Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Ιστορία Χωρίς Τέλος

Υπόθεση
Ο 10χρονος Μπάστιαν Μπάλταζαρ Μπουξ μπαίνει κυνηγημένος από συμμαθητές του σ' ένα βιβλιοπωλείο και κλέβει ένα βιβλίο με τίτλο "Ιστορία Χωρίς Τέλος". Κρυμμένος λίγο μετά στη σοφίτα του σχολείου του, ξεκινά να το διαβάζει και γρήγορα διαπιστώνει ότι δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη περιπέτεια... Η ιστορία φαίνεται πως με κάποιο μυστηριώδη τρόπο αλληλεπιδρά μαζί του και τον καλεί να συμμετάσχει σε αυτή, ως σωτήρας του κόσμου των παραμυθιών! Ο Μπάστιαν αποφασίζει να βοηθήσει τους ήρωες και να γίνει μέρος του μυθιστορήματος... τι τον περιμένει όμως μέσα σε αυτό; και θα καταφέρει άραγε μετά το τέλος της περιπέτειας να επιστρέψει σπίτι του;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Μίχαελ Έντε (Michael Ende)
Μετάφραση: Ρένα Καρθαίου, Λίζα Λάμπρου
Τίτλος πρωτοτύπου: Die Unendliche Geschichte
1η έκδοση: 1979 (στα ελληνικά 1985)
ISBN: 978-960-702-100-7
Σελίδες: 453
Τιμή: περίπου 14 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: E', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Πρόκειται για ένα από τα πιο επιτυχημένα (και αγαπημένα) παιδικά βιβλία όλων των εποχών: πολυβραβευμένο, με μεταφράσεις σε δεκάδες (45) γλώσσες και μεταφερμένο σε κινηματογραφική ταινία, τηλεοπτική σειρά, κινούμενο σχέδιο, θεατρικό έργο, ηλεκτρονικά παιχνίδια, ποπ τραγούδι, ακόμα και στην όπερα... Ως προς το είδος, θα το χαρακτηρίζαμε επική περιπέτεια φαντασίας με φιλοσοφικές προεκτάσεις. Η μετάφραση των Καρθαίου/ Λάμπρου είναι πολύ καλή, σε απλή γλώσσα και με ξεκάθαρη έκφραση, που όμως παράλληλα δεν αφήνει την ποιητικότητα του κειμένου να χαθεί. Η εικονογράφηση (πιστή στο πρωτότυπο) περιορίζεται δυστυχώς μόνο στην πρώτη σελίδα κάθε κεφαλαίου και δεν συμμετέχει ιδιαίτερα ενεργά. Η επιμέλεια της συγκεκριμένης έκδοσης είναι αρκετά προσεγμένη, με ανάγλυφο εξώφυλλο, πρωτογράμματα σε κάθε κεφάλαιο και το χρώμα του κειμένου να γίνεται πότε καφέ -όταν αυτό αναφέρεται στον πραγματικό κόσμο- και πότε πράσινο -όταν αναφέρεται στον κόσμο της Φαντασίας. Το βιβλίο χωρίζεται σε 27 κεφάλαια με περίπου 15 πυκνογραμμένες σελίδες το καθένα. Όσοι αγαπούν το διάβασμα ας μη φοβηθούν να το ξεκινήσουν, είναι πολύ πιθανό μέσα από τις σελίδες του να πραγματοποιήσουν ένα αξέχαστο ταξίδι.

Θεωρείται από πολλούς ένα από τα βιβλία που αξίζει να διαβάσει κάθε παιδί στη ζωή του και δεν έχουμε λόγο να διαφωνήσουμε. Δυστυχώς όμως ο όγκος του και τα φιλοσοφικά μηνύματα που περιέχει, δεν μας επιτρέπουν να το προτείνουμε σε μαθητές από μικρότερες τάξεις.
Δεν μπορώ να σκεφτώ κείμενο που να εξυπηρετεί τη φιλαναγνωσία με πιο ηρωικό τρόπο. Η ιστορία του Έντε μιλάει για το ξεχωριστό ταξίδι που πραγματοποιεί κάθε αναγνώστης διαβάζοντας ένα βιβλίο, για τον φανταστικό κόσμο που γεννιέται μόλις ανοίξουμε ένα εξώφυλλο, αλλά και για το πώς κάθε ανάγνωσμα μας δίνει την ευκαιρία να προσεγγίσουμε τον «πραγματικό» μας εαυτό ταυτιζόμενοι με τους «μη πραγματικούς» χαρακτήρες, κάτι που ίσως μετασχηματίζει κάθε βιβλίο σε ένα είδος πλατωνικού σπηλαίου. 

Η Ιστορία χωρίς τέλος είναι ακόμη ένα κάλεσμα προς τους αναγνώστες να γίνουν δημιουργοί του δικού τους κόσμου, λογοτεχνικού ή πραγματικού. Η προτροπή/εντολή «Κάνε ό,τι θέλεις», αν δεν αφορά μόνο όποιον αποφασίζει να γράψει, αλλά και όποιον αποφασίζει συνειδητά να ζήσει, μας θέτει προ των ευθυνών μας για οτιδήποτε πράττουμε, παραλείπουμε ή αφήνουμε να μας συμβεί στην καθημερινότητά μας.

Θα μπορούσαμε επίσης να χαρακτηρίσουμε την ιστορία ως τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» της Παιδικής Λογοτεχνίας. Όχι μόνο για το επικολυρικό του πράγματος, αλλά και επειδή τα στοιχεία που θυμίζουν την τριλογία του Tolkien δεν είναι λίγα. Με μια πρώτη μόνο ματιά παρατηρούμε:  
- Την (παράξενη) συντροφιά των ηρώων που διασχίζει την Ονειροφαντασία με σκοπό τη σωτηρία του κόσμου. 
- Τη μαγική ΛΑΜΠΗΔΟΝΑ που (στη θέση του δαχτυλιδιού) προσφέρει μοναδικά χαρίσματα στον ιδιοκτήτη της, αλλά και γίνεται αιτία να αποξενωθεί ο ήρωας από τους φίλους του. 
- Το κακό που αναζητάει τον ήρωα στέλνοντας μια σκιά που οσμίζεται και ουρλιάζει (σ.51)
- Την αιώνια πάλη του καλού και του κακού, που χωρίζει τον κόσμο σε δύο μεγάλα στρατόπεδα και φέρνει τους στρατούς τους σε σύγκρουση.
- Την δημιουργία πολιτισμών από ξεχωριστά πλάσματα με μοναδικές ιδιότητες, πρωτότυπες γλώσσες, ιδιαίτερα παλάτια, κλπ.
- Τα μαγικά αντικείμενα που συνοδεύουν τον ήρωα, όπως το σπαθί που λαμπυρίζει στον κίνδυνο ή ο πανάλαφρος μανδύας.
- Ομοιότητες σε δευτερεύοντες χαρακτήρες, όπως τα δέντρα που μιλάνε και κινούνται, η κακιά αράχνη που παραμονεύει στο βουνό, κ.ά.
Το The Lord of the Rings του J.R.R. Tolkien προηγήθηκε ως βιβλίο (1954) της Ιστορίας χωρίς Τέλος,
μεταφέρθηκε όμως στον κινηματογράφο πολύ αργότερα (2001) από εκείνη (πηγή)
Η Ιστορία Χωρίς Τέλος έχει εμπνεύσει τρεις ομώνυμες κινηματογραφικές παραγωγές: το 1984, 1990 και 1994. Η πιο κοντινή στο βιβλίο είναι η πρώτη (που αναφέρεται στο πρώτο μισό της ιστορίας), και έκανε πολλά παιδιά της εποχής να τρέξουν στο βιβλιοπωλείο για να το διαβάσουν. Ακόμα κι αυτή ωστόσο, άλλαζε αρκετά στοιχεία (π.χ. δεν εμφανίζονται ποτέ η Υγκραμούλ ή ο γέρος στο όρος του Πεπρωμένου, το Μαντείο του Νότου έχει δύο μόνο πύλες, κ.ά.) σε βαθμό που ο συγγραφέας παραπονέθηκε και ζήτησε η ταινία να αλλάξει όνομα, κάτι που τελικά δεν συνέβη. 

Αξίες - Θέματα
Αυτογνωσία, Φαντασία, Φιλαναγνωσία, Φιλία, Αγάπη, Διαφορετικότητα, Αλαζονεία, Γενναιότητα, Οικογένεια, Μαγεία, Περιπέτεια, Σχολικός Εκφοβισμός.

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Οι ηλιαχτίδες έπεφταν λοξά μέσ’ από τα μαύρα σύννεφα,
την ώρα που ξεκινούσαν εκείνο το πρωινό. Η βροχή κι
ο άνεμος είχαν πια καταλαγιάσει. Στη διάρκεια του πρωινού
βρήκαν τους ταξιδιώτες ακόμα δυο τρεις δυνατές,
αλλά σύντομες νεροποντές, σιγά σιγά, όμως, άρχισε
ο καιρός να καλυτερεύει κι είχε γλυκάνει κάπως.

Οι τρεις ιππότες ήταν στα κέφια τους, αστειεύονταν,
γελούσαν κι έκαναν φάρσες ο ένας στον άλλο.
Ο Μπάστιαν, όμως, προχωρούσε σιωπηλός πάνω στη Γίχα.
Κι οι τρεις ιππότες τον σέβονταν, φυσικά, πάρα πολύ για
να διακόψουν τις σκέψεις του.
Ο βραχότοπος που διέσχιζαν ήταν ακόμα εκείνο το ίδιο
οροπέδιο, που θαρρείς πως δεν είχε τελειωμό. Μόνο τα δέντρα
άρχιζαν να γίνονται σιγά σιγά πιο πυκνά κι όλο και ψηλότερα.
Ο Ατρέγιου, που – όπως το συνήθιζε- πετούσε πολύ πιο μπροστά
από τους άλλους για να κάνει αναγνώριση της περιοχής απ’ όλες
τις μεριές, είχε παρατηρήσει από τη στιγμή που ξεκίνησαν την
περισυλλογή του Μπάστιαν. Ρώτησε, λοιπόν, τον Καλότυχο Δράκοντα
τι θα μπορούσε να κάνει για να φτιάξει τα κέφια του φίλου του.
Ο Φούχουρ στριφογύρισε τα ρουμπινένια μάτια του και είπε:
- Αυτό είναι απλό. Από καιρό δεν ήθελε να ταξιδέψει καβάλα στη ράχη μου;

Λίγη ώρα αργότερα η μικρή συντροφιά έστριψε πίσω από κάτι
βράχους, όπου τους περίμενε ο Ατρέγιου κι ο Καλότυχος Δράκοντας.
Κι οι δυο τους είχαν ξαπλώσει με απόλαυση στον ήλιο και κοίταζαν
τους ταξιδιώτες μέσα από τα μισόκλειστά τους βλέφαρα.
Ο Μπάστιαν σταμάτησε και τους κοίταζε.
- Κουραστήκατε; ρώτησε.
- Όχι, καθόλου, αποκρίθηκε ο Ατρέγιου. Ήθελα μόνο να σε ρωτήσω
αν μ’ αφήνεις ν’ ανεβώ για λίγη ώρα στη Γίχα. Δεν έχω καβαλήσει
ποτέ μουλάρι. Θα πρέπει να είναι πολύ ωραίο γιατί, καθώς βλέπω,
εσύ δεν το βαριέσαι ποτέ. Θα μου έκανες κι εμένα αυτή τη χάρη,
Μπάστιαν; Εγώ στο αναμεταξύ θα σου δανείσω τον παλιό μου φίλο Φούχουρ.

Τα μάγουλα του Μπάστιαν κοκκίνισαν από ευχαρίστηση.
- Αλήθεια, Φούχουρ; ρώτησε. Θα με πάρεις στην πλάτη σου;
- Μ’ όλη μου την καρδιά, μεγάλε μου σουλτάνε! φώναξε ο Φούχουρ
κι έκλεισε παιχνιδιάρικα το μάτι του. Ανέβα και κρατήσου καλά!
Ο Μπάστιαν κατέβηκε από τη ράχη του μουλαριού και μ’ έναν πήδο
βρέθηκε στη ράχη του Φούχουρ. Κρατήθηκε καλά από την ασημένια
χαίτη του κι ο Δράκοντας ανέβηκε στους αιθέρες.

Ο Μπάστιαν θυμόταν ακόμα καλά πώς περνούσε από την Έρημο
των Χρωμάτων καβάλα πάνω στον Γκραογκραμάν. Αλλά το να ταξιδεύεις
μ’ έναν άσπρο Καλότυχο Δράκοντα ήταν πάλι κάτι άλλο.
Αν το τρελό πέρασμα καβάλα στο μεγάλο και δυνατό πύρινο λιοντάρι
ήταν σαν μια μέθη, σαν μια φωνή, αυτό το απαλό σκαμπανέβασμα
πάνω στο λυγερό κορμί του Δράκοντα έμοιαζε με τραγούδι,
μια τρυφερό και γλυκό και μια δυνατό κι ολόλαμπρο.

Και προπάντων, όταν ο Φούχουρ, γρήγορος σαν αστραπή, σχημάτιζε
κορδέλες που έκαναν τη χαίτη του, τα γένια του και τα μακριά κρόσια των μαλλιαρών του ποδιών να πετάγονται σαν άσπρες φλόγες, έμοιαζε το πέταγμά του σαν ουράνιο τραγούδι των αιθέρων. Ο ασημένιος μανδύας του Μπάστιαν ανέμιζε πίσω του και λαμποκοπούσε στο φως του ήλιου σαν ένα κυνηγητό από χιλιάδες σπίθες.

Κατά το μεσημέρι προσγειώθηκαν κοντά στους άλλους,
που είχαν κατασκηνώσει στο μεταξύ σ’ ένα μικρό οροπέδιο,
όπου κελάρυζε ένα ρυάκι. Κρεμασμένο πάνω στη φωτιά άχνιζε
κιόλας το καζάνι με τη σούπα κι είχαν και τηγανίτες. Τ’ άλογα
και το μουλάρι στέκονταν λίγο παράμερα σ’ ένα λιβάδι κι έβοσκαν.

Έπειτα από το φαγητό οι τρεις ιππότες αποφάσισαν να πάνε να
κυνηγήσουν. Οι προμήθειές τους κόντευαν να τελειώσουν και
κυρίως το κρέας. Στο δρόμο, καθώς έρχονταν, είχαν ακούσει
φασιανούς να φωνάζουν μέσα στους θάμνους. Και φαινόταν πως
υπήρχαν και λαγοί. Ρώτησαν τον Ατρέγιου αν ήθελε να πάει μαζί
τους, γιατί το δίχως άλλο, μια που ήταν Πρασινόδερμος, θα ‘πρεπε
να ‘χε πάθος με το κυνήγι. Αλλά ο Ατρέγιου τους ευχαρίστησε για
την πρότασή τους κι αρνήθηκε.
Έτσι οι τρεις ιππότες πήραν τα τόξα τους, κρέμασαν τις φαρέτρες
με τα βέλη στην πλάτη και μπήκαν στο κοντινό δασάκι.

Ο Ατρέγιου, ο Φούχουρ κι ο Μπάστιαν έμειναν μόνοι.
Έπειτα από μια μικρή σιωπή, ο Ατρέγιου πρότεινε:

- Τι θα’λεγες, Μπάστιαν, να μας διηγηθείς πάλι καμιά ιστορία
για το δικό σου κόσμο;
- Και σαν τι θα θέλατε να σας πω; ρώτησε ο Μπάστιαν.
- Εσύ τι λες, Φούχουρ; στράφηκε ο Ατρέγιου στον Καλότυχο Δράκοντα.
- Εγώ θα ‘θελα ν’ ακούσω κάτι για τα παιδιά στο σχολείο σου, απάντησε ο Δράκοντας.
- Ποια παιδιά; ρώτησε με απορία ο Μπάστιαν.
- Αυτά που σε κορόιδευαν, εξήγησε ο Φούχουρ.
- Παιδιά που με κορόιδευαν; ξανάπε ο Μπάστιαν με ακόμα μεγαλύτερη απορία. Όσο για παιδιά δεν ξέρω τίποτα- και το δίχως άλλο κανένα δε θα τολμούσε να με κοροϊδέψει.
- Αλλά το ό,τι πήγαινες σχολείο, πρόσθεσε τώρα ο Ατρέγιου, αυτό θα το θυμάσαι, βέβαια, έτσι δεν είναι;
- Ναι, είπε ο Μπάστιαν σκεφτικός. Καλά λες, θυμάμαι κάποιο σχολείο.

Ο Ατρέγιου κι ο Φούχουρ αλληλοκοιτάχτηκαν.
- Το φοβόμουν αυτό, μουρμούρισε ο Ατρέγιου.
- Τι φοβόσουν;
- Έχεις πάλι χάσει ένα μέρος από τη μνήμη σου, απάντησε ο Ατρέγιου σοβαρά. Αυτή τη φορά θα είναι φαίνεται συνέπεια της μεταμόρφωσης των Άχαρων σε Τρελοπετούμενα. Δε θα ‘πρεπε να το είχες κάνει.

- Μπάστιαν Μπάλταζαρ Μπουξ, ακούστηκε τώρα ο Δράκοντας κι ο τόνος του ήταν σχεδόν επίσημος καθώς μιλούσε. Αν νομίζεις ότι η συμβουλή μου έχει κάποια αξία, τότε μη μεταχειριστείς από δω κι εμπρός τη δύναμη που σου δίνει η ΛΑΜΠΗΔΟΝΑ.
Αλλιώς κινδυνεύεις να χάσεις και τις τελευταίες σου αναμνήσεις. Και τότε πώς θα τα καταφέρεις να ξαναγυρίσεις εκεί απ’ όπου ήρθες;

- Να σου πω την αλήθεια, ομολόγησε ο Μπάστιαν έπειτα από λίγη σκέψη, δεν έχω και καμιά επιθυμία να ξαναγυρίσω εκεί! 
- Μα πρέπει να γυρίσεις! φώναξε ο Ατρέγιου τρομαγμένος. Πρέπει να γυρίσεις πίσω και να προσπαθήσεις να ξαναβάλεις σε τάξη τον κόσμο σου για να μας έρχονται πάλι άνθρωποι στην Ονειροφαντασία. Γιατί αλλιώς, νωρίς ή αργά, θα ξανακαταστραφεί κι όλα θα πάνε χαμένα!
Προβληματισμοί για Συζήτηση 
Το χρέος του δημιουργού
Διαβάζουμε στο βιβλίο (σ.453), ότι χρέος του ανθρώπου που θα ταξιδέψει μέχρι την Ονειροφαντασία, είναι στο γυρισμό του να μεταφέρει το Νερό της Ζωής και στους άλλους ανθρώπους. Διαβάζουμε επίσης (σ.288) ότι ο Σέξπιρ (Σαίξπηρ, Shakespeare, κλπ.) ταξίδεψε τα παλιά χρόνια στην χώρα αυτή. Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι οι ταξιδιώτες στη Φαντασία δεν είναι άλλοι από τους δημιουργούς, που επιστρέφοντας στην πραγματικότητα, δίνουν σε μας τους υπόλοιπους το έργο τους, και μέσα απ' αυτό τη συγκίνηση, τα δάκρυα (σ.447), το νερό της ζωής.

Είναι άραγε ανάγκη ο κάθε δημιουργός να κατασκευάσει έναν ολοδικό του κόσμο ξεκινώντας από το μηδέν, όπως περίπου κάνει ο Μπάστιαν στο δεύτερο μέρος του βιβλίου; Φυσικά και όχι, πρώτον γιατί το απόλυτα καινούριο όπως έχουμε ήδη συζητήσει δεν υπάρχει -η φαντασία βασίζεται σε έννοιες ήδη γνωστές- και δεύτερον γιατί ένα κείμενο χωρίς τίποτα γνώριμο μέσα του ίσως να μην μπορεί να συγκινήσει το ίδιο τους ανθρώπους. Έτσι, ο κάθε δημιουργός ταξιδεύει μέσα στα έργα των προηγουμένων όπως τα αντιλαμβάνεται και συνδυάζοντάς τα με τις εμπειρίες του, πλάθει τους νέους, δικούς του μύθους.

Αυτό άλλωστε κάνει και ο ίδιος ο Έντε. Πλάθει την "Ιστορία χωρίς Τέλος" μέσα από τα προσωπικά του βιώματα (οι επιρροές από την σουρεαλιστική τέχνη του πατέρα του είναι έντονες -δείτε την πόλη των Παλαιών Αυτοκρατόρων-, ενώ ακούγεται πως και η μορφή του Μπάστιαν ανήκει στον παιδικό του φίλο Willie που πέθανε από πνευμονία το 1937) δανείζεται όμως και στοιχεία από προγενέστερούς του δημιουργούς. Θυμίζουμε για παράδειγμα τον Μπάστιαν που δηλώνει στον κακό λύκο (σ.149) "είμαι ο Κανένας" για να προστατευτεί... ή τον Ατρέγιου που αντιστέκεται (σ.56) στην υπέροχη μελωδία των δέντρων - τραγουδιστών, η οποία μαγεύει όσους περνούν από κοντά τους... Μπορείτε να σκεφτείτε ποιος ποιητής ενέπνευσε τον Έντε να χρησιμοποιήσει αυτά τα στοιχεία στο βιβλίο του;

Έτσι λοιπόν επαναλαμβάνονται και εξελίσσονται οι ιστορίες στο πέρασμα του χρόνου. Ο Οδυσσέας ξαναγεννιέται ως Μπάστιαν και εκείνος με τη σειρά του δίνει τη σπίθα σε επόμενους περιπλανώμενους ήρωες, όπως τον Δομήνικο. Όσο αλλάζουμε ονόματα στην "Παιδική Αυτοκράτειρα", οι ιστορίες ζουν, ο κόσμος της Φαντασίας ανανεώνεται και τελικά βοηθά και τη δική μας πραγματικότητα να ισορροπήσει. - Γιατί στο ταξίδι της ζωής η φαντασία βαδίζει χέρι χέρι με την όραση. Οι εμπειρίες και οι γνώσεις είναι η μισή ζωή. Όλα αυτά για να ζήσουν πρέπει να τα αγγίξει το μαγικό ραβδί της φαντασίας. Στον ίσιο δρόμο μπορεί κανείς να δει μέχρι το τέλος του. Η φαντασία όμως μας είναι αναγκαία γιατί βλέπει πίσω από τις στροφές. (Σοφία Μαντούβαλου, Η Σταχτοπούτα της Εκπαίδευσης, Παιδική - Νεανική Λογοτεχνία: Το Μαγικό Ραβδί της Εκπαίδευσης, επιμ. Βάσω Οικονομοπούλου, Εκδόσεις Πατάκη 2003, σσ. 155-162)


Εσείς μπορείτε να σκεφτείτε ένα νέο όνομα για τον ήρωα της ιστορίας; Ποιες ιδιότητες θα είχε, τι εμπόδια θα συναντούσε και πώς άραγε θα κατάφερνε να τα ξεπεράσει;
Ο Αχόρταγος ή Πρόσεξε τι εύχεσαι
Από τη στιγμή που ο Μπάστιαν βρίσκεται μέσα στην Ονειροφαντασία, οδηγεί την εξέλιξη του μύθου μέσα από τις επιθυμίες του. Κάθε νέα επιθυμία φέρνει δημιουργία και έχει καλές ή κακές συνέπειες. Μόλις όμως πραγματοποιηθεί η κάθε ευχή, η χαρά της επίτευξης σβήνει και ο ήρωας γρήγορα συνηθίζει στο νέο του χαρακτηριστικό, σαν να το είχε από πάντοτε.

Έχετε παρατηρήσει πώς και εμείς φερόμαστε στα καινούρια μας δώρα; Πόση σημασία τους δίνουμε τον πρώτο καιρό και πώς αρνούμαστε να τα παραχωρήσουμε σε οποιονδήποτε άλλον; Γρήγορα όμως τα συνηθίζουμε, το βλέμμα μας στρέφεται σε κάτι νέο που θέλουμε να αποκτήσουμε και αρχίζουμε να το επιθυμούμε, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά.

Ο κύκλος αυτός της ανθρώπινης επιθυμίας δεν κλείνει ποτέ, ο χρόνος και οι πόροι μας όμως κάποτε τελειώνουν, γι' αυτό είναι σημαντικό να καταφέρουμε κάποια στιγμή να ελέγξουμε τις επιθυμίες μας. Να προσπαθήσουμε δηλαδή να επιδιώκουμε πράγματα ωφέλιμα για εμάς και τους άλλους ή δεξιότητες που μας ανοίγουν νέους ορίζοντες και μας προσφέρουν επιλογές. Μπορούμε άραγε να βρούμε αυτό που θέλουμε πραγματικά;

Ο Μπάστιαν ξεκινάει τις ευχές του με το βλέμμα στον καθρέφτη, επιθυμώντας να γίνει Όμορφος, έπειτα Δυνατός, στη συνέχεια Σκληραγωγημένος, και τέλος Θαρραλέος. Μόλις τα αποκτήσει όλα αυτά και δεν έχουν πλέον καμία σημασία, η προσοχή του στρέφεται λίγο μακρύτερα, στους άλλους: επιθυμεί να γίνει Αξιαγάπητος, Μεγάλος Ευεργέτης, Επικίνδυνος και έπειτα Σοφός. Νομίζοντας πως πλησιάζει στην κορυφή του κόσμου και επιδιώκοντας να τη αγγίξει, επιλέγει να γίνει Παιδικός Αυτοκράτορας (με δικούς μας όρους - Θεός). Η ύβρις όμως φέρνει την νέμεση και ο Μπάστιαν καταποντίζεται, χάνει τα πάντα. Ευτυχώς, όσο λιγότερες ευχές του απομένουν, τόσο τα "θέλω" του φαίνεται να ωριμάζουν: Επιθυμεί τώρα να Ανήκει κάπου, έπειτα να είναι απλώς ο Εαυτός του, και τέλος ανακαλύπτει την πραγματική του θέληση, επιθυμεί να μπορεί να Αγαπήσει (σ.419).

Εσείς τι θεωρείτε πιο σημαντικό; Μπορείτε να φτιάξετε μια λίστα με τις επιθυμίες που θα ζητούσατε να σας πραγματοποιήσει η Λαμπηδόνα;
Η εξουσία αλλοτριώνει
Κάθε νέα επιθυμία του Μπάστιαν τον κάνει ισχυρότερο, αλλά ταυτόχρονα τον απομακρύνει από τον πραγματικό του εαυτό. Τον βλέπουμε έτσι σιγά σιγά να αλλάζει χαρακτήρα και να γίνεται αλλαζονικός, απότομος, εχθρικός... ακόμα και προς τους φίλους του! Οι αρχαίοι Αθηναίοι, επειδή γνώριζαν πόσο επηρεάζει η εξουσία, έλεγχαν και άλλαζαν τους άρχοντές τους συχνά ώστε να μην διαφθείρονται, αλλά και τους εξοστράκιζαν, ώστε να μην μπαίνει σε περιπέτειες η Δημοκρατία. Στη νεότερη Ελλάδα, ο εθνικός μας ποιητής Σολωμός γράφει στον Ύμνο εις την Ελευθερίαν πως η Διχόνοια χρησιμοποιεί σαν όπλο της το σκήπτρο (στ.144-145), δηλαδή την εξουσία.

Υπάρχει άραγε τρόπος να μη μας επηρεάζει μια σημαντική θέση; Μάλλον όχι, αν κρίνουμε από τις προσφερόμενες επιλογές:

α) Φυγή. Όταν δηλαδή αποποιείται κανείς το αξίωμά του, όπως έκανε ο George Washington στη δεύτερη προεδρική του θητεία, αποσυρόμενος στο κτήμα του. Ας θυμηθούμε και όσα λέγεται πως είπε ο Μάρκος Μπότσαρης στο Μεσολόγγι, όταν έσκισε μπροστά σε όλους το δίπλωμα της αρχιστρατηγίας του:

"Σπαράζεται η καρδιά μου βλέποντας τους συμπατριώτες μου χωρισμένους, νομίζουν πως εγώ από εγωισμό επιθυμώ να τους διοικώ. Εμείς παρατήσαμε την πατρίδα μας και τώρα γυρεύουμε να αποκτήσουμε καινούρια. Σας ρωτώ: Μπορούμε να πετύχουμε όσο θα είμαστε χωρισμένοι; Εγώ πατριώτες μου, δε ζήτησα αξιώματα από τη διοίκηση ούτε αρχηγός σας διορίστηκα. Ένα βαθμό μου δώσανε. Τάχατες κι εσείς όλοι οι καπεταναίοι δεν είστε άξιοι να τον πάρετε; Για να σας αποδείξω πως δε με κατέχει κανένας εγωισμός και καμιά δίψα για μεγαλεία και πως είμαι εκείνος ο Μάρκος, που τον γνωρίσατε να πολεμάει στο πλευρό σας, να εδώ μπροστά σας σκίζω το δίπλωμα της στρατηγίας που μου στείλανε. Και σας ορκίζομαι πως κανένα άλλο αξίωμα δε θέλω από εκείνο που είχανε οι πρόγονοί μας, κι εσείς οι ίδιοι έχετε. Εμάς αδέρφια δεν μας απέμεινε τίποτα να μοιράσουμε ανάμεσά μας.Το μόνο κοινό που έχουμε είναι η τιμή και η δόξα. Να ο εχθρός μας περιμένει! Στον πόλεμο όπου θα ανοίξουμε μαζί του θα δοξαστεί και θα τιμηθεί εκείνος από μας, που θα σταθεί αληθινό παλικάρι"

β) Μη-Εξουσία. Ας δούμε πώς την περιγράφει ο συγγραφέας, αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο ασκεί τον ρόλο της η Παιδική Αυτοκράτειρα (σ.37-38) 

Η Παιδική Αυτοκράτειρα δεν εξουσίαζε, δε μεταχειριζόταν ποτέ ούτε βία, ούτε την ισχύ της. Δεν έδινε διαταγές και δεν καταδίκαζε κανέναν. Δεν είχε επιτεθεί ποτέ και πουθενά και καμιά φορά δεν της χρειάστηκε να αμυνθεί. Δεν είχε εχθρό, γιατί κανένας δεν το είχε καν σκεφτεί να ξεσηκωθεί εναντίον της ή να την πειράξει στο παραμικρό. Γι’ αυτή όλοι οι υπήκοοί της ήταν ίδιοι.
Μόνο υπήρχε, αλλά μ’ έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο.

Αυτή ήταν το κέντρο όλης της ονειροφαντασιακής ζωής. Και κάθε πλάσμα, καλό ή κακό, ωραίο ή άσχημο, σοβαρό ή αστείο, ανόητο ή σοφό, όλα μα όλα υπήρχαν γιατί υπήρχε αυτή. Χωρίς αυτή δε θα μπορούσε να υπάρχει τίποτα, όπως ακριβώς το ανθρώπινο σώμα δεν μπορεί να είναι ζωντανό χωρίς καρδιά.

Προφανώς το παράδειγμα της Παιδικής Αυτοκράτειρας δεν προσφέρεται για πρακτική εφαρμογή στη σημερινή εποχή, τουλάχιστον στον κόσμο των ανθρώπων, οπότε σηκώνω τα χέρια ψηλά.
Τὴν δὲ παρανομίαν ἐλευθερίαν, τὴν δὲ παρρησίαν ἰσονομίαν 
Το περιστατικό με τους Άχαρους, επαναφέρει το ζήτημα της χρησιμότητας των κανόνων στη ζωή μας, με πειστικό -ή λιγότερο πειστικό- τρόπο. 

Οι Άχαροι, τα κακάσχημα δυστυχισμένα σκουληκάκια, μπορεί να ένιωθαν απαίσια, να κρύβονταν διαρκώς για να μην τα δει το φως του ήλιου και να έκλαιγαν όλη την ώρα, ήταν όμως χρήσιμα στον κόσμο, αφού προσέφεραν στους Ασημουπολίτες τα όμορφα καλλιτεχνήματά τους. 

Μόλις ο Μπάστιαν εισακούει την ευχή τους και τα μεταμορφώνει (σ.296-7) σε Τρελοπετούμενα - Πανταγελούμενα, τα πρώην σκουληκάκια καταλαμβάνονται από πνεύμα ασυδοσίας και αρχίζουν να καταστρέφουν ό,τι βρουν, απλώς και μόνο επειδή τίποτα πλέον δεν τους απαγορεύεται. Αυτό προκαλεί πολύ αρνητική εντύπωση στον ευεργέτη τους και στους υπόλοιπους ταξιδιώτες, αλλά απ' ό,τι φαίνεται δεν αρέσει ούτε στους ίδιους τους Άχαρους.

Έτσι, προς το τέλος του βιβλίου (σ.434), ξαναπλησιάζουν τον Μπάστιαν και του ζητούν να επέμβει:

Θέλουμε να μας δίνεις διαταγές, να μας προστάζεις να κάνουμε κάτι, να μας αναγκάζεις να κάνουμε κάτι κι άλλα πάλι να μας τα απαγορεύεις. Θέλουμε η ύπαρξή μας να' χει κάποιο σκοπό!

Αλλά και ο ίδιος ο Μπάστιαν περνάει από δύσκολες καταστάσεις χάρη στην απόλυτη ελευθερία που του δίνει η οδηγία κάνε ό,τι θες που βρίσκεται γραμμένη πίσω από το μενταγιόν του.

Εσείς τι πιστεύετε; Μπορούμε άραγε να ζήσουμε σε μια κοινωνία χωρίς απαγορεύσεις; Περισσότερα για τη χρησιμότητα της τάξης και των νόμων θα δούμε στην ανάρτηση για τον Ροβινσώνα Κρούσο.
Ζεν
Η ΛΑΜΠΗΔΟΝΑ (AURYN στο πρωτότυπο) είναι ένα σύμβολο της αέναης αλληλεπίδρασης μεταξύ καλού και κακού, που θυμίζει αρκετά το ασιατικό Yin-Yang. Επιρροές από την Ανατολική Φιλοσοφία διαποτίζουν ολόκληρο το κείμενο, με τις έννοιες καλό και κακό, ωραίο και άσχημο, ανόητο και σοφό, να μην ξεχωρίζουν ως αντίθετοι πόλοι (σ.49) αλλά συχνά να μπερδεύονται μεταξύ τους. Αποκορύφωμα η φράση του λιονταριού της ερήμου Γκραογκραμάν (σ.236) τώρα βλέπω πως ο θάνατός μου δίνει ζωή κι ότι η ζωή μου φέρνει το θάνατο. Και τα δύο είναι καλά. Τώρα κατάλαβα το νόημα της ύπαρξής μου.

Έτσι, συναντάμε κακό που τελικά κάνει καλό, όπως το δάγκωμα του λύκου Γκμορκ, που σώζει τον Ατρέγιου από το να πέσει στο "Τίποτα". Συναντάμε όμως και καλό που κάνει κακό, όπως όταν ο Μπάστιαν "ευεργετεί" τους Άχαρους που στη συνέχεια καταστρέφουν ό,τι βρουν και τιμωρούν και τον ίδιο. Τελικά τι είναι σωστό και τι όχι; Ο συγγραφέας μας βοηθάει λίγο, γράφοντας πως σημασία έχει και ο χρόνος και η πρόθεση όταν κάνουμε κάτι καλό.

Μια και αναφερθήκαμε σε θρησκείες, να θυμίσουμε ότι ο Μπάστιαν ανάβει μια επτάφωτη λυχνία (σύμβολο του ιουδαϊσμού) για να φωτίσει τη σοφίτα και να μπορεί να διαβάσει το βιβλίο του. Η δοκιμασία αυτογνωσίας που απαιτεί ο δεύτερος πυλώνας στο Μαντείο του Νότου, θυμίζει την επιγραφή "γνώθι σαυτόν" στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς και παραπέμπει σε διάφορες πνευματικές σχολές, ενώ οι τίτλοι που αποδίδονται στον Μπάστιαν (σ.410 "Μεγάλος Γνώστης", "Ιππότης της Επτάφωτης Λυχνίας", κλπ.) παραπέμπουν στον τεκτονισμό.
ΚΔΟΑ
Ο Ατρέγιου παρατηρεί  πως Η ΛΑΜΠΗΔΟΝΑ, χωρίς να είναι παγίδα, σου ανοίγει το δρόμο και σου παίρνει το στόχο (σ.293). Με τι θα μπορούσαμε άραγε να παρομοιάσουμε το μαγικό μενταγιόν; Προσωπικά -και όπως πάντα αυθαίρετα-, θα δοκιμάσω να το παρομοιάσω με τη δύναμη της τεχνολογίας.

Αυτή, πραγματοποιεί σχεδόν κάθε ευχή του ανθρώπου: Τον βοήθησε να καθυποτάξει τη Φύση, να διασχίσει τις θάλασσες, να πετάξει ως το φεγγάρι... Πολλαπλασιάζει τη σωματική του δύναμη με τέτοιο τρόπο, ώστε το πάτημα ενός κουμπιού να του προσφέρει έργο που παλαιότερα θα απασχολούσε χιλιάδες ανθρώπους ή ζώα.

Κι όμως, μετά από αιώνες τεχνολογικής προόδου, και παρά την τεράστια (ποσοτικά) αυτή μηχανική δύναμη που διαθέτει ο άνθρωπος, η ποιότητα (επιδιωκόμενοι σκοποί, κίνητρα, ήθος) της κρίσης του δεν έχει βελτιωθεί ιδιαίτερα... για παράδειγμα, παρότι στις μέρες μας παράγονται (χάρη στην τεχνολογία) τρόφιμα ικανά να θρέψουν όλους τους ανθρώπους, υπάρχουν ακόμα παιδιά που εξακολουθούν να πεθαίνουν από την πείνα, καθώς τα τρόφιμα αυτά πετάγονται στα σκουπίδια ή γίνονται καύσιμα. Αντί να έχουμε αξιοποιήσει την τεχνολογική ισχύ για να σταματήσουμε τους πολέμους, κατασκευάζουμε όλο και πιο φοβερά όπλα, ικανά να εκμηδενίσουν το είδος μας, ενώ η αδικία μαστίζει αδιάκοπα τις κοινωνίες μας από τις πρώτες καταγραφές της ανθρώπινης δραστηριότητας μέχρι σήμερα.

Η Τεχνολογία μπορεί λοιπόν να μας ανοίγει το δρόμο και να αυξάνει την ποσότητα της δύναμής μας, καθώς όμως δεν καλλιεργούμε με αντίστοιχη ζέση την ποιότητα του πνεύματός μας, η ίδια μας η ισχύς μας μεθάει, μας τυφλώνει, μας παίρνει το στόχο. Μοιάζουμε έτσι με τον πανίσχυρο -αλλά θεόστραβο- Πολύφημο, περιφερόμενοι αδέξια μέσα στον χρόνο. 

Μήπως η λύση θα ήταν να "βγάλουμε τη Λαμπηδόνα"; να απαρνηθούμε την τεχνολογία (βλ. κίνημα Λουδιτών 1811-1813) και να επιστρέψουμε στις σπηλιές για να ξανασκεφτούμε ποιος πρέπει να είναι ο στόχος της παρουσίας  μας σ' αυτόν τον κόσμο; Προφανώς και όχι. Ίσως όμως θα μπορούσαμε να αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο στην μόρφωση και την πνευματική μας καλλιέργεια, να συμμετέχουμε σε φιλοσοφικές συζητήσεις για την πορεία και το μέλλον της ανθρωπότητας, και να ενδιαφερθούμε επιτέλους για την παραγκωνισμένη (στον αιώνα της ψηφιακής επανάστασης) ανθρώπινη ψυχή, βοηθώντας όπως μπορούμε τους ανίσχυρους συνανθρώπους μας.

Αν λοιπόν θεωρήσουμε πως ο Άνθρωπος φοράει τη Λαμπηδόνα, τότε εξακολουθεί να της ζητάει δύναμη, ομορφιά και αναγνώριση σαν έφηβος. Μοιάζει να βρισκόμαστε ακόμα στη μέση των ευχών, όπως ο Μπάστιαν μόλις ανακάλυψε το καινούριο του παιχνίδι. Ας ελπίσουμε να μη χρειαστεί η Νέμεση και η πτώση, για να ανοίξουμε επιτέλους τα μάτια μας.
Το έργο είναι τόσο μεγάλο και πυκνογραμμένο, που ακόμα και μια μακροσκελής, κουραστική ανάρτηση σαν την παρούσα, δεν μπορεί να αναφερθεί στο σύνολo των θεμάτων που περιλαμβάνονται. Αφήνουμε λοιπόν ασχολίαστα (προς το παρόν) αρκετά από τα μηνύματα που περιέχει... από τη χρησιμότητα της επιστημονικής έρευνας (που αναδεικνύεται μέσω του Εγγυβούκ), την υπεράσπιση της φιλίας ακόμα και ενάντια στους νόμους (που υποστηρίζει ο Ατρέγιου σ.312), την αντιμετώπιση κάθε αναποδιάς με πνεύμα αισιοδοξίας (ο καλότυχος δράκοντας Φούχουρ πιστεύει πάντα πως όλα θα πάνε καλά - σχετικές αναφορές σελ. 84, 145, 168, 312) μέχρι την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για τον λογοτεχνικό χρόνο και τη συνάντηση της σκέψης συγγραφέα - αναγνώστη, που μπορεί να γίνει με αφόρμηση δύο σημεία (σ. 196-7 και σ.238-9) της ιστορίας.


Χρήση στην τάξη
Το βιβλίο προσφέρει άφθονο υλικό για παιχνίδια και δραστηριότητες στην τάξη. Ενδεικτικά, οι μαθητές μπορούν διαβάζοντας συγκεκριμένα αποσπάσματα:
- να ζωγραφίσουν παράξενα όντα που περιγράφονται στο κείμενο (σ.314-316)
- να δημιουργήσουν δελτία ταυτότητας των χαρακτήρων
- να διαμορφώσουν δικές τους ιστορίες, αλλάζοντας την πλοκή
- να γεννήσουν νέους (ιδανικούς ή μη) κόσμους ξεκινώντας από το μηδέν
- να μιλήσουν με ομοιοκαταληξίες για να συνεννοηθούν με την Ουγιουλάλα (κεφ.7) ή να μελοποιήσουν τις ήδη υπάρχουσες στο κείμενο.
- να αντιγράψουν τα καλλιγραφικά γράμματα της εικονογράφησης, και με τη βοήθεια πηλού, αλουμινόχαρτου, κλπ. να προσπαθήσουν να τα κάνουν ανάγλυφα.
- να κατασκευάσουν ένα "Αλφάβητο" με τις σημαντικότερες λέξεις του κειμένου.
- να δραματοποιήσουν σκηνές που τους έκαναν εντύπωση μέσα στην τάξη.
- να κατασκευάσουν μια λίστα με επιθυμίες που θα ήθελαν να πραγματοποιήσουν αν είχαν στην κατοχή τους τη ΛΑΜΠΗΔΟΝΑ - - - να αφαιρέσουν από τη λίστα τις επίπλαστες και να εστιάσουν στις πραγματικές τους ανάγκες - - - να αναρωτηθούν τέλος, μήπως μπορούν να κάνουν πραγματικότητα αυτές τις ευχές χωρίς την παρέμβαση μαγικών αντικειμένων.

Share/Bookmark

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες

Υποθέσεις
Στο βιβλίο περιέχονται 17 χριστουγεννιάτικα διηγήματα, το ένα λαϊκό και τα υπόλοιπα γραμμένα από σημαντικούς Έλληνες συγγραφείς. Οι τίτλοι και οι υποθέσεις συνοπτικά:

Παύλος Νιρβάνας, Το μοιρασμένο φλουρί - όπου μια οικογένεια αποφασίζει να δώσει στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα το φλουρί που έλαχε στο κομμάτι "του φτωχού".

Γρηγόριος Ξενόπουλος, Πλούτος και ευτυχία - όπου ένα παιδί αλλάζει την ευχή του, όταν στον ύπνο του καταλαβαίνει πως ο πλούτος δεν είναι το σπουδαιότερο αγαθό.

Δημοσθένης Βουτυράς, Παραμονή Πρωτοχρονιάς στον Πειραιά - όπου ένας νεαρός αφηγείται τα όσα κωμικά συνέβησαν όσο έλεγε τα κάλαντα με την παρέα του.

Κώστας Παρορίτης, Μπρος στην Ωραία Πύλη - όπου ένας ληστής αποφασίζει μετά την χριστουγεννιάτικη λειτουργία να επιστρέψει στον ίσιο δρόμο.

Στρατής Μυριβήλης, Ο Μανολάκης γυρεύει το Θεό - όπου ένα φτωχό αγόρι χάνει τη μητέρα του και έπειτα πεθαίνει από το κρύο, κουλουριασμένο έξω από ένα ξενοδοχείο, στο οποίο πραγματοποιείται ο χορός της Φιλανθρωπικής Εταιρείας. Η ψυχή του τριγυρίζοντας, γνωρίζει για λίγο τον απαίσιο -αλλά τόσο σικ- παράδεισο των "κατά νόμον δικαίων", που για θεό λατρεύουν τον Μαμωνά.

Γεώργιος Αθανάς, Τα χριστουγεννιάτικα τσαρούχια - όπου ένα αγόρι που εκπαιδεύεται ως τσαρουχάς, θέλει να επιστρέψει σπίτι του με παπούτσια για δώρο στους γονείς του, στο δρόμο όμως του τα κλέβουν.

Κωστής Μπαστιάς, Τα Χριστούγεννα του Θανάση Μερτίκα - όπου ένας 72χρονος μετανάστης στην Αμερική, βρίσκεται τυχαία μαζί με άλλους Έλληνες και αναθυμάται την μοναχική πορεία της ζωής του από το φτωχό χωριό του στην Ελλάδα, ως την εργασία στους σιδηροδρόμους και τις φάρμες των ΗΠΑ. Γίνεται αναφορά και στον πόλεμο του 1897 (σ.84-85).

Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη, Το πιο πολύτιμο δώρο - όπου η μικρή Νέλλη γίνεται Αϊ Βασίλης για να βοηθήσει τον Άγιο, και μαθαίνει για την αξία της προσφοράς.

Άλκης Τροπαιάτης, Ο Αϊ- Βασίλης του κυρ Πολύδωρου - όπου ο Αϊ Βασίλης ξεμένει από δώρο για το τελευταίο παιδί του κόσμου και αποφασίζει να γίνει δώρο ο ίδιος.

Άλκης Τροπαιάτης, Ο Αϊ- Βασίλης στο Τμήμα! - όπου ο Άγιος συλλαμβάνεται από αστυνομικούς και οδηγείται στο τμήμα για εξακρίβωση ταυτότητας.

Ανδρέας Καραντώνης, Χριστουγεννιάτικη αγριόπαπια - όπου στρατιώτες σε πορεία προς τη Φλώρινα, πυροβολούν μια αγριόπαπια για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, παρακούοντας τη διαταγή του διμοιρίτη τους.

Στρατής Τσίρκας, Τα κάλαντα - όπου στο Κάιρο του παλιού καιρού, τρία παιδιά που μόλις έχουν πει τα κάλαντα, πέφτουν θύματα ληστείας από μια συμμορία νταήδων.

Γεωργία Ταρσούλη, Η βασιλόπιτα και τα χαρτιά - όπου ο Άγιος Βασίλειος, ξανακερδίζει στα χαρτιά τα χρυσαφικά των χριστιανών που πήρε ο τούρκος εφοριακός.

Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ, Το δέντρο - όπου ένα μικρό κορίτσι δέχεται την πρόσκληση ενός ηλικιωμένου ζευγαριού Γερμανών να παρακολουθήσει στο σπίτι τους το -άγνωστο την εποχή εκείνη για τους Έλληνες- έθιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου (ή πώς οι Έλληνες περάσαμε από την γεμάτη παιδιά αυλή στο άδειο αλλά πλούσια στολισμένο σπίτι)

Παντελής Καλιότσος, Ο καλός Φραντζολάκης - όπου ένα τσουρεκάκι σε σχήμα ανθρώπου, ανανεώνεται μέσα από την προσφορά του κι έτσι δεν πεθαίνει ποτέ (θυμίζει λίγο την ιστορία του Gingerbread Man).

Ιωάννης Δ. Ιωαννίδης, Το φωτισμένο παράθυρο - όπου μια οικογένεια χριστιανών στη Ναζαρέτ τρομάζει από μια απρόσμενη επίσκεψη μέσα στη νύχτα.

Λαϊκό Παραμύθι, Η Κάλλω κι οι καλικάντζαροι - όπου η καλή, όμορφη και έξυπνη Κάλλω, καταφέρνει να ξεγελάσει τους καλικάντζαρους ώστε όχι μόνο να μην την φάνε, αλλά να τη φορτώσουν και με χριστουγεννιάτικα δώρα.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καστανιώτης
Συγγραφέας: συλλογικό
Επιμέλεια: Δημήτρης Ποσάντζης
Εικονογράφηση: -
ISBN: 978-960-03-5012-8
Έτος 1ης Έκδοσης: 2009
Σελίδες:164
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Λογοτεχνία με Λ κεφαλαίο. Οι σπουδαίοι συγγραφείς που συμμετέχουν με τα έργα τους σε αυτή τη συλλογή, μας προσφέρουν μικρά αριστουργήματα, τα περισσότερα από τα οποία συνδυάζουν ψυχαγωγία, τέχνη και ηθοπλασία. Ομοιομορφία όμως υπάρχει μόνο ως προς το θέμα. Στα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους, κάποιες ιστορίες είναι χαρούμενες, απλές και κατάλληλες για μικρότερα παιδιά, ενώ άλλες είναι δραματικές και με έκφραση που παραπέμπει σε περασμένες δεκαετίες και γίνεται περίπλοκη. Η εικονογράφηση απουσιάζει παντελώς, ωστόσο το μέγεθος πολλών κειμένων -από 4 έως 14 σελίδες- δεν είναι απαγορευτικό ακόμα και για παιδιά χωρίς μεγάλη αναγνωστική εμπειρία.

Λόγω κάποιων ιστοριών με δύσκολο θέμα και σκληρές εικόνες (Μυριβήλης, Αθανάς, Μπαστιάς), μπορούμε να προτείνουμε το βιβλίο μόνο σε μαθητές της Στ' δημοτικού ή του Γυμνασίου. Αν όμως κάποιος μεγαλύτερος είναι διατεθειμένος να κάνει την επιλογή, τότε αρκετά κείμενα (Νιρβάνας, Παπαδάκη, Τροπαιάτης, Ταρσούλη, Καλιότσος, παραμύθι) μπορούν να διαβαστούν σχετικά εύκολα και ευχάριστα και από παιδιά της Ε' ή της Δ' τάξης.
Στα διηγήματα αυτά, εκτός από τα καλολογικά στοιχεία που αφθονούν και κάποιες μοναδικές περιγραφές (όπως του χριστουγεννιάτικου δέντρου στο κείμενο της Γκρίτση-Μιλλιέξ ή του κρύου που τυλίγει την καρδιά του μικρού Μανολάκη στην ιστορία του Μυριβήλη), προβάλλεται και μια μεγάλη ποικιλία από θέματα: Ανθρωπισμός, πίστη στο Θεό, κοινωνική δικαιοσύνη, αξία της προσφοράς, υπευθυνότητα, εργατικότητα, τιμιότητα, φιλία, αλτρουισμός, παράδοση, εξυπνάδα, διαφορετικότητα... Το μήνυμα των Χριστουγέννων, αναδεικνύεται έτσι όχι μονοδιάστατα, αλλά μέσα από ένα ολόκληρο πλέγμα αξιών και γραφών, με την ξεχωριστή ματιά του κάθε λογοτέχνη να επιτρέπει στα παιδιά μια επιπλέον διαφορετική προσέγγιση.

Αν θα έπρεπε να ξεχωρίσουμε κάποια διηγήματα από το σύνολο, τότε για τους μεγαλύτερους μαθητές θα διαλέγαμε το Ο Μανολάκης γυρεύει το Θεό του Στρατή Μυριβήλη και για τους μικρότερους Το πιο πολύτιμο δώρο της Σοφίας Μαυροειδή - Παπαδάκη ή το Ο καλός Φραντζολάκης του Παντελή Καλιότσου.

Ολοκληρώνοντας, αντιγράφουμε από το οπισθόφυλλο: Πρόκειται για κείμενα που αναδίδουν μελωδίες και εικόνες των γιορτών και διαπνέονται από τον βαθύ ανθρωπισμό που αναβιώνει στο τέλος κάθε χρόνου σε όλα τα σημεία της γης, μαζί με τη φάτνη, τα κάλαντα, το χιόνι, τα δώρα και το φλουρί της βασιλόπιτας. Τα μηνύματα που κρύβονται σε αυτά τα διηγήματα προκύπτουν από τις συγκινήσεις και τα πάθη των ηρώων τους, αλλά πρωτίστως μαρτυρούν την ευαισθησία των ίδιων των δημιουργών τους.

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Φιλία, Ανθρωπισμός, Χριστούγεννα 

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ‘πεσε –ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα – βγήκε μοιρασμένο.

Πώς έρχονται τα πράγματα καμιά φορά!

Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει να κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε, σα να θυμήθηκε κάτι.

«Ξεχάσαμε», είπε, «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ‘ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Ας είναι όμως. Θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός».

Κατέβασε το μαχαίρι.

«Του φτωχού…» ονομάτισε.

Έπειτα ερχότανε το δικό μου κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά.

Καθώς τραβούσε όμως το κομμάτι του φτωχού, για να κόψει το δικό μου, το χρυσό φλουρί κύλησε απάνω στο τραπεζομάντιλο. Το κόψιμο της πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον, κι ο πατέρας όλους μας.

«Ποιανού είναι τώρα το φλουρί;» είπε η μητέρα μου. «Του ζητιάνου ή του Πέτρου; Εγώ λέω πως είναι του Πέτρου».

Η καημένη η μητέρα. Το είχε καημό να μου πέσει εμένα το φλουρί, γιατί ήμουν άτυχο παιδί. Ποτέ μου δεν είχα κερδίσει τίποτε.

«Ούτε του ζητιάνου είναι», είπε ο πατέρας μου, «ούτε του Πέτρου. Το σωστό σωστό. Το φλουρί μοιράστηκε. ήτανε ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Καθώς τα χώρισε το μαχαίρι, έπεσε κάτω. Το μισό είναι του ζητιάνου, το μισό του Πέτρου».

«Και τι θα γίνει τώρα;» ρώτησε στενοχωρημένη η μητέρα μου.

«τι θα γίνει;…» συλλογιζόμαστε κι εμείς.

«Μην πονοκεφαλάτε…» είπε ο πατέρας.

Άνοιξε το πορτοφολάκι του, έβγαλε από μέσα δύο μισές χρυσές λίρες – το χρυσάφι τότε δεν είχε κρυφτεί ακόμα – και τις ακούμπησε στο τραπέζι:

«Να τι θα γίνει. Αυτή φυλάχτε τη να τη δώσετε στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Είναι η τύχη του. Η άλλη μισή είναι του Πέτρου».

Και μου την έδωκε.

«Καλορίζικη! Και του χρόνου, παιδί μου. Είσαι ευχαριστημένος;»


Ήμουν και με το παραπάνω. Η ιδέα, μάλιστα, πως είχα συντροφέψει με το ζητιάνο με διασκέδαζε πολύ.

«Θα του τη δώσω εγώ, με το χέρι μου…» είπα.


Γελούσαμε όλοι με την παράξενη τύχη μου. Τα άλλα παιδιά με πειράζανε.: «ο σύντροφος του ζητιάνου». Μονάχα ο πατέρας μου δε γελούσε. Εκείνος με τράβηξε κοντά του, με φίλησε και μου είπε:

«Μπράβο σου. Είσαι καλό παιδί».

Το άλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε η πόρτα. Κάτι μου ‘λεγε πως ήταν ο ζητιάνος, που έφτανε βιαστικός να πάρει το μερίδιό του. Έτρεξα στην πόρτα, με τη μισή λίρα. Ήταν ένας γέρος ζητιάνος με κάτασπρη γενειάδα, γειρτός από τα χρόνια. Και μουρμούριζε ευχές τρέμοντας από το κρύο.

«Πάρε, παππού…» το είπα.

Ο γέρος, που δεν έβλεπε καλά και που του είχε γυαλίσει, φαίνεται, παράξενα από μακριά το χρυσό νόμισμα, το ‘φερε κοντά στα μάτια του, για να το κοιτάξει καλύτερα. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως κρατούσε χρυσάφι στα χέρια του τον καιρό εκείνο, που όλοι δίνανε στους ζητιάνους δίλεφτα και μονόλεφτα.

«Τι είν’ αυτό, παιδάκι μου;» με ρώτησε. «Δυάρα γυαλισμένη;»

«Μισή λίρα είναι, παππού…» του είπα. «Πάρ’ τηνε. Δικιά σου είναι».

Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει:

«Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονιούς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουνε στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι».

Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Μα έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ’ αρρωστημένα του μάτια και είπε:

«Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ’ αξιώσει να ‘χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να’ χεις».

Μου ‘δωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό, τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε, με το ραβδί του, τη σκάλα.

Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Μα από τότε, όσες φορές δίνω μια βοήθεια σ’ ένα φτωχό, συλλογίζομαι: Τάχα εγώ μοιράζω τα λεφτά μου με το φτωχό ή ο φτωχός μοιράζεται τα λεφτά του μ’ εμένα; Αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τότε, που μοίρασα με τον παλιό ζητιάνο το φλουρί της βασιλόπιτας.
Ο Παύλος Νιρβάνας (ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη) 1866-1937
Προβληματισμοί για συζήτηση
Τι αξία έχει κάθε αξία;
Στο δεύτερο διήγημα της συλλογής (του Γρ. Ξενόπουλου), ένα παιδί εύχεται να γίνει πλούσιο... την ώρα όμως που κοιμάται, ο Πλούτος προσωποποιημένος το επισκέπτεται για να του εξηγήσει πως η υγεία, η τιμή, η αγάπη, η χαρά και η αρμονία, είναι αξίες ανώτερες από αυτή που προσφέρει ο ίδιος, αφού χωρίς αυτές, κανείς δεν μπορεί να ευτυχήσει.

Στη σημερινή εποχή, ο πλουτισμός θεωρείται από πολλούς το σημαντικότερο αγαθό, που μπορεί να διασφαλίσει και όλα τα υπόλοιπα. Εσείς τι πιστεύετε; Έχει άραγε το κείμενο δίκιο, ή οι πλούσιοι είναι πάντα και ευτυχισμένοι;
Πόσο διαρκεί η φιλανθρωπία;
Στο τραγικό διήγημα Ο Μανολάκης γυρεύει το Θεό, διαβάζουμε (σ.36): Η σπλαχνιά του κόσμου δεν αντέχει και πολλές μέρες. Με τη συνήθεια και με την παράταση στομώνει η ψυχή. Έτσ' είναι ο άνθρωπος. Μια, δυο πέντε, δέκα, εκατό, ύστερα καταλαγιάζει κι η ψυχοπόνια για τον άλλον. Ο ξένος πόνος ταχτοποιέται ανάμεσα στ' άλλα καθέκαστα της καθημερινής ζωής και ο καθένας γυρίζει στα δικά του βάσανα.

Εσείς τι πιστεύετε γι' αυτό που λέει ο Μυριβήλης; Έχει ημερομηνία λήξης η φιλανθρωπία; Έχετε σκεφτεί ποτέ γιατί βοηθάμε όσους έχουν ανάγκη περισσότερο τις ημέρες των Χριστουγέννων; Μήπως οι άνθρωποι αυτοί παύουν να πεινούν τον υπόλοιπο χρόνο; Ποιο είναι άραγε το στοιχείο που μας οδηγεί να τους σκεφτόμαστε τις ημέρες αυτές και γιατί χάνεται μόλις οι γιορτές περάσουν;

Χρήση στην τάξη
Το διήγημα στο απόσπασμα, το βρίσκουμε διασκευασμένο -έχουν κοπεί τα περί αστυνομίας, κάποια εισαγωγικά και ο φιλοσοφικός σαρκασμός της τελευταίας παραγράφου- στο βιβλίο της Γλώσσας της Στ' Δημοτικού. Δίνεται έτσι η δυνατότητα στον κάθε εκπαιδευτικό, να συζητήσει μέσα στην τάξη τόσο για το έθιμο της βασιλόπιτας (βλ. σχετική ανάρτηση στην Εγκύκλιο Παιδεία) όσο και για την αξία της ελεημοσύνης και τη σημασία της προσφοράς (με χρήματα ή αγάπη) σε όποιον τα έχει ανάγκη κατά τις μέρες αυτές (ή και τις υπόλοιπες) του χρόνου.
Στη δική μας τάξη, εμπνευσμένοι από ένα πρόσφατο εργαστήρι αφήγησης με τον παραμυθά Γιώργο Ευγενικό, χωρίσαμε το κείμενο σε τέσσερα μέρη, που ισάριθμες ομάδες μαθητών ζωγράφισαν και απέδωσαν ηχητικά (εντόπισαν ήχους και τους αναπαρήγαγαν) μεταφέροντας στην αίθουσα λίγη απ' την ατμόσφαιρα του έργου. Στη συνέχεια, αφού μοιράσαμε ρόλους για τα έμψυχα και τα άψυχα που συμμετέχουν στη κάθε σκηνή, τις δραματοποιήσαμε. Το αποτέλεσμα εκτός από ψυχαγωγία, προσέφερε στους μαθητές την ευκαιρία να συνεργαστούν και να ενισχύσουν την εκφραστικότητα αλλά και την ενσυναίσθησή τους, μπαίνοντας στη θέση των ηρώων του διηγήματος.
Το φλουρί του φτωχού: δραματοποίηση στην τάξη


Share/Bookmark

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Μπελαδομαγνήτης

Υπόθεση
Η Μυρτώ είναι ένα δεκάχρονο κορίτσι που ζει μαζί με τον μπαμπά, τη μαμά, τον μικρό της αδελφό - διαβολάκι Ορέστη και τον σκύλο τους Τζακ σε ένα όμορφο σπίτι με κήπο. Κι ενώ όλα γύρω της μοιάζουν ιδανικά, καταφέρνει μ' έναν περίεργο τρόπο να μπλέκει συνεχώς σε προβλήματα, ακόμη κι όταν της αναθέτουν την ευκολότερη δουλειά. Μήπως έχει τον μπελαδομαγνήτη; Η κατάσταση περιπλέκεται όταν την οικογένεια επισκέπτεται ένα φιλικό ζευγάρι μαζί με την κόρη τους Λουκία, που εγκαθίσταται στο δωμάτιο της Μυρτώς. Μια παράξενη περιπέτεια που θα ζήσουν τα κορίτσια, θα τις ενώσει με δυνατή φιλία και θα δώσει στην ηρωίδα ένα μάθημα ζωής.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Άντρη Αντωνίου
Εικονογράφος: Κατερίνα Χρυσοχόου
Σελίδες: 173
1η έκδοση: 2012
ISBN: 978-960-496-628-8
Τιμή: περίπου 9 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Μια ανάλαφρη, διασκεδαστική περιπέτεια με χριστουγεννιάτικο άρωμα και πολλή αγάπη, από την πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα και φίλη Άντρη Αντωνίου. Η γραφή της είναι απλή και κατανοητή, ενώ το πρώτο πρόσωπο δίνει αμεσότητα και ζωντάνια στο κείμενο. Τα κεφάλαια έχουν μέγεθος κοντά στις 15-17 σελίδες (σίγουρα όχι λίγες), όμως τα τυπογραφικά στοιχεία είναι μεγάλα και η -πολύ χαριτωμένη αν και κάπως στατική- έγχρωμη εικονογράφηση (δύο με τέσσερα σχέδια ανά κεφάλαιο), βοηθάει στην ξεκούραστη ανάγνωση.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε μαθητές Ε', Στ' τάξης αλλά και γυμνασίου. Μάλλον θα αρέσει περισσότερο στα κορίτσια, που δε θα δυσκολευτούν να ταυτιστούν με την Μυρτώ... ιδιαίτερα μάλιστα αν έχουν μικρά ζωηρά αδελφάκια! (για αντίστοιχες περιπτώσεις αγοριών βλ.Σπίτι για πέντε).
Κι ενώ η κρίση μας έχει τυλίξει για τα καλά, είναι ευκαιρία με εικόνες σαν αυτές που περιγράφονται στο βιβλίο, να ξεφύγουμε λιγάκι και να θυμηθούμε πώς ζούσαμε κάποτε (εμείς ή κάποιοι άλλοι, εδώ ή κάπου αλλού): Αγαπημένο ζευγάρι μένει σε σπίτι με ολάνθιστο κήπο, μαζί με τα δυο του παιδιά κι ένα χαρωπό κατοικίδιο. Όταν βγαίνουν έξω αφήνουν τις πόρτες ξεκλείδωτες και στο δρόμο χαιρετούν τους ανέμελους γείτονες που ποτίζουν τα λουλούδια. τους ή ετοιμάζουν barbecue, κάτω απ' τον ζεστό ήλιο του Δεκεμβρίου. Ουτοπικό σαν ταινία του Disney, θα σκεφτούν οι περισσότεροι. Δεν αντιλέγω... όμως τις πόρτες όντως (πριν καιρό) τις αφήναμε ξεκλείδωτες! Και αναρωτιέμαι... μήπως (εδώ και καιρό) έχουμε πάρει λάθος δρόμο;

Η εισαγωγή του βιβλίου έρχεται φουριόζα (ίσως γι' αυτό περιέχει και μερικές υπερβολές) να μας συστήσει στους κεντρικούς χαρακτήρες και να μας μεταφέρει το κλίμα που επικρατεί στο σπίτι της Μυρτώς. Κλίμα πολεμικό, αφού ήδη από την πρώτη σελίδα, η ηρωίδα βρίσκεται σε αναβρασμό, ενώ πριν ολοκληρωθεί η δεύτερη, τη βλέπουμε σε έξαλλη κατάσταση να πιάνεται στα χέρια με τον μικρό της αδελφό κατακεραυνώνοντάς τον με χαρακτηρισμούς όπως «βλαμμένο», «ηλίθιο» και «προβληματικό». Ευτυχώς για την ίδια -αλλά και για εμάς-, οι τόνοι γρήγορα επιστρέφουν σε φυσιολογικότερα επίπεδα, χωρίς το κείμενο να καταντάει βαρετό.

Η εικόνα που δημιουργείται μετά τα πρώτα κεφάλαια, είναι ότι η ιστορία θα εξελιχθεί σε μια ανώδυνη κωμωδία παρεξηγήσεων του τύπου "η Μυρτώ νομίζει ότι κάτι συμβαίνει και εκτίθεται, αλλά τελικά είχε καταλάβει λάθος και οι άλλοι γελούν μαζί της", μοτίβο που επαναλαμβάνεται κάμποσες φορές. Κάπου στη μέση της διήγησης όμως, ένα μυστήριο κάνει την εμφάνισή του και το ενδιαφέρον μας αρχίζει να ανακινείται. Τελικά, όπως αποδεικνύεται στο φινάλε, το βιβλίο έχει να μας προσφέρει κάτι περισσότερο από απλή ψυχαγωγία. Η συμπρωταγωνίστρια Λουκία, έρχεται σαν άγγελος (ή σαν το πνεύμα των μελλοντικών Χριστουγέννων - αφού δείχνει στη Μυρτώ ότι θα καταντήσει σαν την κυρία Βούλα αν συνεχίσει στην ίδια πορεία) στη ζωή της Μυρτώς, να αλλάξει τον τρόπο που βλέπει και αντιμετωπίζει τον μικρό της αδελφό. Έτσι, δίνει σε εκείνη αλλά και σε μας ένα μάθημα ζωής, αφού μας θυμίζει πως όταν αντικρύζουμε τη ζωή με καλοσύνη, υπομονή και χωρίς κόμπλεξ, τα προβλήματα υποχωρούν και όλα μοιάζουν ομορφότερα.

Ολοκληρώνοντας, δεν μπορούμε να αφήσουμε ασχολίαστη την φυσικότατη περιγραφή ορισμένων χαρακτήρων: η γάτα που τρίβεται στα πόδια της κυρίας της και μυρίζει το χώμα, ο σκύλος Τζακ που ενθουσιάζεται με το παραμικρό, αλλά και η συμπεριφορά του μικρού Ορέστη στο τραπέζι, όταν ανοίγει το στόμα του να δείξει το μασημένο φαγητό ή κοιτάζει από την τρύπα της φέτας του ψωμιού, ζωντανεύουν τις σκηνές στα μάτια των αναγνωστών και φανερώνουν πως η συγγραφέας μάλλον έχει μελετήσει τα αντικείμενά της.

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Οικογένεια, Φιλία, Ζωοφιλία, Χριστούγεννα

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Κατεβαίνοντας τις σκάλες, το πρώτο πράγμα που
βλέπω απέναντι είναι το χριστουγεννιάτικο δέντρο. 
Στολισμένο. Το έχουν φτιάξει ωραίο, μπορώ να πω. 
Έχουν βάλει μόνο κόκκινα στολίδια και χρυσές κλωστές. 
Τα λαμπάκια είναι αναμμένα και κάνουν το σαλόνι να δείχνει 
πολύ γιορτινό. Πάντα ενθουσιάζομαι με τα Χριστούγεννα. 
Περισσότερο και από τον Ορέστη. Αν δεν είχαμε κι αυτούς 
τους ενοχλητικούς να μας καταστρέψουν τις γιορτές, 
θα ένιωθα πολύ χαρούμενη τώρα. Για χάρη τους έχασα 
για πρώτη φορά στη ζωή μου το στόλισμα του δέντρου. 
Ακόμα να ‘ρθουν και ήδη ξεκίνησαν να καταστρέφουν τη ζωή μου!

Η μυρωδιά που βγαίνει από την κουζίνα μού σπάει τα ρουθούνια. 
Πεινάω. Μέσα από την κλειστή πόρτα της κουζίνας ακούγονται 
χαρούμενες φωνές και γέλια. Πολύ που τους ένοιαξε που δεν είμαι 
κι εγώ εκεί. Τρεις ώρες έχει που λείπω και κανένας δεν ήρθε 
να με αναζητήσει. Ανοίγω την πόρτα με δύναμη και μπαίνω 
στην κουζίνα. Σταματούν και οι τρεις ό,τι κάνουν και γυρίζουν 
να με κοιτάξουν. Στο τραπέζι υπάρχει ένα μεγάλο μπολ με ζυμάρι. 
Η μαμά στέκεται στην κεφαλή του τραπεζιού και αριστερά και δεξιά 
πάνω σε σκαμπό κάθονται ο μπαμπάς και ο Ορέστης. 
Φτιάχνουν τους κουραμπιέδες. Η μαμά και ο μπαμπάς δηλαδή, 
γιατί ο Ορέστης κρατάει απλώς ένα κομμάτι ζυμάρι και φτιάχνει 
διάφορα σχήματα. Από την πολλή ώρα που το κρατά, το ζυμάρι 
έχει πάρει ένα ελαφρώς μαυριδερό χρώμα. Φαίνεται πολύ αηδιαστικό. 
Ελπίζω να μην το χώσει στο ταψί μαζί με τους κουραμπιέδες.

«Μυρτούλα, ξύπνησες; Την τελευταία φορά που ανέβηκα να σε δω 
κοιμόσουν του καλού καιρού», λέει χαμογελαστός ο μπαμπάς.

«Θα σου βάλω να φας», συμπληρώνει η μαμά και πάει στο νεροχύτη να πλύνει τα χέρια της.

«Φάε κουραμπιέ», προτείνει ο Ορέστης και μου χώνει το βρόμικο ζυμάρι του στη μούρη.

«Πάρε αυτό το αηδιαστικό πράγμα από μπροστά μου!» 
αναφωνώ και σπρώχνω το χέρι του μακριά «Θα φτιάξω ένα σάντουιτς», 
συνεχίζω ψυχρά και ετοιμάζομαι να βρω το ψωμί.

«Σάντουιτς;» απορεί η μαμά. «Έχουμε μπριζόλες με φέτα και ντομάτα στο φούρνο».

Να πάρει! Μπριζόλες με φέτα και ντομάτα στο φούρνο. 
Τις λατρεύω. Αλλά η απόφαση είναι απόφαση. Θα φτιάξω 
το σάντουίτς μου και θα το φάω στην ησυχία του δωματίου μου. 
Μακριά από ζυμάρια και αηδίες.

«Ευχαριστώ, θα φτιάξω σάντουιτς», επιμένω και βγάζω το τυρί 
και το βούτυρο από το ψυγείο. Νιώθω περήφανη για τον εαυτό 
μου που καταφέρνω και αντιστέκομαι.

«Φάε, κορίτσι μου, φαγητό κι άσε τα σάντουιτς. Έχεις τόσες ώρες 
που είσαι νηστική», λέει ο μπαμπάς και παίρνει από τα χέρια 
της μαμάς το πιάτο και το φέρνει μπροστά μου.

Το φαγητό είναι ζεστό και μυρίζει θεσπέσια. Το στόμα μου γεμίζει σάλια 
και το στομάχι μου βαράει ταμπούρλο.

«Μόνο αυτό έμεινε, το υπόλοιπο το καταβροχθίσαμε», γελάει ο μπαμπάς. 
Κόβει ένα κομμάτι μπριζόλα με φέτα και μου το φέρνει στο στόμα.

Οι αποφάσεις μου μαζί με όλες τις αντιστάσεις πάνε περίπατο. 
Το καταβροχθίζω με λύσσα και ύστερα αρπάζω το πιρούνι και 
βουτάω μέσα. Ε, είπαμε, δεν είναι ανάγκη να λιμοκτονήσουμε κιόλας!

«Άντε, φάε, και μετά έλα να μας βοηθήσεις. Έχασες το στόλισμα του δέντρου, 
μη χάσεις και του κουραμπιέδες», λέει η μαμά και με κοιτάει.

Βάζω τη μια μπουκιά μετά την άλλη και σχεδόν τα καταπίνω αμάσητα.

«Σαν τον Τζακ τρώει η Μυρτώ», παρατηρεί ο Ορέστης και με κοιτάει με γουρλωμένα μάτια.

«Σιγά, κοριτσάκι μου. Δε θα σου τα φάει κανένας», γελάει ο μπαμπάς.

«Φάε με την ησυχία σου και έλα να διαλέξεις σχήματα για τους κουραμπιέδες μας», 
λέει η μαμά και μου δείχνει τις φόρμες· αστεράκι, έλατο, τάρανδο, αγιοβασιλάκι, 
καμπανούλα και χιονάνθρωπο.

Δεν αντέχω να μείνω άλλο θυμωμένη. Λίγο το στολισμένο δέντρο, 
λίγο οι γλυκές μυρωδιές στην κουζίνα και τα χαμογελαστά πρόσωπα 
των άλλων, δε μου κάνει κέφι να πάω να κλειστώ στο δωμάτιό μου 
μόνη κι έρημη. Λέω να ξεθυμώσω μάλλον. Τουλάχιστον για λίγο. 
Μέχρι την ώρα που θα έρθουν οι επίτιμοι καλεσμένοι μας…

Προβληματισμοί για συζήτηση
Égalité et Réconciliation
Σχετικά με την ισότητα των δύο φύλων, το βιβλίο δεν λαμβάνει σαφή θέση. Στο ξεκίνημα, ο μπαμπάς παρουσιάζεται λίγο Ανατολίτης: αραχτός σε μια πολυθρόνα, δίνει εντολές στην κόρη και διαβάζει την εφημερίδα του επί μιάμιση ώρα (σ.5), τη στιγμή που η μητέρα πνίγεται (σ.6) στις δουλειές. Στη συνέχεια όμως χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα, φαίνεται να συμμετέχει ενεργά στα οικιακά, αφού κόβει λαχανικά (σ.94) και δοκιμάζει να μαγειρέψει τηγανίτες (σ.159). Πιθανότατα λοιπόν να πρόκειται για ένα σύγχρονο πατέρα, που έχει βρει όμως τον τρόπο να συμμετέχει στις δουλειές μόνο όποτε και όσο επιθυμεί.

Περισσότερο βάρος φαίνεται να δίνει το διήγημα στη συμφιλίωση, και συγκεκριμένα εκείνη ανάμεσα στα αδέλφια. Σε πρώτο πλάνο, παρακολουθούμε τη Μυρτώ να βρίσκει τελικά τον τρόπο (ακολουθώντας το παράδειγμα της Λουκίας και βλέποντας πώς κατάντησε η κα Βούλα) να προσεγγίσει τον μικρό Ορέστη και να βρουν τη χαρά στην αδελφικότητα. Την ίδια ώρα, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει ανάμεσα στους δευτερεύοντες χαρακτήρες, με την ανάποδη και μαγκούφα κυρία Βούλα να τα βρίσκει με τον αδελφό της Βαγγέλη.
Χρήση στην Τάξη
Όλοι έχουμε κάποιο κουμπί
Στο βιβλίο, παρακολουθούμε τον μικρό Ορέστη να υπακούει και να ανταποκρίνεται στα καλέσματα της φίλης Λουκίας. Αντίθετα, όποτε η αδελφή του Μυρτώ του ζητάει κάτι, εκτυλίσσονται σκηνές που θυμίζουν "Νταντά αμέσου δράσεως". Ποια είναι τα "κουμπιά" του μικρού που ανακάλυψε η Λουκία και που η αδελφή του αγνοεί; Έχουν άραγε όλοι οι άνθρωποι τέτοια "κουμπιά";

Στην τάξη, ο εκπαιδευτικός μπορεί να καλέσει ζευγάρια μαθητών να παίξουν τους ρόλους των δύο αδελφιών (ή υπαλλήλου/πελάτη, δασκάλου/μαθητή, κλπ) εναλλάσσοντας την "απότομη" προσέγγιση με την "ευγενική". Έτσι τα παιδιά θα βιώσουν πόσο διαφορετικά αισθάνεται κάποιος όταν τον προσεγγίζουμε με βιασύνη και προστακτικό ύφος ή αντίθετα με πραότητα, ευδιαθεσία και σεβασμό. ...αρκεί να μην το παρακάνουμε όπως η δις Βασιλείου!

A Spoonful of Sugar helps the Medicine go down
Οι μαθητές μπορούν επίσης με λίγη βοήθεια από τον εκπαιδευτικό να δοκιμάσουν να μετατρέψουν κάποιες από τις καθημερινές εργασίες σε παιχνίδι ή διαγωνισμό, και να τις δουν έτσι να πραγματοποιούνται πιο ευχάριστα. Το συγκεκριμένο τέχνασμα το συναντάμε ήδη από παλιά στην παιδική λογοτεχνία (βλ. άσπρισμα φράχτη στον Τομ Σόγιερ), αλλά και ως τραγουδάκι στη Μαίρη Πόππινς:
In every job that must be done
There is an element of fun
you find the fun and snap!
The job's a game
Στο βιβλίο, ένα τέτοιο κόλπο χρησιμοποιεί η Μυρτώ για να δελεάσει τον αδελφό της, ώστε να τη βοηθήσει στο καθάρισμα του πατώματος της κουζίνας από τις τηγανίτες (σ.166-168). Το πιο σημαντικό κατά τη γνώμη μου, είναι ότι στον "αγώνα" αυτόν η μεγάλη αδελφή επιλέγει να χάσει, για να δώσει τη χαρά της νίκης στον Ορέστη. Αλτρουισμός ή χρησιμοθηρία; Για το πρώτο, περισσότερα θα αναφέρουμε στην Τάξη που νίκησε την κρίση, τον επόμενο μήνα. Προς το παρόν, θυμίζουμε -μέρες που είναι- μια αντίστοιχη "ήττα" στην πάλη από έναν 12χρονο μαθητή, προς όφελος ενός συμμαθητή του με εγκεφαλική παράλυση.
https://www.youtube.com/watch?v=VLmzjsKV8Ps


Share/Bookmark

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Ο πειρατής Περπερούα και τα κάλαντα

Υπόθεση
Είναι Πρωτοχρονιά, και ο λοστρόμος ο Πυξίδας ονειρεύεται νόστιμα φαγητά και λαχταριστούς κουραμπιέδες. Όμως, ο πειρατής Περπερούα έχει άλλα σχέδια. Θέλει να βρουν το χαμένο χάρτη του Τορ, που είναι κρυμμένος σε μια σκοτεινή θαλασσοσπηλιά. Λογαριάζουν όμως χωρίς τον ξενοδόχο, αφού μια φοβερή έκπληξη τους περιμένει...

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αλεξάνδρα Μπίζη
Εικονογράφηση: Ναταλία Καπατσούλια
ISBN: 978-960-16-3514-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 2009
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 3 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ'

Κριτική
Χαριτωμένη ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο Δελφινάκια - 800 λέξεις). Η γραφή είναι απλή και τα νοήματα κατανοητά, ώστε να μην δυσκολεύουν τους μικρούς αναγνώστες. Η επιμέλεια είναι όπως πάντα πολύ προσεγμένη, και η πολύχρωμη εικονογράφηση κάνει την ανάγνωση ξεκούραστη, σαν να κρατούσαμε στο χέρι μας όχι ένα βιβλίο, μα ένα κόμικ. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές τρεις δραστηριότητες. Η πρώτη, αρκετά δημιουργική, συνδυάζει μια συνταγή για κουραμπιέδες με ένα κρυπτόλεξο. Η δεύτερη είναι μια άσκηση αναγραμματισμού, εμπνευσμένη από τα σαρδάμ του παπαγάλου Σαρδάμ. Η τελευταία (την οποία εγώ δεν κατάφερα να φέρω εις πέρας χωρίς τη βοήθεια από το λυσάρι) είναι μια δραστηριότητα αντιστοίχησης που απαιτεί αρκετή παρατηρητικότητα και φαντασία.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Α’, Β’ και Γ' τάξης, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και μεγαλύτεροι μαθητές που συμπαθούν τον Περπερούα και παρακολουθούν τις περιπέτειές του από μικρότερες τάξεις.
Ο Περπερούα, σαν όλους τους ήρωες που σέβονται τον εαυτό τους (και τους πιστούς οπαδούς τους) δεν θα γινόταν να μην έχει κι αυτός μια χριστουγεννιάτικη περιπέτεια. Έτσι, στη σύντομη αυτή ιστορία, τον παρακολουθούμε να περνάει τις άγιες τούτες μέρες προσπαθώντας να ανακαλύψει το χάρτη ενός θησαυρού.

Τα προβλήματα για τον ίδιο και το τσούρμο του, ξεκινάνε όταν στο σκηνικό εμφανίζεται η όμορφη Μάρθα Ρουθ, το αντίπαλο δέος του Περπερούα, που ως εξυπνότερη και ικανότερη (ίσως ένα μήνυμα για τις σχέσεις των δύο φύλων), καταφέρνει να τους αιχμαλωτίσει! Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο ήρωας να συλλαμβάνεται και να μένει αιχμάλωτος σε όλο το έργο, κάτι που οι θαυμαστές του μάλλον δεν θα εκτιμήσουν... Θα τους διασκεδάσουν όμως τα διαφορετικά κάλαντα, που σκέφτεται η παρέα των πειρατών για να γλιτώσει τη ζωή της. Κάλαντα, με τα οποία οι άγριοι πειρατές δείχνουν να γυρίζουν πίσω στα παιδικά τους χρόνια. Κάποια αγόρια της Ε’ που διάβασαν την ιστορία στην τάξη, ενθουσιάστηκαν με τα λόγια από τα τραγούδια αυτά, ίσως επειδή ξεφεύγουν λίγο από το τυπικό ρεπερτόριο των ημερών.

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Διαφορετικότητα, Χριστούγεννα, Ισότητα Φύλων

Απόσπασμα 
Ο πειρατής Περπερούα, ο λοστρόμος του
ο Πυξίδας, η μαϊμού του η Ευτυχία και
ο παπαγάλος του ο Σαρδάμ ήταν μέσα σε μια σκοτεινή
θαλασσοσπηλιά και έψαχναν το χαμένο χάρτη
του ξακουστού Τορ.

Ο Πυξίδας περπατούσε και αναστέναζε:

- Πάντως, καπετάνιε, σ’ το λέω! Δε συμφωνώ
μαζί σου! Σήμερα που είναι Πρωτοχρονιά,
έπρεπε να καθόμαστε ζεστά ζεστα΄στο πρωτοχρονιάτικο
τραπέζι μας και όχι να τρέχουμε
στις θαλασσοσπηλιές και να ψάχνουμε χάρτες!

- Σ’ το υπόσχομαι, Πυξίδα! Μόλις βρούμε το
χάρτη, θα σου κάνω το καλύτερο πρωτοχρονιάτικο
τραπέζι στον κόσμο ολόκληρο!

- Μακάρι, καπετάνιε! Μακάρι!

- Καμάρι! Καμάρι! φώναξε ο Σαρδάμ.

Ο Περπερούα σταμάτησε ξαφνικά και έφερε
το δάχτυλο στα χείλη του.

- Σσςςς! Ησυχία! Νομίζω πως κάτι ακούω!
Κάποιος είναι εδώ!

- Σωστά! Πολύ σωστά, πειρατή Περπερούα
Πόντε Πούντα ντε Τόρμες Άτρωτε! είπε μια φωνή.

- Ποιος είναι;

Ένα δυνατό γέλιο αντήχησε στη θαλασσοσπηλιά.

- Ποιος είσαι; Βγες να σε δω!

- Πρώτα θα δεις το ξίφος μου! είπε η φωνή.


Share/Bookmark

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Τέσσερα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα

Υπόθεση
Τέσσερα χριστουγεννιάτικα διηγήματα με θεματική από τα γεγονότα του πολέμου του '40, της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου. Στο πρώτο, ο Νότης λέει τα κάλαντα μαζί με τον εβραίο φίλο του Τζάκο, και δίνει τα χρήματα που μάζεψε για να αγοράσει δώρα και να ξεπληρώσει τα φάρμακα του πατέρα του. Στο δεύτερο, ο 13χρονος Αγγελής ψάχνει μέσα στην κατοχική Αθήνα να βρει δουλειά για να βοηθήσει τα αδέλφια του, ενώ στη συνέχεια επιχειρεί να φέρει τη γιαγιά του από το χωριό στην πόλη. Στην τρίτη ιστορία, δυό ηπειρώτικα χωριά (Ρόμπολο και Βασιλίτσα) συγκρούονται κατά τον εμφύλιο και κάποια παιδιά αποφασίζουν να μοιράσουν τα χρήματα από τα κάλαντα στους λαβωμένους των δύο παρατάξεων. Στην τελευταία ιστορία, τα δύο κορίτσια μιας αστικής οικογένειας στο Μπρούκλιν, μαθαίνουν μέσα από διηγήσεις για την καταγωγή τους από το Μιστρά και ακούνε ιστορίες του πολέμου από έναν θείο τους που καταφθάνει σαν επισκέπτης.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Ντίνος Δημόπουλος
Εικονογράφηση: Άννα Μενδρινού
ISBN: 960-360-916-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 1996
Σελίδες:163
Τιμή: περίπου 11 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Οι ιστορίες του Ντινόπουλου μπορεί να είναι χριστουγεννιάτικες, δεν είναι όμως καθόλου χαρούμενες. Το αντίθετο μάλιστα: με εξαίρεση ίσως την τελευταία, είναι γεμάτες πόνο και απώλεια. Θα λέγαμε λοιπόν ότι το περιεχόμενο απευθύνεται περισσότερο σε μεγαλύτερα παιδιά και εφήβους, ενώ και η γλώσσα, παρότι σε κάποιες από τις διηγήσεις (βλ. απόσπασμα) μιμείται την οπτική μικρού παιδιού, θυμίζει ύφος παλαιότερων δεκαετιών. Η έκταση των κεφαλαίων (30-40 σελίδες) είναι οπωσδήποτε αποτρεπτική για λιγότερο έμπειρους αναγνώστες, ενώ η απουσία εικονογράφησης (μόλις ένα μονόχρωμο χαρακτικό για κάθε ιστορία), σίγουρα δεν θα κάνει την ανάγνωση πιο ξεκούραστη. Όλα αυτά τα στοιχεία μας οδηγούν να συμπεράνουμε, ότι παρότι τα ανθρωπιστικά μηνύματα που περνάει το βιβλίο θα μπορούσαν να συγκινήσουν τους μαθητές όλων των μεγάλων τάξεων του δημοτικού, δεν είναι εύκολο γι' αυτούς να προσεγγίσουν το κείμενο. Σε κάθε περίπτωση, καλό θα ήταν κάποιος μεγαλύτερος να βρίσκεται κοντά στα παιδιά όταν θα διαβάσουν το βιβλίο, ώστε να τους λύσει τυχόν απορίες και να συζητήσει μαζί τους για τα δύσκολα ζητήματα του πολέμου, της απώλειας, της αδικίας, κλπ.

Το βιβλίο προτείνεται σε παιδιά κυρίως της Στ' δημοτικού και μαθητές Γυμνασίου.
"Σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να σταλάξει στην αλαζονεία μιας αδιάφορης κοινωνίας, της τωρινής κοινωνίας της αφθονίας και του περιττού, κάτι από το ιερό ρίγος, από τη χαμένη τρυφερότητα εκείνης της εποχής, όπου ο άνθρωπος της ανάγκης, της στέρησης και της φτώχειας ένιωθε πλούσιος. Γιατί μπορούσε να ονειρεύεται. Αντίθετα με τον σημερινό πλούσιο, που νιώθει πολλές φορές τόσο φτωχός. Και έρημος."

Με αυτές τις γραμμές προλόγιζε το βιβλίο του ο ηθοποιός και σκηνοθέτης, πίσω στο 1996. Και όντως την εποχή εκείνη, η πατρίδα μας διήνυε μια περίοδο οικονομικής ευμάρειας που ίσως ενίσχυε την αδιαφορία στις ανθρώπινες σχέσεις. 17 χρόνια αργότερα, και αφού ξυπνήσαμε απ' το όνειρο του ψευτο-πλούτου κάπως απότομα, βρισκόμαστε πλέον λίγο πιο κοντά, έστω κι ένα βήμα, στις εποχές της στέρησης που περιγράφονται σ' αυτά τα χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Ίσως λοιπόν και να μπορούμε να κατανοήσουμε λίγο καλύτερα τα συναισθήματα και τις αποφάσεις των ηρώων τους. Αναρωτιέμαι αν άραγε, μαζί με την κρίση που μας στοιχειώνει, γίνεται να ξυπνήσει μέσα μας και ένα μέρος της ανθρωπιάς που, όπως τουλάχιστον αναφέρεται πιο πάνω, μας διέκρινε σε παλαιότερες περιόδους δοκιμασίας. 

Πριν ολοκληρώσουμε θα πρέπει να αναφερθούμε σε κάποιες σκληρές σκηνές που υπάρχουν στις ιστορίες και για τις οποίες καλό είναι να είστε ψυχολογικά προετοιμασμένοι. Ένας πατέρας που σκοτώνεται σε βομβαρδισμό μπροστά στα μάτια του γιου του (1η ιστορία), μια γιαγιά νεκρή που το πτώμα της πετάγεται σαν σακί με πατάτες σε ένα κάρο μεταφοράς -αφού το σπίτι της έχουν λεηλατήσει γνωστοί και άγνωστοι (2η ιστορία), ένα χωριό που έχει γεμίσει κοράκια εξαιτίας των άταφων πτωμάτων (3η ιστορία)... σίγουρα δεν είναι εικόνες που μας έρχονται στο μυαλό κάτω από τον τίτλο "χριστουγεννιάτικα διηγήματα". Μόνο η τελευταία ιστορία προσεγγίζει κάπως το χαρωπό - καταναλωτικό πνεύμα στο οποίο -κακώς- έχουμε εθιστεί να βυθιζόμαστε κατά τις ημέρες αυτές. Ακόμα και τούτο όμως το κείμενο, περιλαμβάνει τη διήγηση μιας απόδρασης που προσωπικά μου θύμισε λίγο Rambo III...

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο με χρήσιμα μηνύματα αλλά και αρκετό ρεαλισμό, που καλό θα είναι να αξιοποιηθεί με προσοχή και στον κατάλληλο χρόνο.

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Φιλία, Διαφορετικότητα, Ανθρωπισμός, Απώλεια, Χριστούγεννα, Ειρήνη

Εικονογράφηση

Απόσπασμα 
Ο Νότης είχε φίλο τον Τζάκο. Ήταν και συμμαθητές. Στην τάξη πέρσι κάθονταν στο ίδιο θρανίο.

Ο πατέρας του Τζάκου ήταν Εβραίος και είχε το φαρμακείο του στην πλατεία Πεσόντων του Μπιζανίου. Φάτσα στο μαρμάρινο μνημείο ακριβώς.

Κι ο Τζάκος ήταν Εβραίος κι αυτός, αφού είχε πατέρα Εβραίο. Αλλά δεν του φαινόταν. Οι Εβραίοι έχουν γαμψή μύτη, μεγάλα νύχια, κι όταν γεράσουν γίνονται καμπούρηδες. Κι είναι όλοι τους τσιγκούνηδες.

Ο Τζάκος ούτε γαμψή μύτη είχε ούτε μεγάλα νύχια, τα ‘κοβε, και δεν ήταν καθόλου τσιγκούνης. Το χαρτζιλίκι που του ‘δινε ο πατέρας του κάθε Σάββατο το μοιραζόντουσαν μαζί με το Νότη. Ο Νότης δεν είχε χαρτζιλίκι, γιατί ο μισθός του πατέρα δεν έφτανε. Και τώρα που αρρώστησε τον έδιωξαν από την Αγροφυλακή. Και του κόψανε και το μισθό, γιατί θα του έδιναν σύνταξη. Έβγαλαν λοιπόν τα χαρτιά, αλλά η σύνταξη αργούσε. Και στο σπίτι δεν είχαν λεφτά ούτε για τα χαπάκια και τις ενέσεις. Κι ο πατέρας του Τζάκου, ο φαρμακοποιός, τους έδινε τα φάρμακα με πίστωση. Δηλαδή τα λεφτά δεν τα δίνανε τώρα, θα τα έπαιρνε όταν έβγαινε η σύνταξη του πατέρα.

- Αυτός δεν είναι Εβραίος, έλεγε η μάνα. Αυτός είναι καλύτερος κι από χριστιανός. Ο Θεός να τον έχει καλά!...

- Ποιος Θεός, μάνα; της έλεγε ο Νότης για να την πειράξει.

- Ένας είναι ο Θεός για όλους τους ανθρώπους…

Εκεί, στον απάνω μαχαλά, μέσα στο Κάστρο, που ήταν η γειτονιά του Νότη, άκουες ό,τι ήθελες να λένε για τους Εβραίους. Πως, άμα πήγαινες σπίτι τους, λέει, κι ήσουνα μικρός, να, σαν τον Τασούλη, να πούμε, τον αδερφό του Νότη, ή και τον ίδιο το Νότη, σ’ έπαιρναν οι Εβραίοι και σε βάζανε στα βελόνια και σου έπιναν το αίμα.

Ο Νότης όμως έλεγε πως αυτά ήταν ψέματα με περικεφαλαία.

Γιατί ο Νότης είχε πάει στο σπίτι του Τζάκου, και μια και δυο φορές, σχεδόν κάθε Σάββατο πήγαινε, που οι Εβραίοι το έχουν όπως έχουμε εμείς την Κυριακή, και δεν είδε πουθενά βελόνια, κι ούτε η μάνα του, η κυρία Ρεβέκκα, ούτε η αδερφή του, η Ραχήλ, ούτε ο μεγάλος του αδερφός, ο Σαμουήλ, ο φαντάρος, του ήπιαν το αίμα. Ο πατέρας του, ο φαρμακοποιός, δεν ήταν εκεί. Είχε πάει στη συναγωγή. Γι’ αυτόν δεν ήξερε και πολλά ο Νότης. Αλλά για τους άλλους τρεις έπαιρνε όρκο.

Και μάλιστα, εκείνο το Σάββατο, η κυρία Ρεβέκκα τους έβγαλε να τους τρατάρει ωραίο γλυκό, κίτρο, με κουλουράκια εφτάζυμα, είναι της θρησκείας τους αυτά.

Κι ο Νότης πρώτη φορά τα έβλεπε και δεν τα’ βαζε στο στόμα του, και του είπε ο Σαμουήλ, ο φαντάρος, «δάγκωσε, μωρέ, μη φοβάσαι, δεν έχουν δηλητήριο», κι όλοι γέλασαν εκεί μέσα, κι ο Νότης ντράπηκε και το ‘φαγε ολόκληρο το εφτάζυμο, «άμα είναι να πεθάνω, ας πεθάνω» είπε, αλλά δεν πέθανε. Και το κουλούρι ήταν και πολύ νόστιμο! Και ζήτησε άλλο ένα.

Ύστερα η Ραχήλ, που είχε κόκκινα κατσαρά μαλλιά κι ήταν ψηλή και πήγαινε πρώτη γυμνασίου, κάθισε στο πιάνο και τους έπαιξε ένα τραγούδι του Σούμπερτ, έτσι είπε η Ραχήλ.

- Ο Σούμπερτ είναι σπουδαίος μουσικός, Βιεννέζος, εξήγησε ο Τζάκος, γιατί ήξερε πως ο Νότης, δεν είχε ιδέα ποιος ήταν ο Σούμπερτ, κι η Ραχήλ είπε:

- Ναι, Βιεννέζος είναι ο Σούμπερτ και το τραγούδι αυτό είναι ένα από τα πολλά του λίντερ.

Ο Τζάκος ήξερε να παίζει κι αυτός πιάνο, αλλά στο πιάνο ήταν καλύτερη η Ραχήλ. Ο Τζάκος είχε φυσαρμόνικα. Όχι αυτή που τη βάζουν στα χείλια, αυτή είναι εύκολη, είχε την άλλη, με τη φυσούνα, που παίζεται με τα δύο χέρια, σαν το ακορντεόν να πούμε, πιο μικρή όμως και χωρίς τόσα μπιχλιμπίδια όσα το ακορντεόν.

- Να, αυτή είναι, είπε στο Νότη καθώς την πήρε από το κομό και του την έδειχνε.

- Παίζει σολφέζ ακόμα, είπε η Ραχήλ για να τον πειράξει.

Αλλά ο Νότης δεν κατάλαβε αν ο Σολφέζ ήταν Βιεννέζος κι αυτός σαν το Σούμπερτ. Κι ούτε και ρώτησε.

Ύστερα η κυρία Ρεβέκκα, η μητέρα του Τζάκου, τους τράταρε σουμάδα κι ο Σαμουήλ, ο φαντάρος, είπε πως δεν τα βλέπει καλά τα πράγματα και πως σύντομα θα ‘χουμε επιστράτευση.

-  Τι θα πει «επιστράτευση»; ρώτησε ο Νότης.

- Να, θα καλέσουν στα όπλα κι άλλες κλάσεις.

Αλλά εδώ μπερδεύτηκε πιο πολύ ο Νότης και σώπασε. Δεν καταλάβαινε τίποτα, και δεν ήθελε να ρωτήσει άλλο, να μην τον πούνε και χαζό.

Προβληματισμοί για συζήτηση 
Αντισημιτισμός και Λαϊκή Παράδοση
Στο απόσπασμα βλέπουμε τον Νότη να απορεί για τα όσα φυσιολογικά βλέπει να συμβαίνουν στην οικογένεια του εβραίου φίλου του Τζάκου, μια και έρχονται σε αντίθεση με τις προκαταλήψεις που την εποχή εκείνη επικρατούν. Σύμφωνα με αυτές, οι Εβραίοι έχουν γαμψή μύτη, μεγάλα νύχια και είναι τσιγκούνηδες...δεν κερνούν τους επισκέπτες τους κανονικά κουλουράκια, αλλά δηλητηριασμένα... και φυσικά δεν πίνουν σουμάδα, αλλά αίμα παιδιών! Τίποτα όμως δεν συμβαίνει απ' όλα αυτά, και ο μικρός αρχίζει να αναρωτιέται. Τι ισχύει τελικά; Έχει άραγε άδικο η λαϊκή παράδοση όταν μιλάει για νεράιδες, μάγισσες, δράκους, βρουκόλακες, γίγαντες, αράπηδες και Οβριούς;

Ο άμαθος λαός πάντα δημιουργεί θρύλους για να εξηγήσει το άγνωστο, και πολύ συχνά το στοχοποιεί και το καταδιώκει. Από τη στιγμή που ακόμα και τα μνημεία των προγόνων μας, οι αμόρφωτοι Ρωμιοί της τουρκοκρατίας τα θεωρούσαν σπίτια πελώριων γιγάντων (των Ελλένηδων - σ.35 στη μελέτη του Κακριδή Οι αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση) και τα ρήμαζαν, τι πιθανότητες θα είχε ένα ξένο θρήσκευμα μιας κλειστής κάστας ανθρώπων, να θεωρηθεί ευπρόσδεκτο;

Το πρόβλημα προφανώς δεν είναι ούτε η λαϊκή παράδοση, ούτε οι Εβραίοι. Είναι η αμορφωσιά, η απουσία κριτικής σκέψης και η έλλειψη επαφής και αγάπης ανάμεσα στους ανθρώπους. Μόνο σε τέτοιο έδαφος μπορεί να ριζώσουν οι γενικεύσεις, οι αποκλεισμοί, οι διωγμοί και οι γενοκτονίες. Γι' αυτό και μια ανθρωπιστική Παιδεία, πλούσια σε εμπειρίες, πρέπει να είναι το ζητούμενο κάθε εποχής.

Θυμίζουμε πως αντίστοιχες προκαταλήψεις αντιμετωπίζουν και τα Χορνόπουλα (παιδιά της οικογένειας Χορν) στον Τρελαντώνη της Π.Σ. Δέλτα (σ.65-66)
- Μα ο Στάμος λέγει πως, αν δείξεις του Εβραίου ένα σταυρό, αυτός πέφτει ξερός! Γιατί έχει ένα διάβολο μέσα του και, σα δει ο διάβολος το σταυρό, σκάζει!
Ο Γιάννης την κοίταξε και είπε: Τι ανοησίες!
- Ναι! επέμεινε η Αλεξάνδρα. Κι εμείς ξέραμε κάτι κορίτσια Εβραίες, που πήγαιναν κι έπαιζαν στο ίδιο περιβόλι όπου πηγαίναμε κι εμείς, και μας είπε ο Στάμος να δοκιμάσουμε και να δούμε. Και πήραμε το σταυρό της βαφτίσεώς μου...
(...)
- Κι έπεσαν ξερές; ρώτησε ο Γιάννης.
Η Αλεξάνδρα μαζεύθηκε.
- Όχι! ομολόγησε. Έφυγαν. Μα ο Στάμος λέγει πως δεν τον είχαν κοιτάξει καλά και γι' αυτό δεν έσκασαν...
Χρήση στην τάξη
Πριν το σχολείο διακόψει τη λειτουργία του για τις γιορτές, μπορούμε με αφορμή αποσπάσματα από αυτό το βιβλίο, να αφιερώσουμε κάποιες ώρες για να κουβεντιάσουμε με τους μαθητές το πώς οι συμπατριώτες μας περνούσαν τα Χριστούγεννα σε άλλες εποχές. Δώρα, βιτρίνες, έλατα και μηχανικοί τάρανδοι δεν υπήρχαν πάντοτε, ειδικά πριν η κουλτούρα της κατανάλωσης αρχίσει να μας πολιορκεί. Όμως οι καρδιές των ανθρώπων έρχονταν πραγματικά κοντά, μόλις η μεγάλη οικογένεια μαζευόταν γύρω από το γιορτινό τραπέζι. 

Αν η συζήτηση οδηγηθεί στην οικονομική κρίση (κάτι πολύ πιθανό στις μέρες μας), μπορούμε να ανταλλάξουμε εμπειρίες για φτωχούς ανθρώπους, που αντί να χαίρονται τις γιορτές, προσπαθούν να επιβιώσουν αβοήθητοι. Κείμενα όπως Το φλουρί του φτωχού από το βιβλίο της Γλώσσας (Στ' τάξη, β' τεύχος) μπορεί να διευκολύνουν στην ευαισθητοποίηση των παιδιών και να τα βοηθήσουν να προσεγγίσουν την οπτική των ανθρώπων με ανάγκη. Προς την κατεύθυνση αυτή μπορεί να συμβάλλουν και βιωματικές δραστηριότητες, όπως η αναπαράσταση με παντομίμα του κλασικού παραμυθιού του Άντερσεν Το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Ο παρακάτω σύνδεσμος από μια ομώνυμη βωβή ταινία του 1902, δείχνει πόσο λιτά μπορεί να στηθεί ένα τέτοιο θεατρικό.

Share/Bookmark