Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Ένα - ένα - τέσσερα

Υπόθεση
Αθήνα, Φλέβαρης του 1963. Η νεαρή Άννα λαμβάνει μέρος σ' ένα μαθητικό συλλαλητήριο, και μέσα στη βοή του συνθήματος "Ένα-Ένα-Τέσσερα", αφήνεται να ταξιδέψει στα περασμένα και να θυμηθεί τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής της από την επαρχία στην πρωτεύουσα.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Βούλα Μάστορη
Εικονογράφος: Γιάννης Λέκκος (εξώφυλλο)
Σελίδες: 134
1η έκδοση: 1993
ISBN: 960-293-845-5
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Ιστολόγιο αφιερωμένο στο συγκεκριμένο βιβλίο εδώ
Τάξεις: Γυμνάσιο

Κριτική
Το τρίτο από τέσσερα βιβλία της Βούλας Μάστορη που διηγούνται τη ζωή της Άννας, καλύπτοντας συνολικά μια εικοσαετία ελληνικής ιστορίας μεταξύ 1954-1974. Η γλώσσα του διηγήματος είναι απλή, όμως σε κάποια σημεία ο λόγος μοιάζει λίγο αποσπασματικός. Μέσα από την τεχνική των διαδοχικών φλας μπακ, η πρωταγωνίστρια ανατρέχει στα γεγονότα που τη σημάδεψαν τον πρώτο καιρό που βρέθηκε στην Αθήνα. Έτσι, όση ώρα διαρκεί το συλλαλητήριο στο οποίο παίρνει μέρος, οι αναγνώστες ταξιδεύουν στο πρόσφατο παρελθόν της. Από τις αναδρομές αυτές επιστρέφουν στο παρόν (1963) σχεδόν πάντα με το σύνθημα "Ένα-Ένα-Τέσσερα", κάτι που σε κάποιους ίσως φανεί κουραστικό, αφού με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η φράση επαναλαμβάνεται τελικά γύρω στις 40 φορές. Χωρισμός σε κεφάλαια δεν υπάρχει, ούτε και εικονογράφηση, κάτι που δικαιολογείται από τη στιγμή που το κείμενο απευθύνεται σε εφήβους.

Θα μπορούσαμε να προτείνουμε το βιβλίο σε μαθητές γυμνασίου και λυκείου που επιθυμούν να αποκτήσουν μια ιδέα για την κατάσταση που επικρατούσε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του '60. Οι μαθήτριες έχουν περισσότερες πιθανότητες να ταυτιστούν με την ηρωίδα και να αποκομίσουν έτσι μια πιο ολοκληρωμένη εμπειρία ανάγνωσης, αν φυσικά βρουν αρκετά κοινά σημεία με την οπτική της. Το ιστορικό πλαίσιο δίνεται πολύ κατατοπιστικά στην αρχή της ιστορίας, κι έτσι θεωρούμε ότι οποιοσδήποτε μαθητής θα μπορέσει να παρακολουθήσει τα τεκταινόμενα χωρίς πρόβλημα.
Διαδήλωση του 1963 με σύνθημα το 1-1-4
Το διήγημα ξεκινάει από ένα πρωινό του 1963, με την Άννα να βρίσκεται στο προαύλιο του σχολείου της. Άμεσα αρχίζουν οι αναδρομές της, που μας ταξιδεύουν δύο χρόνια πίσω, ως το 1961, και μας ξεναγούν στις πρώτες της στιγμές στο αθηναϊκό σχολείο. Η εποχή της δεκαετίας του '60 δίνεται με μεγάλη παραστατικότητα, ενώ γίνεται αναφορά σε πολλά ζητήματα που έκαναν την εποχή κομβική. Αστικοποίηση, χειραφέτηση των γυναικών, πολιτική ρευστότητα, κοινωνικές ανισότητες... Όλα αυτά, μέσα από τα μάτια μιας επαρχιώτισσας έφηβης που διψάει για εμπειρίες και ελευθερία.

Οι χαρακτήρες είναι καλοφτιαγμένοι και σε πολλά σημεία το σκηνικό θυμίζει παλιό ελληνικό κινηματογράφο, ωστόσο οι αξίες δεν υποστηρίζονται πάντα με καθαρότητα. Έτσι π.χ. συναντάμε στην ίδια σελίδα (13) την Άννα, να αρνείται να δαγκώσει από το σουβλάκι ή τον λουκουμά που της προσφέρουν οι φιλενάδες της, αλλά να μην ντρέπεται να ζητιανεύσει σε όλο το σχολείο λίγες δεκάρες, για να αγοράσει δικό της κουλούρι. Η εφηβεία είναι μπερδεμένη ηλικία, μπορεί να απαντήσει κανείς.

Το μεγαλύτερο μέρος της διήγησης αφορά περιστατικά στο σχολείο της πρωταγωνίστριας. Μαθαίνουμε έτσι πώς λειτουργούσαν τα γυμνάσια της εποχής και πόσο σημαντικό ρόλο έπαιζε η προσωπικότητα του εκπαιδευτικού τόσο στον τρόπο που γινόταν το μάθημα όσο και στην εντύπωση που σχημάτιζαν οι μαθητές για ένα γνωστικό αντικείμενο. Όχι ότι στις μέρες μας δεν παίζει αντίστοιχο ρόλο, σιγά σιγά όμως οι αυθαιρεσίες και τα καψόνια θεωρώ πως περιορίζονται.

Ένα σημείο της διήγησης που αξίζει αναφοράς είναι μεταξύ των σελίδων 86-106. Μέσα σε αυτές, συναντάμε αρκετές δύσκολες σκηνές με υπερβολικές αντιδράσεις των ηρώων και γλώσσα που τις κάνει ακόμα πιο δύσπεπτες. Για αρχή, μια κατάκοιτη γιαγιά η οποία έχει "ανοίξει" στο κρεβάτι και πρέπει να τη γυρίσουν. Μαθαίνουμε μάλιστα πως η μητέρα μια φορά την μπάτσισε για να την καταφέρει να φάει, αλλά μετά έβαλε η ίδια τα κλάματα. Όταν λίγο αργότερα η γιαγιά αυτή πεθαίνει, η Άννα ακούει  τις κραυγές της μαμάς της "Μανούλα μου!" που της κόβουν τα γόνατα και μας τρομάζουν κι εμάς. Αμέσως μετά, σε μια σκηνή που προκαλεί μάλλον αναγούλα, η πρωταγωνίστρια υποχρεώνεται να φιλήσει το χαλκοπράσινο λείψανο (σ.σ. της γιαγιάς) που μύριζε ξίδι και φυσικά της έρχεται ναυτία. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, την ώρα της κηδείας, η Άννα θυμάται τις βόλτες της στο νεκροταφείο του χωριού, όπου έπαιρναν σβάρνα τους τάφους και χάζευαν σ' εκείνους που 'χαν θαμμένα παιδιά. Κοίταζαν τα χαμογελαστά παιδικά πρόσωπα μέσα από τα γυάλινα προσκυνητάρια και διάβαζαν τ' αφιερώματα των γονιών τους αποκάτω. "Αυτό πέθανε εφτά χρονώ!" "Αυτό τεσσάρων!" "καλέ, πιο μικρό κι από μας!" Και χαίρονταν που αυτές είχαν γλιτώσει το Χάρο... Τελικά, μια φοβία την πιάνει μήπως η γιαγιά δεν έχει πεθάνει και ξυπνήσει μέσα στον τάφο, -και μόλις την κατέβαζαν εκεί μέσα, ν' άρχιζε να στριγκλίζει-, κι έτσι διακόπτει την κηδεία ολοκληρώνοντας το σκηνικό με ένα κωμικοτραγικό φινάλε.

Ανάμεσα στα παραπάνω επεισόδια, γίνεται αναφορά σε μερικές άλλες περίεργες ιστορίες: στους περαστικούς -βρομιάρηδες, που τσιμπούν τα κορίτσια (την Άννα και τη φίλη της Μαίρη) στο δρόμο για να τα πειράξουν, στην πρώτη επαφή της Άννας με το φρούτο μπανάνα -ήθελε να τη φτύσει. Τι γλιτσιασμένο πράμα ήτανε αυτό!- και σε ένα σκηνικό γνήσιου οικιακού τρόμου, όπου την Άννα κυνηγάει μια κατσαρίδα την ώρα που βρίσκεται στην τουαλέτα -Όταν είχε φτάσει σχεδόν στη βάση της, η Άννα, μ' όση δύναμη της απέμενε, ανέβηκε όρθια στη λεκάνη πατώντας στο γλιστερό χείλος της. Παράλληλα, έβγαλε μερικές ακόμη σπαρακτικές κραυγές. Η κατσαρίδα έφτασε στη λεκάνη και σήκωσε τα μπροστινά της πόδια πάνω στην άσπρη πορσελάνη. Ο πανικός έπνιξε την Άννα.

Ίσως κάποια παιδιά βρουν τα παραπάνω διασκεδαστικά, δεν ξέρω. Προσωπικά όμως, ως αναγνώστης προβληματίστηκα και ως εκπαιδευτικός ακόμα περισσότερο. Ας ελπίσουμε πως οι έφηβοι που θα το διαβάσουν δεν θα θεωρήσουν τη ζωή στις περασμένες δεκαετίες μια απέραντη κόλαση.

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Διαφορετικότητα, Ιστορία, Εκπαίδευση

Απόσπασμα
Μετά τον αγιασμό τούς είπαν σε ποιες τάξεις να περάσουν. Σήμερα θα τους έδιναν το πρόγραμμα κι αύριο θα ήταν όλες με τα βιβλία και τα τετράδιά τους. Θα έκαναν ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΜΑΘΗΜΑ ΑΥΡΙΟ, λέει! Η «καλή χρονιά» του γυμνασιάρχη πνίγηκε στις κουβέντες των μαθητριών και στο σούρσιμο των ποδιών τους, καθώς τραβούσαν τάξεις τάξεις προς τις σκάλες. Η τάξη της Άννας θα έκανε μάθημα στο δεύτερο όροφο, στο κτίριο πίσω από το πεύκο. Εκεί έκαναν πάντα η έκτη, η εβδόμη και η ογδόη. Άρχισε ν’ ανεβαίνει αργά την τσιμεντένια φαρδιά σκάλα μαζί με τις συμμαθήτριές της.


- Άντε! Κουνηθείτε! Πιο γρήγορα, φοράδες! ακούστηκε από το πλατύσκαλο κάτω.

- Σιγά, κύριε καθηγητά! ακούστηκε μια διαμαρτυρία, κι αμέσως μετά μια άλλη.

- Εμπρός! Εμπρός! Δε θα σπάσετε τ’ αυγά, αν πάτε πιο γρήγορα! ακούστηκε ακριβώς πίσω από την Άννα τώρα.

Την ίδια στιγμή, ένα χτύπημα στην πλάτη της της έκοψε την ανάσα.

Γύρισε ξαφνιασμένη κι αγριεμένη και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο μ’ έναν ψαρομάλλη μεσήλικα.

- Άντε! Προχώρα! της είπε εκείνος

Η Άννα ένιωσε να βράζει. Έκανε δυο βήματα στο πλάι και με φωνή που έτρεμε από θυμό είπε:

- Περάστε!

Εκείνος την κοίταξε εξεταστικά. Τα μάτια της έβγαζαν φλόγες και το στόμα της έτρεμε. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα αναμέτρησης. Τα κορίτσια είχαν σταματήσει στη σκάλα.

- Καααλά…, είπε στο τέλος εκείνος απειλητικά. Κι εσείς, φοράδες, τι μαρμαρώσατε; Εμπρός! Εμπρός! κι άρχισε ν’ ανεβαίνει χτυπώντας όποια πλάτη του ‘στεκε στο δρόμο.

- Αυτός ήταν ο «Βεληγκέκας», την πληροφόρησε μια συμμαθήτριά της. Τώρα την έβαψες. Από μνήμη είναι ελέφαντας. Κι εκδικητικός σαν ελέφαντας. Βρε κορίτσια, γι’ αυτό δεν έλεγα εγώ να τον βγάλουμε «Ελέφαντα»; Εσείς όμως θέλατε το «Βεληγκέκας»… Με λένε Μαίρη. Εσένα;

- Άννα.

- Πάντως, αυτό το «περάστε» άξιζε είκοσι βρισίματα. Το λέει η περδικούλα σου! Να δω όμως πώς θα ξεμπλέξεις μαζί του τώρα… Και θα μας έχει αρχαία και νέα… Ξέρεις τίποτα απ’ αυτά τουλάχιστον;

Η Άννα χαμογέλασε. Της άρεσε αυτό το κορίτσι. Λες να ήθελε να γίνουν φίλες;

- Χμ… Αν δεν ξέρεις, κάηκες. Καλύτερα να κάτσουμε μαζί. Εγώ έχω μάτσο τις μεταφράσεις. Σ’ αρέσει το σινεμά; Ωραία! Πού μένεις; Εγώ μένω Φυλής! Ωραία!

Κι η Μαίρη την έπιασε αγκαζέ. Ο θυμός της Άννας εξατμίστηκε. Ό,τι και να πεις, ήταν ωραίο σχολείο. Κι αν είχε κι ένα «Βεληγκέκα», δεν πείραζε.

Την άλλη μέρα ήρθε στο σχολείο γιομάτη αυτοπεποίθηση. Έψαξε με τα μάτια της και, μόλις είδε από μακριά τη Μαίρη, έτρεξε κοντά της. Εκείνη είχε ολόκληρη «αυλή» γύρω της, μα τη δέχτηκε πρόσχαρα. Όλες τη δέχτηκαν. Ήταν ωραίο σχολείο!

Σαν μπήκαν μέσα, δεν πρόλαβαν να καθίσουν και να σου ο «Βεληγκέκας». Τράβηξε σκυθρωπός προς την έδρα. Οι μαθήτριες κλαρίνο. Εκείνος κάθισε στην καρέκλα του και ρίχνοντας μια αδιάφορη ματιά κάτω είπε άτονα, δείχνοντας τη σειρά θρανίων δίπλα στην πόρτα:

- Εσείς, σ’ αυτή τη σειρά! Σηκωθείτε όρθιες να στηρίξετε τον τοίχο.

Τα «γιατί, κύριε καθηγητά;» έπεσαν σύννεφο. Διαμαρτυρίες ανάκατες με γέλια, σπρωξίματα, σουρσίματα, ενώ παράλληλα έπεφταν βιβλία, τσάντες, μολύβια…, καθώς όλες σηκώνονταν για τον τοίχο. Όλες; Χμ… Όχι ακριβώς.

- Άννα! Σήκω! Της ψιθύρισε η Μαίρη και την τράβηξε από την ποδιά.

Εκείνη κόλλησε στο θρανίο της.

Ο «Βεληγκέκας» στύλωσε τα μάτια του στην Άννα. εκείνη ατάραχη άνοιξε το βιβλίο της κι έβγαλε την κασετίνα με τα μολύβια, τη γόμα, το στιλό…

- Εσύ είσαι κουφή; Δεν άκουσες που σου είπα να στηρίξετε τον τοίχο;

- Τ’ άκουσα, κύριε καθηγητά.

- Ε, τσακίδια τότε!

- Σήκω! Σήκω! της ψιθύριζαν έντρομες όρθιες και καθισμένες από ολόγυρα, μα εκείνη είχε μουλαρώσει.

- Δεν έκανα τίποτα, κύριε καθηγητά, γι α να σηκωθώ όρθια. Δεν μπορείτε να με τιμωρήσετε χωρίς λόγο, του είπε με αξιοπρέπεια.

Εκείνος την κοίταξε παράξενα.

- Ε, τότε σήκω να πεις μάθημα.

Απ’ όλες τις μεριές άρχισαν να φωνάζουν:

- Μα δεν έχουμε τίποτα, κύριε καθηγητά!
- Πρώτη μέρα σήμερα!
- Δε μας έχετε βάλει τίποτα!

Η Άννα αμίλητη πήρε το βιβλίο της και πήγε και στάθηκε δίπλα στην έδρα.

- Θέλω αναγνώριση στο κείμενο. Πρώτα γραμματική και μετά συντακτική. Λέξη προς λέξη! Ξεκίνα.

- Μάλιστα, είπε η Άννα κι άρχισε.

Όταν είχε φτάσει στην τρίτη γραμμή, τη διέκοψε.

- Έτσι θέλω να λέτε το μάθημα, είπε στην τάξη. Σαν την… Πώς σε λένε, παιδί μου;

- Άννα Ψάλτη, κύριε καθηγητά.

- Σαν την Άννα Ψάλτη. Κάτσε κάτω, παιδί μου.

Η Άννα πήγε και κάθισε στο θρανίο της.

- Να καθίσουμε κι εμείς, κύριε καθηγητά; ρώτησε η Μαίρη από τον τοίχο.

- Και να πέσει ο τοίχος; Δεν είμαστε καλά, λέω γω…

- Σίγουρα, μουρμούρησε η Μαίρη.

 - Είπες τίποτα; Σ’ εσένα μιλώ! Εσένα, τη χειλού εκεί με το φουντωτό μαλλί.

- Εγώ έκανε αθώα η Μαίρη ανοίγοντας διάπλατα τα γαλανά της μάτια. Δεν είπα τίποτα! Είπα τίποτα, κορίτσια;

- Τίποτα! Τίποτα! σαν χορωδία οι άλλες δίπλα.

- Α! Είπα κι εγώ!... Στο μάθημά μας τώρα.

Προβληματισμοί για συζήτηση 
When in Rome be a Roman
Τα βιβλία παιδικής λογοτεχνίας αγκαλιάζουν συνήθως τη διαφορετικότητα και διαμηνύουν ότι όλοι έχουμε ιδιαιτερότητες που πρέπει να γίνονται σεβαστές. Έτσι οι αντιθέσεις εξομαλύνονται, ενώ τα παιδιά νιώθουν καλύτερα και ενθαρρύνονται να εκφραστούν. Η ίδια η Βούλα Μάστορη, μας έχει χαρίσει τα μαγικά μου αυτιά όπου ο ήρωας χάρη στα μεγάλα του αυτιά γίνεται σχεδόν σουπερήρωας. Στο παρόν βιβλίο ωστόσο, ο ρεαλισμός νικάει, και η Άννα δεν σκέφτεται στιγμή να διατηρήσει την επαρχιώτικη εμφάνισή της, που την κάνει να νιώθει σαν τη μύγα μεσ' το γάλα. Είναι και δύσκολη περίοδος η εφηβεία... Έτσι, μόλις επιστρέφει από την πρώτη μέρα στο σχολείο, ξυρίζει τα πόδια της και έπειτα βγάζει και κουρεύει τα φρύδια της όπως η Σοφία Λόρεν στον Θησαυρό. Σειρά έχουν αλλαγές στα ρούχα και γενικά, την παρακολουθούμε να νιώθει ένα διαρκές άγχος προσαρμογής.

Έχετε παρατηρήσει τον εαυτό σας να αλλάζει συμπεριφορά ή εμφάνιση για να ταιριάξει περισσότερο με ένα σύνολο ανθρώπων ή να αρέσει σε κάποιον άλλο; Πώς σας έκανε να νιώσετε αυτή η αλλαγή;

Θεωρείτε πως είναι ισχυρότεροι χαρακτήρες ή απλώς απροσάρμοστοι όσοι αφήνουν αναλλοίωτη την εμφάνιση και τη συμπεριφορά τους παρά τις κοινωνικές επιταγές; Υπάρχει μήπως κάποιο όριο σε αυτά που είμαστε διατεθειμένοι να αλλάξουμε για να γίνουμε αποδεκτοί;
Η Αθήνα τα Χριστούγεννα του 1960 (πηγή)
Κοινωνική Δικαιοσύνη και Ισορροπία
Η Άννα έχει σταθεί με το σχολείο της στην Πύλη του Αδριανού, για να χαζέψουν την δανέζα πριγκήπισσα (εγώ το γράφω ακόμα με "η" όπως τα Πριγκηπόννησα - γιατί δηλαδή να μην κρατάει κι ο τίτλος "πρίγκηπας" την ιστορική ορθογραφία του όπως ο "μαρκήσιος";) Άννα-Μαρία που θα περάσει με το αυτοκίνητο. Συζητά με τις φίλες της (σ.53):
- Θα 'θελες να ήσουνα κι εσύ πριγκίπισσα; Να έχεις παλάτι, υπηρέτες κι όλα αυτά; 
- Εσύ θα 'θελες;
- Ναι, είπε απλά η Άννα.
- Κι εγώ θα 'θελα. νομίζω πως όλοι θα 'θελαν να τα είχαν όλ' αυτά. Υπάρχει όμως μια διαφορά. Μόνο λίγοι, πολύ λίγοι, -τι λέω!- μόνο κάνα δυο μπορούν να τα έχουν. Γι' αυτό, καλύτερα να μην τα έχει κανένας!
Έτσι ήταν η Μαίρη. Δίκαιη όσο δεν έπαιρνε. Και δεν της άρεσαν οι διακρίσεις. Όποιες κι αν ήταν αυτές. να, ακόμη και στην ώρα του "Βεληγκέκα". Όταν, ας πούμε, εκείνος έδειχνε τη δικιά τους σειρά κι έλεγε: "Για σηκωθείτε, κυράδες, εσείς εκεί, να στηρίξετε τον τοίχο" συμπληρώνοντας στα γρήγορα: "Όλη η σειρά εκτός της Ψάλτη", γινόταν πυρ και μανία. Κι ας ήταν η Ψάλτη η φιλενάδα της.
- Γιατί, κύριε καθηγητά, "εκτός της Ψάλτη"; Ή όλη η σειρά όρθια ή καμία. Αυτό είναι το δίκαιο.
- Μήπως θες να έρθεις να πεις μάθημα; της πέταγε ύπουλα εκείνος.
- Να μου λείπει το βύσσινο, μουρμούριζε η Μαίρη.
- Είπες τίποτα, Στίγκα; έκανε αθώα ο "Βεληγκέκας". 
- Τίποτα, τίποτα! Είπα τίποτα, κορίτσια; έκανε με τη σειρά της κι εκείνη αθώα.
- Τίποτα, τίποτα! όλα τα κορίτσια από τον τοίχο σαν αγγελική χορωδία.

Η Άννα από τη μία χαιρόταν το προνόμιό της, μα από την άλλη την τσίγκλιζαν κι οι τύψεις.
Πιστεύετε ότι είναι όντως δίκαιη η Μαίρη, όταν ζητάει να είναι όλοι ίσοι; Εσείς έχει τύχει ποτέ να βρεθείτε σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με φίλους ή συμμαθητές σας; Πώς νιώσατε γι' αυτό; Όμορφα σαν να ανταμειφθήκατε για μια προσπάθεια;
ή άσχημα, σαν να σας κυνηγούσαν τύψεις για κάτι που κερδίσατε εσείς αλλά όχι οι άλλοι;

Αν σκεφτούμε κάποια σημεία στον πλανήτη όπου τα παιδιά δεν έχουν χρήματα να ντυθούν ή να φάνε, συνειδητοποιούμε ότι βρισκόμαστε σε πολύ πλεονεκτικότερη θέση από κάποιους συνανθρώπους μας, που στο κάτω κάτω δεν έκαναν κάτι για να αξίζουν αυτή την τιμωρία. Ποια πιστεύετε πως πρέπει να είναι  η στάση μας προς αυτούς τους άτυχους της ζωής; Η Άννα πάντως, όταν γνωρίζει την "Γιωργία", τη φτωχή υπηρέτρια, προσπαθεί να της φερθεί με καλοσύνη (σ. 68-69).
1963 Οι αρραβώνες της Άννας Μαρίας με τον διάδοχο Κωνσταντίνο πηγή
Χρήση στην Τάξη
Η δεκαετία του 60' είναι σε όλο τον δυτικό κόσμο εποχή αναταραχών και κοινωνικών διεκδικήσεων. Με αφορμή το βιβλίο αυτό, μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά να ταξιδέψουν στα χρόνια αυτά και να ξαναζήσουν την πολιτική αβεβαιότητα μέσα από επιλεγμένες δραστηριότητες (έτσι κι αλλιώς, υπάρχει στο διαδίκτυο άφθονο υλικό που αφορά τη χούντα των συνταγματαρχών). Παράλληλα, όπως πάντα, έχουμε τη δυνατότητα να δώσουμε στους μαθητές μια πληρέστερη ποικιλία ερεθισμάτων (μουσική, ταινίες, μόδα, ντοκιμαντέρ, κλπ.) ώστε να αποκτήσουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα το πώς ζούσε ο κόσμος κατά τη δεκαετία αυτή στη χώρα μας αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο. Το κείμενο μας βοηθάει, αφού αναφέρεται  σε μια σειρά καθημερινά θέματα. Αποκτούμε έτσι μια ιδέα για το τι συνέβαινε στα πάρτι (80-83), πώς γινόταν το φλέρτ (77) πώς περνούσε μια μέρα στο σχολείο (58-59), τι πίστευαν οι άνθρωποι για τις νέες πολυκατοικίες που χτίζονταν παντού (64-65), πώς αντιμετωπίζονταν οι κάτοικοι της επαρχίας που έψαχναν ένα καλύτερο αύριο στην πόλη (17-18) αλλά και για το χάσμα απόψεων ανάμεσα στις πολιτικές παρατάξεις (σ. 62). Αν ωστόσο ενδιαφέρεστε συγκεκριμένα για την περίοδο της δικτατορίας, περισσότερο σχετικό βιβλίο είναι Τα γενέθλια της Ζωρζ Σαρή.

Share/Bookmark

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Βρόμικα κόλπα στο γήπεδο

Υπόθεση
Ο Κλουζ δεν παίζει μπάλα. Δεν του αρέσει καν το ποδόσφαιρο. Έρχεται όμως η Γιάννα και ζητάει τη βοήθειά του, γιατί κάτι ύποπτο συμβαίνει στην ομάδα της: ο Όλιβερ ο τερματοφύλακας τρώει τα γκολ το ένα πίσω απ΄το άλλο. Ο Κλουζ δεν αργεί να βρεθεί στα ίχνη των υπόπτων. Αλλά για να ξεδιαλύνει την υπόθεση, θ’ αναγκαστεί να φορέσει ο ίδιος τη φανέλα του τερματοφύλακα…

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Μεταίχμιο
Συγγραφέας: Γίργκεν Μπανσέρους (Jürgen Banscherus)
Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου
Εικονογράφος: Ραλφ Μπούτσκοου (Ralf Butschkow)
Τίτλος πρωτοτύπου: Ein Fall für Kwiatkowski: Tore, Tricks und schräge Typen
Σελίδες: 90
1η έκδοση:Οκτώβριος 2011
ISBN: 978-960-501-571-8
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β', Γ', Δ', Ε',

Κριτική
Η τέταρτη από τις είκοσι αστυνομικές περιπέτειες του διάσημου Ντετέκτιβ Κλουζ (μεταφορά στα ελληνικά του περίεργου ονόματος Kwiatkowski) - και η δεύτερη από τις έξι που μπορούμε να βρούμε μεταφρασμένες στη γλώσσα μας. Η γραφή είναι πολύ απλή και το μυστήριο επίσης, ωστόσο το κείμενο είναι διασκεδαστικό καθώς ο ήρωας διαθέτει χιούμορ και στυλ, ενώ και η μετάφραση αφήνει το κείμενο να ρέει με φυσικότητα. Η επιμέλεια είναι ιδιαίτερα προσεγμένη, με σκληρό εξώφυλλο, εικονογράφηση (ασπρόμαυρη) σχεδόν σε κάθε σελίδα, μεγάλο μέγεθος γραμματοσειράς και διπλό διάστιχο. Έτσι, το βιβλίο μπορεί άνετα να διαβαστεί και από μικρότερους μαθητές (αρκεί να τους βοηθήσουμε με τυχόν δύσκολους όρους).

Προτείνεται σε παιδιά Β', Γ', Δ', αλλά και Ε' τάξης, που ίσως το βρουν κάπως απλό, αλλά πιστεύω θα διασκεδάσουν κατά την ανάγνωσή του. Λόγω θέματος, αλλά και του κεντρικού χαρακτήρα, πιθανόν τα αγόρια να το βρουν πιο ελκυστικό.
Η οπτική είναι πολύ έξυπνα δοσμένη, με τον ήρωα να αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο, αντιγράφοντας το στυλ του Μπόγκαρντ από φιλμ νουάρ. Για ευνόητους λόγους, τα τσιγάρα του Χάμφρεϊ έχουν αντικατασταθεί από τσίχλες (μάρκας Κάρπεντερ, όχι αυτές τις αηδιαστικές Χάμετ ή Τσάντλερ) ενώ το bourbon whiskey που τον συνόδευε, από γάλα... καμιά φορά απ' το προσωπικό ψυγειάκι του πρωταγωνιστή. Στο ρόλο της μοιραίας γυναίκας που πάντα συνοδεύεται από μπελάδες, ένα δυναμικό αγοροκόριτσο από την ομάδα του σχολείου.

Η εικονογράφηση είναι πολύ συμπαθητική, αλλά προσωπικά αποκόμισα την εντύπωση ότι δεν εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες που δίνει το κείμενο.

Ολοκληρώνοντας, να προσθέσουμε ότι μπορεί το μυστήριο να μην είναι και πολύ μυστήριο, μπορεί του ντετέκτιβ να μην του κόβει και πάρα πολύ για ντετέκτιβ, όλα αυτά όμως τα χαριτωμένα προσθέτουν στην ξεγνοιασιά που τελικά κάνει την διήγηση ανάλαφρη. Έτσι το μάτι προχωράει ξεκούραστα, ο αναγνώστης ψυχαγωγείται και η υπόθεση λύνεται σχεδόν μόνη της. Δεν θα αναζητήσω περισσότερα οφέλη για την ώρα. Ας πούμε ότι μου αρκεί να βλέπω τα παιδιά της τάξης που ασχολούνται μόνο με το ποδόσφαιρο να το διαλέγουν πρώτο από τη βιβλιοθήκη μας.

Αξίες - Θέματα
Ποδόσφαιρο, Χιούμορ, Bullying (Σχολικός εκφοβισμός)

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
Και τσίμπησαν πράγματι. Δεν πρόλαβε

να φύγει η Γιάννα, κι εμφανίστηκαν
αμέσως: ο Κέβιν, ο Ντένις κι ο Μίρκο
περίμεναν να χαθεί η Γιάννα στο βάθος
του δρόμου κι ύστερα με πλησίασαν.

Εκτός από μας, δεν υπήρχε τριγύρω ψυχή.
 Ήμασταν ολομόναχοι.
Οι τρεις ήρθαν και στάθηκαν στο ένα βήμα
από μένα.

- Είσαι πολύ καλός, είπε ο Μίρκο.

- Σε παρακολουθούσαμε, είπε ο Ντένις

- Θα τον ξεχάσουν όλοι τον Όλιβερ,
συμπλήρωσε ο Κέβιν. Είσαι πολύ
καλύτερος εσύ.

- Και σε λένε στ’ αλήθεια Κλουζ;
ρώτησε ο Ντένις.

Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου.

- Περίεργο όνομα, είπε ο Μίρκο.

- Εμένα μ’ αρέσει, είπα.

Με πλησίασαν κι άλλο, κόλλησαν
σχεδόν επάνω μου. Ο Κέβιν κι ο Μίρκο
μ’ αγκάλιασαν ξαφνικά από τους ώμους.
Ο Ντένις στάθηκε μπροστά μου και με
κοίταξε ήρεμα στα μάτια. Ειλικρινά, δεν
ένιωσα τίποτα περίεργο. Ήξερα, μπορούσα
να μαντέψω τι θα ακολουθούσε.

Πράγματι.

- Αύριο δε θα νικήσετε, μου είπε ο
Ντένις με χαμόγελο.

- Γιατί δε θα νικήσουμε; ρώτησα απορημένος.

- Γιατί εσύ θα φροντίσεις να μη νικήσετε,
είπε ο Κέβιν.

- Και γιατί να το κάνω αυτό; ρώτησα.

- Γιατί σε παρακαλούμε ευγενικά εμείς,
απάντησε ο Μίρκο, και το μπράτσο του
τυλίχτηκε σφιχτά γύρω από τον λαιμό μου.

Η κατάσταση είχε αρχίσει να γίνεται δύσκολη.

- Μα γιατί θέλετε να χάσουν οι Σφήκες;
είπα βογκώντας πνιχτά.

- Αυτό είναι δική μας δουλειά,
απάντησε ο Μίρκο και χαλάρωσε
τη λαβή του. Λοιπόν! Σύμφωνοι;

Δεν απάντησα αμέσως. Ήθελα
να τους παιδέψω λίγο. Τέλος είπα:

- Σύμφωνοι. Θα σας κάνω το
χατίρι. Αλλά όχι τζάμπα.
Θα μου δώσετε είκοσι ευρώ!

- Δεν είσαι με τα καλά σου, πιτσιρίκο!
φώναξε νευριασμένος ο Κέβιν.
Εδώ πέρα εμείς βάζουμε τους όρους,
εμείς κανονίζουμε τι θα γίνει. Φρόντισε
να χάσετε αύριο κι όλα θα ‘ναι εντάξει.
Συνεννοηθήκαμε;

- Μην ξεχνάς τι έπαθε ο κακομοίρης
ο Όλιβερ, είπε χαμογελώντας μου ο Ντένις
κι έφυγε με τους φίλους του τρέχοντας.

Άρα είχα μαντέψει σωστά.
Αυτοί οι τρεις είχαν απειλήσει τον Όλιβερ.
Τον είχαν τρομάξει, για να καθίσει να φάει
όσο το δυνατόν περισσότερα γκολ.
Κι ο Όλιβερ είχε φοβηθεί. Αλλά λεφτά
δεν είχε πάρει. Πάλι καλά. Τώρα προσπαθούσαν
να κάνουν τη βρομοδουλειά τους και με μ’ εμένα.
Μ’ εμένα όμως δεν είχαν λογαριάσει σωστά.
Τους περίμενε μεγάλη έκπληξη αυτούς τους τρεις!
Μάλιστα! Βυθισμένος στις σκέψεις μου, γύρισα σπίτι.

Ήμουν αμίλητος και την ώρα του φαγητού.
Η μαμά είχε παραγγείλει πίτσα από την πιτσαρία του Σαλβατόρε.
Αποκεί παραγγέλνουμε όποτε θέλουμε πίτσα.
για λογαριασμό τους είχα αναλάβει την υπόθεση
με τα χαμένα πατίνια.

Μα ούτε η ανάμνηση αυτής της συναρπαστικής υπόθεσης
δεν μπόρεσε να μου φτιάξει το κέφι.

- Πολύ σκεφτικός είσαι,
είπε κάποια στιγμή η μαμά μου

Έβαλα στο στόμα μου την τελευταία
μπουκιά της πίτσας με σαλάμι.

- Ε, συμβαίνει καμιά φορά, μαμά, μουρμούρισα.

- Είναι δύσκολη η υπόθεση που έχει αναλάβει;
επέμεινε η μαμά μου.

- Όχι, δεν είναι δύσκολη, είπα. Για
την ακρίβεια, την έχω κιόλας ξεδιαλύνει.

- Θαύμα! φώναξε η μαμά μου. Τότε
να το γιορτάσουμε!

Να το γιορτάσουμε; Μήπως έπρεπε
να της πω τι με περίμενε την επόμενη
μέρα;

Κανονικά της μαμάς μου δεν της αρέσει
καθόλου να κινδυνεύω. Κι έτσι ήταν προτιμότερο
να κρατήσω το στόμα μου κλειστό.
Από την άλλη… έπρεπε με κάποιον να μιλήσω.
Ο Ντένις, ο Κέβιν κι ο Μίρκο δεν αστειεύονταν.
Τις εννοούσαν τις απειλές τους.
Και τις εννοούσαν πολύ στα σοβαρά.

Πήρα την απόφασή μου λοιπόν.

- Φοβάμαι ότι αύριο θα φάω πολύ ξύλο, μαμά.

Προβληματισμοί για Συζήτηση  
Σχολικός Εκφοβισμός (Bullying)
Στο πιο πάνω απόσπασμα, παρακολουθούμε μια τυπική σκηνή bullying, με τρία αγόρια να στριμώχνουν τον πρωταγωνιστή και να τον εκβιάζουν. Έχει συμβεί ποτέ τέτοιο περιστατικό σε κάποιον γνωστό σας; Παρατηρήστε πως συνήθως πριν γίνει μια τέτοια ενέργεια, οι δράστες φροντίζουν να μην υπάρχουν μάρτυρες, οπότε αν φροντίζετε να συνοδεύεστε, κινδυνεύετε λιγότερο.Στη συνέχεια ο πρωταγωνιστής επιστρέφει στο σπίτι του και τα λέει όλα στη μητέρα του. Πιστεύετε ότι κάνει το σωστό; Από πού αλλού μπορούμε να ζητήσουμε βοήθεια όταν βρεθούμε σε τέτοιες καταστάσεις;

Ενημερωθείτε για το φαινόμενο από ιστοσελίδες ή έντυπα σαν αυτό, ετούτο και δαύτο (του παιδαγωγικού ινστιτούτου) Πολύ ενδιαφέρουσα και η ανάλυση στο blog της κυρίας Τσιαμπαλή.

Αναφορές στο θέμα θα συναντήσετε και στα Μανολίτο ο Γυαλάκιας και το Μαγικό μου Ημερολόγιο: Ένα Μελαγχολικό Κορίτσι.

Χρήματα, Φίλοι, Χάρες
Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους, λέει μια παροιμία. Ο νεαρός πρωταγωνιστής της ιστορίας, πληρώνεται σε τσίχλες για τις υπηρεσίες που προσφέρει στη Γιάννα. Πιστεύετε ότι αυτό είναι σωστό ή λάθος; Μην ξεχνάτε ότι ξόδεψε χρόνο, κοπίασε και κινδύνευσε για να τη βοηθήσει... από την άλλη βέβαια μπορείτε να σκεφτείτε ότι απλώς έκανε μια εξυπηρέτηση σε μια φίλη. Εσείς ζητάτε ανταλλάγματα από τους φίλους σας όταν τους βοηθάτε; Μήπως συνήθως δεν ζητάτε αντικείμενα ή χρήματα, περιμένετε όμως να σας ανταποδώσει και εκείνος με κάποια χάρη;

Κάπως έτσι λειτουργεί και το λεγόμενο πελατειακό σύστημα. Το συναντάμε σε παράνομες οργανώσεις όπως η Μαφία και σε διεφθαρμένα κράτη όπως (σσσσςςςς...): Οι πολιτικοί διορίζουν τους υπαλλήλους, οι οποίοι ως ανταμοιβή τους ψηφίζουν και τους παραχωρούν την εξουσία.

Share/Bookmark

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Μανολίτο ο Γυαλάκιας


Υπόθεση
Ο Μανολίτο ο Γυαλάκιας είναι ένα αγόρι στην προεφηβεία, που μένει στη μαδριλένικη συνοικία Καραμπαντσέλ και ατενίζει τον κόσμο από την ιδιαίτερη οπτική του, περιγράφοντας όλα όσα του συμβαίνουν καθημερινά. Με τον παππού του, τον μικρό του αδερφό, τους φίλους του, τον Αυτιά Λόπεθ, τον Γιχάντ και τη Σουσάνα, ο Μανολίτο ζει τις δικές του περιπέτειες και μας ενημερώνει γι' αυτές με το πικρό του χιούμορ.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Ελβίρα Λίντο (Elvira Lindo)
Μετάφραση: Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εικονογράφος: Εμίλιο Ουρμπερουάγα (Emilio Urberuaga)
Τίτλος πρωτοτύπου:Manolito Gafotas
1η Έκδοση:1994 (στα ελληνικά 1998)
ISBN: 960-600-431-7
Σελίδες: 157
Τιμή: περίπου 3 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Ξεκαρδιστικό χρονογράφημα της Ελβίρα Λίντο με αφηγητή τον μικρό Μανολίτο, που ξεκινώντας ως ραδιοφωνική εκπομπή, γνώρισε τόσο μεγάλη επιτυχία στην Ισπανία, ώστε οδήγησε τον (αντι)ήρωα να πρωταγωνιστήσει σε επτά (ως τώρα) βιβλία, δύο ταινίες (1999, 2001) και μια τηλεοπτική σειρά (2004), ενώ διατηρεί και δικό του site!

Η γραφή είναι απλή και το (πρωτοπρόσωπο) κείμενο ρέει στην πολύ καλή μετάφραση της Χρ. Θεοδωροπούλου, που κρατάει τη γλώσσα ζωντανή και την φέρνει κοντά στα δικά μας δεδομένα. Η απόδοση στα ελληνικά διεκδικεί το βραβείο Όσκαρ, αποτυπώνοντας το ψευτο-μάγκικο ύφος του πρωταγωνιστή και φυτεύοντας στο κείμενο σύγχρονες εκφράσεις όπως "το κουβαδάκι σου και σ' άλλη παραλία". Το βραβείο ωστόσο θα της το δώσουμε μια επόμενη φορά, καθώς ένας κακεντρεχής συντάκτης παραπονέθηκε ότι η απόδοση του disneyκού ήρωα Taz ως "δαιμόνιο της Τασμανίας" (προφανώς από το ισπανικό demonio de Tasmania) είναι λανθασμένη και θα έπρεπε να επιλεγεί το δαίμονας της Τασμανίας, όπως τον γνωρίζουμε εδώ στην Ελλάδα. Ψιλά γράμματα λέω εγώ, αλλά αφού έχασε το Νόμπελ ο Πακίτο Μεδίνα (βλ. απόσπασμα), ας είναι.

Το βιβλίο προτείνεται σε μαθητές Στ' τάξης και Γυμνασίου, ενώ αν οι γονείς θέλουν να το δώσουν σε μικρότερα παιδιά, θα πρέπει να προσέξουν τις όχι πολύ παιδικές απόψεις και την "προχωρημένη" γλώσσα του πρωταγωνιστή. Κοσμητικά επίθετα όπως καθίκι, γουρούνι, χαμίνι (ήδη από την πρώτη σελίδα), ηλίθιος (το μόνιμο παρατσούκλι του μικρού του αδελφού), αλλά και αναφορές στα οπίσθια ή τα γεννητικά όργανα, δεν είναι πολλές, αλλά χρησιμοποιούνται ανερυθρίαστα (σελ. 13, 68, 70, 89).

Όσοι εκτιμούν το έργο του Francisco Ibáñez, είμαι σίγουρος ότι θα συμπαθήσουν και αυτό το βιβλίο. Ωστόσο, οι λάτρεις του πολιτικά ορθού καλύτερα να το παρακάμψουν, καθώς ο Μανολίτο δεν έχει πρόβλημα να πει τα πράγματα με τ' όνομά τους, ενώ ειρωνεύεται και ασκεί έντονη κριτική στο σύστημα, τους θεσμούς (οικογένεια, βασιλεία), την εκπαίδευση αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις όπως διαμορφώνονται στη μοντέρνα κοινωνία. Σίγουρα, οι θέσεις του μικρού δεν θα τον έστελναν στους τελευταίους Ολυμπιακούς Αγώνες (βλ. άποψή του για τους Κινέζους σ. 33).
 


Άσχετα με την ιδεολογία του, το κείμενο είναι ένα από τα διασκεδαστικότερα που έχω συναντήσει τελευταία και γι' αυτό (λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω επιφυλάξεις) με χαρά θα το πρότεινα σε παιδιά με συμβατό χιούμορ.

 Ολοκληρώνοντας, να επισημάνουμε ότι ο (αντι)ήρωας Μανολίτο, μοιάζει να είναι συνειδητοποιημένος ηττοπαθής (loser). Γνωρίζει δηλαδή ότι θα χάσει, και το έχει φιλοσοφήσει, χωρίς να στέκεται ιδιαίτερα στα συναισθήματα ματαίωσης ή απογοήτευσης που συνοδεύουν τις αποτυχίες του. Ιδού το σκεπτικό του (σελ. 46): "Εγώ είμαι από κείνους που αντί να παλεύουν τους αρέσει να το βάζουν στα πόδια. Όμως σ' αυτή τη ζωή οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο ομάδες: σ' αυτούς που κερδίζουν και σ' αυτούς που χάνουν. Εγώ είμαι από τους δεύτερους."

Αν θα μας ζητούσαν να τον παρομοιάσουμε με άλλους χάρτινους ήρωες που κυκλοφορούν σε σελίδες, ίσως να τον τοποθετούσαμε κάπου ανάμεσα στον Μικρό Νικόλα (αλλά σε πιο αθυρόστομο) και στον Γκρεγκ Χέφλι (αλλά με λιγότερο θάρρος).

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Φιλία, Εκπαίδευση

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
Λοιπόν, δεν ξέρω αν θυμάσαι που σου είπα πριν από ώρα ότι μια μέρα πήγα σχολείο μην ξέροντας την τύφλα μου για το διαγώνισμα της Μελέτης Περιβάλλοντος, σου είπα επίσης πως όλη μου η σειρά δεν ήξερε πού παν’ τα τέσσερα, όπως κι εγώ. Έτσι ρωτήσαμε τον Πακίτο Μεδίνα αν τον πείραζε να αντιγράψουμε όλοι από κείνον. Είναι γεγονός πως όταν βρεθείς στην επιτακτική ανάγκη να αντιγράψεις από κάποιον, δε σε νοιάζει αν θα είναι από τον πλανήτη Γη ή από άλλον πλανήτη· στο κάτω κάτω της γραφής, όλοι στρεφόμαστε γύρω από τον Ήλιο.

Ο Πακίτο Μεδίνα καταευχαριστήθηκε, όταν του ζητήσαμε αυτή τη μικρή χάρη. Άλλη μια απόδειξη πως ο Πακίτο Μεδίνα είναι εξωγήινος, γιατί εγώ αφήνω κάποιον ν’ αντιγράψει επί πληρωμή, μάλιστα, όχι όμως και ολόκληρη τη σειρά· όχι παίζουμε.

Η κυρία Ασουνθιόν μας έβαλε μια ανελέητη ερώτηση για τα υγρά, τα στερεά και τα αέρια. Την κοιτούσαμε όλοι με μίσος· μια τέτοια ερώτηση δεν την εύχομαι ούτε στο χειρότερο εχθρό μου.

Ο Πακίτο Μεδίνα άρχισε να γράφει αφήνοντας τον πίσω του να αντιγράφει, ο πίσω του έκανε το ίδιο με τον πιο πίσω και ούτω καθεξής μέχρι τον Αυτιά κι εμένα, που καθόμαστε στα τελευταία θρανία.

Εγώ είχα συγκινηθεί. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που σκέφτεσαι ότι η παγκόσμια ειρήνη είναι εφικτή, επειδή τα ανθρώπινα όντα σχηματίζουν μια μεγάλη αλυσίδα φιλίας. Έδειξα το γραπτό μου στον Γιχάντ για να αντιγράψει, γιατί κάθεται πίσω μου, αλλά ο Γιχάντ που είναι αυτονομιστής, μου λέει:

- Εγώ έφερα το σκονάκι μου από το σπίτι, δεν έχω ανάγκη να αντιγράψω από τον Πακίτο Μεδίνα.

Έτσι ο Γιχάντ έβγαλε το σκονάκι από τη μύτη του. Το βάζει εκεί κάνοντάς το ένα ελάχιστο ρολό και μια φορά η μητέρα του αναγκάστηκε να τον πάει στα έκτακτα περιστατικά, επειδή τα σκονάκια είχαν προχωρήσει μέσα στις ρινικές κοιλότητες και κόντευαν να του καταστρέψουν τον εγκέφαλο.

Την άλλη μέρα περιμέναμε όλοι το βαθμό του διαγωνίσματος. Εγώ φανταζόμουν την κυρία Ασουνθιόν να λέει:
«Μανολίτο Γκαρθία Μορένο, ένα 10 με τόνο».

Φανταζόμουνα να φτάνω στο σπίτι με το 10 μου και φανταζόμουνα τη μητέρα μου να το λέει στη Λουίσα: «Ο Μανολίτο μου πήρε ένα 10 με τόνο».

Δεν έγινε όμως έτσι, η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται ποτέ στα σχέδια που κάνω με το μυαλό μου. Η κυρία Ασουνθιόν μπήκε στην τάξη και αντί να αρχίσει να μοιράζει δεκάρια, άρχισε να μοιράζει επιστολές. Κανείς δεν καταλάβαινε το γιατί. Δέκα παιδιά ήμασταν που πήραμε από ένα φάκελο: εγώ, ο Αυτιάς, η Σουσάνα, ο Αρτούρο Ρομάν, η Τζέσικα η πρώην χοντρή, ο Πακίτο Μεδίνα και άλλα τέσσερα που δεν τα ξέρεις. Στο τέλος η κυρία είπε:

- Είσαστε τόσο βλάκες, που δεν ξέρετε ούτε ν’ αντιγράψετε.

Τελικά, η κυρία μας είχε μυριστεί. Αποδείχθηκε πως ο Πακίτο Μεδίνα είχε κάνει ένα θανάσιμο λάθος και είχε κάνει λάθος στην ερώτηση, αντί να γράψει για τα υγρά και τα αέρια, έγραψε για τα στρώματα της ατμόσφαιρας, ξέρεις, τη στρατόσφαιρα και τα λοιπά.

Ο Πακίτο Μεδίνα είχε κάνει λάθος και οι υπόλοιποι είμαστε βλάκες, το είπε η κυρία Ασουνθιόν. Και ήθελε να μάθουν οι γονείς μας πως είχαμε τέτοια άγνοια που ούτε να αντιγράψουμε δεν ξέραμε. Για πρώτη φορά θύμωσε με τον Πακίτο Μεδίνα, επειδή, κατά την κυρία Ασουνθιόν, το να αφήνεις να σε αντιγράφουν είναι κι αυτό απόδειξη βλακείας και πως το να κάνει λάθος στην ερώτηση ένα τόσο έξυπνο παιδί ήταν ασυγχώρητο. Ο Πακίτο Μεδίνα έχασε πόντους, η Σουηδική Ακαδημία δε θα του απονείμει πλέον για φέτος το βραβείο Νόμπελ.

Το πιο αστείο είναι πως ο Γιχάντ πέρασε στο διαγώνισμα, η ζωή έχει καμιά φορά δυσάρεστες εκπλήξεις όπως αυτή εδώ. Ευτυχώς που πήρε μόνο έξι, ο Γιχάντ λέει πως οι μύξες τον εμπόδιζαν να δει τα γράμματα. Καλά να πάθει.

Ο Αυτιάς κι εγώ επιστρέφαμε στο σπίτι με την επιστολή στη σάκα μας. Καμιά φορά οι επιστολές είναι βαριές σαν καθαρό ατσάλι, ιδιαίτερα όταν φέρνουν δυσάρεστα νέα. Ο Αυτιάς δε φοβόταν τόσο πολύ όσο εγώ, επειδή η μητέρα του έχει χωρίσει με τον πατέρα του και νιώθει ένοχη για καθετί που του πάει στραβά του Αυτιά, δεν τον κατσαδιάζει σχεδόν ποτέ, οπότε τα μηδενικά από το ένα αυτί του μπαίνουν και από το άλλο του βγαίνουν του Αυτιά.

Εγώ όμως πάντα την πληρώνω, για μένα κανείς δεν έχει οίκτο ούτε συμπόνια. Αισθανόμουν κιόλας τη σφαλιάρα που θα μου έδινε η μητέρα μου. Πόσο με πονούσε. Ευτυχώς που ο πατέρας μου γυρίζει τόσο αργά τις νύχτες και είναι τόσο κουραμένος, που δεν έχει όρεξη ούτε να με κατσαδιάσει.

Γι’ αυτό μ’ αρέσει που ο πατέρας μου είναι φορτηγατζής. Αν δούλευε σε κανένα γραφείο, όπως ο πατέρας της Σουσάνας, θα γύριζε στις πέντε το απόγευμα γεμάτος ενέργεια για να τα ψάλλει σε ολόκληρο σύνταγμα. Όπως και να’ χει, η μητέρα μου μου φτάνει και μου περισσεύει. Ο παππούς μου τη λέει Στρατηγό, μόνο όμως πίσω από την πλάτη της, γιατί μπροστά της δεν τολμάει. Δεν είναι τυχαίο που τη λέει Στρατηγό.

Ο Πακίτο Μεδίνα μας πρόλαβε, τον Αυτιά κι εμένα.
Ήταν καταχαρούμενος:

- Μου έδωσε κι εμένα ένα φάκελο η κυρία Ασουνθιόν.

Τον έδειχνε σαν να ήταν κανένα δίπλωμα.

- Τι γίνεται τελικά, ο μόνος που τον μαλώνουν στο σπίτι του είμαι εγώ; Και άρχισα να προχωράω πατώντας με λύσσα στο έδαφος· ήμουν μέχρι εδώ με τους φίλους μου.

Ο Πακίτο Μεδίνα έτρεξε πάλι για να με προλάβει.

- Μανολίτο! Κι εμένα θα με μαλώσουν.

- Δεν το πιστεύω. Πώς να πιστέψεις έναν τύπο που σου λέει ότι θα τον μαλώσουν και είναι όλο χαρά.

- Σου τ’ ορκίζομαι στον πατέρα μου.

Αφού ορκιζόταν στον πατέρα του, τότε έπρεπε να τον πιστέψεις. Όπως και να ‘χει, ο Πακίτο Μεδίνα ήταν πάντα παράξενος.

- Και δε σε νοιάζει που θα σε μαλώσουν;

- Πώς δε με νοιάζει, είχε γίνει πολύ σοβαρός. Αλλά δε θα με μαλώσουν και πολύ, επειδή είμαι πάντα καλό παιδί.

- Εμένα μου συμβαίνει πάντα το αντίθετο, του είπα. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνω, αλλά εγώ πάντα τα κάνω θάλασσα.

- Και έχω βαρεθεί, είπε ο Πακίτο Μεδίνα.

- Κι εγώ έχω βαρεθεί.

- Αν καμιά μέρα καθίσεις πίσω μου, θα σ’ αφήσω να αντιγράψεις, μου υποσχέθηκε.

- Εκείνη τη μέρα να μην κάνεις λάθος στην ερώτηση, αν δε σε πειράζει.

- Και είπε όχι, ότι δεν τον πείραζε· είπε και κάτι άλλο ο Πακίτο Μεδίνα, που σκοπεύω να το θυμάμαι για όλη μου τη ζωή:

- Όταν σου συμβαίνει κάτι δυσάρεστο, πρέπει να σκέφτεσαι ότι θα περάσει· ακόμη κι αν δεν το πιστεύεις, θα περάσει, και κατά καιρούς θα θυμάσαι διάφορα πράγματα σαν να είχαν συμβεί σε κάποιον άλλον.

- Και εσύ πώς το ξέρεις;

- Μου το είχε πει μια φορά ο πατέρας μου.

Θα προσπαθήσω να το θυμηθώ τη στιγμή που η μητέρα μου θα ανοίγει την επιστολή από το σχολείο. Σκεφτόμουνα: «αυτό που μου συμβαίνει, σε τρεις μήνες θα μου είναι αδιάφορο και σε τρία χρόνια θα μου φαίνεται ότι συνέβη σε κάποιον άλλον». Προσπάθησα να συνεχίσω να το σκέφτομαι και όταν είδα με τι μάτια με κοίταξε, όταν τη διάβασε· και δεν μπορούσα να το σκέφτομαι άλλο, όταν μου τα έψαλλε, ούτε όταν μου έριξε την ξακουστή σε όλο τον κόσμο σφαλιάρα, ούτε όταν  με τιμώρησε για το Σαββατοκύριακο.

Τώρα μπορώ να σκέφτομαι μόνο ότι έχω δύο μέρες να μείνω κλεισμένος μέσα, χειρότερα κι από γορίλας σε ζωολογικό κήπο, σαν ψωμί που ‘χει γίνει λάστιχο, έχοντας μπουχτίσει από τα φιστίκια. Σκέφτομαι επίσης πως είναι ολοφάνερο ότι ο Πακίτο Μεδίνα δεν είναι ον αυτού του πλανήτη. Δεν ξέρω αν είναι από τον Άρη, από την Αφροδίτη ή από το Δία. Απ’ όπου κι αν είναι, είναι ολοφάνερο ότι οι κάτοικοι του πλανήτη του είναι πιο καλοί από τους κατοίκους του δικού μου.

Προβληματισμοί για Συζήτηση
Όχι παίζουμε!
Ο Μανολίτο (σελ. 53) λέει ότι ο φίλος του Γιχάντ θέλει να παίζει μόνο για να τον πλακώνει στο ξύλο: άλλοτε σε στυλ "κάπτεν Αμέρικα" και άλλοτε σε στιλ "Μπάτμαν", το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Εσείς έχετε συμμαθητές που τους αρέσει να χτυπούν τους φίλους τους με αφορμή ένα παιχνίδι; Πιστεύετε πως είναι σωστή συμπεριφορά; Πώς αντιδράτε όταν βλέπετε κάτι τέτοιο να συμβαίνει; Έχει συμβεί ποτέ σε σας; Τι πρέπει να κάνουμε όταν κάποιος αρχίζει να μας απειλεί ή να μας επιτίθεται λεκτικά ή σωματικά; Υπάρχουν τρόποι για να αποφύγουμε να βρεθούμε σε αυτή τη δύσκολη θέση;

Πληροφορίες σχετικά με τον σχολικό εκφοβισμό μπορείτε να βρείτε και σε ιστοσελίδες ή έντυπα σαν αυτό κι εκείνο αλλά και τούτο δω από το παιδαγωγικό ινστιτούτο.

Share/Bookmark

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Η περιπέτεια της Περιπέτειας


Υπόθεση
Δυο αδερφάκια, η Πηγή και ο Μπάτης, δέχονται ένα καλοκαιρινό βράδυ επίσκεψη από ένα παράξενο μικροσκοπικό πλάσμα. Το λένε «Περιπέτεια», θέλει να τα μυήσει στον κόσμο των βιβλίων και τρέφεται μόνο με φανταστικές ιστορίες! Θα καταφέρουν άραγε να το βοηθήσουν να επιβιώσει; Και τι θα βγει απ' αυτή την περιπέτεια;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Ελένη Μαντέλου - Σουβατζίδου
Εικονογράφος: Γιώργος Λαμπράκης
Σελίδες: 50
1η έκδοση: 1990
ISBN: 960-293-559-6
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β', Γ', Δ'

Κριτική
Καλογραμμένη μικρή ιστορία, σε γλώσσα απλή και με πολύ ωραία (ασπρόμαυρη) εικονογράφηση, που καθώς ομορφαίνει, συμπληρώνει και επεξηγεί το κείμενο, κάνει το έργο των αναγνωστών ευκολότερο. Η έκταση των κεφαλαίων (7-20 σελίδες) μπορεί σε κάποιους να φανεί λίγο μεγάλη, ίσως όμως ο χωρισμός είναι περισσότερο τυπικός, αφού το στήσιμο του βιβλίου επιτρέπει να διακόψουμε την ανάγνωση σε οποιοδήποτε σημείο επιθυμούμε, χωρίς να χάσουμε τη συνέχεια.
Οι εκδόσεις Πατάκη έχουν ετοιμάσει και διαθέτουν (εδώ) στο κοινό, τέσσερις σελίδες με ανάλυση, ερωτήσεις κατανόησης και δραστηριότητες, για τους εκπαιδευτικούς/γονείς που επιθυμούν να δουλέψουν το συγκεκριμένο βιβλίο με τα παιδιά τους. Σύμφωνα με αυτή, οι μικρότεροι μαθητές ίσως χρειαστούν επεξήγηση για 10-15 λέξεις του κειμένου (π.χ. μικροσκόπιο, ανάβλυζαν, καλόγνωμο).

Το βιβλίο προτείνεται ανεπιφύλακτα σε μαθητές Β', Γ' και Δ' τάξης Δημοτικού, και πιστεύουμε ότι θα αρέσει εξίσου σε αγόρια και κορίτσια.

Μέσα από το κείμενο τα παιδιά βλέπουν πόσο εύκολο είναι να δημιουργήσουν δικές τους ιστορίες, πόσο απλό είναι να μπλεχτούν αυτές οι ιστορίες μεταξύ τους και να γεννήσουν καινούριες, και γενικά πόσο διασκεδαστικό μπορεί να γίνει το να χρησιμοποιούμε τη φαντασία μας για να ψυχαγωγηθούμε. Μακάρι να το καταλάβουμε και οι μεγαλύτεροι μήπως και ξεκολλήσουμε από τις οθόνες... γιατί ως γνωστόν, τα παιδιά κάνουν ό,τι βλέπουν και όχι ό,τι τους λέμε.

Ένα επιπλέον συμπέρασμα που προκύπτει σχετικά αβίαστα από τη χαριτωμένη αυτή ιστορία, είναι ότι ακόμα και το βασίλειο της Φαντασίας υπόκειται σε νόμους. Έτσι, όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και τα διάφορα φανταστικά πλάσματα είναι υποχρεωμένα να σέβονται και να ακολουθούν κάποιους κανόνες. Γιατί αυτός είναι ένας νόμος που κανείς μας δεν μπορεί να τον αλλάξει (σελ. 54), εξηγεί το πλασματάκι στα παιδιά και μετά εξαφανίζεται.

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Φιλαναγνωσία, Φαντασία, Διαφορετικότητα

Εικονογράφηση



Απόσπασμα
- Μαμά μου! Η Πηγή έβαλε μια πνιχτή φωνή μέσα στη νύχτα, πέταξε το σεντόνι, τινάχτηκε από το κρεβάτι της και χώθηκε γρήγορα στην ντουλάπα!

- Τι είναι; Τι συμβαίνει; έκανε ο Μπάτης που ξύπνησε ανάστατος.

- Στο παράθυρο! Ένα ανθρωπάκι στο παράθυρο! ακούστηκε η αδελφή του μέσ' από τα ρούχα.

Ο Μπάτης σηκώθηκε και κοίταξε γύρω του.

- Είσαι σίγουρη ή μήπως έβλεπες κανένα όνειρο;

- Μα δεν κοιμόμουνα! Ήμουνα ξύπνια!

- Ανθρωπάκι κανονικό; την ξαναρώτησε και την πλησίασε.

- Ναι, σου λέω, τοσοδά! Μόνο που έμοιαζε… να είναι διάφανο!

- Εντάξει, μην κάνεις έτσι όμως, βρε Πηγή! Βγες από κει μέσα… Στο κάτω κάτω ένα διάφανο πλασματάκι τοσοδά δεν είναι και κάτι τρομερό για να το φοβάσαι!...

Η Πηγή βγήκε από την ντουλάπα και ακολούθησε τον αδελφό της όπως πήγαινε κατά το κομοδίνο του. Εκείνος άνοιξε το συρτάρι κι έβγαλε ένα φακό.

- Περίμενε ένα λεπτό, ψιθύρισε. Τον άναψε, άνοιξε το παράθυρο, ανέβηκε στο περβάζι και φώτισε έξω, δεξιά, αριστερά, ανάμεσα στις αραδιασμένες γλάστρες. Πήδησε μετά στον κήπο.

- Δε βλέπω τίποτα, μουρμούρισε ξαναμπαίνοντας. Εκτός αν… Πηγή, έλα, έλα μαζί μου!

- Όχι, Μπάτη, δεν έρχομαι!

- Μη φοβάσαι, δώσ’ μου το χέρι σου.

Κρατώντας το χέρι του αδελφού της κατέβηκε και η Πηγή στον κήπο. Κατευθύνθηκαν ακροπατώντας προς το εργαστήρι της μητέρας τους, άνοιξαν την πόρτα αθόρυβα και χώθηκαν με βιασύνη στο σκοτεινό διάδρομο. Την ίδια στιγμή, ένα ξύλινο κουτάκι παρασυρμένο έπεσε χάμω με θόρυβο.

Τα δυο παιδιά έμειναν ακίνητα. Μέσα στο στήθος της Πηγής έτρεμε ένα πουλάκι, σπαρταρούσε πάνω στ αλεπτά σαν ξυλαράκια πόδια του, και δεν ήταν άλλο απ’ την καρδιά της.

- Αχ! Θεούλη μου, αν ξυπνήσουν η μαμά και ο μπαμπάς; Γιατί ήρθαμε τώρα εδώ Μπάτη, μου λες; Ήτανε ανάγκη δηλαδή νά’ ρθω κι εγώ μαζί σου; μουρμούρισε εκνευρισμένη.

- Ναι, Πηγή, για να βεβαιωθούμε ότι δεν ήταν της μαμάς το γλυπτό, τα’ ανθρωπάκι που είδες! Άναψε το φακό και φώτισε τον πάγκο που έστεκε καταμεσής στο εργαστήριο. Το γλυπτό, σκεπασμένο μ’ ένα πανί, γινόταν στ’ αλήθεια μυστηριώδες. Ο Μπάτης όμως τράβηξε το ύφασμα και το μωρό που έφτιαχνε η μητέρα τους λούστηκε στο κιτρινωπό φως.

- Όχι! Δεν ήταν αυτό! είπε σίγουρη η Πηγή, αυτό είναι χοντρό σαν Βούδας!

Γέλασαν κι οι δυο τους.

- Το ανθρωπάκι που είδα εγώ ήταν αδύνατο, ήταν ελαφρύ. Πετώντας ήρθε στο παράθυρο κι όταν μας είδε, πάλι πετώντας εξαφανίστηκε!

Προβληματισμοί για Συζήτηση  
Διάβασμα και Φαντασία
Τι πιστεύετε ότι εννοούμε όταν μιλάμε για Φαντασία; Μπορούμε άραγε να φανταστούμε κάτι που δεν έχουμε δει ή ακούσει ποτέ μας; Δοκιμάστε να γεννήσετε στο μυαλό σας ένα πλάσμα που δεν υπάρχει... (εγώ μόλις σκέφτηκα μια ιπτάμενη δεινοσαυρόκοτα με κιθάρες για πόδια) θα διαπιστώσετε τότε ότι τα συστατικά της στοιχεία είναι έννοιες πραγματικές (δεινόσαυρος, κότα, κιθάρα).

Όλα λοιπόν αυτά που η φαντασία μας συνδυάζει για να γεννήσει κάτι καινούριο, είναι πραγματικά και υπάρχουν ήδη στο μυαλό μας. Και μπορείτε να υποψιαστείτε πώς όλα αυτά τα πραγματικά μπαίνουν στο κεφάλι μας για να δημιουργήσουν νέα και φανταστικά... όταν διαβάζουμε, όταν ακούμε ή όταν τα παρατηρούμε. Γι' αυτό λοιπόν λένε πως η τροφή της φαντασίας είναι η εμπειρία και η μάθηση και αυτός είναι ο λόγος που τις καλύτερες ιστορίες τις φτιάχνουν όσοι έχουν διαβάσει ή ταξιδέψει πολύ. 

Διαφορετικότητα
Βλέπετε πόσο διστακτικοί είναι ο Μπάτης και η Πηγή στην πρώτη τους συνάντηση με την Περιπέτεια; Στην αρχή περιμένουν ακίνητοι στα κρεβάτια τους και την παρατηρούν, εξετάζουν το περίεργο πλασματάκι, ενώ και κείνο τους κοιτάζει αναποφάσιστο. Σας έχει συμβεί ποτέ να συναντήσετε κάποιο περίεργο ζώο ή κάποιον άνθρωπο εντελώς διαφορετικό από εσάς; Πώς αντιδράσατε; 

Έχετε παρατηρήσει πώς αντιμετωπίζουν συνήθως τα παιδιά της τάξης έναν καινούριο συμμαθητή τους; Κάνουν αμέσως παρέα μαζί του ή τον πλησιάζουν σιγά σιγά; Γιατί μπορεί να γίνεται αυτό; Πιστεύετε ότι είναι σωστό ή όχι; Και πώς μπορεί να νιώθει ο καινούριος μαθητής όταν του φέρονται σαν να είναι εξωγήινος;

Share/Bookmark

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Οι νικητές

Υπόθεση
Αθήνα, Δεκέμβριος 1944. Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς, τα σύννεφα του εμφυλίου μαζεύονται πάνω απ' τη χώρα. Η νεαρή Ζωή, οργανωμένη στην Αριστερά, πηγαίνει σε κάποια συγκέντρωση σε σχολείο της Φωκίωνος Νέγρη. Όλμοι από τον Λυκαβηττό βάλλουν στο χώρο σκορπώντας το θάνατο, και το κορίτσι τραυματίζεται σοβαρά. Με κίνδυνο να χάσει χέρι και πόδι, μεταφέρεται αρχικά στο ιατρείο της Άνω Κυψέλης και στη συνέχεια στο νοσοκομείο Αγία Όλγα. Εκεί, ένας νεαρός γιατρός θα κάνει ό,τι μπορεί για να τη σώσει και θα αναπτυχθεί μεταξύ τους αμοιβαία έλξη. Αναρρώνοντας η Ζωή, γνωρίζει τις υπόλοιπες γυναίκες του θαλάμου και ζουν μαζί τα νέα της υποχώρησης των ανταρτών από την Αθήνα.. Όταν οι Άγγλοι καταλαμβάνουν το ίδρυμα, αποφασίζουν να οργανωθούν και να ξεκινήσουν έναν ιδιότυπο αγώνα.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Ζώρζ Σαρή
Εξώφυλλο:Μαρία Κωνσταντακάκη
1η Έκδοση: 1983
ISBN: 960-293-678-9
Σελίδες: 184
Τιμή: περίπου 9 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γυμνάσιο

Κριτική
Εφηβικό μυθιστόρημα της Ζώρζ Σαρή, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα και με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η γλώσσα δεν είναι δύσκολη, αλλά το κείμενο περιλαμβάνει εικόνες σκληρές, που τα μικρότερα παιδιά  καλύτερα να αποφύγουν. Χωρίζεται σε τρία μέρη, από τα οποία πιο ενδιαφέρον είναι μάλλον το τελευταίο, όπου παρακολουθούμε τη διαμάχη των νοσηλευομένων γυναικών με τον άγγλο διοικητή του νοσοκομείου. Τα κεφάλαια δεν έχουν τίτλους, ωστόσο είναι μικρά και δεν κουράζουν. Η εικονογράφηση απουσιάζει εντελώς, κάτι που όμως λίγο προβληματίζει, αφού το ανάγνωσμα απευθύνεται αποκλειστικά σε έμπειρους αναγνώστες.

Θα προτείναμε το βιβλίο σε μαθητές Γυμνασίου που επιθυμούν να αποκτήσουν μια ιδέα του τι συνέβη στα Δεκεμβριανά του 1944. Τα κορίτσια έχουν σίγουρα περισσότερες πιθανότητες να ταυτιστούν με την ρομαντική ηρωίδα, ενώ το βιβλίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως αφορμή για συζήτηση γύρω από την ιδεολογία του κομμουνισμού και την ιστορία της στη χώρα μας. Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι να προσφερθεί για βοήθεια κάποιος ενήλικος, αφού οι απορίες που ανακύπτουν από την ανάγνωση είναι  ποικίλες (βλ. και απόσπασμα). 
Οκτώβρης 1944. Οι Αθηναίοι πανηγυρίζουν την απελευθέρωση
Η ιστορία της Ζωής είναι πολύ ανθρώπινη· σκληρή και συμπαθητική ταυτόχρονα. Ξεκινάει αρκετά δυναμικά, μόλις όμως το κορίτσι τραυματίζεται, η πλοκή αρχίζει να περιορίζεται στους τέσσερις τοίχους ενός νοσοκομειακού θαλάμου, σαν να ήταν το έργο θεατρικό, ή σαν να είμαστε και μεις οι αναγνώστες υποχρεωμένοι σε ακαμψία για να συμπάσχουμε με την ηρωίδα. Παρά τη στατικότητα ωστόσο, υπάρχει πολυφωνία στους τρόπους μέσα από τους οποίους επικοινωνεί μαζί μας το κείμενο:
- πότε με τα λόγια της αφηγήτριας, όπως όταν στην εισαγωγή μας παρατίθεται με σχετική αντικειμενικότητα το ιστορικό πλαίσιο του έργου
- πότε με τη γλώσσα των πηγών, αφού συχνά πυκνά παρεμβάλλονται ντοκουμέντα (σημειώματα του Τσώρτσιλ, δηλώσεις άγγλων βουλευτών, αποσπάσματα άρθρων, κλπ.) που μας αποκαλύπτονται τις κινήσεις ισχυρών παραγόντων πίσω από τα γεγονότα
- και πότε με την υποκειμενική οπτική των διαφόρων χαρακτήρων, που ενθουσιάζονται, αγαπούν και μισούν ανάλογα με τα πιστεύω τους και τα όσα συμβαίνουν τριγύρω.

Αναφερόμαστε στην οπτική "των διαφόρων χαρακτήρων", επειδή η συγγραφέας στα δύο πρώτα μέρη του έργου, χρησιμοποιεί την τεχνική της παράλληλης αφήγησης. Συγκεκριμένα, φωτίζει το περιστατικό που οδήγησε στον τραυματισμό της Ζωής μέσα από πολλαπλές προσεγγίσεις, τόσες σχεδόν όσοι και οι χαρακτήρες που συμμετέχουν. Κι αν αυτό θεωρητικά ακούγεται περίεργο, στην πράξη είναι πρωτότυπο και μπορεί επιπλέον να αξιοποιηθεί στην τάξη.

Το βιβλίο παρόλα τα ενδιαφέροντα στοιχεία, αποφεύγω να το προτείνω σε παιδιά Δημοτικού, λόγω σκληρών σκηνών. Πολύ νωρίς στην υπόθεση, μετά από μόλις 4-5 σελίδες γνωριμίας με τους ήρωες, εμφανίζεται η πρώτη. Η συγγραφέας περιγράφει με "ανελέητο" -όπως προειδοποιεί και από την εισαγωγή- τρόπο το εφιαλτικό τοπίο: την ώρα που έξω απ' το σχολείο βρέχει όλμους, με μια γρήγορη ματιά τριγύρω παρατηρούμε έναν τραυματία να κρατάει τις ευαίσθητες περιοχές του, ένα πολτοποιημένο χέρι στο έδαφος, κομμένα μέλη εδώ κι εκεί... μερικές παράγραφοι αφιερώνονται δηλαδή σ' ένα γενικότερο κλίμα πανικού, και συνθέτουν σκηνικό τρόμου γύρω από την ηρωίδα που κυριολεκτικά τα έχει χαμένα. Προσωπικά, η σκηνή μου θύμισε αυτό το στιγμιότυπο από το Saving Private Ryan. Κι ενώ η αναστάτωση συντηρείται στις πρώτες τριάντα σελίδες, ακολουθεί έπειτα και δεύτερη σκηνή φρίκης, στην αίθουσα του χειρουργείου.

Το βιβλίο έχει κατηγορηθεί στο παρελθόν ότι προωθεί τον διπολισμό (Κυρ. Ντελόπουλος στο περιοδικό Διαβάζω 11.7.84, αρ.98, σ.44-46), κάτι με το οποίο δεν μπορούμε εντελώς να διαφωνήσουμε, από τη στιγμή που στις σελίδες του παρουσιάζονται με έντονη συναισθηματική φόρτιση οι μεν ως καλοί και αγωνιστές, οι δε ως χαφιέδες, προδότες και φονιάδες. Θα ήταν ωστόσο άδικο να έχουμε την απαίτηση από ένα λογοτεχνικό κείμενο - μαρτυρία παθούσας να διατηρεί τις αποστάσεις ή την αντικειμενικότητα μιας ιστορικής μελέτης. Από την άλλη, επειδή απευθύνεται σε νεαρές ηλικίες, ίσως θα ήταν σωστότερο κάποιοι χαρακτηρισμοί να είναι πιο ήπιοι και να λείπει η μονομέρεια. (Ομολογώ ότι στο σημείο που η κυρα-Μαρία από "συμμαζεμένη γυναικούλα" μετατρέπεται σε επιβλητική καθοδηγήτρια, νόμιζα ότι διαβάζω Γκόρκι). Εν πάση περιπτώσει, εμείς παραμένουμε οπαδοί της άποψης του μικρού αδελφού: Τίποτα δεν πρέπει να λησμονιέται... Μα θα διδαχτούμε και θα θυμόμαστε όχι για να μισούμε, αλλά για να ξέρουμε πού οδηγούνε τα μίση. 

Τα όσα συνέβησαν στα Δεκεμβριανά, ήταν έτσι κι αλλιώς τόσο απρόσμενα και απάνθρωπα, που την Άλκη Ζέη -φίλη της Ζ.Σαρή- την τρόμαξαν περισσότερο κι από τα γεγονότα της ίδιας της γερμανικής κατοχής. Όπως αναφέρει σε συνέντευξή της στο Lifo (για την οποία έχουμε ήδη κάνει λόγο):

Η μόνη φορά που φοβήθηκα ήταν το Δεκέμβρη του '44. Ετοιμαζόμασταν να πάμε σε μια γιορτή, σ' ένα σχολείο της Κυψέλης. Λίγο πριν φτάσουμε, μάθαμε πως οι Άγγλοι είχανε ρίξει κάτι σαν «οβίδα» και σκοτώθηκαν παιδιά. Μάλιστα, στο σχολείο ήταν και η Ζωρζ Σαρρή, η οποία τραυματίστηκε πολύ σοβαρά. Κόντεψε να χάσει χέρι και πόδι. Ήταν φρικτό. 

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Ειρήνη, Φιλία, Απώλεια, Ιστορία 

Απόσπασμα
Ο Αντρέας έσφιξε τ’ αριστερό χέρι της Ζωής.

- Γεια χαρά, κορίτσι μου, της είπε.

Η Ζωή έχασε τη μιλιά της. Θόλωσαν τα μάτια της. Η Ηλέκτρα είχε πέρα για πέρα δίκιο. Τι λεβεντάνθρωπος, πόσο νέος, δεν έμοιαζε για πατέρας. Δύο μορφές μπλέχτηκαν μέσα της, ο δικός της πατέρας, γέρος, φαλακρός κι όλο θυμωμένος, κι ο Δημήτρης. Αυτό ήταν, έμοιαζε του Δημήτρη κι ας ήταν τα μάτια του πράσινα σαν τα βαθιά νερά της θάλασσας. Ίδια μάτια της κόρης του… Να’ ταν δικός της τούτος ο πατέρα! Να’ ταν ο Δημήτρης, ο Δημήτρης της Κατοχής, ο δικός της Δημήτρης, ο ατρόμητος! Να μην κλάψω, Θε μου, να μην κλάψω…

- Γεια χαρά, απάντησε.

Αργά το βράδυ έφτασε κι ο Πελοπίδας. Θ’ ανέβαιναν στο βουνό με τον Αντρέα. Κοίτα σύμπτωση, μια χούφτα είναι ο κόσμος, δούλευαν μαζί κι ήταν φίλοι.

- Θα ‘ρθω μαζί σας, φώναξε η Ηλέκτρα.

- Δε θα πας πουθενά. Πώς θ’ αντέξεις το κρύο και την πεζοπορία; Είσαστε πληγωμένες. Οι Άγγλοι δε θα σας πειράξουν. Η κυρα-Μαρία πειράχτηκε για λόγου της.

- Να φύγω; Και τι θα μου κάνουν εμένα γριά γυναίκα; Θα μείνω. Όλες οι νοσοκόμες σκόρπισαν.

Κι ο Νίκος είπε:
- Είμαι γιατρός κι άλλωστε, ποτέ μου δεν ανακατεύτηκα με την πολιτική. Ήμουν εδώ πριν από το Δεκέμβρη.

Η Ζωή σώπαινε. Τι να’ λεγε; Και να’ θελε να φύγει, δε θα το μπορούσε. Τώρα πονούσε μέρα νύχτα και το γόνατό της τούμπανο μελανό. Και τι θα της έκαναν οι Εγγλέζοι; Θα την έδερναν ή θα την έκλειναν φυλακή; Ίσως να κουβαλούσαν μαζί τους σουλφαμίδες. Για να περπατήσει το πόδι της, άλλη ελπίδα απ’ τη σουλφαμίδα δεν είχε. Αυτό πια το ήξερε.

Ο Πελοπίδας κάθισε για κάμποση ώρα κοντά της. Ήταν αξύριστος και τα μάτια του κόκκινα από την αγρύπνια.

- Θα συνεχίσουμε, Ζωή. Ένα καινούριο αντάρτικο θα φουντώσει. Θα σαρώσει. Ο λαός είναι μαζί μας. Τα όπλα δεν τα παραδίνουμε. Κρατάμε ολάκερη την Ελλάδα στα χέρια μας.

- Και μεις τι θ’ απογίνουμε; Πάλι τα ίδια; Θα κρυβόμαστε σε λαγούμια κυνηγημένοι από τους μπουραντάδες* κι από τους Εγγλέζους;

Η Ζωή κατάπινε τα δάκρυά της. Δεν ήθελε να ξεμπροστιαστεί, δειλή στα μάτια του καθοδηγητή της. «Αλήθεια, σκεφτόταν, τώρα ποιον θα ‘χω για καθοδηγητή; Σε ποιον τομέα θα ανήκω; Πάλι στη διαφώτιση;» Ντρεπόταν να ρωτήσει. Η Αθήνα χανόταν, κι αυτή έψαχνε ψύλλους στ’ άχυρα.

- Μόλις σταθώ στα πόδια μου, θ’ ανεβώ στο βουνό.

- Θα χρειαζόμαστε πάντα συντρόφους στην Αθήνα. Μη σε νοιάζει. Οι δικοί μας θα σε βρούνε. Θα ξανάχεις επαφή. Άλλωστε, πολύ γρήγορα θα γυρίσουμε πίσω νικητές. Λες κι ο Πελοπίδας είχε μαντέψει τη σκέψη της.

Κίνησαν να φύγουν. Έξω, πίσσα σκοτάδι. Ούτε ένα αστέρι να φωτίζει το δρόμο τους. Καμιά πενηνταριά άντρες και γυναίκες. Άλλοι με επιδέσμους, άλλοι με δεκανίκια, λίγοι οι γεροί. Η Ηλέκτρα τους ξεπροβόδισε ίσαμε την αυλόπορτα της Αγίας Όλγας. Την τελευταία στιγμή γαντζώθηκε πάνω στον πατέρα της. «Κοριτσάκι μου… κοριτσάκι μου… της έλεγε εκείνος και καταφιλούσε το προσωπάκι της.

Όταν γύρισε πίσω στο θάλαμο τρέχανε ποτάμι τα δάκρυά της.

- Μα πώς κάνεις έτσι; Είναι δυνατό με το γύψο να τους πάρεις από πίσω; τη μάλωσε η κυρα-Μαρία κι έσβησε τα μεγάλα φώτα.

- Ας κοιμηθούμε. Ποιος ξέρει τι μέρα θα ξημερώσει αύριο…

Ωστόσο η κούραση δεν έφερνε τον ύπνο. Η έγνοια κρατούσα τα βλέφαρα ανοιχτά.

Η Ηλέκτρα μιλούσε ψιθυριστά στη Ζωή:
- Αχ, πότε θα τον ξαναδώ;

Όλο τον πατέρα της είχε στο νου της. Η Ζωή πάλι σκεφτόταν τη μητέρα της. Τι να’ κανε μόνη στο Δαφνί; Άραγε φώναζε τα’ όνομά της σαν τότε που με το ζόρι οι νοσοκόμοι την ανέβασαν στην κλούβα με τα σιδερένια κάγκελα; Η μητέρα που ποτέ δεν είχε πειράξει κανέναν…

Την έπιασε το παράπονο.

- Και τη μάνα σου; Τη μάνα σου δεν τη σκέφτεσαι;

Νευρίασε η Ηλέκτρα.

- Παράτα με με τη μάνα μου Αυτή φόβο δεν έχει, τον ξεφορτώθηκε…

Πάντα έτσι μιλούσε για τη μάνα της. Οι γονείς της μια ζωή τσακώνονταν για τα πολιτικά. Ο πατέρας της, δύο χρόνια εξορία στην Ακροναυπλία, τότε με το Μεταξά, κι ύστερα, μόλις πάτησαν οι Γερμανοί το πόδι τους στην Ελλάδα, από τους πρώτους μπήκε στην Αντίσταση. Η μάνα της μαλλιοτραβιόταν: «Φτάνει πια, έχεις παιδί, θα φας το κεφάλι σου…» Όλη μέρα γκρίνιαζε, είχε και τα δικά της. Πεινούσαν. Στεκόταν με τις ώρες στην ουρά για λίγο λάδι, για λίγο χαρουπάλευρο. Η Ηλέκτρα από μικρή είχε πάρει το μέρος του πατέρα της και μόλις έγινε δεκαπέντε χρονών είπε να πάει να γραφτεί στην ΕΠΟΝ. Ο πατέρας της δε συμφώνησε μαζί της. «Άσε να μεγαλώσεις…» και κείνη καμώθηκε πως τον άκουσε, αλλά πού και πού με τα’ άλλα παιδιά της γειτονιάς μοίραζε προκηρύξεις και μια νύχτα, λίγες μέρες πριν την απελευθέρωση, το ‘σκασε από το σπίτι κι έγραψε πάνω σ’ έννα τοίχο με κόκκινα κεφαλαία γράμματα: ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ. Ο πατέρας της πιάστηκε πάλι με τη μάνα: «Εδώ ξεσηκώθηκε ολόκληρη η Ελλάδα. Γιατί θέλεις το παιδί μας να μένει με δεμένα χέρια; Τέλειωσε το Γυμνάσιο, τώρα είναι κοπέλα, δε θα την ορίζουμε πια. Πάρ’ το απόφαση…» Η μάνα μπαρούτιασε. «Είσαι τρελός… τρελός… Με τις ορμήνιες σου θα χάσουμε την κόρη μας. Ο Θεός δεν τα θέλει τέτοια πράματα…» Κι ο πατέρας της είχε απαντήσει πολύ ήρεμα: «Τι ανακατεύεις το Θεό, γυναίκα; Έχει πεθάνει από δω και χρόνους…»

Αυτά είχε στο νου της η Ηλέκτρα και συνέχισε:

- Ξέρεις, Ζωή… θαυμάζω τον πατέρα μου και σ’ όλα συμφωνώ μαζί του. Μόνο στο θέμα της θρησκείας δεν μπορώ να τον καταλάβω. Είμαι σαν τη μάνα μου. Κάθε βράδυ κάνω την προσευχή μου. Μια μέρα, όταν θα νικήσουμε, όταν γυρίσει, θα το συζητήσω μαζί του…

- Δηλαδή, τι θα συζητήσεις;

- Γιατί να μη γίνεται να ‘σαι μαρξιστής και χριστιανός μαζί; Να, ας πούμε, η κυρα-Μαρία είναι ίσαμε τα μπούνια κουκουεδίνα κι όμως την εικόνα του Χριστού την έχει στο προσκέφαλό της και κάθε βράδυ, τη βλέπω, κάνει το σταυρό της και την προσκυνάει. Θα μου πεις, η κυρα-Μαρία δεν ξέρει τι πάει να πει Μαρξ. Ούτε κι εγώ άλλωστε. Όμως, τι σημασία έχει; Εγώ θα τον μελετήσω και η κυρα-Μαρία θα μείνει για πάντα στο Κόμμα. Πες μου, αλήθεια, τι πειράζει να πιστεύεις ΚΑΙ στο Θεό;

Η Ζωή είχε πάψει να πιστεύει από δω και κάμποσα χρόνια. Ο Δημήτρης στην Κατοχή της μιλούσε, της εξηγούσε, της έδινε βιβλία να διαβάσει…

- Αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού δεν έχουμε. Όμως, τα όσα είπε ο Μαρξ είναι χειροπιαστά. Δύο και δύο κάνουν τέσσερα…

- Έχεις διαβάσει «Το Κεφάλαιο»;

- Φυσικά.

- Ολόκληρο;

Θα ‘ταν μεγάλο ψέμα της Ζωής ν’ απαντήσει ναι. Ο Δημήτρης της έλεγε: «Μα γιατί δεν κάνεις μια προσπάθεια; Με μέσες άκρες δε γίνεται κανένας μαρξιστής…» Και κείνη, σαν καλή μαθήτρια, δώστου από την αρχή κι ύστερα βαριόταν και τα παρατούσε. Τον παρακαλούσε: «Πες τα μου με δικά σου λόγια…»

- Ναι… δηλαδή, όχι… θέλω να πω πως ο Μαρξ… «Το Κεφάλαιο» δε διαβάζεται μια κι έξω. Χρειάζεται μελέτη. Με μέσες άκρες δε γίνεται κανένας αληθινός μαρξιστής. Δεν κάνει η Συνείδηση το Είναι αλλά το Είναι τη Συνείδηση…

* μπουραντάδες: μηχανοκίνητο τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων με αρχηγό τον Ν. Μπουραντά
4 Δεκ.1944. Σύνταγμα, διαδήλωση για τα θύματα (από τη διαδήλωση) της προηγούμενης μέρας (πηγή)
Προβληματισμοί για Συζήτηση
Αδερφοφάδες
Τα ντροπιαστικά γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944, παρά τα 70 χρόνια που έχουν περάσει, παραμένουν αόρατα στα σχολικά βιβλία Ιστορίας. Αν σκοπός του συγκεκριμένου μαθήματος είναι να διδάσκει και να προβληματίζει, γιατί να μην τα αξιοποιήσουμε όπως τόσα άλλα; Ίσως έτσι αποκομίσουμε και κάτι θετικό από όλα τα αρνητικά που ο πόλεμος αυτός μας προκάλεσε.

Θυμίζω εδώ ότι ως συνέπεια του εμφυλίου, αντί η πατρίδα μας να ανοικοδομηθεί μετά το τέλος του Β' Π.Π, παρέμεινε σε εμπόλεμη κατάσταση για 5 επιπλέον χρόνια, ξοδεύοντας μέρος της εξωτερικής οικονομικής ενίσχυσης σε νέες καταστροφές, όπλα και πυρομαχικά. Επιπλέον, η εθνική ενότητα πληγώθηκε ανεπανόρθωτα και ο λαός χωρίστηκε σε "αριστερούς" και "εθνικόφρονες", ακριβώς όπως τις προηγούμενες δεκαετίες ήταν μοιρασμένος σε βενιζελικούς / βασιλικούς, νωρίτερα σε δημοτικιστές / αρχαϊστές, ή τον περασμένο αιώνα σε αγγλόφιλους / γαλλόφιλους / ρωσόφιλους, κοκ. 

Αθήνα 5.12.1944 Με κόκκινο οι περιοχές που ελέγχει ο ΕΛΑΣ, με μπλε τμήματα εθνικός στρατός και Βρετανοί
Χρήση στην τάξη
Συζητήστε για τη σημασία των φράσεων
"Διαίρει και βασίλευε" και "Η ισχύς εν τη ενώσει". Πότε χρησιμοποιούμε την καθεμία;

Εξηγήστε τα λαϊκά ρητά
"Το ένα χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο" και "Βόηθα με να σε βοηθώ, ν' ανεβούμε το βουνό" ;
Με ποια από τις παραπάνω φράσεις ταιριάζουν;

Δείτε το ακόλουθο βίντεο από την ταινία Το χώμα βάφτηκε κόκκινο και συζητήστε τι προσπαθεί (μετά το 2:15) να εξηγήσει ο πατέρας (Μάνος Κατράκης) στα δύο αδέλφια.


Στον ελληνικό εμφύλιο, μπορούσαν άραγε οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές να αγνοήσουν τον ξένο παράγοντα και να βρουν τρόπο συνεννόησης πριν καταλήξουν σε αλληλοφάγωμα; Τι θα λέγατε στους αρχηγούς των δύο παρατάξεων αν μπορούσατε με ένα μαγικό τρόπο να μεταφερθείτε σε εκείνη την εποχή;  Εσείς, όταν διαφωνείτε με κάποιον, αναζητάτε ειρηνικές λύσεις πριν συγκρουστείτε ανοιχτά; Έχει τύχει να τσακωθείτε με τους φίλους, τα αδέλφια ή τους γονείς σας; Πώς νιώθετε αφού περάσει ο θυμός σας; Έχετε μετανιώσει ποτέ για πράγματα που είπατε ή κάνατε θυμωμένοι;

Αν αποφασίσετε να αξιοποιήσετε το βιβλίο στην τάξη ή να συζητήσετε για τον εμφύλιο, μπορείτε συμπληρωματικά να προβάλλετε την ταινία του Παντελή Βούλγαρη "Ψυχή Βαθιά", που αναφέρεται στο τελευταίο έτος του εμφυλίου. Υπάρχουν επίσης αποσπάσματα εκπομπών και ντοκιμαντέρ, όπως και παλαιότερες ταινίες, μόνο που θα πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός γιατί συνήθως υιοθετείται μονομερής οπτική (πολύ περισσότερο σε ταινίες γυρισμένες τον καιρό της δικτατορίας, όπως αυτή).

Αναφερόμενος στην κατάσταση της χώρας 6 μήνες πριν τα Δεκεμβριανά, ο Γεώργιος Παπανδρέου (πρωθυπουργός κατά τα Δεκεμβριανά) αναφέρει στο Συνέδριο του Λιβάνου (Μάιος 1944):
Κόλασις είναι σήμερον η κατάστασις της πατρίδος μας. Σφάζουν οι Γερμανοί, σφάζουν τα τάγματα ασφαλείας. Σφάζουν και οι αντάρται. Σφάζουν και καίουν. Τι θα απομείνη από την άτυχη αυτήν Χώρα; (...) Δεν είναι ο ξένος κατακτητής αλλά, δυστυχώς, ο εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος υπονομεύει θανασίμως το μέλλον μας.
Απελευθέρωση: Ο Γ. Παπανδρέου υψώνει τη σημαία στις 18 Οκτωβρίου 1944

Share/Bookmark