάσσαρο, όπλα που έμοιαζαν να ρίχνουν παντού. Καθένα απ’ αυτά τα καινούρια τέρατα είχε εξαπλάσια δύναμη πυρός από τα μεγαλύτερα κωπήλατα πλοία της Ευρώπης – δωδεκαπλάσια από τις γαλέρες του σουλτάνου. 

Σε ήρεμη θάλασσα ήταν και πολύ ευκίνητες· μπορούσαν να κάνουν γρήγορες μανούβρες, με κουπιά και με πανιά, και να ρίχνουν προς όλες τις κατευθύνσεις. Τώρα, τα τέσσερα από τα έξι μεγαθήρια άρχιζαν να ανατινάζουν μία μία τις γαλέρες του Αλή πασά – «tanta horribile et perpetua tempesta», έγραφε ένα αφήγημα της εποχής. Βολιδοθήκες και μπάλες τριών κιλών άνοιγαν τρύπες στις κουβέρτες των τουρκικών πλοίων. Οι πιο αραιές βολές με τις δεκαπεντάκιλες ή και τριαντάκιλες σιδερένιες μπάλες ανατίναζαν ολόκληρα τμήματα των τουρκικών σκαφών στην ίσαλο γραμμή –ανάκατα με ανθρώπους, πετσώματα και κουπιά. 

«Μεγάλα σκαριά! Μεγάλα σκαριά με μεγάλα κανόνια!» φώναζαν, σύμφωνα με διηγήσεις, τα τουρκικά πληρώματα μπρος στα φονικά πυρά. Δύο από τους κυβερνήτες των γαλεασσών, ο Αντόνιο και ο Αμπρόζιο Μπραγκαντίνο, είχαν μόλις μάθει για τα φριχτά βασανιστήρια και τον θάνατο του αδελφού τους Μαρκαντόνιο στην Κύπρο πριν από λίγες βδομάδες. Τα αδέλφια τώρα παρότρυναν τις εκατοντάδες των πυροβολητών τους να ρίχνουν ακατάπαυστα, αποφασισμένοι εκείνο το κυριακάτικο πρωινό να μην πιάσουν αιχμαλώτους. (…) Οι περισσότεροι χριστιανοί παρατηρητές πίστευαν πως το ένα τρίτο της οθωμανικής αρμάδας είχε σκορπιστεί, ακινητοποιηθεί ή βυθιστεί, προτού καν αρχίσει η κανονική ναυμαχία με τις γαλέρες. Περί τους 10.000 Τούρκοι ναυτικοί βρέθηκαν στη θάλασσα, όταν οι γαλέρες τους καταστράφηκαν στα τριάντα λεπτά των πυρών από μονάχα τέσσερα ευρωπαϊκά πλοία – οι δύο από τις έξι γαλεάσσες στη δεξιά πτέρυγα παρασύρθηκαν μακριά από τη θέση τους και δεν συμμετείχαν στη δράση. Στα παράξενα εκείνα σκαριά ο Αλή πασάς διέκρινε μερικές εικόνες από τις μελλοντικές ναυμαχίες· η έκβασή τους δεν θα κρινόταν από τους εμβολισμούς, τα ρεσάλτα ή τους κωπηλάτες, αλλά από τα μαζικής παραγωγής σιδερένια κανόνια, τα ψηλά καταστρώματα και τα μεγάλα σκάφη.
Οι αντίπαλες παρατάξεις πριν το ξεκίνημα της ναυμαχίας (πηγή).
Οι τέσσερις κουκκίδες ανάμεσα στους δύο στόλους
δείχνουν τις θέσεις των βενετικών γαλεασσών.
Όμως κι οι δυο μας αχ και βαχ
Η αφήγηση της ιστορίας του Μαρίνου μας δίνει μια μικρή ιδέα για τα βάσανα των κωπηλατών στις γαλέρες, η ζωή των οποίων ήταν πραγματικά ανυπόφορη. Οι σκλάβοι που ήταν αλυσοδεμένοι σε κάθε κουπί, ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν, να τρώνε, να κάνουν τις βιολογικές τους ανάγκες αλλά και να κοιμούνται στη ίδια θέση, καλυμμένοι απλώς από ένα πανί στους γοφούς. Εκτεθειμένοι σε άθλιες συνθήκες υγιεινής και με λίγα παξιμάδια και κρασί για τροφή, αφανίζονταν από λοιμούς. Ένα βαριά αρωματισμένο μαντίλι που τους παρεχόταν, μπορεί να κάλυπτε ως έναν βαθμό την απίστευτη δυσωδία, δεν τους προστάτευε όμως από τα τρωκτικά και τα ζωύφια, ούτε φυσικά από τον ήλιο ή τη βροχή - για να μην κάνουμε λόγο για τη μοίρα τους σε περίπτωση που βυθιζόταν το πλοίο. Επόμενο ήταν, οι δύστυχοι αυτοί άνθρωποι να κάνουν διαρκώς σχέδια για το πώς θα αποδράσουν. Ακόμα ωστόσο και στις περιπτώσεις που οι διοικητές τούς υπόσχονταν απελευθέρωση μετά το τέλος της μάχης, έπρεπε να είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί: Όπως μαθαίνουμε από το ημερολόγιο του κωπηλάτη Aurelio Scetti, ο οποίος πήρε μέρος στη ναυμαχία της Ναυπάκτου και πολέμησε γενναία (κάνοντας ρεσάλτο σε εχθρικό πλοίο και επιστρέφοντας στο δικό του μαζί με δύο αιχμαλώτους), πολλές φορές οι ελπίδες των σκλάβων αποδεικνύονταν μάταιες. Μια στροφή από το ποίημα του Chesterton για την ίδια ναυμαχία, μας μεταφέρει τη θλιβερή τους εικόνα:
And above the ships are palaces of brown, black-bearded chiefs,
And below the ships are prisons, where with multitudinous griefs,
Christian captives sick and sunless, all a labouring race repines
Like a race in sunken cities, like a nation in the mines.
They are lost like slaves that sweat...
κωπηλάτες σε γαλέρα (πηγή)
Έλληνες εναντίον Ελλήνων
Για τη συμμετοχή των Ελλήνων στη ναυμαχία, αντιγράφουμε από ένα πρόσφατο άρθρο του Κ. Μαυραγάνη τα παρακάτω: 

Όσον αφορά στην παρουσία Ελλήνων ναυτικών, κωπηλατών και μαχητών στη ναυμαχία, υπήρχε και στους δύο στόλους, είτε ως εθελοντές, είτε (περισσότερο στην περίπτωση των Οθωμανών) ως αναγκαστικά στρατολογηθέντες. Σύμφωνα με τον αρχιμανδρίτη Δαμασκηνό Βασιλόπουλο («Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου: 7 Οκτωβρίου 1571»- πηγή «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Ι»), η ελληνική συμμετοχή στον χριστιανικό στόλο ήταν αξιοσημείωτη, καθώς στα ενετικά πολεμικά περιλαμβάνονταν πολλά τα οποία εξοπλίστηκαν και διοικούνταν από Έλληνες της Βενετίας. Επίσης, υπήρχαν τέσσερις γαλέρες από την Κέρκυρα (υπό τους Χριστόφορο Κοντοκάλη, Πέτρο Μπούα, Γεώργιο Κοκκίνη, Στυλιανό Χαλικιόπουλο), καθώς και τέσσερα πολεμικά από τη Ζάκυνθο (Αντώνιος Κουτούβαλης, Νικόλαος Μονδίνος, Δημήτριος Κομούτος, Μαρίνος Σιγούρος). Σε μικρότερα σκάφη επίσης βρίσκονται και αρκετοί Κεφαλλονίτες, καθώς και εθελοντές από τα Κύθηρα και τις Κυκλάδες. Ωστόσο, ιδιαίτερης σημασίας ήταν η κρητική συμμετοχή, με 22 Κρητικούς ευγενείς βενετικής και 6 ελληνικής καταγωγής να κυβερνούν γαλέρες. Μεγάλος αριθμός Ελλήνων επίσης υπηρετούσαν ως στρατιώτες ή κωπηλάτες σε ενετικά πλοία. «Από την Κρήτη στρατολογήθηκαν στα τρία χρόνια του πολέμου γύρω στις 7.000 οπλίτες διαφόρων ειδικοτήτων και 9.000 κωπηλάτες» αναφέρεται χαρακτηριστικά, με τον ίδιο τον Δον Ιωάννη να θεωρεί ως πλέον αξιόμαχο τμήμα του ενετικού στόλου αυτό που είχε εξοπλιστεί και επανδρωθεί στην Κρήτη. Ακόμαη, πολλοί Έλληνες υπηρετούσαν και στον ισπανικό στόλο. Τα ονόματα των Ελλήνων καπετάνιων που πολέμησαν στη ναυμαχία, όπως αναφέρεται, περιλαμβάνουν τους Γεώργιο Καλλέργη, Στυλιανό Κονδυλάκη, Πέτρο Μπούα, Μιχαήλ Βιτσιμπάνο, Αντώνιο Τσιμάρα, Νικόλα Μουδινό, Γεώργιο Κοκκίνη, Νικόλαο Φισκάρδο, Αντώνιο Κουτσούβαλη, Δανιήλ Καλαφάτη, Μιχαήλ Σιγούρο, Φραγκίσκο Βομβίνο, Στυλιανό Χαλκιόπουλο, Ανδρέα Καλέγκα.

Όσον αφορά στην πλευρά των Οθωμανών, όπως αναφέρεται, εκτιμάται ότι μεταξύ των τουρκικών πληρωμάτων (περιλαμβανομένων κωπηλατών) το ποσοστό των Ελλήνων δεν ήταν μικρότερο του 30%. Γενικότερα, όπως αναφέρει ο Μπιτσένο, μεταγενέστερες εκτιμήσεις (Φίνλεϊ) κάνουν λόγο για 30.000 Έλληνες μαζί και στους δύο στόλους, ενώ ιδιαίτερη μνεία γίνεται στους Έλληνες μαχητές, κυρίως Κρητικούς, που βρίσκονταν στην ομάδα που συγκρούστηκε και κατανίκησε την ισχυρή μοίρα της Κωνσταντινούπολης. Στην επίσημη ιστορία που συντάχθηκε με εντολή της Συγκλήτου της Βενετίας επαινείται η μεγάλη ανδρεία των Ελλήνων: «Το ιταλικό πεζικό κέρδισε πολλούς επαίνους. Και οι Ισπανοί δεν αξίζουν λιγότερους. Αλλά από όλους τους άλλους, οι Έλληνες έδειξαν περισσότερο θάρρος και πειθαρχία. Επειδή ήταν πιο συνηθισμένοι σε αυτό το είδος του πολέμου, και ήξεραν όλους τους τρόπους για να καταφέρουν πλήγματα και να αποφεύγουν να τα δέχονται οι ίδιοι, συμπεριφέρθηκαν πολύ αξιέπαινα και αποδοτικά».
Πίνακας (169 x 137 cm) του Παόλο Βερονέζε για τη ναυμαχία της Ναυπάκτου, που φυλάσσεται στη Βενετία (π.1572). Το φως αποδίδεται αριστουργηματικά, ενώ στο πάνω μέρος οι άγιοι παρεμβαίνουν για τη χριστιανική νίκη (πηγή)
Η σκέψη που διαβάζουμε στο απόσπασμα ότι έκανε ο Θερβάντες κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, προέρχεται στην πραγματικότητα από μια παράγραφο  του Δον Κιχώτη (κεφ. 38), όπου ο περιπλανώμενος ιππότης καταγγέλλει τα πυροβόλα όπλα και δηλώνει βέβαιος πως ο εφευρέτης τους βρίσκεται στην κόλαση, «απολαμβάνοντας» την ανταμοιβή για τη διαβολική του εφεύρεση, που επέτρεψε ακόμα και σ' έναν άσημο δειλό να παίρνει τη ζωή ενός γενναίου άρχοντα. Ο προβληματισμός για την ηθική της χρήσης εκηβόλων όπλων δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά τον 16ο αιώνα. Ήδη από την εποχή του Τρωικού πολέμου -και παρά τη λατρεία στον «εκατηβελέτη» Απόλλωνα και την παρουσία ηρώων όπως ο Τεύκρος-, το τόξο συνδέεται με ύπουλες ενέργειες, καταπάτηση όρκων (βλ. βολή Πανδάρου στο Δ 86-157) και επιτρέπει στον θρασύδειλο πρίγκιπα Πάρη να σκοτώσει τον Αχιλλέα, τον γενναιότερο πολεμιστή της εποχής. Αργότερα, ο Αισχύλος συνδέει συμβολικά τις λόγχες με τους Έλληνες και τα τόξα με τους (τοξοδάμαντες) Πέρσες (Πέρσες 147 πότερον τόξου ῥῦμα τὸ νικῶν, ἢ δορικράνου λόγχης ἰσχὺς κεκράτηκεν), δίνοντας στο θέμα «εθνική» χροιά. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πως εκηβόλα όπλα χρησιμοποιούσε ανέκαθεν κάθε στρατός που δεν ήθελε να βρεθεί με στρατηγικό μειονέκτημα. Οι Σπαρτιάτες, για παράδειγμα, που  θεωρούσαν τα τόξα και τα βέλη όπλα των θηλυπρεπών και των αδυνάμων, σε αντίθεση με τα δόρατα και τις ασπίδες των οπλιτών (...) Υπήρχε κάτι το άνανδρο στο να σκοτώνει ένας στρατιώτης από μακριά, χωρίς να θέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο (Nic Fields σ. 39)- υπέστησαν στη Σφακτηρία ατιμωτική ήττα χάρη στους τοξότες και τους ακοντιστές του Δημοσθένη. Το παράπονο του Θερβάντες φαίνεται ωστόσο να στρέφεται περισσότερο κατά του εφευρέτη και λιγότερο κατά του χρήστη... Στη ναυμαχία της Ναυπάκτου και οι δύο αντίπαλοι χρησιμοποίησαν τελικά αντίστοιχο αριθμό τουφεκιών. Σύμφωνα με τον Hugh Bicheno (ό.π. σελ. 123) ο Ιερός συνασπισμός διέθετε περίπου 5.300 τουφέκια ενώ στην οθωμανική πλευρά υπήρχαν 4.000 Γενίτσαροι, που τα αρκεβούζιά τους αργούσαν να γεμίσουν αλλά επειδή ήταν πιο μακρύκανα είχαν και μεγαλύτερη ακρίβεια. Οι Οθωμανοί είχαν επίσης πιο πολλά περιστρεφόμενα μικρά πυροβόλα και τουφέκια με γάντζο, κι έτσι ο συνολικός αριθμός ατομικών πυροβόλων όπλων πρέπει να ήταν περίπου ίσος στους δύο στόλους.
Το σύνδρομο "πολύπλοκα κουμπάκια" που παρατηρήσαμε σε προηγούμενες αναρτήσεις όπως το Μήνυμα στο κινητό και φανερώνει το δέος των πρωταγωνιστών (εμμέσως και των συγγραφέων που τους δημιουργούν) απέναντι στις νέες τεχνολογίες, κάνει και εδώ την εμφάνισή του. Άρχισε να ψαχουλεύει τα καλώδια του υπολογιστή διαβάζουμε στη σ.101, ενώ στον υπολογιστή του Λέοντα αποδίδονται ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά (σ. 207): ώρες ώρες έκανε κάτι ήχους και έβγαζε κάτι μηνύματα σαν να πονούσε πραγματικά. Η χρήση των συσκευών μοιάζει να γίνεται δυνατή μόνο χάρη στη (σαμανιστικού τύπου) επέμβαση του μυημένου χρήστη που (σ. 124) συνδέει σαν μάγος τα απαραίτητα καλώδια ή ανοίγει τον υπολογιστή και πατάει  τα μαγικά κουμπιά (σ.58). Τελικά, η συνδεσμολογία των καλωδίων προάγεται σε πραγματικό άθλο (σ. 57) άρχισε να παλεύει μόνος του με πλήθος από καλώδια προσπαθώντας να συνδέσει την κάμερα, το τηλέφωνο και ποιος ξέρει τι άλλο.  
Ο Ηρακλής πριν έρθει το Wi-Fi (πηγή)
Ως προς το κομμάτι των "δύσκολων" σκηνών, να επισημάνουμε ότι δεν περιορίζονται μόνο στην περιγραφή της ναυμαχίας (σελ. 240 και μετά), αλλά βρίσκονται διασκορπισμένες σε αρκετά σημεία του βιβλίου, χωρίς ευτυχώς να γίνονται ιδιαίτερα γλαφυρές στην περιγραφή. Μέσα από αυτές, οι αναγνώστες θα διαβάσουν για βασανιστήρια της εποχής (σ.174), απαγχονισμούς (σ.219)  τη δυσωδία στις γαλέρες (σ.35) για τα όσα συνηθίζονταν την πρώτη νύχτα του γάμου επί Φραγκοκρατίας (σ. 203) αλλά και για τον φρικτό θάνατο του Μπραγκαντίνο από τους Τούρκους μετά την κατάληψη της Κύπρου (σ. 184-5).

Στην έκδοση που διαβάσαμε (Ιούνιος 2010) συναντήσαμε και αρκετά μικρο-λάθη που πιθανότατα έχουν διορθωθεί στα χρόνια που ακολούθησαν. Τέτοια έχουν να κάνουν κυρίως με ορθογραφικά, π.χ. το πατέρα (σ. 254), το κωπηλάτη (σ. 266), τους κακουχίες (σ.34), τα φόρεμα (σ.154), σπανιότερα με ονόματα π.χ. Πέτρο Τζουστινιάνοι (σ. 249), παραλήψεις π.χ. Θυμόταν ότι κάποια εφημερίδα είχε διαβάσει κάτι παρόμοιο (σ.296) αλλά και εννοιολογικά σφάλματα, όπως στη σ.269 όπου οι Ενετοί και οι Βενετοί αναφέρονται ως διαφορετικοί λαοί.
πίνακας του Granger (πηγή)
Χρήση στην τάξη
Με αφορμή το βιβλίο, μπορούμε να ταξιδέψουμε με την τάξη μας στον 16ο αιώνα, παρουσιάζοντας σημαντικούς δημιουργούς του που λαμβάνουν μέρος στην πλοκή (Ο Θερβάντες εμφανίζεται στα κεφάλαια 17, 38 και 42 ενώ ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος στα 19 και 44) και να παρέχουμε επιπλέον πληροφορίες για τη μουσική, την ενδυμασία, τον τρόπο πολέμου και τις συνθήκες στις οποίες ζούσαν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή. Για όσους επιθυμούν να παραμείνουν γύρω από το γεγονός της ναυμαχίας, θα βρουν σχετικά στοιχεία για τα συμβάντα και τους πρωταγωνιστές της στον ειδικό ιστότοπο που έχει δημιουργηθεί, εκεί όπου συναντήσαμε και ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι γνώσεων!
παιχνίδι γνώσεων σε ιστότοπο αφιερωμένο στη ναυμαχία! (πηγή)

Δραστηριότητες σχετικές με το μάθημα της Γεωγραφίας, μπορεί να περιλάβουν την παρουσίαση της γέφυρας του Ρίου - Αντιρρίου (στο βιβλίο αναφέρεται στις σελ. 40-41) στοιχεία για το Ιόνιο πέλαγος, τον Κορινθιακό κόλπο αλλά και την Κύπρο.
Χάρτης της Κύπρου από το 1568 (πηγή)
Στα εικαστικά, θα μπορούσαμε να εμπνευστούμε από τη βενετσιάνικη φιέστα στην οποία συμμετέχει ο Ανδρέας, κατασκευάζοντας αποκριάτικες μάσκες (σ. 50) σχεδιάζοντας μια βενετσιάνικη γαλέρα ή χρωματίζοντας τη σημαία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Ίσως θα είχε ενδιαφέρον να ετοιμάσουμε έναν λέοντα του Αγ. Μάρκου χρησιμοποιώντας πηλό, και στη συνέχεια να τον χρωματίσουμε για να στολίσει την τάξη.
Ισπανική πανοπλία, αλεβάρδες, αντίγραφα βενετσιάνικων γαλερών, και άλλα από την περσινή έκθεση
"ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος πριν από τον El Greco" στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο
Η μαρτυρική ζωή των κωπηλατών θα μπορούσε να μας εμπνεύσει για ένα θεατρικό παιχνίδι ρυθμού, στο οποίο μαθητές καθισμένοι σε θρανία, κινούν τα σώματά τους σαν να κρατούν κουπί. Μπορούν άραγε να συντονίσουν τις κινήσεις τους ανά κουπί και στη συνέχεια όλοι μαζί; Και αν παγώσουμε την εικόνα, ποιες μπορεί να είναι οι σκέψεις τους; Αν η δραστηριότητά μας έχει επιτυχία, μπορούμε να την επαναλάβουμε καθισμένοι στο πάτωμα της αίθουσας 2 του Εθνικού ιστορικού μουσείου, στην οποία συναντάμε πίνακες και υλικό που αναφέρεται στην ξακουστή ναυμαχία.
Ξυλογραφία φιλοτεχνημένη το 1572 από τον χαράκτη Mario Kartaro,
με πρότυπο ένα ζωγραφικό έργο του Lattantio Bonastro, μαθητή του El Greco.
Στα περιθώρια υπομνηματίζονται πλοία και κυβερνήτες των δύο αντιπάλων στόλων. (πηγή)

Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...