Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Ένα μάρμαρο για την Ίμβρο

Υπόθεση
Ο μαρμαροτεχνίτης Παρασκευάς ζει μαζί με τη γυναίκα και την κόρη του στην Ίμβρο. Όταν μαθαίνει την απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης να κατασχεθούν τα κτήματα των Ελλήνων του νησιού, αποφασίζει πριν εγκαταλείψει τα χώματα των προγόνων του, να δημιουργήσει ένα μοναδικό γλυπτό, πελεκώντας το τελευταίο του μάρμαρο.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καστανιώτης
Συγγραφέας: Στρατής Μπαλάσκας
Εικονογράφηση: Κώστας Μανιατόπουλος
ISBN: 960-03-3699-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 2004
Σελίδες: 55
Τιμή: περίπου 2 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ'

Κριτική
Απλό και συγκινητικό διήγημα που μέσα σε λίγες σελίδες εξιστορεί τη μοίρα των Ελλήνων της Ίμβρου. Το μήνυμα για την αγάπη προς τον τόπο καταγωγής περνάει στον αναγνώστη αβίαστα. Προτείνεται κυρίως σε μαθητές μεσαίων και μεγαλύτερων τάξεων που θα μπορέσουν να το κατανοήσουν και να το εκτιμήσουν.

  • Μικρό μέγεθος κεφαλαίων
  • Γλωσσάρι στην τελευταία σελίδα
  • Πολύ ζωντανός ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας
  • Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα

  • Τα λαϊκά στοιχεία και η ποιητικότητα στην έκφραση ίσως δυσκολέψουν αναγνώστες χωρίς εμπειρία
  • Το όνειρο που μας μεταφέρει στην αρχαία εποχή (και χαρίζει την εικόνα στο εξώφυλλο) είναι λίγο εκτός τόπου και χρόνου, αλλά έτσι δεν είναι τα όνειρα;

Αξίες - Θέματα
Ιστορία - Αρχαιολογία, Οικογένεια, Διαφορετικότητα, Μετανάστευση

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Ο Παρασκευάς εξαφανίζεται από το σπίτι για μια ολόκληρη μέρα και επιστρέφει το βράδυ, αφού πηγαίνει να αποχαιρετίσει τα δέντρα και τα χώματα που σύντομα θα χάσει για πάντα. (βλ. απόσπασμα)

Εικονογράφηση
Απλή και ασπρόμαυρη, αλλά σίγουρα μέσα στο κλίμα της ιστορίας. Στα περισσότερα κεφάλαια αντιστοιχεί μια ολοσέλιδη εικόνα, ενώ σε κείνο με το όνειρο του Παρασκευά μετρήσαμε τρεις.
Απόσπασμα
Πάει καιρός που ο Παρασκευάς είχε τελειώσει το πελέκημα. Αλλά κανείς δεν είχε δει την πλάκα που δούλεψε ώρες, μέρες ατέλειωτες εκείνες τις δύσκολες μέρες στις αρχές της άνοιξης. Σαν την τέλειωσε, τη σταύρωσε μ ‘ένα κεραμίδι με αναμμένα καρβουνάκια, μοσχολίβανο και χιώτικη μαστίχα. Την έπλυνε ξανά με ξίδι και τη φάσκιωσε μ’ ένα σκούρο πανί να μην μπορεί να τη δει κανένας. Σε όλο το χωριό είχε μαθευτεί πως τούτη η δουλειά δεν είχε όμοιά της κι εικόνιζε, έλεγαν, τρεις γυναίκες. Οι δυο μοιάζανε πολύ, τόσο πολύ, της κόρης και της γυναίκας του! Mα η τρίτη... Ποια ήταν η τρίτη γυναίκα που ‘χε ‘στορήσει απά’ στο μάρμαρο ο Παρασκευάς;

Μα ετούτο δεν ήταν και το μοναχό μυστήριο. Τα βράδια έλεγαν πως ο Παρασκευάς έπαιρνε το κουμάρι, το γέμιζε κρασί και καθόταν δίπλα στο μάρμαρο και μιλούσε. Κι έλεγε, ώρες ολόκληρες, σιγά σιγά στο μάρμαρο άγνωστο τι ιστορίες. Και μοναχά σαν κόντευε να ξημερώσει, η Ραλλιώ έβγαινε και τον τραβούσε μέσα στην κάμαρή τους να κοιμηθεί. Η Πανώρια λίγο, πολύ λίγο, έβγαινε πια από το σπίτι και μοναχά, λένε, της Παναγιάς, ανήμερα στο πανηγύρι, είχε πάει παραόξω από τη γειτονιά της.

Σαν μπήκε ο Σεπτέμβρης κι άρχισε να παγώνει ο καιρός, ο Παρασκευάς ήρθε και μαράζωσε.

«Που ‘ναι, μωρή Ραλλιώ, τα σύκα, πού ‘ναι τα σταφύλια μας; Πάνε, χαθήκαν όλα, πάνε...» έλεγε συνέχεια.

Τότες του ‘παιρνε του Παρασκευά η Ραλλιώ το κεφάλι, του το ‘χωνε στην αγκαλιά της, έχωνε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του και τον παρηγόραγε. Μαύρη παρηγόρια.

«Δεν το σηκώνει το άδικο ο Θεός, Παρασκευά μου, να το δεις, δε θα τις ξεριζώσουν τις συκιές, μηδέ τ’ αμπέλια. κάτι θα γίνει και την τελευταία στιγμή θα γλυτώσουν και δαύτα, θα γλυτώσουμε κι εμείς.»

«Ναι, πατέρα, θα το δεις, την τελευταία στιγμή τίποτα δε θα γίνει. Θα γλυτώσουν και τα χτήματά μας κι εμείς», απόσωνε η Πανώρια, που σε μια γωνιά του καναπέ μετρούσε, τους αναστεναγμούς του πατέρα της.

Θαρρείς όμως κι ο Θεός τούς είχε ξεχάσει τους νησιώτες. Προτού μπει για τα καλά ο χειμώνας, στο λιμάνι ξεφορτώσαν υλικά και μηχανήματα. Μαζί με δαύτα ήρθαν και φαντάροι. Κατά το Νοέμβρη, στο τηλεγραφείο ήρθαν κι οι φάκελοι με τα λεφτά που το κράτος τούς έδινε για τα χτήματα που τους έπαιρνε. Ο Παρασκευάς, σαν έλαβε το δικό του φάκελο, έκατσε στον καναπέ της κουζίνας και, ώρες αμίλητος, κοιτούσε την Παναγιά στο εικονοστάσι. Κάθε λίγο σηκωνόταν και γέμιζε την τσίγκινη κούπα του με μαύρο κρασί από δαύτο που έφτιαχνε ο πεθερός του πάνω στ’ Αγρίδια. Η Ραλλιώ δίπλα του, βουβή κι αυτή, και πιο βουβή απ’ όλους η Πανώρια. Που ακόμα κι εκείνη την ώρα δεν είχε καταλάβει καλά καλά πώς έγινε και χαθήκαν οι χαρές, το βροντερό γέλιο του πατέρα της, οι μαζώξεις της μάνας της, μια στο σπίτι τους, μια στ’ άλλα σπίτια της γειτονιάς, οι μαζώξεις με τους λουκουμάδες τους βουτημένους στο μούστο, τα ψημένα κάστανα, πώς έγινε και πάνε, όλα, χαθήκαν.

Το ξημέρωμα βρήκε εκεί στον καναπέ την Πανώρια και τη μάνα της τη Ραλλιώ, σφιχταγκαλιασμένες. Σκεπασμένες με μια κουβέρτα που την είχε ρίξει ο Παρασκευάς κάποια στιγμή σαν τις πήρε ο ύπνος κι αυτός σηκώθηκε για να γεμίσει μια ακόμα φορά την κούπα τους. Πρώτη ξύπνησε η Πανώρια. Λίγες στιγμές μετά άνοιξε τα μάτια της κι η μάνα της. Ο Παρασκευάς δεν ήταν στο σπίτι.

«Θα ‘χει πάει να ‘ξαργυρώσει την επιταγή που του στείλανε απ’ τη νομαρχία, μπορεί και να’χει πάει να μοιραστεί τον καημό του με τους άλλους γειτόνους. Ποιος να ξέρει τέτοιες ώρες τι κάνει ο άνθρωπος», σκέφτηκε.

Μα οι ώρες περνούσαν κι ο Παρασκευάς δε φαινόταν. Πετάχτηκε η Πανώρια ίσαμε το τσαρσί μπας και τον βρει, ρώτησε η Ραλλιώ και τον Μπραΐμη μήπως τον είχε δει, αλλά τίποτα. Τον Παρασκευά θαρρείς και τον είχε καταπιεί η γης.

Αργά το απόγιομα άκουσαν τα συρτά του βήματα στο καλντερίμι τους. Βγήκαν όξω μα τι να δουν. Δυο κόκκινες πληγές από το κλάμα αντίς για μάτια, άσπρος σαν το μπαμπάκι κι άφωνος. Ο γελαστός Παρασκευάς άφωνος. ποιος; Ο Παρασκευάς άφωνος. Μια απ’ τη μια και μια απ’ την άλλη τον στήριξαν και τον έμπασαν στο σπίτι.

Πήρε πολύ το βράδυ για να τα καταφέρει να αρθρώσει κουβέντα ο Παρασκευάς. Είχε πάει από νωρίς στα χτήματα πέρα στον κάμπο. Αποχαιρέτησε ένα ένα τα δέντρα που ‘χαν φυτέψει ο προπάππης του ακόμα, ο πάππης του, ο μακαρίτης ο πατέρας του και δαύτος. Έφαγε όσα σταφύλια μπορούσε να φάει απ’ τα αμπέλια και κυλίστηκε στο κοκκινόχωμα. Κι ύστερα, σαν να τα νεκροφιλούσε, πέρασε βήμα βήμα από τα σύνορα της γης που πια δε θα του ανήκε. Χωρίς να κοιτάξει πίσω του, γύρισε στο σπιτικό του. Στη Ραλλιώ του και στην Πανώρια του. Έτσι αμίλητους και σφιχτά τον έναν πάνω στον άλλον τους βρήκε το μεσονύχτι. Και ζεστούς, τον έναν απ’ τα χνότα του αλλουνού, τους βρήκε το πρωί.

Σχόλιο
Γιατί άραγε οι Έλληνες της Ανατολής δεν εγκατέλειψαν τις εστίες τους για να γλιτώσουν, από τη στιγμή που οι πολιτικές εθνοκάθαρσης της Τουρκίας ήταν προφανείς ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1910; Όπως φαίνεται και στο κείμενο, η αγάπη που δένει κάθε πληθυσμό με τα πατρογονικά του εδάφη είναι μεγάλη και κανείς δεν αποφασίζει να ξεριζωθεί εύκολα, εγκαταλείποντας σπίτι, γη και ζώα. Ειδικά άνθρωποι με έντονη πίστη στο Θεό, που ελπίζουν μέχρι την τελευταία στιγμή ότι κάποιο θαύμα (σ.43) μπορεί να τους σώσει. Επιπλέον, όπως αναφέρεται στο κεφάλαιο 7, οι φυγάδες από τη Μικρασία δεν τύχαιναν ιδιαίτερα θετικής αντιμετώπισης από τους κατοίκους της Ελλάδας, που τους αποκαλούσαν υποτιμητικά "Τούρκους".

Χρήση στην τάξη
Με αφορμή το βιβλίο μπορούμε να αναφερθούμε στο πώς η συνθήκη της Λωζάννης (Ιστορία Στ'), επηρέασε τους πληθυσμούς της Μικράς Ασίας. Κάποιοι μαθητές που επιθυμούν, μπορούν να παρουσιάσουν στοιχεία για την ιστορία του νησιού, για τους διωγμούς των Ελλήνων στη δεκαετία του '70, να προβάλλουν σχετικά βίντεο, και άλλοι ίσως προετοιμάσουν έναν χάρτη στον οποίο θα συναντήσουμε τα τοπωνύμια που αναφέρονται στο κείμενο, δημιουργήσουν ζωγραφιές αλλά και παρουσιάσουν τοπικά τραγούδια και έθιμα του νησιού. Να ενημερώσουμε τέλος όσους μαθητές κατάγονται από το νησί, ότι μπορούν πλέον να εγγραφούν στο ελληνικό σχολείο που άνοιξε εκεί μετά από 60 χρόνια! Δρομολόγια πλοίων για την Ίμβρο και τελευταία νέα εδώ.



Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...