Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Η φωτιά που δε σβήνει

Υπόθεση
Στην Ηλιούπολη της Συρίας, γεννιέται κάπου στο 620 μ.Χ. ο Καλλίνικος, γιος του Αρέτα και της Αυτονόης. Από παιδί δείχνει εξυπνάδα, περιέργεια και ιδιαίτερη έφεση στις κατασκευές. Η φωτιά τον συναρπάζει και περνάει ώρες προσπαθώντας να καταλάβει τη σχέση της με το νερό. Μετά από ένα άτυχο πείραμα που κατακαίει το κτήμα της οικογένειάς του, ο πατέρας του τον στέλνει μαθητευόμενο στον Παίονα, δίπλα στον οποίο θα μάθει την τέχνη της ναυπηγικής. Όταν οι Άραβες καταλαμβάνουν την πόλη του, ο 17χρονος πλέον Κάλλης πουλιέται σκλάβος και καταλήγει βοηθός μάγειρα σε μια μεγάλη έπαυλη πέρα από την έρημο. Εκεί θα γνωρίσει τη Δανάη, μια Ελληνίδα από την Αλεξάνδρεια και θα αρχίσει να πειραματίζεται με υλικά όπως η νάφθα και το πετρέλαιο. Λίγο πριν απελευθερωθεί, βρίσκει τυχαία μια περγαμηνή με τη συνταγή για το άσβεστον πυρ. Επιστρέφοντας στον τόπο του κληρονομεί το ναυπηγείο, υποχρεώνεται όμως σύντομα να διαφύγει για την ελεύθερη Αμμόχωστο. Όταν η αραβική λαίλαπα καταπίνει και την Κύπρο, ο Καλλίνικος μεταναστεύει στη Σμύρνη και στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη, όπου η φήμη για την τέχνη του έχει ήδη φτάσει στα αφτιά του αυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος Δ' Πωγωνάτος τον δέχεται σε ακρόαση και του αναθέτει τον εκσυγχρονισμό του βυζαντινού στόλου. Έτσι, όταν στα 678 μ.Χ. οι Άραβες επιχειρούν να καταλάβουν τη Βασιλεύουσα, τους περιμένει μια μεγάλη έκπληξη.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καστανιώτης
Συγγραφέας: Χάρης Σακελλαρίου
Εικονογράφηση: Στάθης Σταυρόπουλος
ISBN: 978-960-03-0156-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 1985 (επανέκδοση 2011)
Σελίδες: 120
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'

Κριτική
Βραβευμένο διήγημα ιστορικής μυθοπλασίας που μας ταξιδεύει στους «σκοτεινούς αιώνες» της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Με απλότητα, σαφήνεια και βασιζόμενος περισσότερο στην αφηγηματική του δεινότητα παρά στις -έτσι κι αλλιώς ελάχιστες- ιστορικές πληροφορίες, ο Χάρης Σακελλαρίου μας προσφέρει ένα κείμενο όμορφο και ταυτόχρονα ωφέλιμο, μια ιστορία που χαίρεται κανείς να διαβάζει. Μέσα από 14 μικρά κεφάλαια (έκτασης 4-14 σελίδων) και με αμείωτη ροή στην πλοκή, παρακολουθούμε τη ζωή του ήρωα και ταυτιζόμαστε αβίαστα με την οπτική του. Συμπάσχουμε μαζί του και νιώθουμε την αγωνία των κατοίκων των ανατολικών επαρχιών της αυτοκρατορίας, καθώς ο αραβικός κλοιός τους περισφίγγει. Διατηρώντας ήπιους τόνους και ξετυλίγοντας το νήμα ενός ενδιαφέροντα μύθου, το βιβλίο αυτό παρά τα 30 του χρόνια μπορεί να «μιλήσει» και στους σύγχρονους αναγνώστες. Το προτείνουμε λοιπόν ανεπιφύλακτα στους μαθητές των μεσαίων και μεγαλύτερων τάξεων του Δημοτικού και πιστεύουμε πως οι λάτρεις της ιστορικής περιπέτειας θα το βάλουν στην καρδιά τους.

  • Συναρπαστική ιστορία εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα
  • Στοιχεία για την καθημερινότητα στη βυζαντινή εποχή
  • Ενδιαφέρων πρωταγωνιστικός χαρακτήρας 
  • Λιτή λογοτεχνικότητα, ήπιοι τόνοι, αποφυγή εύκολων λύσεων


  • Απουσία βιβλιογραφίας, λεξιλογίου, βοηθητικού χάρτη

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Επιστήμη - Τεχνολογία, Οικογένεια, Εκπαίδευση, Επιμονή, Δουλεία, Φωτιά

Εικονογράφηση
Συναντάμε περίπου δέκα ασπρόμαυρες ζωγραφιές του σκιτσογράφου Στάθη, που μπορεί να μην προσθέτουν ιδιαίτερη αξία στο έργο, εκπληρώνουν όμως τον συνοδευτικό τους ρόλο και είναι σίγουρα εντός κλίματος.
Απόσπασμα
Σε δύο βδομάδες η πληγή στο μάγουλο του Κάλλη έκλεισε. Κι έβγαλε πια τώρα το μαντίλι. Ήταν όμως το μάγουλό του αυτό, το αριστερό, ακόμα κοκκινωπό, με μιαν επιδερμίδα λεπτή και γυαλιστερή.

- Πήγες να σημαδευτείς, του έλεγε ο πατέρας του. Τον πήρε έν’ απόβραδο που σχόλασε κάπως νωρίς απ’ τη δουλειά του και τράβηξαν κατά το ναυπηγείο. Βρισκόταν στην άκρη της πόλης το ναυπηγείο και ήταν τριγυρισμένο ολόγυρα από ψηλό τοίχο.

Μπήκαν μέσα από τη μεγάλη φαρδιά του πύλη. Ένας κόσμος αλλιώτικος βρισκόταν πίσω απ’ αυτό τον τοίχο: κάθε είδους ξύλα, άλλα ακόμη άκοπα κι απελέκητα, έτσι όπως ήρθαν από τα κοντινά ρουμάνια και τα περιβόλια, άλλα πελεκημένα ή πριονισμένα κατά το σχέδιο που είχε βάλει με το νου του ο αρχιτεχνίτης, ο πρωτομάστορας του ναυπηγείου, βαλμένα τα πιο πολλά σε στοίβες και ντάνες, αλλά και πεταμένα αρκετά εδώ κι εκεί σαν ξεχασμένα ή παραπεταμένα. Και πελεκούδια και σκοινιά αφημένα στους διαδρόμους και στις γωνίες, και μια μυρουδιά από ρετσίνι και πίσσα, που σου κεντούσε επίμονα τα ρουθούνια.

Και να, σκαριά καραβιών κοντά στη θάλασσα, άλλα μισοτελειωμένα κι άλλα μόλις αρχινισμένα, Κι ένα καράβι εκεί στη μέση, μεγάλο, έτοιμο, με το κερατάριον και τα ιστία του, με τα κουπιά και το δοιάκι του, έτοιμο να ξεκινήσει.

Κι ανάμεσα εκεί ο κόσμος ο ζωντανός του ναυπηγείου, τεχνίτες και βοηθοί, άλλοι μ’ εργαλεία στα χέρια κι άλλοι δίπλα τους να βοηθούν, να κουβαλούν μαδέρια, σανίδες ή δοκάρια, ή να στηρίζουν κάποιο ξύλο με τα δυνατά τους μπράτσα. Κι όλοι δοσμένοι, αφοσιωμένοι στη δουλειά τους, που αυτή την ώρα βρισκόταν στο τέλος της.

Μα ο πρωτομάστορας δε φαινόταν. Ο Αρέτας πλησίασε έναν τεχνίτη και τον ρώτησε:

- Εδώ είναι ο πρωτομάστορας;

- Ναι, εδώ είναι, του απάντησε κουρασμένα εκείνος. Και σηκώνοντας το κεφάλι και δείχνοντας κατά το μεγάλο καινούριο καράβι, του λέει:

- Να τος.

Αλήθεια, ο πρωτομάστορας ανέβηκε κείνη τη στιγμή πάνω στην πρύμη του μεγάλου καραβιού. Κρατούσε στα χέρια του ένα μεγάλο ξύλινο πήχη. Τον σήκωσε ψηλά κι ακούστηκε να λέει με φωνή δυνατή, για να τον ακούσουν οι πιο πολλοί μέσα στο ναυπηγείο.

- Τέλος για σήμερα!... Αύριο πάλι…

Ήταν ζεστή και καλοσυνάτη η φωνή του πρωτομάστορα κι αυτό έδωσε κάποιο θάρρος στον Κάλλη. Το καταλάβαινε πως όλος αυτός ο κόσμος εκεί μέσα, τεχνίτες και βοηθοί, απ’ αυτόν έπαιρναν οδηγίες κι ό, τι αυτός πρόσταζε αυτό και γινόταν. Και το έβλεπε πως σε λίγο, αν το θελήσει, βέβαια, θα μπει κι αυτός στη δούλεψή του και θα γίνει ένας απ’ αυτούς τους εργάτες και βοηθούς ή και τους τεχνίτες του ναυπηγείου.

Σε λίγο το ναυπηγείο άδειασε. Τεχνίτες κι εργάτες και βοηθοί, αφού έβαλαν τα εργαλεία τους στην αποθήκη, βγήκαν από την πύλη και τράβηξαν για τα σπίτια τους. Έμειναν οι δυο φύλακες, που κοίταζαν να ταχτοποιήσουν όσο μπορούσαν καλύτερα τα διάφορα σκόρπια μικροπράγματα του ναυπηγείου.

Ο πρωτομάστορας κατέβηκε απ’ το καράβι κι ήρθε κοντά τους. Γνωρίζονταν με τον πατέρα του Κάλλη και πολλές φορές τον καλούσε να του κάνει καμιά δουλειά.

- Τι έχουμε; τον ρώτησε.

- Έχουμε παιδιά κι υποχρεώσεις, του απάντησε ο Αρέτας.

- Και τούτος δικός σου είναι;

- Το στερνοπαίδι. Και λέω να τον βάλω κάπου κι αυτόν, να μάθει καμιά τέχνη, να γλιτώσει λίγο απ’ το δικό μου τον παιδεμό.

- Τέχνη…

Ο πρωτομάστορας κοίταξε για μια στιγμή ολόγυρα.

- Ακύλα! φώναξε σ’ έναν από τους φύλακες. Σβήσε εντελώς τη φωτιά και σκέπασε το κατράμι.

Ύστερα περιεργάστηκε τον Κάλλη. Άπλωσε το χέρι και του χάιδεψε το σγουρό κεφάλι.

- Ώστε τέχνη, λοιπόν…

Ύστερα πρόσεξε το μάγουλό του.

- Εδώ τι πάθαμε;

- Μια μικρή κακοτυχιά. Καλά που δεν έπαθε κάνα κακό πιο μεγάλο… Πήρε φωτιά το περιβόλι. Άσ’ τα. Τέλος πάντων… Γι’ αυτό είπα: μακριά από τη φωτιά! Είναι θεριό ανήμερο. Τράβα εκεί που ξέρεις πως έχεις δίπλα σου το νερό. Δεν μπορείς να την πολεμήσεις αλλιώς, βουτάς μέσα και γλιτώνεις.

- Μα κι αυτή είναι θεριό και σε πνίγει.

- Το ξέρω. Και ξέρω ακόμα πως δεν έχει μπέσα αλλά, τέλος πάντων, είναι κάτι αλλιώτικο… Λοιπόν, είπα να τον φέρω εδώ, κοντά σου, κοντά στη θάλασσα, να της φτιάνει στολίδια, καράβια και κάθε λογής πλεούμενα, και να την καλοπιάνει, κι έτσι και από τη μια να γλιτώνει και με την άλλη να τα ‘χει καλά.

- Μα κι εδώ έχουμε να κάνουμε με τη φωτιά. Ψήνουμε τα ξύλα, τα μαλακώνουμε βράζουμε πίσσα και κατράμι για καλαφάτισμα…

- Παίρνετε τα μέτρα σας όμως…

- Ναι, ναι, βέβαια. Ώστε… ναυπηγός. Μα θέλει μπράτσα γερά και πλάτες και μάτι να κόβει…

- Όσο γι’ αυτό το τελευταία, να μου το θυμηθείς πως δε θα το μετανιώσεις. Αν πάλι δεις πως δε σου κάνει, στείλε μού τον πίσω. Κάπου θα τον βολέψω.

- Καλά, καλά… Από Δευτέρα μπορεί να ‘ρθει…

Κι ο πρωτομάστορας χτύπησε ελαφρά, χαϊδευτικά τον Κάλλη στις πλάτες και τους ξεπροβόδισε και τους δυο ως την έξοδο. Ο φύλακας έκλεισε πίσω τους τη διπλή φαρδιά πύλη. Κίνησαν για το σπίτι. Είχε πια αρχίσει να σκοτεινιάζει.

Η Δευτέρα ήρθε γρήγορα. Πρωί πρωί, απάνω που έπαιρνε να γλυκοχαράξει, ο Κάλλης αισθάνθηκε κάτι να τον σκουντά. Άνοιξε τα μάτια. Ήταν ακόμα σκοτεινά μες στο δώμα και δεν κατάλαβε ποιος τον σκουντούσε. Μα ένιωσε αμέσως κοντά στο μάγουλό του τη ζεστή ανάσα της μητέρας του κι άκουσε σιγανή, απαλή τη φωνή της:

- Σήκω Κάλλη… Σήκω, παιδί μου… Ο πατέρας σου σε περιμένει.

Έτριψε τα μάτια και πετάχτηκε αμέσως πάνω. Ετοιμάστηκε γρήγορα, ήπιε λίγο ζεστό γάλα και ξεκίνησε. Η μητέρα του τον σταμάτησε στην πόρτα, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και στα δυο μάγουλα και τον ξεπροβόδισε λέγοντάς του:

- Με την ευχή μου, παιδί μου. Κι ο Θεός μαζί σου.

Κι ο Κάλλης πήρε το δρόμο για το ναυπηγείο πλάι στον πατέρα του, που περπατούσε σιωπηλός. Η πρωινή δροσιά του χάιδευε το πρόσωπο, έμπαινε στο στήθος του, τον γέμιζε με μιαν αλλιώτικη χαρά. Μια νέα ζωή άρχιζε γι’ αυτόν.
Σχόλιο
Όπως αναφέρουμε και πιο πάνω, το έργο βασίζεται περισσότερο στη μυθοπλαστική δεινότητα του συγγραφέα και λιγότερο στα γεγονότα που παραδίδονται από τις πηγές. Κάποια από τα ελάχιστα στοιχεία που γνωρίζουμε σήμερα για τον Καλλίνικο, αντλούνται από τον Θεοφάνη τον Ομολογητή. Στην εικόνα που ακολουθεί, τονίζεται με κίτρινο χρώμα μια σχετική παράγραφος από τη Χρονογραφία του.
https://play.google.com/books/reader?id=PyIAAAAAYAAJ&printsec=frontcover&output=reader&authuser=0&hl=el&pg=GBS.PA542
Απόσπασμα για τον Καλλίνικο από τη Χρονογραφία του Θεοφάνη του Ομολογητή

Στο απόσπασμα που παραθέτουμε από το βιβλίο, αναφέρεται ότι το ναυπηγείο όπου ο πατέρας Αρέτας οδήγησε τον Καλλίνικο ένα απόγευμα μετά τη δουλειά, ήταν στην άκρη της πόλης. Αυτό θα ήταν αδύνατο να έχει συμβεί στην πραγματικότητα, καθώς η Ηλιούπολη της Κοίλης Συρίας (σημερινό Baalbek του Λιβάνου) δεν ήταν πόλη παραθαλάσσια. Για του λόγου το αληθές μπορείτε να συμβουλευτείτε στη wikimapia τη θέση των αρχαίων ερειπίων της ή να κοιτάξετε τον χάρτη που ακολουθεί. Η απόσταση της πόλης σε ευθεία από την κοντινότερη θάλασσα (جونيه ή Jounieh Bay) είναι 51,7 χλμ και περνάει από υψίπεδα και ερήμους.
Η σύνθεση του υγρού πυρός παραμένει ένα μυστήριο για τους σύγχρονους μελετητές, καθώς η συνταγή για την κατασκευή του χάθηκε μέσα στους αιώνες. Μια πλήρη παρουσίαση για την ιστορία και τη χρήση του, μπορείτε να διαβάσετε εδώ ενώ σε αυτό το βιβλίο του Παντελή Καρύκα το βρίσκουμε να εντάσσεται σε μια γενικότερη παρουσίαση των "μυστικών" όπλων της αρχαίας και βυζαντινής τεχνολογίας. Η θαυματουργή φόρμουλα του Καλλίνικου έσωσε σε πολλές περιστάσεις το Βυζάντιο από τις επιθέσεις Αράβων και Ρώσων, ενώ φαίνεται πως η τελευταία φορά που χρησιμοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη ήταν από τον Φραγκίσκο Φλαντανέλα λίγες μέρες πριν την άλωση· η παραγωγή του ωστόσο σε κείνα τα χρόνια ήταν πια περιορισμένη, καθώς η απώλεια των ανατολικών επαρχιών είχε στερήσει το βυζαντινό ναυτικό από τις απαραίτητες πρώτες ύλες. 

Οι περισσότεροι ξένοι συγγραφείς (όπως ο J.R. Partington) το αναφέρουν ως greek fire, ταυτίζοντάς το με διάφορα άλλα εύφλεκτα σκευάσματα της εποχής, τα οποία χρησιμοποιούσαν στόλοι όπως ο Αραβικός ή ο Ινδικός. Το ότι αντίστοιχα υλικά ήταν ήδη γνωστά σε λαούς της ανατολής, οδηγεί στην υπόθεση ότι η τελειοποίηση του υγρού πυρός από τον Καλλίνικο (που όπως διαβάζουμε σε άρθρο του Γεωργίου Τσούτσου το έκανε άσβεστο) δεν μπορεί να άλλαξε σημαντικά τα δεδομένα στον ναυτικό αγώνα. 

Ένα ολιγόλεπτο βίντεο για το υγρό πυρ μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ, ενώ μια σχετική παρουσίαση για την τάξη μπορείτε να βρείτε εδώ. Περισσότερες πληροφορίες για το βυζαντινό ναυτικό γενικότερα θα διαβάσετε στη σελίδα της ψηφιακής τάξης απ' όπου και η εικόνα του χελάνδιου που ακολουθεί. Μια εμπεριστατωμένη επιστημονική ομιλία με θέμα Byzantium and the Sea: Archaeological and Iconographic Evidence for Maritime Activities in the Byzantine Era θα δοθεί από την Δρ. Κατερίνα Δελλαπόρτα αύριο 16 Απριλίου και ώρα 19.00 στην Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή (Παρθενώνος 14, Κουκάκι).

Χρήση στην Τάξη
Στη σελίδα 77 ο Καλλίνικος βρίσκει μια μικρή περγαμηνή από μαλακό γκριζόασπρο δέρμα, τυλιγμένη κυλινδρικά. Τα μάτια του αστράφτουν. Η περγαμηνή είναι γραμμένη στα ελληνικά. Η καρδιά του φτεροκοπάει. Ω, ναι, είναι μια άλλη φωνή τούτη εδώ, μια φωνή που έρχεται απ' τα βάθη της φυλής του. Τη γνωρίζει, την έχει μάθει εκεί στη μακρινή πατρίδα του, την Ηλιούπολη. Δεν αισθάνεται πια χαμένος στην άβυσσο. Του παραστέκουν όλοι οι πρόγονοι κι όσοι απ' τους συμπατριώτες του ζουν. Πιάνει με λαχτάρα να τη διαβάσει. Αφού η σκηνή αποδοθεί με παντομίμα, θα μπορούσε να τροφοδοτήσει μια συζήτηση για την συναισθηματική αξία που ένα μικρό σημείωμα είναι δυνατόν να έχει για έναν μετανάστη. Πώς νιώθουν άραγε τα παιδιά της τάξης που κατάγονται από άλλες χώρες όταν διαβάζουν κάποιο κείμενο στη μητρική τους γλώσσα; Οι φίλοι των κατασκευών, μπορούν να δημιουργήσουν μικρές περγαμηνές κιτρινίζοντας χαρτί και καίγοντας τις άκρες του για να φαίνεται πολυκαιρισμένο. 

Να μην ξεχνάμε επίσης, ότι η γραφή αποτελεί τον κώδικα που κάνει τη διαφορά για τους ανθρώπους, μεταφέροντας απίστευτο όγκο πληροφοριών και εμπειριών από τη μία γενιά στην άλλη. Το συγκεκριμένο σημείωμα που αναφέρεται στο παραπάνω απόσπασμα περιείχε πληροφορίες για το άσβεστον πυρ με την υπογραφή του Πρόκλου, του Αθηναίου φιλοσόφου που (επί Αναστασίου Α') εφηύρε τα θαλάσσια φλογοβόλα για να αντιμετωπίσει το 515 μ.Χ. τον στόλο του στασιαστή Βιταλιανού. 
Περγαμηνή (πηγή)

Στη σελ. 14 του βιβλίου, ο μικρός Κάλλης στέλνεται με χίλιες θυσίες σε έναν γραμματιστή για να μορφωθεί. Όμως η δημιουργική του σκέψη (χάρη στην οποία επινοεί έναν νέο τρόπο να σβήνει το αβάκιο με τη γλυφίδα) «ανταμείβεται» με δύο ξυλιές σε κάθε χέρι! Σχετικά με την σωματική βία που ασκούσαν οι εκπαιδευτές στο Βυζάντιο, διαβάζουμε εδώ (σ.24) ότι τα ραπίσματα στα παιδιά όχι απλώς θεωρούνταν φυσιολογικά, αλλά συνοδεύονταν και από μαστίγωμα(!), φτύσιμο, τράβηγμα μαλλιών, μουτζούρωμα με μελάνι, κ.ά. Συχνά η σκληρότητα και η αυστηρότητα ενός δασκάλου συνιστούσε την καλύτερη διαφήμιση και λειτουργούσε υπέρ του στις προτιμήσεις των γονέων! Μπορούν άραγε οι μαθητές μας να γράψουν στην παραπάνω περγαμηνή μια χιουμοριστική διαφήμιση δασκάλου της Βυζαντινής εποχής;
Το σχολείο στο Βυζάντιο (πηγή)
Στο μάθημα των Θρησκευτικών, θα μπορούσαμε να κάνουμε συζήτηση γύρω από το ζήτημα της δουλείας, που ο συγγραφέας έχει θίξει σε πολλά έργα του. Ποια είναι άραγε τα συναισθήματα του ανθρώπου που ξεριζώνεται από την πατρίδα του για να βρεθεί σκλάβος σε κάποιον ξένο τόπο;  Μια και λίγες μόλις μέρες έχουν περάσει από την 25η Μαρτίου, ίσως μπορούμε να αντλήσουμε κάποια στοιχεία από μια επιστολή του Αυστριακού πρεσβευτή Άντον Πρόκες φον Όστεν που μιλάει για ένα ταξίδι του στην Αίγυπτο την άνοιξη του 1827:

Στις 12 Μαρτίου πήγα έφιππος στο Μπούλακ, το κάτω λιμάνι του Καΐρου, για να αναχωρήσω με το πλοίο (...) Απέναντί μου, στη γωνιά της πύλης ενός καφενείου, καθόταν σταυροπόδι μια κοπελίτσα, δίπλα σ' έναν γέροντα Τούρκο που κάπνιζε το τσιμπούκι του, βουβός και με το βλέμμα ριγμένο μπροστά του. Παράγγειλα ένα φλυτζάνι καφέ και η ματιά μου έπεσε πάνω στο κοριτσάκι που με ατένιζε με τα μεγάλα, μαύρα μάτια του. Παρατήρησα πως δεν ήταν πια παιδάκια παρά ένα κοριτσόπουλο 16 ή 17 χρονών. Το λευκό χρώμα του προσώπου του, η έκφραση των ματιών, ο τρόπος των κινήσεων και η συμπεριφορά του μ' έκαναν να μαντέψω πως ήταν Ελληνίδα. 
- «Είναι η σκλάβα σου;» ρώτησα τον γέρο
- «Ναι!»
- «Την πουλάς;»
- «Ναι». 
- «Από ποια χώρα είναι;»
- «Από το Μεσολόγγι», απάντησε η κοπελίτσα και σηκώθηκε. 

Είχε ένα αρχοντικό παράστημα που έδειχνε ότι είχε υποφέρει, αλλά ή νιότη της είχε ξεπεράσει τις στενοχώριες και την κακομεταχείριση. 

- «Είναι γερό παιδί», είπε ο γέρος. «Την έφεραν πριν από λίγο από το Μεσολόγγι, την πηγαίνω στο παζάρι στο Ταντάμπ. Δωσ' μου πέντε πουγκιά, και την παίρνεις.»
-«Πέντε πουγκιά;» απάντησα. «Τι είν' αυτά που λες; Κατέβασ' την τιμή!»

Είχα μόνο 100 τάληρα και το ταξίδι απλήρωτο για την Αλεξάνδρεια, αλλά ήμουν αποφασισμένος να πληρώσω το ποσό που ζητούσε. 

- «Αγόρασέ με», μου είπε στα ελληνικά το κορίτσι και τα δάκρυα φάνηκαν στα φωτεινά της μάτια. 
- «Μια τελευταία λέξη», φώναξα στον γέρο. «Σου δίνω 100 τάληρα και μάλιστα αμέσως. Θα μου αφήσεις το κορίτσι με τα ρούχα που φοράει»

Ο γέρος σιωπούσε.

- «Κράτα και τα ρούχα, αν σ' ενδιαφέρουν. Δεν αξίζουν ούτε 20 πιάστρα», είπα. 
Ο γέρος έμενε ανένδοτος. Το κορίτσι έκλαιγε και δεν ήθελε να μ' αφήσει. Οι ναύτες φώναζαν και σήκωναν άγκυρα. Έπεσα πάνω στο χαλί στην κάμαρά μου κι όλη τη νύχτα στεκόταν μπροστά στην ψυχή  μου η ευγενική μορφή της Μεσολογγιτοπούλας μ' ένα αδυσώπητο κατηγορώ.


Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...