Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Στα ίχνη του Βερμέερ

Υπόθεση
Μια νύχτα του Οκτώβρη σε κάποια γειτονιά του Σικάγο, τρία ολόιδια γράμματα φτάνουν σε ισάριθμους παραλήπτες. Ζητούν βοήθεια για την εξιχνίαση ενός "εγκλήματος" που έγινε αιώνες πριν και σκοπό έχουν την αποκατάσταση του ονόματος ενός μεγάλου Ολλανδού ζωγράφου. 

Ο Κάλντερ Πίλεϊ είναι μαθητής στην έκτη τάξη ενός πειραματικού σχολείου που ίδρυσε ο J. Dewey. Χόμπι του είναι να ανακαλύπτει συσχετισμούς, να σπάει και να δημιουργεί κώδικες, όπως και να επικοινωνεί μέσω αυτών με τον μοναδικό του φίλο Τόμι. Παρότι σιχαίνεται το γράψιμο, λατρεύει τη νέα του δασκάλα δεσποινίδα Χάσεϊ (Hussey) που ακούει με προσοχή τις σκέψεις των παιδιών και ακολουθεί τις αρχές της ανακαλυπτικής μάθησης. Το ίδιο ξετρελαμένη με την απρόβλεπτη νέα δασκάλα είναι και η συμμαθήτριά του Πέτρα, που της αρέσει πολύ να γράφει, να φαντάζεται και να βρίσκει ερωτήσεις χωρίς απάντηση.  Μέσα από μια σειρά πρωτότυπων εργασιών και ένα πραγματικά παράξενο βιβλίο που πέφτει στα χέρια τους, τα δύο παιδιά θα γνωριστούν καλύτερα. Θα ανακαλύψουν συμπτώσεις που συνδέουν τις ζωές τους και θα βρεθούν αναπάντεχα στο κέντρο μιας περιπέτειας στην οποία εμπλέκονται μια εξαφάνιση παιδιού, η κλοπή ενός πίνακα του Βερμέερ, μια δολοφονία και πολλά άλυτα μυστήρια!

Θα αποδειχτεί άραγε αρκετή η βοήθεια των πεντόμινο και της ιδιότροπης κυρίας Σαρπ για να βγουν σώοι από την περιπέτεια και να γλιτώσουν την "Κυρία που γράφει" από τα χέρια των κακοποιών;
  
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Μοντέρνοι Καιροί
Συγγραφέας: Blue Balliett
Μετάφραση: Ράνια Μπουμπουρή
Εικονογράφηση: Brett Helquist
ISBN: 978-960-441-064-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2004 (στα ελληνικά 2005)
Τίτλος πρωτοτύπου: Chasing Vermeer
Σελίδες: 310
Τιμή: περίπου 16 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Ενδιαφέρουσα περιπέτεια μυστηρίου γύρω από το ταξίδι των ιδεών αλλά και τα έργα του Γιαν Βερμέερ. Η μετάφραση μοιάζει καλοδουλεμένη και αντιμετωπίζει τις προκλήσεις με δημιουργικό τρόπο, δίνοντάς μας ένα κείμενο βατό που δεν δυσκολεύει ιδιαίτερα τον νεαρό αναγνώστη. Η υποψία ενοχής που περνά από χαρακτήρα σε χαρακτήρα, τα δεδομένα που με ιδιοφυή τρόπο μπερδεύονται και ξεδιαλύνονται, οι διαρκείς ανατροπές και οι συμπτώσεις, όπως και η αγωνία που σταδιακά κλιμακώνεται, είναι στοιχεία που κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο, παρά τις 300 σελίδες του βιβλίου και τις κατά καιρούς σκόπιμες καθυστερήσεις που παρεμβαίνουν στην πλοκή. Το κείμενο είναι χωρισμένο σε 24 μέτριας έκτασης κεφάλαια (5-20 σελίδων, συνήθως όμως μεταξύ 7 έως 12), σε καθένα από τα οποία συναντάμε μια ολοσέλιδη ασπρόμαυρη εικόνα με ένα κρυφό μήνυμα. Οι συμβάσεις είναι λίγες (π.χ. στη σ.271 η πόρτα του κτηρίου είναι ξεκλείδωτη, αλλά ο συναγερμός ενεργοποιημένος) και δεν επηρεάζουν το ρεαλιστικό ύφος, ούτε μας εμποδίζουν να ταυτιστούμε με τους ήρωες. Προτείνουμε το βιβλίο περισσότερο σε μαθητές της Στ' τάξης Δημοτικού και του γυμνασίου, αλλά και γενικά στους φίλους των γρίφων, των καλών τεχνών και των συναρπαστικών μυστηρίων!

  • Ενδιαφέροντες χαρακτήρες
  • Ιδιοφυής πλοκή
  • Προσφέρει αφορμή για παρατήρηση του περιβάλλοντος και ενασχόληση με την τέχνη

  • Ογκώδη κεφάλαια με πυκνή γραφή και περιγραφές που μπορεί να κουράσουν

Αξίες - Θέματα
Τέχνη, Μυστήριο, Εκπαίδευση, Φιλία, Μαθηματικά

Εικονογράφηση
Παρότι η εικονογράφηση είναι καλοδουλεμένη και ακολουθεί την αισθητική του κειμένου, αφήνει την εντύπωση πως δεν εκμεταλλεύεται επαρκώς το θέμα, ούτε και συμμετέχει στο τελικό αποτέλεσμα με τον τρόπο που ο σχεδιασμός της έκδοσης φιλοδοξεί. Τόσο τα παιδιά όσο και εμείς οι ενήλικοι, στάθηκε αδύνατο να αποκωδικοποιήσουμε τον γρίφο πίσω από τα σχέδια και γρήγορα εγκαταλείψαμε την προσπάθεια, στρεφόμενοι αποκλειστικά στο κείμενο.
Απόσπασμα
Το Ντέλια Ντελ Χολ, χτισμένο το 1916, είχε να επιδείξει αναρίθμητα διακοσμητικά στοιχεία· τερατόμορφες φιγούρες μισοκρυμμένες πίσω από πολυετή κισσό, πέτρινους πυργίσκους, πολυάριθμες καμινάδες, περίτεχνα δίφυλλα παράθυρα. Στους αρχικούς χώρους είχαν προστεθεί μια πισίνα, μια καφετέρια κι ένα σύγχρονο κινηματοθέατρο, όπου διοργανώνονταν πάρτι και θεατρικές παραστάσεις. Το κτίριο έριχνε στο χιόνι μια κίτρινη λάμψη που απέπνεε θαλπωρή κι έστελνε λωρίδες φωτός, λεπτές σαν δάχτυλα, στις σκοτεινές αίθουσες του Κινγκ Χολ.

«Επομένως, έκανα λάθος. Μάλλον το Π δε σήμαινε πανεπιστήμιο», είπε η Πέτρα, που ήρθε και στάθηκε δίπλα στο φίλο της, μπροστά στο παράθυρο. «Μάλλον δεν είναι εδώ ο πίνακας. Τι λες να ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στο Ντέλια Ντελ προτού πάμε στο σπίτι;»

«Φυσικά! να αγοράσουμε και ένα κουτί καραμελίτσες και πατατάκια, γιατί πεθαίνω της πείνας».

Οι φωνές τους αργόσβηναν μες στο σούρουπο καθώς διέσχιζαν το δρόμο, αφήνοντας την ησυχία του Κινγκ Χολ ν’ απλωθεί και πάλι σε όλους τους χώρους του.

Οι δύο φίλοι κάθισαν σ’ ένα παγκάκι μες στο Ντέλια Ντελ Χολ, για να μοιραστούν τις καραμελίτσες και τα πατατάκια τους. Έπεφτες χιόνι, που με τρόπο μαγικό μαλάκωνε κι έσβηνε τον κόσμο του πανεπιστημίου έξω απ’ το κτίριο. Άφησαν τα μπουφάν, τους σκούφους και τα γάντια τους σ’ ένα υγρό βουναλάκι από ρούχα πλάι τους.

Μια παρέα φοιτητών στην άλλη άκρη της αίθουσας κουβέντιαζε για το μάθημα των Λατινικών. Ένας άντρας με βαριά ματόκλαδα διάβαζε την εφημερίδα του. Ένας καθηγητής με κεφάλι σαν ροζ μπάλα του μπόουλινγκ κατευθυνόταν βιαστικά προς την πισίνα με μια πετσέτα παραμάσχαλα. Μια γυναίκα με μια τεράστια αρμαθιά κλειδιά στο χέρι πέρασε από μπροστά τους κι άρχισε ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά. Ο Κάλντερ μπόρεσε ν’ ακούσει το «κλικ» μιας κλειδαριάς που άνοιξε και το «κλακ» ενός μάνταλου που βρήκε ξανά τη θέση του όταν έκλεισε πάλι η πόρτα.

Η Πέτρα δεν είχε προσέξει τίποτε απ’ όλα αυτά. Μασούσε τα πατατάκια της κοιτάζοντας μπροστά της γλαρωμένη, λες κι ήταν έτοιμη να την πάρει ο ύπνος. Ο Κάλντερ είχε όρεξη για κουβέντα.

«Ουάου! Όλος ο χώρος εδώ πέρα είναι μες στο ξύλο. Κοίτα της σκάλα! Ποτέ δεν την είχα προσέξει μέχρι τώρα. Λες κι από ώρα σε ώρα θα φανεί στην κορυφή της κάποιο πρόσωπο από παλιά κινηματογραφική ταινία… Η Μπέτι Ντέιβις, ας πούμε…»

«Πράγματι». Η Πέτρα σηκώθηκε όρθια και τεντώθηκε. «Έλα, πάμε να ρίξουμε μια ματιά τώρα. Πέρασε η ώρα».

Απομακρύνθηκαν από την είσοδο του κτιρίου κι άρχισαν να περνούν τη μια άδεια αίθουσα μετά την άλλη. Παντού αντίκριζαν ξύλινη επένδυση στους τοίχους, πέτρινα τζάκια, πλακάκια στο δάπεδο. Είχαν φτάσει στους πιο παλιούς χώρους του κτιρίου.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, κανείς τους δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλο ήταν το αρχικό κτίσμα του Ντέλια Ντελ Χολ. Η διάταξη των χώρων ήταν φιδογυριστή, οι ορθογώνιες αίθουσες θαρρείς πως χόρευαν αποκαλύπτοντας ένα σωρό εκπλήξεις σε κάθε στροφή. Τη μια στιγμή τα παιδιά βρίσκονταν σε μια αίθουσα μεγαλειώδη, την επόμενη σ’ ένα χώρο μικρό και οικείο. Μπήκαν σε μια τεράστια αίθουσα χορού, όπου σε μια γωνιά μερικοί φοιτητές μάθαιναν τάι τσι, μια κινεζική πολεμική τέχνη. Ακριβώς απέναντι υπήρχε ένας μικροσκοπικός χώρος υποδοχής και πλάι του μια αίθουσα που έμοιαζε με τραπεζαρία.

Γύψινες κληματαριές κοσμούσαν τις επιβλητικές δοκούς της οροφής, ενώ οι τοίχοι, επενδυμένοι με ορθογώνια κομμάτια ξύλου σε διάφορα μεγέθη χωρίζονταν εδώ κι εκεί από σχεδόν αόρατες πόρτες. Ένα μικρό ξύλινο πόμολο και μια κλειδαρότρυπα ήταν οι μόνες ενδείξεις ότι μπορεί όντως να υπήρχαν κι άλλοι χώροι πίσω από ‘κει. Μια πόρτα οδηγούσε σε μια παλιομοδίτικη κουζίνα, μια άλλη σε μια πίσω σκάλα, και τρεις τέσσερις ήταν κλειδωμένες.

Η τραπεζαρία οδηγούσε σε μια ηλιόλουστη βιβλιοθήκη με ένα υπέροχο, τεράστιο τζάκι. Πάνω στο ράφι του, υπήρχε ένας ξυλόγλυπτος πάπυρος με την επιγραφή: ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΦΟΙΤΗΣΑΝ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΥ ΣΙΚΑΓΟΥ. Σκαλισμένα λιοντάρια κι άλογα κοσμούσαν τον πάπυρο.

Η Πέτρα στάθηκε μπροστά από την επιγραφή, θαυμάζοντας τους περίτεχνους γοτθικούς χαρακτήρες.
«Υπέροχο! Τι να σημαίνει, άραγε;»
«Η μαμά μου μου είπε ότι σ’ αυτόν το χώρο επετράπη για πρώτη φορά, εκτός από τους φοιτητές, να κάθονται και οι φοιτήτριες», αποκρίθηκε ο Κάλντερ.
«Τέλος πάντων, ας συνεχίσουμε την έρευνα.»

Στο δεύτερο όροφο υπήρχαν κάποια γραφεία και τρεις αίθουσες διαλέξεων, με πολλές σειρές από ξύλινες καρέκλες, ελαιογραφίες στους τοίχους και μεγάλα παράθυρα.

Στον τρίτο όροφο βρισκόταν μια μικρή θεατρική σκηνή. Τους τοίχους απέναντι από τη σκηνή κοσμούσε μια ωραία παράσταση· άνθρωποι ντυμένοι με μεσαιωνικές ενδυμασίες χόρευαν, έπαιζαν και κουβέντιαζαν σε ένα ειδυλλιακό τοπίο. Στο βορινό τοίχο υπήρχαν θολωτά παράθυρα και μια δίφυλλη τζαμόπορτα που οδηγούσε σε μια ταράτσα.

Τα δυο παιδιά στάθηκαν με δέος στην είσοδο. Μια κόκκινη βελούδινη αυλαία έκρυβε τη σκηνή, στις δυο άκρες της οποίες υπήρχε από μια μικρή ξύλινη πόρτα.

Παρακινημένοι από την ίδια παρόρμηση, προχώρησαν προς τα εκεί. Δεν υπήρχε ψυχή τριγύρω. Χωρίς να πει λέξη, ο Κάλντερ δοκίμασε ν’ ανοίξει την πόρτα στα δεξιά της σκηνής. ήταν ξεκλείδωτη. Τρία σκαλάκια οδηγούσαν στα παρασκήνια.

Γλίστρησαν αθόρυβα εκεί μέσα, περνώντας πάνω από ξεφτισμένα σχοινιά αυλαίας, ένα λαούτο χωρίς χορδές, μια πλαστική στάμνα και μια παλιά σκούπα.

«Όλα αυτά θα μπορούσαν ν’ αποτελούν υλικό για έναν ανόητο που περνιέται για τον Βερμέερ», σχολίασε ο Κάλντερ.

Νόμιζε ότι η Πέτρα θα γελούσε με το αστείο του, το κορίτσι όμως μάλλον δεν τον άκουσε.

«Δεν υπάρχει καμιά κρυψώνα εδώ», είπε.

Ξάφνου, η Πέτρα ένιωσε σαν να είχε ξεχάσει κάτι σημαντικό ή σαν να έπρεπε να βρίσκεται κάπου αλλού εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί πού. Ένιωσε μια αδιαθεσία. Οι λέξεις βγήκαν με κόπο από το στόμα της.

Επέστρεψαν στο δεύτερο όροφο. Το κορίτσι βρήκε μια καρέκλα μπροστά σ’ ένα παράθυρο και κάθισε. Ένιωσε ν’ ανακουφίζεται λιγάκι και μόνο που βρισκόταν δίπλα στο παράθυρο, κι αυτό ήταν παράξενο.

Ο Κάλντερ είχε πέσει στα τέσσερα μπροστά στο τζάκι της αίθουσας και κοιτούσε προς τα πάνω.

«Είπα να ρίξω μια ματιά, μήπως υπάρχουν κρυφά ράφια εδώ μέσα. Ούτε που χωράει ο νους μας πόσα μυστικά μπορεί να κρύβει τούτο το κτίριο».

Δεν έλαβε καμιά απάντηση από τη φίλη του, γι’ αυτό και γύρισε να την κοιτάξει.

«Τι τρέχει; Ζαλίζεσαι;»

«Κάλντερ… Αυτά τα παράθυρα…»

Ο Κάλντερ σηκώθηκε όρθιος.
«Ναι, ξέρω. Μοιάζουν με τα παράθυρα στους πίνακες του Βερμέερ».

Η Πέτρα κοίταξε τριγύρω στην αίθουσα.
«Κι αυτό το ξύλο στους τοίχους… Θέλω να πω, εκατομμύρια παλιά κτίρια έχουν ξύλινη επένδυση, αλλά αυτά εδώ τα ορθογώνια…»

Καθώς κοιτούσε το είδωλό της στο σκούρο τζάμι του παραθύρου, η φωνή της έσβησε.

Ο Κάλντερ την πλησίασε και κάθισε πλάι της.
«Θες να ρίξουμε ακόμα μια ματιά στο χώρο προτού φύγουμε;» ρώτησε.

Το ύφος του του θύμισε τους γονείς του, όταν προσπαθούσαν να τον βάλουν να κάνει μια δουλειά χωρίς να φαίνεται ότι του το ζητούσαν.

Η Πέτρα κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του.

«Τι σκέφτεσαι, Κάλντερ;»
«Ότι δε φαίνεσαι και πολύ καλά... Σαν να ζεσταίνεσαι υπερβολικά».

Το κορίτσι πράγματι ένιωθε σαν να είχε πυρετό.

«Μάλλον με περιτριγυρίζει γρίπη. Έλα, πάμε να φύγουμε από ‘δω».

Κατευθύνθηκαν προς τον πρώτο όροφο. Πέρασαν μπροστά από πόρτες με μπρούντζινα πόμολα σε σχήμα νυφίτσας, έναν ανάγλυφο φλαουτίστα και μερικά πέτρινα λιοντάρια που ήταν σκαρφαλωμένα ψηλά πάνω από το κεφαλόσκαλο. Η Πέτρα, με το χέρι της ν’ αγγίζει την κουπαστή της σάλας καθώς κατέβαινε αργά αργά τα σκαλιά, αναπήδησε ξαφνιασμένη και σταμάτησε. Ο Κάλντερ συνέχισε να κατεβαίνει.

Το κιγκλίδωμα της σκάλας ήταν ένα καλαίσθητο σχέδιο από κληματόφυλλα που πλέκονταν μεταξύ τους, όπου φώλιαζαν κάμποσα πλάσματα – πουλάκια, ποντίκια και σαύρες. Στη βάση της σκάλας, μια περίεργη ανάγλυφη δρύινη μαϊμού στήριζε την κουπαστή. Πουλιά, μαϊμού, ξύλινο, δρύινο, φλάουτο, βρείτε… Τα μηνίγγια της σφυροκοπούσαν. Πουλιά, μαϊμού, ξύλινο… μαϊμού, δρύινο… ξύλινο, φλάουτο, βρείτε… βρείτε! Ήταν οι λέξεις της κυρίας Σαρπ στο νοσοκομείο. Η Πέτρα μαρμάρωσε στη θέση της, κρατώντας με το ένα χέρι την κουπαστή.

Είδε τον Κάλντερ να ψάχνει με ήρεμες κινήσεις το σωρό με τα νοτισμένα ρούχα για το μπουφάν του. Ήλπιζε ότι το πρόσωπό της δε φανέρωνε τις άγριες σκέψεις της, που θαρρείς και ούρλιαζαν δυνατά μες στο κεφάλι της.

«Προχώρα, περπάτα λες και δε συμβαίνει τίποτα», ψιθύρισε στον εαυτό της.

Ένας άντρας σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα του και την κοίταξε, καθώς περνούσε από δίπλα του. Άραγε ο κόσμος γύρω της άκουγε την καρδιά της που χτυπούσε σαν ταμπούρλο, καταλάβαινε ότι το μυαλό της είχε πάρει φωτιά; Άρπαξε με μια κίνηση τα πράγματά της και όρμησε έξω από την πόρτα, στο σούρουπο, που έλεγες πως τη σπλαχνίστηκε.

«Πέτρα, τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Κάλντερ.
«Έλα!»

Ο Κάλντερ με κόπο ακολουθούσε τη φίλη του, που σχεδόν έτρεχε διαρκώς σκοντάφτοντας στο φρέσκο χιόνι. Όταν πέρασε ένα τετράγωνο στην 59η οδό, έριξε μια ματιά πίσω τους. Ο Κάλντερ γύρισε να κοιτάξει κι αυτός. Ξαφνικά, φοβήθηκε πολύ.

«Ας γυρίσουμε στο σπίτι περνώντας από τις πίσω αυλτές των σπιτιών. Πρέπει να εξαφανιστούμε οπωσδήποτε!»

Ο Κάλντερ άρχισε να περπατά με βήμα ταχύ πλάι στη φίλη του. Οι ώμοι τους ακουμπούσαν. Σκέφτηκε το Π των πεντόμινο. Ας προσευχηθούμε κι ας προσέξουμε να μην πάθουμε τίποτα… Οι μοβ σκιές του σούρουπου έδειχναν απειλητικές τώρα. Οι θάμνοι ανάμεσα στα σπίτια φαίνονταν γεμάτοι μυστήριο, οι περαστικοί που περπατούσαν κυρτωμένοι για να προφυλαχτούν από το κρύο έδειχναν επικίνδυνοι.

Μόλις η Πέτρα σιγουρεύτηκε ότι κανένας δεν τους ακολουθούσε, σταμάτησε.

«Κάλντερ, αυτό είναι».

Εκείνος κοίταξε ολόγυρα στο έρημο δρομάκι.
Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του.

«Τι;»

«Νομίζω ότι τη βρήκαμε».
Σχόλιο
Όπως αναφέρουμε και στην εισαγωγή, η μετάφραση έχει πολλά εμπόδια να προσπεράσει. Μερικά από αυτά σχετίζονται με την προσαρμογή του λατινικού πεντόμινο (που λειτουργεί σαν παζλ πίσω από το κείμενο), στο ελληνικό αλφάβητο. Στην προσπάθεια αυτή, κάποιες φορές το γράμμα από το πρωτότυπο κείμενο αλλάζει (π.χ. στη σ. 271 το Y γίνεται Ν ώστε να σημαίνει Ναι), ενώ άλλες φορές ερμηνεύεται με τρόπο ώστε να βγάζει νόημα στα ελληνικά. Στη σ. 260 για παράδειγμα, βλέπουμε το γράμμα T που στα αγγλικά θα παρέπεμπε απευθείας σε Twelve, να διαβάζεται ως Τρεις Τέσσερις Δώδεκα! Τα μηνύματα ωστόσο που ανταλλάσσουν ο Κάλντερ με τον Τόμι στον κώδικα που επεξηγείται στη σ. 84, εμφανίζονται στο τέλος του βιβλίου στα αγγλικά και έπειτα μεταφράζονται στη γλώσσα μας.
Πεντόμινο, το αγαπημένο παιχνίδι του Κάλντερ (πηγή)
Η Ντένις, συμμαθήτρια του Κάλντερ και της Πέτρα, αντιπροσωπεύει το καλομαθημένο παιδί της μετανεωτερικής εποχής, που μοιάζει αδιάφορο για όσα συμβαίνουν γύρω του. Στον αντίποδα, οι δύο αντιήρωες-πρωταγωνιστές αναζητούν συσχετισμούς πίσω από το κάθε τι που δεν μοιάζει φυσιολογικό, παρασυρμένοι από το έργο του συγγραφέα Τσαρλς Φορτ. Σύμφωνα με αυτόν, ο κόσμος που ζούμε κρύβει πολύ περισσότερα μυστικά απ' ό,τι πιστεύουν οι πιο πολλοί άνθρωποι (σ.75). Μπορούμε άραγε και εμείς να ψάξουμε γύρω μας για τις αιτίες των γεγονότων, για συμπτώσεις και ομοιότητες, ή θα καταλήξουμε μισότρελοι συνωμοσιολόγοι - κυνηγοί φαντασμάτων;
Συνωμοσιολόγος (πηγή)
Οι δύο μαθητές, θεωρούν την κυρία Χάσεϊ την τέλεια δασκάλα, γιατί τους ακούει με προσοχή, τους ενθαρρύνει να παίρνουν πρωτοβουλίες και τους δίνει τη δυνατότητα να εκφραστούν, ακόμα και αν οι απαντήσεις τους δεν είναι σωστές. Είναι αλήθεια ότι κάποιες από τις προσεγγίσεις της είναι εξαιρετικές και μας θυμίζουν την χαριτωμένη καινούρια δασκάλαΩστόσο, το γεγονός ότι (σ. 28) δεν μπορούσες ποτέ να προβλέψεις τι θα έκανε ή τι θα έλεγε στη συνέχεια, ή το ότι κατά τη διάρκεια των εκδρομών (σ.51) δε γύριζε ποτέ να κοιτάξει αν οι μαθητές της την ακολουθούσαν, φανερώνουν πλευρές της διδασκαλίας που σε αδύναμους ή νεαρότερους μαθητές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα.
Ο Γεωγράφος, Γ. Βερμέερ, π.1668 (πηγή)
Χρήση στην τάξη
Το βιβλίο μας δίνει πολλές ιδέες για δραστηριότητες στην τάξη, ιδιαίτερα σε σχέση με την Τέχνη. Ακολουθώντας τα βήματα της κυρίας Χάσεϊ, μπορούμε με τους μαθητές μας να παρατηρήσουμε μια σειρά από πίνακες. Μπορούμε να επιλέξουμε έργα της αρεσκείας μας, ή άλλα που αναφέρονται στο ίδιο το βιβλίο, όπως Η κυρία που διαβάζει τα γράμματα των Heloise and Abelard του Auguste Bernard (σ.54), Η βροχερή μέρα του Gustave Caillebotte (σ.65), Ο Γεωγράφος του Johannes Vermeer (σ.102), κ.ά. Στη συνέχεια καλούμε τους μαθητές να μας πούν σε ποιον πίνακα πιστεύουν ότι (σ.53) θα είχε πλάκα να μπει κανείς; Μπορεί να ακολουθήσει μια γραπτή έκθεση με την περιπέτεια κάθε μαθητή μέσα στον πίνακα που διάλεξε!

Άλλη μια δραστηριότητα (και πολύ καλή άσκηση για την περιγραφή αντικειμένων) βγαλμένη από το βιβλίο είναι η εξής: (σ.62-65) Κοιτάξτε καλά τα πράγματα στο σπίτι σας και διαλέξτε κάποιο που για σας αποτελεί έργο τέχνης. Μπορεί να είναι οτιδήποτε. Μη ζητήσετε βοήθεια από τους δικούς σας, πρέπει να βρείτε κάτι που ν' αρέσει σ' εσάς. Κατόπιν, περιγράψτε αυτό το αντικείμενο στην τάξη, χωρίς να αναφέρετε το όνομά του. Οι υπόλοιποι μαθητές πρέπει να ακούσουν προσεκτικά την περιγραφή, ώστε να καταφέρουν τελικά να βρουν το αντικείμενο.

Πιο πειραματική είναι η δραστηριότητα που διαβάζουμε στις σ. 26-27. Εκεί, οι μαθητές ανακαλύπτουν αν η γραφή είναι ο ακριβέστερος τρόπος επικοινωνίας. Πώς θα μπορούσαμε να το διαπιστώσουμε στην τάξη; Αν ο εκπαιδευτικός διαβάσει στην αρχή της σχολικής ημέρας ένα μήνυμα προς τους μαθητές, απαγορεύοντάς τους να χρησιμοποιήσουν γραφή για να το καταγράψουν, μπορούν άραγε εκείνοι να του το επαναλάβουν με ακρίβεια λίγο πριν το σχόλασμα, κρατώντας σημειώσεις με σύμβολα ή κάνοντας χρήση του προφορικού λόγου; 

Τέλος, μια πιο διασκεδαστική δραστηριότητα θα ήταν να οργανώσουμε με την τάξη ένα κυνήγι θησαυρού, κρύβοντας σε μια αίθουσα του σχολείου ένα αντίγραφο διάσημου πίνακα και δίνοντας στους μαθητές κωδικοποιημένα στοιχεία για την κρυψώνα!
Η κυρία γράφει ένα γράμμα, Γ. Βερμέερ, π.1670 (πηγή)

Share/Bookmark

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Το αγόρι που κολύμπησε με τα πιράνχας

Υπόθεση
Α' Μέρος
Όταν η οικονομική κρίση υποχρεώνει το ναυπηγείο μιας μικρής αγγλικής πόλης να κλείσει, οι εργαζόμενοι σε αυτό αναγκάζονται να αναζητήσουν άλλες πηγές βιοπορισμού. Ο Έρνι Ποτς, ένας από τους απολυμένους εργάτες, αποφασίζει να μετατρέψει το σπίτι του σε κονσερβοποιία ψαριών. Η γυναίκα του Άννι και ο ανιψιός του Στάνλεϊ, που μένει μαζί τους από τον καιρό που έχασε τους γονείς του σε δυστύχημα, βλέπουν -παρά την επιτυχία της οικογενειακής επιχείρησης- τη ζωή τους να αλλάζει προς το χειρότερο: στριμωγμένοι ανάμεσα σε σωλήνες και θορυβώδεις μηχανές που βρωμάνε ψαρίλα, παρατηρούν την αλλοτρίωση να κυριεύει τον θείο Έρνι σε τέτοιο βαθμό, ώστε μέρα και νύχτα να σκέφτεται μόνο τη δουλειά. Μετά μάλιστα από την «επίσκεψη» μιας ομάδας οικονομικών ελεγκτών - τραμπούκων που τον εκβιάζουν με έξωση, η συμπεριφορά του γίνεται εντελώς αλλόκοτη. Φτάνει να κονσερβοποιήσει τα όμορφα χρυσόψαρα του ανιψιού του, ο οποίος τότε αποφασίζει να το σκάσει από το σπίτι και να ακολουθήσει ένα περιοδεύον λούνα-παρκ, γεμάτο ιδιαίτερους καλλιτέχνες.

Β' Μέρος
Το λούνα παρκ μετακομίζει σε άλλη πόλη και ο νεαρός Στάνλεϊ το ακολουθεί. Έχει πιάσει δουλειά στον πάγκο του κυρίου Ντοστογέφσκι, που καλεί το κοινό να ψαρέψει πλαστικές πάπιες με δώρο μικρά χρυσόψαρα. Όταν το αγόρι στέλνεται να προμηθευτεί νέα ψαράκια, πιάνει φιλίες με πολλούς επαγγελματίες του χώρου και συναντάει τον Πάντσο Πιρέλλι, έναν παράτολμο άνδρα που στο νούμερό του κολυμπάει με πιράνχας! Ο αρτίστας - μύθος τον καλεί να παρακολουθήσει από κοντά την επόμενή του παράσταση!

Γ' Μέρος
Ο Σταν συγκλονίζεται από το νούμερο του Πιρέλλι, που βλέπει στον ταλαντούχο νεαρό τον αντικαταστάτη του και τον πείθει να ξεκινήσει τη σχετική εκπαίδευση. Σύντομα, είναι έτοιμος για το ντεμπούτο του μπροστά σε κοινό. Στο μεταξύ, αναζητώντας μετανιωμένοι τον ανιψιό τους, ο θείος και η θεία φτάνουν στην πόλη. Το ίδιο και οι αμείλικτοι, αγράμματοι, αχαρακτήριστοι οικονομικοί ελεγκτές - τραμπούκοι. Η αγωνία κορυφώνεται καθώς ο Σταν ανεβαίνει στη δεξαμενή με τα άγρια ψάρια... Ποιο θα είναι το φινάλε της παράστασης;
  
Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Ντέιβιντ Άλμοντ (David Almond)
Μετάφραση: Κώστια Κοντολέων
Εικονογράφηση: Oliver Jeffers
Τίτλος πρωτοτύπου: The boy who swam with piranhas
ISBN: 978-618-01-0528-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 2012 (στα ελληνικά 2014)
Σελίδες: 264
Τιμή: περίπου 10 ευρώ 
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Διαβάστε την εισαγωγή και τα δύο πρώτα κεφάλαια ακολουθώντας τον σύνδεσμο εδώ
Δείτε τον συγγραφέα να διαβάζει μια παράγραφο του βιβλίου εδώ (στα αγγλικά)

Κριτική
Εφηβικό μυθιστόρημα που κινείται ανάμεσα στον ρεαλισμό και την αλληγορία, τη σκληρότητα και τον ρομαντισμό, για να μας αφηγηθεί την πορεία ωρίμανσης του Στάνλεϊ Ποτς, ενός πολύ ιδιαίτερου νέου. Με μετάφραση καλοδουλεμένη, που είναι ωστόσο αδύνατο να μεταφέρει κάποιες πτυχές της ιστορίας στα μέτρα του ελληνικού κοινού (για παράδειγμα το Fairground του αγγλικού κειμένου που αποδίδεται ως λούνα παρκ και θυμίζει περιπλανώμενο πανηγύρι με αρτίστες και φρικιά, είναι κάτι ξένο προς τις τοπικές μας παραστάσεις), το κείμενο ρέει χωρίς προβλήματα και χάρη στη μυθοπλαστική ικανότητα του συγγραφέα, παρασύρει τον αναγνώστη σ' έναν κόσμο μαγικό. Η πλοκή χωρίζεται σε τρία μέρη και 47 συνολικά κεφάλαια (12, 15 και 20 σε κάθε μέρος αντίστοιχα) που συνήθως δεν ξεπερνούν τις 4-5 σελίδες το καθένα και διαβάζονται αστραπιαία. Προς την κατεύθυνση αυτή εξυπηρετούν και τα μικρά εμβόλιμα σκίτσα, που εμφανίζονται συχνά στο κείμενο. Παρότι η δράση μοιάζει -ειδικά στο δεύτερο- μέρος κάπως αργή, προσωπικά δεν συμφωνώ με όσους καταλογίζουν στην πλοκή "κοιλιά". Εξάλλου τα σημεία που αφιερώνονται σε όνειρα και αναπολήσεις του κεντρικού χαρακτήρα, είναι περιορισμένα. Σε κάθε περίπτωση, λόγω των αλληγορικών μηνυμάτων και της όλης θεματικής του, θα προτείναμε το βιβλίο περισσότερο σε έμπειρους αναγνώστες της Στ' Δημοτικού και των πρώτων τάξεων του γυμνασίου.


  • Μυστηριακή ατμόσφαιρα 
  • Πρωτότυπη υπόθεση και χαρακτήρες


  • Μηνύματα που μπορεί να παρεξηγηθούν

Αξίες - Θέματα
Κρίση, Οικογένεια, Γενναιότητα, Απώλεια, Διαφορετικότητα, Αυτογνωσία, Ωρίμανση

Σκηνές που ξεχωρίσαμε

Όταν ο Σταν περιπλανιέται νύχτα στον άλλοτε πραγματικό και άλλοτε παραμυθένιο κόσμο του λούνα-παρκ αλλά και όταν ο Πάντσο Πιρέλλι εξηγεί στον ήρωα πώς «έχτισε» τον προσωπικό του μύθο.

Εικονογράφηση

Ασπρόμαυρη και με μικρή, αλλά επιτυχημένη συμμετοχή στο τελικό αποτέλεσμα, προσφέρει στον αναγνώστη μια σειρά από εμβόλιμα σκίτσα και λίγες ολοσέλιδες ζωγραφιές που κοσμούν το κείμενο, αποδίδοντας διάφορα αντικείμενα και χαρακτήρες. Πολύ ελκυστικό το εξώφυλλο, που επιλέγει να παρουσιάσει τον ήρωα με μπέρτα κόκκινη αντί για την μπλε που κανονικά φοράει στο κείμενο.
Απόσπασμα 
Θα πρέπει να βλέπεις την καλή πλευρά των πραγμάτων, έτσι δεν είναι; Υπάρχει ένα φως στο τέλος του… Αλλά άκου, πέρασα πραγματικά υπέροχα κουβεντιάζοντας μαζί σου, Σταν, μα φοβάμαι πως δεν έχω μπροστά μου κι όλη την ημέρα· και, μια που το κουβεντιάζουμε, τι θα κάνουν με την τιμή των ψαριών;

«Δεν ξέρω, κύριε Χρυσοφάνη».

«Ακριβώς! Τώρα. Ψάχνεις το Α, το Β, το Γ ή το Δ;» Προσέχει το απορημένο ύφος του Σταν. «Θέλεις τα Μεγάλα Χρυσά, τα Πρώτης Κατηγορίας, το Όχι Πολύ Άσχημα ή τα Μικρά Νανάκια;» Βλέπει την έκφραση του Σταν να παραμένει απορημένη. «Να σου πω κάτι. Έλα και ρίξε μια ματιά στις λιμνούλες και θα σου εξηγήσω».

Ο Χρυσοφάνης λέει στον Σταν να κάνει τον γύρο του γραφείου για να φτάσει στις λιμνούλες. Του εξηγεί πως τα Μεγάλα Χρυσά στη λιμνούλα Α είναι τα καλύτερα και τα πιο ακριβά απ’ όλα, και πως τα Νανάκια στη λιμνούλα Δ είναι τα πιο κοκαλιάρικα και τα πιο φτηνά. Ο Σταν τα κοιτάζει. Μοιάζουν όλα όμορφα στα μάτια του, τα Μεγάλα Χρυσά που λικνίζονται υπέροχα, τα νευρικά νανάκια κι όλα τ’ άλλα ενδιάμεσα.

«Είναι αξιολάτρευτα», λέει ο Σταν. «Όλα μαζί και καθένα χωριστά».

Λες και τον άκουσαν, ένα σωρό ψάρια ανεβαίνουν ως την επιφάνεια του νερού και στρέφουν τα μάτια και το στόμα τους προς τον Σταν.

«Έχω εντυπωσιαστεί», του λέει ο Χρυσοφάνης. «Το έχεις μέσα σου. Θα μπορούσα να σου βάλω και από τα δυο αν θέλεις. Πόσα έχεις σκοπό ν’ αγοράσεις;»

«Μισό κοπάδι».

«Και για ποιον είναι;»

«Για τον Γουίλφρεντ Ντοστογέφσκι».

«Α, μάλιστα!» λέει ο Χρυσοφάνης. «Ο Ντοστογέφσκι. Πολύ παλιός πελάτης μου». Γυρνάει πίσω στο γραφείο του κι ανοίγει έναν φάκελο. «Όπως το θυμόμουν», λέει. «Ο Γουίλφρεντ Ντοστογέφσκι συνηθίζει να παίρνει τα Μικρά Νανάκια».

Ο Σταν κουνάει καταφατικά το κεφάλι του. Το είχε ήδη μαντέψει πως γι’ αυτά ενδιαφερόταν. Το δέκατο τρίτο ψάρι που είχε σώσει στα γενέθλιά του προερχόταν ολοφάνερα από τη λιμνούλα Δ.

«Αλλά», λέει ο Χρυσοφάνης, «σαν ν’ άκουσα πως έχει γίνει άλλος άνθρωπος αυτή την περίοδο».

«Άλλος άνθρωπος;»

«Τα νέα ταξιδεύουν γρήγορα στο λούνα παρκ, Σταν. Λένε πως έχει συναντήσει ένα παιδί που τον έχει επηρεάσει πολύ». Κλείνει τον φάκελο και κοιτάζει τον Σταν. «Έχει αλλάξει όντως, Σταν;»

«Δεν ξέρω. Δεν τον ήξερα και πριν».

«Πριν συναντήσει εσένα εννοείς;»

«Δεν ξέρω», λέει ο Σταν.

Ο Χρυσοφάνης χαμογελάει. Του κλείνει το μάτι.

«Χαρά και τιμή μου που σ’ έχω εδώ, Σταν», του λέει.

«Να σου πω κάτι. Θα σου δώσω μισό κοπάδι και από τα δυο. Εντάξει;»

«Εντάξει», λέει κι ο Σταν.

Ο Χρυσοφάνης παίρνει το δίχτυ του, το βυθίζει με τη σειρά και στις τέσσερις λιμνούλες, βγάζει ψάρια από την καθεμιά και τα ρίχνει απαλά σ’ ένα πλαστικό δοχείο γεμάτο με καθαρό νερό. Τα ψάρια κολυμπούν όλα μαζί συνηθίζοντας τον καινούργιο χώρο τους, και ύστερα, καθώς ο Σταν και ο Χρυσοφάνης τα παρακολουθούν, χωρίζονται πάλι σε Α, Β, Γ και Δ.

«Είναι αστείο αυτό που συμβαίνει κάθε φορά», του λέει ο Χρυσοφάνης. Χαμογελάει. «Κοίτα εκείνα τα Μεγάλα Χρυσά. Κοίτα πόσο υπέροχα είναι εκεί μέσα! Δε νομίζεις κι εσύ πως είναι υπέροχα, Σταν;»

«Ναι», λέει ο Σταν.

«Αλλά πες μου στ’ αλήθεια, ποια προτιμάς εσύ, Σταν;»

Ο Σταν κοιτάζει προσεκτικά μέσα στο νερό. «Τα Νανάκια», λέει ύστερα από κάποιον δισταγμό.

Ο Χρυσοφάνης χαμογελάει ξανά. «Το περίμενα. Ίσως επειδή προήλθες κι εσύ από την ίδια λιμνούλα, ε, Σταν;» λέει χαμογελώντας ο Χρυσοφάνης.

Ο Σταν χώνει το χέρι στην τσέπη του και βγάζει μερικά λεφτά. «Πόσα χρωστάω;» τον ρωτάει.

Ο Χρυσοφάνης παίρνει λίγα κέρματα από το χέρι του. «Αυτά είναι ό, τι πρέπει», του λέει. «Τώρα γύρνα να σ’ τα φορτώσω στην πλάτη σου».

Σηκώνει ένα πλαστικό δοχείο από το οποίο κρέμονται λουριά. Περνάει τα λουριά στους ώμους του Σταν. Το δοχείο είναι βαρύ, αλλά εφαρμόζει καλά στην πλάτη του. Ο Σταν το νιώθει να κρέμεται τόσο κοντά στο σώμα του. Νομίζει πως μπορεί να νιώσει τις δονήσεις των ψαριών καθώς κολυμπάνε.

«Θα τα καταφέρεις;» τον ρωτάει ο Χρυσοφάνης. Ο Σταν κουνάει καταφατικά το κεφάλι του. «Φύγε τώρα, Σταν». Τον αγγίζει στον ώμο. «Να σου ομολογήσω κάτι; Τα μικρά νευρικά Νανάκια αποδεικνύονται συχνά τα καλύτερα απ’ όλα».

Ο Σταν λέει γεια. Και φεύγει, περνώντας μπροστά από τα άδεια σκουριασμένα κλουβιά. Έχει ξεχάσει τους σκορπιούς και τον αετό. Νιώθει στην πλάτη του τη δόνηση των ψαριών καθώς κολυμπούν. Το δοχείο που τα μεταφέρει γυαλοκοπάει. 
Σχόλια
Κάθε ένα από τα τρία μέρη του βιβλίου, φαίνεται να συνδέεται με ένα διαφορετικό είδος ψαριού. Στο Α' κυριαρχούν οι σαρδέλες, τις οποίες ο θείος Έρνι κονσερβοποιεί, χτίζοντας μια βιομηχανία και ταυτόχρονα γκρεμίζοντας την οικογένειά του. Στο Β' μέρος, το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται στα λαμπερά χρυσόψαρα και την κοινωνικοοικονομική τους διαστρωμάτωση. Στο τελευταίο μέρος, αδιαμφισβήτητοι πρωταγωνιστές αναδεικνύονται τα μυθικά, τα θρυλικά, τα θανάσιμα πιράνχας, που καταφέρνουν να κερδίσουν και μια θέση στον τίτλο του βιβλίου. Ένας συμβολισμός που θα μπορούσε (αυθαίρετα όπως πάντα) να συνδεθεί με την εναλλαγή των ειδών αυτών, είναι τρεις διαφορετικές πτυχές της σχέσης ανθρώπου- φύσης: Οι γκρίζες σαρδέλες θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν την εκμετάλλευση της Φύσης από τον άνθρωπο, τα υπέροχα χρυσόψαρα την ομορφιά που αυτή του εμπνέει, ενώ τα (ασημόγκριζα και κοκκινομάγουλα) πιράνχας το πώς αυτός μπορεί να συνυπάρξει μαζί της αν την κατανοήσει (όπως ο ήρωας) ή να καταστραφεί αν την αντιμετωπίσει ως ξένος.
από τις σαρδέλες στα χρυσόψαρα κι από εκεί στα πιράνχας!
Τι όμως μπορεί να αντιπροσωπεύει η ομάδα ΚΟΠΑΝΟΣ -Κρατική Ομάδα Περιστολής Ανάρμοστων Και Νοσιρών Σιμπεριφορών- (στα αγγλικά DAFT squad -Dept for the Abolishun of Fishy Things); Το σίγουρο είναι πως η παρέα του Κλάρενς Π. Κλαπ, δρα ως μια καρτουνίστικη κλίκα αμόρφωτων τραμπούκων. Κινούμενη η ίδια στα όρια του νόμου, βρίσκει χαρά στο να τρομοκρατεί οποιονδήποτε τον παραβαίνει... ή θα μπορούσε να τον παραβαίνει! Τα παλικάρια της, φουσκωτά και μαυροντυμένα (σ.83) με ξυρισμένα κρανία, χοντρά σβέρκα (σ.75) και κούφια κεφάλια, παραπέμπουν ευθέως σε νεοναζί. Υποπίπτουν μάλιστα διαρκώς σε αναγραμματισμούς, παρατονισμούς, επαναλήψεις, ορθογραφικά λάθη, κτλ. τα οποία υπογραμμίζουν την αγραμματοσύνη και την επιπολαιότητά τους. Η ελληνική μετάφραση στο σημείο αυτό ίσως στέκεται λίγο αναποφάσιστη: κάνει τον αρχηγό τους να θυμίζει λίγο επαρχιώτη κομμουνιστοφάγο χωροφύλακα και λίγο τον Σκύθη δεσμοφύλακα των Αποστολίδη - Ακοκαλίδη. Ένα παράδειγμα από τη σ.217: Μάλιστα, στυφύλακα. (σ.σ. στο αγγλικό κείμενο ossifer - όπως θα το ξεστόμιζε ένας μεθυσμένος) Ηπιθεωρητής μ' επτά αστέρια, δυο παράσημα κι ένα πτυχίο υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον αρχιηπιθεωρητή. Ηπιθεωρώ παράξενα πράγκματα, ασυνήθιστα πράγκματα, πράγκματα που δε θα έπρεπε ούτε καν να είναι πράγκματα. Και τα σταματώ παραύτα, έχω τον τρόπο μου εγώ! Η σχέση της παρακρατικής αυτής ομάδας με την επίσημη αστυνομία, ξεδιπλώνεται στο κεφάλαιο 38, όπου ο Κλάρενς Κλαπ δείχνει να φοβάται τον αστυφύλακα παίξτε το αγγελούδια, παλικάρια αλλά και να τον προσεγγίζει με κολακείες Είναι καλό που ξέρω πως εσύ πολεμάς το κακό σ' αυτήνε την πόλη, όπως και αργότερα Εμείς οι εχθροί των παρανομιών θα πρέπει να παραμένουμε ενωμένοι, στυφύλακα, έτσι δεν είναι; Και πράγματι μοιάζουν ενωμένοι, αφού αντιμετωπίζουν τους πάντες με μισανθρωπισμό και καχυποψία.
Το κράνος που το 1863 αντικατέστησε το ημίψηλο που φορούσαν οι αστυνομικοί, 
ήταν, διαβάζουμε, εμπνευσμένο από το πρωσικό κράνος με αιχμή (Pickelhaube) (πηγή)
Η περιοχή που ο μικρός Σταν μεγαλώνει, ανάμεσα σε εργοστάσια και ναυπηγεία, είναι πιθανότατα εμπνευσμένη από τον τόπο καταγωγής του συγγραφέα, το Newcastle upon Tyne, που κατά τη βιομηχανική επανάσταση αποτέλεσε ένα από τα μεγάλα κέντρα παραγωγής. Ίσως λοιπόν κάπου εκεί, στο νούμερο 69 της Προκυμαίας της Ψαραγοράς, να γεννήθηκε το εργοστάσιο κονσερβοποίησης σαρδελών του θείου Έρνι. Η λατρεία του για τις μηχανές είναι μεγάλη (σ.22) Αχ, υπέροχες μηχανές μου! Αχ, πόσο τις αγαπώ! Ψάρια ψάρια ψάρια ΨΑΡΙΑ! Μηχανή μηχανή μηχανή ΜΗΧΑΝΗ! αφού κατάφεραν να σώσουν αυτόν από την ανεργία και την οικογένειά του από τη φτώχεια. Δυστυχώς όμως, ο ενθουσιασμός μετατρέπεται γρήγορα σε εργασιομανία και η δουλειά αλλοτριώνει τον θείο. Αποκορύφωμα της μετάλλαξής του, ένα παραλήρημα απερισκεψίας, στο οποίο τον παρασύρει η ματαιοδοξία του και ο χορός των μηχανών (σ.67) οι μηχανές αναστενάζουν, από τρόμο, μα και από χαρά, γι' αυτό που ο αφέντης τους ετοιμάζεται να κάνει. «Δείξε θάρρος», μονολογεί (...) «Ναι, είναι απαίσιο αυτό που πάω να κάνω, αλλά είναι για το καλό μας. Ναι, είναι σκληρό αλλά θα μας κάνει πλούσιους. Θα μας κάνει διάσημους.» Εδώ κρύβεται προφανώς ένας συμβολισμός για την λαιμαργία του ανθρώπου γενικά, ή ειδικότερα από το ξεκίνημα της βιομηχανικής εποχής... αν όμως ο θείος όντως εκπροσωπεί τον άνθρωπο-επιχειρηματία, γιατί το παρακράτος δεν τον αφήνει ήσυχο και συγκρούεται μαζί του; Πιθανόν επειδή με κάποιον τρόπο, θα πρέπει η πλοκή να προχωρήσει και ο ανθρωπισμός να βγει τελικά νικητής...
Ναυπηγείο κοντά στην προκυμαία - Newcastle upon Tyne (πηγή)
Μια άλλη πτυχή της λατρείας που δείχνει ο θείος Έρνι προς τις μηχανές (σ. 22-54) αφορά την πίστη του στο ότι αυτές μπορούν να εκπληρώσουν τις επιθυμίες του, να κάνουν πραγματικότητα το όραμά του (σ.66). Πρόκειται ωστόσο για ένα όραμα φρικιαστικό, υπαγορευμένο από την κακώς εννοούμενη πρόοδο. Ένα όραμα από το οποίο ο ίδιος προσπαθεί να ξεφύγει: «Όχι» μονολογεί και σφίγγει τις γροθιές του. Παραδίδεται όμως τελικά σε αυτό, υποκύπτοντας ουσιαστικά στη θέληση των μηχανών. Μας θυμίζει έτσι τον Μπάστιαν της Ιστορίας χωρίς τέλος, που αρχικά φαίνεται να εξουσιάζει την μαγική Λαμπηδόνα, στη συνέχεια όμως καταπίνεται από την ισχύ της. Και οι δυο ήρωες πρόσκαιρα χάνουν τον προσανατολισμό τους, μαγεμένοι από μια δύναμη που τους καλεί να προχωράνε διαρκώς μπροστά, χωρίς να σκέφτονται πού θέλουν να καταλήξουν. Όπως και ο 10χρονος ήρωας του Έντε, έτσι και ο θείος Έρνι, βρίσκει τελικά τον δρόμο του, απολογούμενος στην Τσιγγάνα Ρόουζ (και τον αναγνώστη -σελ. 249): Είχα πάρει λάθος δρόμο. Κι αυτό έγινε γιατί έψαχνα μανιωδώς δόξα και χρήμα
Σκίτσο του Stefan Zsaitsits που θα μπορούσε να
έχει τίτλο "στο μυαλό του θείου Έρνι" (πηγή)
Στον αντίποδα όλων αυτών, βρίσκεται ο κόσμος του «λούνα παρκ», που ίσως να αντιπροσωπεύει τις αξίες, τους ανθρώπους και τους ρυθμούς της προβιομηχανικής κοινωνίας. Εκεί, το χρήμα δεν σημαίνει τα πάντα, ενώ υπάρχει ακόμα χώρος για τη μαγεία, το ακατανόητο και το μη εμπορευματοποιημένο. Οι χαρακτήρες που εργάζονται κάτω από τις τέντες του, έχουν ο καθένας ιδιαιτερότητες αλλά και ένα διαφορετικό μάθημα να δώσουν στον Σταν: ο Γαργαλιάρης Πίτερ, ο Χρυσοφάνης... ακόμα και ο ο Αγριόχοιρος! Ενδιαφέρον έχει το ότι η πρωτοτυπία της πλοκής και των ηρώων, ενέπνευσε τελικά ένα αληθινό ακροβατικό νούμερο σε τσίρκο!

Πάντσο Πιρέλι και Σταν ως σκίτσα (πηγή) και ως ακροβάτες στο τσίρκο
Ένας από τους ιδιαίτερους χαρακτήρες που δημιουργεί ο συγγραφέας είναι και η Τσιγγάνα Ρόουζ. Η μάγισσα του τσίρκου, δείχνει σε κάθε της εμφάνιση (σελ. 49, 105-7, 248-249) τη λατρεία της προς τη Σελήνη (θυμίζοντάς μας λίγο τις Μάγισσες του Μεσαίωνα του Ροΐδη), αμείβεται για τις υπηρεσίες της προς τους φτωχούς με ακτίνες φεγγαρόφωτος και με την παρουσία της σηματοδοτεί στην ιστορία δύο κύκλους... έναν για το ξεκίνημα και το κλείσιμο της πορείας του Σταν στο λούνα παρκ και έναν για την προσωπική ιστορία των Έρνι και Άννι: ήταν η ίδια Τσιγγάνα Ρόουζ που οι δυο τους ξεχωριστά συνάντησαν στα νιάτα τους και προέβλεψε ότι θα γίνουν ζευγάρι. «"Θα συναντήσεις ένα όμορφο κορίτσι! Αυτό μου είπε η τσιγγάνα. Και το συνάντησα, και ήσουν εσύ.» «Και σ' εμένα είπε πως θα συναντούσα έναν ψηλό, όμορφο άντρα. Και τον συνάντησα, και ήσουν εσύ»
Χρήση στην τάξη
Καθώς η έκταση των κεφαλαίων είναι περιορισμένη, θα μπορούσαμε να τους αποδώσουμε τίτλους. Κάθε ομάδα μαθητών μπορεί να αναλάβει ένα ή και περισσότερα κεφάλαια, επινοώντας τίτλους σύντομους ή εκτενείς, σοβαρούς ή αστείους. Παράλληλα, μπορούμε να ζητήσουμε από τα παιδιά κάθε ομάδας να μας ετοιμάσουν μια μικρή περίληψη για το κεφάλαιο που διάβασαν, ή να παίξουμε το παιχνίδι Αλφαβητάρι της ιστορίας (αναζητήστε το ως δραστηριότητα 9 στη σελίδα Φιλαναγνωσία) ώστε με έναν από τους δύο τρόπους, να ενημερωθεί η τάξη για το περιεχόμενο των κεφαλαίων που δεν διάβασε.
Μια και τα πιράνχας παίζουν σημαντικό ρόλο στην ιστορία, μια δημιουργική ιδέα για χειροτεχνία, θα ήταν να κατασκευάσουμε γωνιακούς σελιδοδείκτες που να θυμίζουν τα ποταμίσια αυτά τερατάκια. Για να το καταφέρουμε αυτό θα χρειαστούμε είτε
  • έναν φάκελο του οποίου θα κόψουμε τη γωνία και στη συνέχεια θα τη ζωγραφίσουμε

είτε τα εξής υλικά: 

  • αυτό το πατρόν που εκτυπώνουμε σε χαρτόνι
  • ψαλίδι
  • χρώματα
  • κόλα στικ
  • λίγο διακοσμητικό χαρτί 
Στη συνέχεια, ακολουθούμε τις απλές οδηγίες που δίνονται εδώ για να τα διακοσμήσουμε σύμφωνα με το γούστο μας, και οι σελιδοδείκτες μας είναι έτοιμοι!
Σελιδοδείκτες πιράνχας - τερατάκια! (πηγή)

Share/Bookmark