Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Το καλοκαίρι της Αβίγια

Υπόθεση
Η μικρή Αβίγια, ορφανή από πατέρα, ζει σε ένα οικοτροφείο στο Ισραήλ, κάπου στη δεκαετία του 1950. Η μητέρα της πάσχει από νευρολογικά προβλήματα και γι’ αυτό σπάνια απαντάει στα γράμματα της κόρης της. Όταν όμως επισκέπτεται το οικοτροφείο για να την δει σε μια παράσταση, αποφασίζει να την πάρει μαζί της στο σπίτι. Το καλοκαίρι που περνάνε μάνα και κόρη είναι γεμάτο γεγονότα που θα δοκιμάσουν τη σχέση τους και θα κάνουν την Αβίγια να βιώσει πολλά και αμφίρροπα συναισθήματα.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Γκίλα Αλμαγκόρ (Gila Almagor –Alexandrowitz-)
Μετάφραση: Στέλλα Κουτσούκαλη 
Εικονογράφηση: - 
ISBN: 978-960-04-3496-5
Τίτλος πρωτοτύπου: Ηa-Kayitz Shel Aviya (הקיץ של אביה)
Έτος 1ης Έκδοσης: 1985 (στα ελληνικά 2002)
Σελίδες: 107
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ’

Κριτική
Μια αληθινή ιστορία βγαλμένη από τα παιδικά χρόνια της ισραηλινής ηθοποιού, που γυρίστηκε και σε ταινία (1988), με την ίδια στο ρόλο της ψυχωτικής μητέρας.
Η Αβίγια στην ομώνυμη ταινία (πηγή)
Η γραφή της Αλμαγκόρ είναι απλή και κατανοητή και η μετάφραση μέσω αγγλικών δεν φαίνεται να βλάπτει ιδιαίτερα τη ροή του κειμένου. Η στοιχειοθεσία όμως δεν θυμίζει καθόλου βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας, αφού τα γράμματα είναι μικρά και τα κεφάλαια εκτείνονται από 5 μέχρι και 17 σελίδες το ένα, χωρίς κανένα σωσίβιο εικονογράφησης.

Το γεγονός ότι τα όσα περιγράφονται είναι πραγματικά, βοηθάει βέβαια στο ρεαλισμό της αφήγησης και στην πληρότητα των χαρακτήρων, από την άλλη όμως επιτρέπει την παρουσία σκληρών σκηνών (π.χ. η μητέρα σε κρίση) και δεν διασφαλίζει το σύνηθες λογοτεχνικό happy end που δυστυχώς η ζωή σπάνια μας επιφυλάσσει.

Το βιβλίο απευθύνεται σε ώριμους αναγνώστες, ενώ από το δημοτικό θα το προτείναμε κυρίως σε μαθήτριες της Στ’ τάξης, που ίσως θα ήταν ευκολότερο να ταυτιστούν με την μικρή Αβίγια.

Ο Μπέρτραντ Ράσσελ προτείνει να διδάσκουμε την ιστορία με τα δεινά της και από την οπτική γωνία των ηττημένων, αν θέλουμε να αναπτύξουμε στα παιδιά τη συμπάθεια (On Education, 1926). Αν αυτό όντως ισχύει, διαβάζοντας ένας μαθητής το συγκεκριμένο ανάγνωσμα, θα έχει την ευκαιρία να αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό την ενσυναίσθησή του για τους άτυχους αυτού του κόσμου. Θα γνωρίσει τα μελανά χρώματα που συνθέτουν τον πίνακα της δυστυχίας· μιας δυστυχίας απ’ την οποία η συγκεκριμένη ηρωίδα δεν μπορεί να ξεφύγει, καθώς την έχει μέσα στο ίδιο της το αίμα. Θα μάθει για τις ασχήμιες, στις οποίες καμιά φορά οδηγεί η απομόνωση που επιφυλάσσουμε στους παραμελημένους. Ίσως επίσης αντιληφθεί, το πώς και λίγη ακόμα αγάπη αντί για περιφρόνηση, μπορεί να δώσει στους ανθρώπους αυτούς ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, ή έστω για μερικά εφήμερα όνειρα. Τέλος, μπορεί να επανεξετάσει από μια διαφορετική οπτική τις (τόσο εύθραυστες) σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους.

Αρκετά λοιπόν τα διδάγματα από το κείμενο, που για εμάς τους Έλληνες επιφυλάσσει μια επιπλέον έκπληξη: μας αποκαλύπτει ότι στις σχολικές εορτές (βλ. Χανούκα) κάποιων άλλων λαών, μπορεί να είμαστε οι μοχθηροί της υπόθεσης! Όποιος ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα, δεν έχει παρά να διαβάσει την ιστορία σχετικά με τον ειδωλολάτρη μακεδόνα Αντίοχο Δ’ τον Επιφανή και το πώς η διοίκησή του οδήγησε στην επανάσταση των Μακκαβαίων.

Τέλος να αναφέρουμε ότι όπως είναι φυσικό, στο κείμενο περνάνε αρκετές από τις αξίες της εβραϊκής κουλτούρας, όπως η αναγνώριση και ο σεβασμός στον πλούτο, η οικονομία, το κυνήγι της επιτυχίας, η εκπλήρωση του ηθικού χρέους, κ.ά.

Αξίες - Θέματα
Αγάπη, Υπευθυνότητα, Ανθρωπισμός

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
Καθώς πλησίαζα στο σπίτι άκουσα τον ήχο ενός πιάνου και μου φάνηκε ότι οι νότες που έβγαιναν με έσπρωχναν προς τα σκαλιά. ήλπιζα να έρχονται από το σπίτι της κυρίας Άμπραμσον, και πραγματικά, καθώς πλησίαζα στην πόρτα, κατάλαβα ότι από εκεί έρχονταν. Ποτέ δεν είχα ξανακούσει τέτοια μουσική στη γειτονιά μας. Στάθηκα έξω από την πόρτα και άκουγα. Στην πόρτα υπήρχε μια μικρή ταμπελίτσα που έλεγε «Ρουθ & Μάγια Άμπραμσον». Το σκυλί της κυρίας Άμπραμσον κατάλαβε ότι στεκόμουν εκεί και άρχισε να γαβγίζει. Μετά ακούστηκαν φωνές και, πριν ακόμα προλάβω να χτυπήσω το κουδούνι, η πόρτα άνοιξε και η κυρία Άμπραμσον στεκόταν στο κατώφλι. Ήταν ψηλή και χλομή, με ένα πρόσωπο που έλαμπε σαν να είχε βάλει λιπαρή κρέμα, και φορούσε κάτι μακριά γάντια στα χέρια της. Αυτό ήταν πολύ περίεργο, γιατί ήταν καλοκαίρι και έκανε ζέστη. Αργότερα έμαθα ότι τα φορούσε παντού και πάντα.

Στεκόμουν στην πόρτα κρατώντας το καλάθι με την μπουγάδα και εκείνη με κοίταζε από πάνω ως κάτω καταλαβαίνοντας σίγουρα ότι κάτω από το χαζό μαντίλι το κεφάλι μου ήταν φαλακρό. Μου ψιθύρισε: «Σσστ, μην κάνεις φασαρία. Άσε το καλάθι εδώ. Θα έρθω να πληρώσω τη μαμά σου αύριο. Δεν μπορώ να διακόψω τώρα, η τσάντα μου είναι στο δωμάτιο της μουσικής».

Δωμάτιο μουσικής! Αναρωτιόμουν ποιος μπορεί να είχε δωμάτιο μουσικής. Και τι έκανε κανείς σε ένα δωμάτιο μουσικής; Μου άρεσε τόσο πολύ η μουσική που δεν ήθελα να φύγω. Μακάρι να μπορούσα να κάνω τη στιγμή να διαρκέσει για πάντα.

«Όμως η μαμά μου χρειάζεται τα χρήματα», ψιθύρισα.
«Τότε θα πρέπει να περιμένεις», απάντησε.
Αυτό ήθελα κι εγώ:Να χρειαστεί να περιμένω για ν’ ακούσω κι άλλο.
Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξανακούσει κάτι τέτοιο.

Όταν τα μάτια μου συνήθισαν στο σκοτάδι του διαμερίσματος της κυρίας Άμπραμσον, κατάλαβα ότι δεν έμοιαζε με κανένα άλλο διαμέρισμα απ όσα είχα πάει. Υπήρχαν σκούρα και όμορφα έπιπλα, μικρά πορτατίφ που ανάδιναν ένα απαλό κίτρινο φως και κάδρα με χρυσές κορνίζες στον τοίχο. Όλα ήταν τόσο διαφορετικά!

Ύστερα η μουσική σταμάτησε. Η κυρία Άμπραμσον χτύπησε ελαφρά την πόρτα, ζήτησε συγγνώμη και μπήκε μέσα. Κρυφοκοίταξα μέσα και είδα μερικά κορίτσια στην ηλικία μου με πανέμορφα φορέματα. Αντί για μαντίλια στα κεφάλια τους φορούσαν αληθινές κορδελίτσες που έμοιαζαν με λουλούδια.

Τότε πρωτοείδα τη Μάγια. ήταν γύρω στα είκοσι, πολύ ψηλή και υπερβολικά αδύνατη, και φορούσε ένα παράξενο φουστάνι. Η κυρία Άμπραμσον βγήκε έξω, έβαλε τα χρήματα για τη μαμά στο χέρι μου και είπε: «Λυπάμαι που δεν έχω ένα γλυκό να σε κεράσω. Κάποια άλλη φορά, εντάξει;».

Ξαφνικά ένιωσα να παραλύω και να μην μπορώ να κουνηθώ. Ήθελα να πάω στο δωμάτιο της μουσικής μαζί με τα άλλα κορίτσια. «Δεν μπορώ να μείνω;», άκουσα τον εαυτό μου να λέει. «Μήπως θα μπορούσα; Υπόσχομαι να μην κάνω καθόλου φασαρία.»

«Ε, καλά», απάντησε, «εφόσον θα κάθεσαι ήσυχη». Άνοιξε την πόρτα και είπε:»Μάγια, αυτή είναι η κόρη  της Χένιας της πλύστρας… θέλω να πω, η κόρη της Χένιας της μοδίστρας. Άσ’ τη να καθίσει και να παρακολουθήσει για λίγο».

Πριν ακόμα βρω ένα μέρος να σταθώ κοντά στον τοίχο, είδα τα άλλα κορίτσια να με κοιτούν και να χαχανίζουν. Ήξερα ότι γελάνε επειδή ήμουν φαλακρή και ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί.

Η Μάγια σηκώθηκε με μια μεγαλειώδη κίνηση από το πιάνο. Τώρα μπορούσα να τη δω καλύτερα. Ήταν ψηλή και πολύ λεπτή. Το δέρμα της ήταν υπερβολικά λευκό, σχεδόν διάφανο, και έμοιαζε σαν περίεργο πουλί. Είχε μεγάλα καστανά μάτια και κόκκινα μαλλιά, και φορούσε κάτι μαύρο και στενό κάτω από ένα μακρύ γυαλιστερό μαύρο φόρεμα με ένα τεράστιο πολύχρωμο παγόνι κεντημένο επάνω του. Χτύπησε τα χέρια και είπε: «Κορίτσια, το μάθημα δεν τελείωσε ακόμα. Σταματήστε τα χάχανα! Θέλω να συγκεντρωθείτε».

Το γέλιο σταμάτησε. Τράβηξε τις βαριές κουρτίνες στα παράθυρα και το δωμάτιο λούστηκε στο κίτρινο φως μιας μικρής λάμπας. Ύστερα είπε με χαδιάρικη φωνή που έμοιαζε με ψίθυρο:»Κορίτσια, θέλω να κοιτάξετε την εικόνα που βρίσκεται πάνω από το πιάνο. Κοιτάξτε την προσεκτικά. Θα παίξω κάτι, και η μια μετά την άλλη θα μου πείτε τι βλέπετε». Γύρισε στο πιάνο και έπαιξε μια υπέροχη μελωδία. Συγκινήθηκα τόσο πολύ, που έτρεμα και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Ντράπηκα, αλλά το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και κανείς δε με πρόσεξε.

Ύστερα από μερικά λεπτά η Μάγια γύρισε στα κορίτσια και ρώτησε την καθεμιά τους τι είχε δει στην εικόνα. Ήταν ένα περίεργο μαγικό τοπίο με πολλά νερά και παράξενα φυτά. Κύκνοι κολυμπούσαν στα νερά που στην πραγματικότητα ήταν μια λίμνη –μια λίμνη με κύκνους. Άκουγα τα κορίτσια να απαντούν. Έλεγαν πράγματα όπως: «Πάπιες που κολυμπάνε στα νερά», «Οικογένεια κύκνων σε μια λίμνη», και άλλα τέτοια. Η Μάγια έμοιαζε να απογοητεύεται. Ήταν φανερό ότι ήλπιζε να ακούσει κάτι διαφορετικό. Ήθελε μια ολόκληρη ιστορία και η φαντασία μου άρχισε να καλπάζει.

Φαντάστηκα μια μαγική λίμνη και έναν κύκνο που κάποτε ήταν κορίτσι. Το κορίτσι αυτό μισούσε τόσο πολύ τη ζωή του, που ήθελε να πεθάνει. Πήδησε στο νερό, αλλά κάποιος που δεν ήθελε να την αφήσει να πνιγεί τη μεταμόρφωσε σε κύκνο μέχρι να περάσουν τα δύσκολα. Της υποσχέθηκε ότι κάποια μέρα θα γινόταν ένα όμορφο και χαρούμενο κορίτσι. αυτή ήταν η ιστορία που μου ήρθε στο μυαλό, και ήμουνα ακόμα αφοσιωμένη στους κύκνους μου, όταν η Μάγια γύρισε προς το μέρος μου και με ρώτησε:

«Πώς σε λένε;»
«Ποιον, εμένα;», είπα. «Αβίγια.»
«Ωραία λοιπόν, Αβίβα», είπε η Μάγια. «Εσύ τι βλέπεις στην εικόνα;»
«Όχι Αβίβα», είπα. «Αβίγια. Το όνομά μου είναι Αβίγια».
Τα κορίτσια χαχάνισαν, αλλά η Μάγια τις έκανε να ησυχάσουν και είπε ξανά: «Λοιπόν εσύ τι βλέπεις;»

Είπα την ιστορία μου και εκείνη με άκουγε.
Όταν τα κορίτσια άρχισαν να μου κάνουν γκριμάτσες, τους είπε να ησυχάσουν. Όταν τελείωσα εκείνη είπε:»Το Αβίβα είναι γνωστό όνομα, το Αβίγια τι σόι όνομα είναι;»

«Είναι απλώς ένα όνομα», είπα.
«Είναι ένα παράξενο όνομα», είπε η Μάγια.
Ύστερα έπεσε σιωπή. Η Μάγια άρχισε να παίζει ξανά και ενώ έπαιζε μου είπε: «Συνέχισε να λες την ιστορία σου, Αβίγια».

Διηγήθηκα την ιστορία καθώς έπαιζε πιάνο, αλλά ήξερα ότι με παρακολουθεί, γιατί όταν σταμάτησε το πιάνο, με κοίταξε σιωπηλά για μια στιγμή και είπε: «Τι ωραία ιστορία! Έχεις διαβάσει πολλά βιβλία;»

Έγνεψα καταφατικά. Στ’ αλήθεια διάβαζα πολύ. Μου άρεσε το διάβασμα. Ένιωθα τα άλλα κορίτσια να με κοιτάνε και χαμήλωσα τα μάτια στο πάτωμα ντροπιασμένη.

Share/Bookmark

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Η Αλίκη στη χώρα της περιέργειας

Υπόθεση
Η μικρή -πολύ μικρή- Αλίκη πέφτει παντού και πάντα, γι’ αυτό και την φωνάζουν Πεφτίτσα. Η ιδιότητά της αυτή την οδηγεί συνέχεια σε απλές αλλά μοναδικές περιπέτειες, απ’ τις οποίες βγαίνει ευτυχώς αλώβητη και συνήθως σοφότερη!

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Μεταίχμιο
Συγγραφέας: Τζάνι Ροντάρι (Gianni Rodari)
Μετάφραση: Παναγιώτης Τσιαμούρας 
Εικονογράφηση: Αλτάν (Francesco Tullio Altan)
ISBN: 978-960-455-398-3
Τίτλος πρωτοτύπου: Le favolette di Alice
Έτος 1ης Έκδοσης: 1995 (στα ελληνικά 2008)
Σελίδες: 60
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: A’, B

Κριτική
Οκτώ αυτοτελείς μίνι ιστοριούλες που θα ψυχαγωγήσουν τα μικρά παιδιά  αλλά και θα τα βοηθήσουν στην ενίσχυση των αναγνωστικών τους δεξιοτήτων.

Η γραφή του Ροντάρι είναι απλή και κατανοητή, και η μετάφραση κρατάει το κείμενο ζωντανό και ευχάριστο. Τα στοιχεία είναι μεγάλα και το διάστιχο ανάμεσα στις γραμμές διπλό, ώστε το βιβλίο να διαβάζεται ξεκούραστα. Την ίδια λογική εξυπηρετεί και η έγχρωμη εικονογράφηση του Altan, διάσημου τόσο για παιδικά θέματα (Πίμπα) όσο και για χαρακτήρες που απευθύνονται σε ενήλικες (Τρίνο). Σαν αποτέλεσμα της προσεγμένης έκδοσης, καθεμιά από τις ιστορίες αποτελείται από 3 σελίδες κειμένου (περίπου 400 λέξεις) και μία ολοσέλιδη εικόνα, χαρακτηριστική της πλοκής.

Το βιβλίο προτείνεται ανεπιφύλακτα σε μαθητές της Α’ και Β’ τάξης που αρέσκονται σε σύγχρονα παραμύθια και εκτιμούν τη φαντασία.  

Δεν μπορούμε παρά να βγάλουμε το καπέλο στον μαέστρο της φαντασιακής γραφής Ροντάρι, που επινοεί άλλη μια ηρωίδα ουσιαστικά από το πουθενά. Μια απλή ιδέα, ένα κορίτσι που πέφτει παντού, αρκεί για να αρχίσει το μυαλό του ιταλού παραμυθά να γεννάει περιπέτειες! Αν μάλιστα οι γονείς ή δάσκαλοι αποφασίσουν να ασχοληθούν περισσότερο, το κουβάρι της φαντασίας δεν χρειάζεται να σταματήσει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου· τα παιδιά μπορούν να αλλάξουν το τέλος στις ιστορίες, να δοκιμάσουν να τις συνεχίσουν, να σκεφτούν καινούριες περιπέτειες με πρωταγωνίστρια τη μικρή Αλίκη, ή ακόμα και να επινοήσουν νέους, δικούς τους ήρωες, βγαλμένους από την καθημερινότητά τους.

Έτσι, ακόμα και αν οι περισσότερες από τις ιστορίες δεν έχουν ιδιαίτερη διδακτική αξία (στις εξαιρέσεις ανήκει ίσως αυτή που περιλαμβάνεται στο απόσπασμα), η πραγματικά μεγάλη ωφέλεια που μπορεί να προσφέρει το συγκεκριμένο βιβλίο είναι στην κατάλληλη εκμετάλλευσή του από εκείνους που ενδιαφέρονται για το παιδί. Τι πολυτιμότερο άλλωστε μπορεί να μας προσφέρει ένα κείμενο, αν όχι μια γνήσια πνοή δημιουργικότητας σε έναν κόσμο που βιάζεται να περιορίσει τα παιδιά σε ρόλο παθητικού καταναλωτή; Αν αντίστοιχα αναγνώσματα αξιοποιηθούν συστηματικά στην αγωγή του παιδιού, είναι σαφές ότι μπορούν να ανοίξουν τους ορίζοντες της φαντασίας του και να του επιτρέψουν να γίνει δημιουργός αλλά κυρίως κύριος της σκέψης του.

Αξίες - Θέματα
Φαντασία, Περιέργεια

Απόσπασμα 
Ένα βράδυ, η Αλίκη Πεφτίτσα επισκέφτηκε την πόλη, για να τη δει φωτισμένη. Ξαφνικά είδε μια πυγολαμπίδα που τριγυρνούσε πάνω από τους φράχτες με τους θάμνους, αναβοσβήνοντας το μικρό πράσινο φωτάκι της.

- Τι ενδιαφέρον, είπε η Αλίκη και προσπάθησε να πιάσει την πυγολαμπίδα.

Αντί όμως να την πιάσει, έπεσε μες στο φωτάκι της. Υπήρχε φως παντού. Λες και βρισκόταν μέσα σε λάμπα. Μετά, το φως έσβησε και νόμιζε πως βρισκόταν στην καμπίνα ενός αεροπλάνου. Ήταν κατασκότεινα.

Η πυγολαμπίδα πετούσε χωρίς προορισμό.

- Μα πού πηγαίνεις; τη ρώτησε η Αλίκη.

Η πυγολαμπίδα δεν είχε καταλάβει ακόμη πως μετέφερε κάποιον επιβάτη. Όταν άκουσε χτύπους, τρόμαξε και κάθισε γρήγορα γρήγορα σε ένα κανόνι που διακοσμούσε την πόλη.

- Ποιος βρίσκεται μες στο φωτάκι μου; ρώτησε.

- Εγώ. Με λένε Αλίκη.

- Και πώς βρέθηκες εδώ;

- Έπεσα!

- Πού θέλεις να σε πάω;

- Όπου θέλεις εσύ.

Η πυγολαμπίδα την πήγε να γνωρίσει τη βασίλισσα των πυγολαμπίδων, η οποία έμενε στην κορυφή του πιο ψηλού αγάλματος της πόλης.

- Έχουμε επισκέψεις.

- Άσε με να δω, είπε η βασίλισσα. Χμμ…. Είναι ένα μικρό κορίτσι. Εμείς ποτέ δεν είχαμε παιδιά. Άραγε τι τρώει;

- Τρώω απ’ όλα, κυρία. Παγωτά, σαλάμι, πατάτες, αρκεί να ‘ναι τηγανητές…

- Εδώ δεν έχουμε τίποτε απ’ αυτά. Μπορώ να σου δώσω λίγη δροσιά να πιείς, μόνο που πρέπει να περιμένεις να πέσει.

- Θα περιμένω.

Όταν έπεσε η δροσιά, της έδωσαν να πιει λίγη. Έμοιαζε με νερό, αλλά ήταν πιο νόστιμη. Στο μεταξύ η βασίλισσα, αναστενάζοντας, της μίλησε για τα προβλήματά της.

- Κάποτε τα φωτάκια μας βοηθούσαν. Οι άνθρωποι έβγαιναν τα βράδια να μας δουν. Τώρα όμως κυκλοφορούν πολλά αυτοκίνητα και αναβοσβήνουν συνέχεια τα φώτα τους. Δε δίνει κανείς σημασία στις πυγολαμπίδες. Θα πρέπει να βάλουμε κι εμείς ηλεκτρικά φώτα, αλλιώς καλύτερα να φύγουμε μακριά.

- Και να πάτε πού;

- Δεν ξέρουμε!

- Εγώ ξέρω ένα καλό μέρος, είπε η Αλίκη. Θέλετε να σας δείξω;

Έτσι οδήγησε τις δύο πυγολαμπίδες μέχρι το σπίτι της, στο δωμάτιό της. Δεν άναψε το φως. Βολεύτηκε στο κρεβάτι κι άφησε τις πυγολαμπίδες να τριγυρνούν στο δωμάτιο και να πηγαίνουν όπου θέλουν: από τη θήκη για τις οδοντόβουρτσες μέχρι το γραφείο της.

Σε λιγάκι, παρόλο που δεν ήθελε, αποκοιμήθηκε. Πού και πού νόμιζε ότι ξυπνούσε κι έβλεπε ακόμη τις πυγολαμπίδες. Αλλά ήταν μόνο τα φώτα των αυτοκινήτων που περνούσαν από το δρόμο και το φως έπεφτε στο ταβάνι και τους τοίχους του δωματίου.

Οι πυγολαμπίδες είχαν γυρίσει στην πόλη για να απολαύσουν τις τελευταίες στιγμές της νύχτας, όταν τα αυτοκίνητα δεν κυκλοφορούν πια στους δρόμους.


Share/Bookmark

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

Τελικά, υπάρχει ο Αϊ - Βασίλης;


Υπόθεση
Η Κιτρί τσακώνεται με τον 9χρονο ξάδελφό της Αλέξανδρο, όταν αυτός προσπαθεί να πείσει μερικά μικρότερα παιδιά ότι ο Αϊ Βασίλης είναι μια απάτη. Πάνω στον θυμό της, συμφωνεί να στείλει ένα γράμμα στον Άγιο χωρίς να το δουν οι μεγάλοι, ώστε να αποδείξει την ύπαρξή του. Το γράμμα όμως παραπέφτει και το ανακαλύπτει ο Νιλς, ένας νευρικός αρχιεπιστάτης του Αϊ Βασίλη, την ώρα που η διανομή των δώρων ήδη ολοκληρώνεται. Το ξωτικό, που δεν αγαπάει καθόλου τα παιδιά και τα παιχνίδια, βρίσκεται σε δίλημμα… τι θα συμβεί τελικά στην ιστορία;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Κριστιάν Λεμάν (Christian Lehmann)
Μετάφραση: Σοφία Σκουλικάρη
Εικονογράφηση: Βίλλι Γκλαζάουερ
ISBN: 978-960-600-202-1
Τίτλος πρωτοτύπου: Le Père Noël n'existe même pas
Έτος 1ης Έκδοσης: 1996 (στα ελληνικά 1997)
Σελίδες: 58
Τιμή: περίπου 3 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β’, Γ’

Κριτική
Μια αρκετά χαριτωμένη ιστορία με ορισμένα λίγο «προβληματικά» στοιχεία, που όμως μάλλον θα αρέσει στους φίλους των χριστουγεννιάτικων διηγημάτων.

Η γραφή είναι απλή και κατανοητή, αν και η γλώσσα που χρησιμοποιείται δεν είναι πάντα η ενδεδειγμένη για παιδιά 6-7 ετών. Εκφράσεις όπως «ξεβουλώνοντας λεκάνες», «θα ταιριάζει με τη συλλογή μου από ξεραμένες μύξες» κ.ά., μπορεί να χρησιμοποιούνται από τον «κακό» της υπόθεσης, αλλά σίγουρα μπορεί να επηρεάσουν τους αναγνώστες. Όχι ότι οι ίδιοι οι μαθητές δεν χρησιμοποιούν αντίστοιχο λεξιλόγιο στο προαύλιο, αλλά πολλές φορές η λογοτεχνία δημιουργεί πρότυπα και καλό είναι να είμαστε προσεκτικοί.

Το διήγημα δεν χωρίζεται σε κεφάλαια, είναι όμως αρκετά σύντομο, με γράμματα μεγάλου μεγέθους και διπλό διάστιχο, οπότε ίσως οι μικροί αναγνώστες καταφέρουν να το ολοκληρώσουν χωρίς να δυσκολευτούν πολύ. Η ασπρόμαυρη βοηθητική εικονογράφηση μπορεί να μη χαρακτηρίζεται από εξέχουσα έμπνευση, ωστόσο είναι παρούσα σχεδόν σε κάθε δισέλιδο. Στα θετικά μετράμε και το ότι παρά το σύντομο του κειμένου, οι χαρακτήρες είναι αρκετά ολοκληρωμένοι και αφοσιωμένοι ολόψυχα στις αξίες τους: Ο Αλέξανδρος είναι ο θρασύδειλος νταής, η Κιτρί υπερασπίζεται τους αδύναμους και δεν λέει ποτέ ψέματα, και ο Νιλς είναι ο στριμμένος νάνος που η αγκαλιά ενός κοριτσιού τον μετατρέπει σε αγαπησιάρη κούκλο. Αρκετά ενδιαφέρον και αντισυμβατικό για μια ιστορία Χριστουγέννων γεμάτη με τα γνωστά παράδοξα.

Το βιβλίο προτείνεται περισσότερο σε μαθητές της Β’ και Γ’ τάξης και καλό θα ήταν να διαβαστεί με τη συνοδεία κάποιου μεγαλυτέρου, που θα μπορεί με τις εξηγήσεις του να αμβλύνει κάποιες λανθασμένες εντυπώσεις που μπορεί να δημιουργηθούν στο παιδί, ειδικά στο πρώτο μέρος.

Ο (μάλλον όχι τυχαία) γάλλος συγγραφέας με τις φράσεις που διαλέγει να βάλει στο στόμα των ηρώων του, δεν δείχνει να τρέφει ιδιαίτερη αγάπη προς τον Αϊ Βασίλη. Ακόμα και ο ίδιος ο αρχιεπιστάτης του αγίου, τον αποκαλεί «ο γέρος» (σελ. 31). Προφανώς σκοπός του βιβλίου δεν είναι να καλλιεργήσει ιδιαίτερο σεβασμό προς τα θεία, αλλά απλώς να επιτρέψει στα παιδιά να συνεχίσουν να ονειρεύονται. Μπορεί να συμβεί το ένα χωρίς το άλλο; Γιατί όχι;

Στο κύριο ηθικό δίλημμα που αντιμετωπίζει το ξωτικό: «Να εξαφανίσω το γράμμα που οφείλω να παραδώσω χωρίς να το μάθει κανείς;» συναντάμε την ενδιαφέρουσα απάντηση «Όχι, γιατί θα το γνωρίζω ο ίδιος» (σελ.30), που φανερώνει ότι ο ήρωας (μάλλον αντιήρωας) βρίσκεται στο στάδιο της αυτόνομης ηθικής κατά Kohlberg. Ένα πολύ καλό πρότυπο για τους αναγνώστες, ακόμα και αν σε αυτή την ηλικία αδυνατούν να το υιοθετήσουν. Ίσως αξίζει να κάνουμε και μια νύξη στην καθήλωση στο πρωκτικό στάδιο που φαίνεται να απασχολεί τον bully της ιστορίας, τον Αλέξανδρο. Δεν συναντάμε συχνά τόσο εμφανείς αναφορές σε βιβλία παιδικής λογοτεχνίας, όμως εδώ ο συγγραφέας θέλει να είναι σαφής (σελ. 13-14-51). Δεν μπορούμε να ξέρουμε για ποιο λόγο, όμως με αυτό τον τρόπο δίνει μια χρήσιμη οπτική αντιμετώπισης των ανθρώπων που αναφέρονται συνέχεια στο πεπτικό τους σύστημα, είτε για να βρίσουν, είτε για να κοροϊδέψουν τους άλλους.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει την αντιπαράθεση μεταξύ της παραδοσιακής οπτικής (ο άγιος υπάρχει) και ρασιοναλισμού (δεν υπάρχει) με κάθε ρεαλισμό: Ως κακοήθης Αλέξανδρος, δε φοβάται να χρησιμοποιήσει ένα ολόκληρο οπλοστάσιο επιχειρημάτων (λογική, προσωπικές επιθέσεις, σοφιστίες), προκειμένου να κλονίσει την πίστη των υπόλοιπων παιδιών, συμπεριλαμβανομένων δυστυχώς και των μικρών αναγνωστών, οι οποίοι στιγμιαία δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι μπορεί να νιώσουν περίεργα, ως οπαδοί της παραδοσιακής προσέγγισης. Αντίθετα, οι αμφισβητίες του εθίμου θα χαρούν, αφού θα βρουν στο σημείο αυτό αρκετά επιχειρήματα, αν τυχόν θελήσουν να επαναλάβουν τον διάλογο του βιβλίου με κάποιους φίλους, συγγενείς ή και συμμαθητές τους. Το να εμφανιστεί κάποιος καλικάντζαρος για να τους βάλει στη θέση τους (όπως στο έργο), φαντάζει πιθανότατα απίθανο.

Αξίες - Θέματα
Αγάπη, Φαντασία, Χριστούγεννα

Εικονογράφηση

Απόσπασμα 
- Ε, στ’ αλήθεια είσαστε κούτσουρα!

Περίεργη η Κιτρί προχώρησε στο διάδρομο για ν’ ακούσει χωρίς να τη δουν. Ο Αλέξανδρος, εννιά χρονών, ήταν το πιο απαίσιο αγόρι που είχε την ατυχία να ξέρει.

- Εγώ, στην ηλικία σας, επέμεινε ο Αλέξανδρος, είχα σταματήσει από πολύ καιρό να πιστεύω τέτοιες βλακείες!

Τη σιωπή στο δωμάτιο τη διέκοπτε μόνο το ρούφηγμα της μύτης ενός από΄τα πιο μικρά παιδιά. Η Κιτρί τέντωσε τ’ αυτιά της και κατάλαβε ότι το παιδάκι έκλαιγε. Η καρδιά της χτύπησε πιο δυνατά στο στήθος της.

- Όλος ο κόσμος ξέρει ότι οι γονείς αγοράζουν τα δώρα της Πρωτοχρονιάς! συνέχισε ο Αλέξανδρος, απολαμβάνοντας την κατάπληξη των πιο μικρών.

Στο διάδρομο η Κιτρί χλώμιασε. Έκλεισε με τα χέρια τ’ αυτιά της για να μην ακούει τι έλεγε ο ξάδερφός της, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά.

- Ο Αϊ –Βασίλης είναι καλός για τα μωρά και τους χαζούς. Όλος ο κόσμος το ξέρει ότι δεν υπάρχει…

Η Μελανί, η μικρότερη ξαδέρφη της Κιτρί, άρχισε να κλαίει, κι αυτό έκανε τον Αλέξανδρο να ξαναβάλει τα γέλια. Η Κιτρί όρμησε μέσα στο δωμάτιο. Αραγμένος σ’ έναν καναπέ, με τα πόδια πάνω σ’ ένα κεντημένο μαξιλάρι, ο ξάδερφός της παρατηρούσε με περιφρόνηση τα παιδιά που ήταν συγκεντρωμένα γύρω του.

-Δεν είναι αλήθεια αυτό το πράγμα! Ό,τι θέλεις λες! φώναξε, αφήνοντας το θυμό της να ξεσπάσει.

- Ορίστε, να που μας ήρθε κι ο μπελάς…, παρατήρησε ο Αλέξανδρος, χωρίς ν’ αλλάξει την κοροϊδευτική γκριμάτσα του.

- Μην τον ακούτε. Λέει ψέματα, λέει ό,τι θέλει για να σας πειράξει.

Η Κιτρί πήρε τη Μελανί στην αγκαλιά της για να την παρηγορήσει κι έριξε ένα οργισμένο βλέμμα στον ξάδερφό της.

- Μη με κοιτάς έτσι, είπε ειρωνικά αυτός. Τρομάζω τόσο πολύ, που θα τα κάνω στο βρακί μου.

Ήταν καλός σε κάτι τέτοια ο Αλέξανδρος, αυτό το είχε παρατηρήσει κιόλας πολλές φορές η Κιτρί. Όταν δεν ήταν απασχολημένος να βασανίζει τους πιο αδύναμους απ’ αυτόν, δεν άφηνε ποτέ να του ξεφύγει η ευκαιρία να κάνει κουβέντα για το βρακί του και για ό,τι συνέβαινε μέσα σ’ αυτό. Λες και το θέμα τον απασχολούσε σοβαρά.

- Είσαι αηδιαστικός. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά λες και ψέματα. Ο Αϊ –Βασίλης υπάρχει.

Ο Αλέξανδρος ανακάθισε στον καναπέ, σαν να τον τσίμπησε κάποιο αόρατο ελατήριο.

- Ο Αϊ – Βασίλης υπάρχει…, μουρμούρισε με καταχαρούμενο ύφος, λες και το νέο έφτανε μέχρι τα βάθη της καρδιάς του.

Ακούμπησε το χέρι στο στήθος του και ανοιγόκλεισε τα μάτια.

- Ακούσατε τι καλά νέα μας έφερε η δεσποινίς Κυράτσα…

Η Κιτρί δεν ήξερε πού το πήγαινε ο Αλέξανδρος. Έριξε μια ματιά γύρω της. Η Μελανί συνέχιζε να ρουφάει τη μύτη της πάνω στο στήθος της ξαδέρφης της και τ’ άλλα μικρά έριχναν απορημένα βλέμματα το ένα στο άλλο, χωρίς να ξέρουν τι να πρωτοπιστέψουν.

- Και σίγουρα έχεις αποδείξεις γι’ αυτό που λες…, ψιθύρισε ο Αλέξανδρος μ’ ένα τρομαχτικό χαμόγελο.

Η Κιτρί δίστασε. Τα ικετευτικά βλέμματα των παιδιών ήταν καρφωμένα πάνω της.

- Φυσικά, είπε και σήκωσε τους ώμους της, προσπαθώντας να κρύψει την αβεβαιότητά της.

- Σ’ ακούμε… Σ’ ακούμε με προσοχή…

- Ε, λοιπόν, κάθε χρόνο…, άρχισε η Κιτρί.

Ο Αλέξανδρος κούνησε το κεφάλι του, κάνοντάς την να φανεί από την αρχή σαχλή. Εκείνη ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Με φωνή καθόλου σίγουρη, συνέχισε:
- Κάθε χρόνο γράφω στον Αϊ –Βασίλη για να μου στείλει δώρα…

- Φανταστικό…, είπε ο Αλέξανδρος. Και, κυρίως, φοβερά πρωτότυπο…

- Και την Πρωτοχρονιά μου φέρνει ό,τι του ζήτησα.

Δύο από τα μικρά ξαδέρφια κούνησαν το κεφάλι τους, πρόθυμα να πειστούν.

- Τι πανέμορφο πρωτοχρονιάτικο παραμύθι, είπε μαγεμένος ο Αλέξανδρος με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση. Έχω συγκλονιστεί… Αλλά, για πες μου, σε ποια διεύθυνση στέλνεις το γράμμα;

- Στον Αϊ – Βασίλη, τραύλισε η Κιτρί.

Ο Αλέξανδρος πετούσε από τη χαρά του.

- Στον Αϊ Βασίλη, επανέλαβε η Κιτρί. Δεν ξέρω ακριβώς τη διεύθυνση. Είναι κάπου σε μια χώρα του Βορρά:στη Φινλανδία, στη Νορβηγία, ίσως και στη Γροιλανδία…

- Πολύ συγκεκριμένη διεύθυνση… Αποκλείεται να κάνει λάθος ο ταχυδρόμος! Και τι γραμματόσημο βάζεις στο φάκελο;

- Δεν ξέρω. Το στέλνουν ή ο μπαμπάς ή η μαμά.

- Το στέλνουν ή ο μπαμπάς ή η μαμά, επανέλαβε ο Αλέξανδρος παίρνοντας ένα ύφος επίτηδες χαζό. Εσύ το είπες! Το διαβάζουν για να ξέρουν τι θέλεις για την Πρωτοχρονιά και μετά το κάνουν κομματάκια…

Share/Bookmark