Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Στα ίχνη της Σπασμένης Σάρισας

Υπόθεση
Σ' ένα παραλιακό καπνοχώρι της Πύδνας στις αρχές της δεκαετίας του '60, μια παρέα παιδιών χαίρεται την ξεγνοιασιά των τελευταίων ημερών πριν ανοίξουν τα σχολεία. Όταν ο καιρός είναι καλός, απολαμβάνουν τους θησαυρούς της θάλασσας: γαρίδες, καβούρια, μύδια, κυδώνια. Όταν βρέχει, αναζητούν τους θησαυρούς που ξεβγάζει η γη τους, αφού τα χωράφια στο χωριό είναι γεμάτα αρχαιότητες. Όσα αντικείμενα τα θεωρούν πολύτιμα, τα συλλέγουν ή τα πουλάνε στον παλιατζή. Τα υπόλοιπα τα χρησιμοποιούν άλλοτε ως οικοδομικά υλικά και άλλοτε όπως τύχει: ως γλάστρες, ποτίστρες ή στηρίγματα νεροχύτη!

Μια μέρα, ο νονός του Διομήδη αγοράζει ένα τρακτέρ, που στο πρώτο του όργωμα θα φέρει στο φως έναν μεγάλο μακεδονικό τάφο. Τα παιδιά τον ερευνούν, αποσπούν μερικά ευρήματα και τα κρύβουν σε μια αποθήκη· όμως ο καταχθόνιος έμπορος των τρακτέρ καταφέρνει να τους τα αποσπάσει. Τότε ο πατέρας του Διομήδη στήνει μια έξυπνη παγίδα και βοηθάει την αστυνομία να συλλάβει τον αρχαιοκάπηλο και τους συνεργούς του.

Όταν σε λίγο καιρό το σχολείο ξεκινάει, ο νέος δάσκαλος του χωριού Αντώνιος Μανιά εμπνέει με τις πατριωτικές του θέσεις τα παιδιά και τους γονείς τους, ώστε ν' αρχίσουν να αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερο σεβασμό τις αρχαιότητες του τόπου τους.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ακρίτας Παιδικά
Συγγραφέας: Ιουλία Ζαννάκη - Λιάλιου
Εικονογράφηση: Δημήτρης Καρατζαφέρης
ISBN: 978-960-328-201-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2003
Σελίδες: 170
Τιμή: περίπου 8 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ'

Κριτική
Απλοϊκό μυθιστόρημα πατριωτικού προσανατολισμού που εξετάζει το θέμα της αρχαιοκαπηλίας από την οπτική των αγροτικών πληθυσμών. Το κείμενο εμφανίζει κατά σημεία αρκετές αδυναμίες: Άλλοτε έλλειψη σαφήνειας και προσανατολισμού, άλλοτε αποσπασματικότητα (όπως π.χ. στην περίπτωση της αρχαίας ιστορίας που προσγειώνεται στη διήγηση χωρίς καμιά σύνδεση με τα προηγούμενα -και ελάχιστα επηρεάζοντας τα επόμενα), ενώ οι χαρακτήρες προβάλλουν μονοδιάστατοι. Η επιμέλεια θα μπορούσε κι αυτή να είναι πιο προσεγμένη, ώστε να αποφεύγονται αχρείαστα italics όπως στις σελίδες 9-12. Από άποψη περιεχομένου, εκτός από την χαριτωμένη ιδέα που στηρίζει την πλοκή, συναντάμε διάφορα θέματα που όμως θίγονται επιφανειακά (όπως το πέρασμα του πρωταγωνιστή στην εφηβεία, στο οποίο αφιερώνονται μόλις δύο σελίδες [139-140] και ο υπότιτλος του βιβλίου - ο οποίος για κάποιον λόγο δεν αναγράφεται στο εξώφυλλο) ενώ όταν στο τρίτο σκέλος της ιστορίας το ρόλο του πρωταγωνιστή αναλαμβάνει ο δάσκαλος, κάνει την εμφάνισή του και διδακτισμός. Τα εννέα κεφάλαια (από 5 έως 27 σελίδες το καθένα) του βιβλίου διαβάζονται ωστόσο γρήγορα, καθώς η πλοκή τρέχει και οι σελίδες είναι αραιά γραμμένες (λιγότερες από 200 λέξεις στην καθεμιά). Η εικονογράφηση είναι παρούσα και συμβάλλει αρκετά στην διαμόρφωση κλίματος. Τελικά, θα προτείναμε το βιβλίο περισσότερο σε παιδιά των μεγάλων τάξεων του Δημοτικού που ενδιαφέρονται για την αρχαιολογία ή τα απασχολεί το θέμα της αρχαιοκαπηλίας. 

  • Χαριτωμένη ιδέα πίσω από την πλοκή
  • Ρεαλιστική προσέγγιση της νοοτροπίας των χωρικών

  • Αρκετές οι αδυναμίες του κειμένου (αστοχίες, ασάφειες)
  • Σημεία που θα μπορούσαν να έχουν δουλευτεί περισσότερο
  • Προσεγγίσεις που μπορεί να παρεξηγηθούν από τους αναγνώστες

Αξίες - Θέματα
Ιστορία - Αρχαιολογία, Αρχαιοκαπηλία, Φιλία, Πατριωτισμός, Ειλικρίνεια, Υπευθυνότητα, Μακεδονία.

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Η σκηνή όπου τα παιδιά ανακαλύπτουν τον αρχαίο τάφο

Εικονογράφηση
Η εικονογράφηση συνοδεύει με αρκετή επιτυχία την ιστορία, ενώ οι πέντε ολοσέλιδες και αρκετές εμβόλιμες στο κείμενο ζωγραφιές συμβάλλουν στη διαμόρφωση του κλίματος και κάνουν την ανάγνωση πιο ευχάριστη.
Απόσπασμα
Άρχισαν να κυνηγιούνται ώσπου έφτασαν λαχανιασμένοι στο χωράφι.

- Κοίτα πώς το έκανε, είπε ο Μπάμπης δείχνοντας το φρεσκοοργωμένο κτήμα, αλοιφή!

Μα κανείς πια δεν τον άκουγε. Προχωρούσαν σκυμμένοι ο ένας πλάι στον άλλο όπως ήταν συμφωνημένο από παλιά. Ξαφνικά τα γαβγίσματα του σκύλου, που είχε προχωρήσει μπροστά τους, τράβηξαν την προσοχή τους. Στο κέντρο περίπου του χωραφιού, εκεί που σχηματιζότανε μια γούβα, το σκυλί γύριζε γύρω γύρω, οσφραινόταν και έσκαβε τη γη με τα πόδια του. Ο Ορέστης του σφύριξε μα αυτό δεν έδωσε καμιά σημασία. Εξακολούθησε να γαβγίζει στο ίδιο σημείο, μανιασμένα.

- Βρήκε λαγό, ενθουσιάστηκε η Μερόπη.

- Μη λες χαζομάρες, πού να βρεθεί εδώ ο λαγός, αρουραίο μυρίστηκε.

- Και τον παραφυλάει έξω από την τρύπα του, είπε ο Ορέστης και πήγε κοντά του. Έκανε να τον πιάσει από το περιλαίμιο και τότε είδαν έκπληκτοι το φίλο τους να βουλιάζει βγάζοντας μια κραυγή τρόμου.

- Το πόδι μου, το πόδι μου, φώναξε, βοήθεια βουλιάζω.

Τ’ αγόρια έτρεξαν κοντά του, τον άρπαξαν από τα χέρια και τον τράβηξαν έξω. Χώματα κατρακύλησαν στο κενό που άφησε…

- Πηγάδι, μουρμούρισε τρομαγμένη η Περσεφόνη.

- Το σκέπασμά του φαίνεται ότι έσυρε το πρωί το τρακτέρ, είπε ο Διομήδης.

- Τι πηγάδι και σαχλαμάρες, τρύπα αρουραίου βρήκε αυτός, είπε ο Κώστας.

- Το πόδι μου δε χώθηκε σε τρύπα αρουραίου, τον διέκοψε ταραγμένος ακόμη ο Ορέστης. Είχα πολύ κενό από κάτω αφού το κουνούσα πέρα δώθε. Ο Κώστας έσκυψε και αφουγκράστηκε τον ήχο που έκαναν τα χώματα και οι πέτρες που συνέχιζαν να πέφτουν.

- Έλα βρε Διομήδη ν’ ακούσεις.

Τα δυο αγόρια έσκυψαν και έστησαν αφτί.

- Ακούς; Σου φαίνεται σα να πέφτουν σε πηγάδι;

- Όχι, κάπου κοντά πέφτουν. Τα ακούω που φτάνουν στον πάτο.

- Λες να είναι καμιά σπηλιά; Είπε ο Κυριάκος.

- Έχεις το φακό μαζί σου; Τον ρώτησε ανυπόμονα ο Κώστας.

- Ναι. Έχει και καινούργια μπαταρία.

- Δεν πιστεύω να σκέπτεσαι να μπεις μέσα; Είπε φοβισμένη η Περσεφόνη.

- Και βέβαια θα μπω, φέρε εκείνη την τσάπα του Ανδρόνικου βρε Μπάμπη. Έτσι μπράβο, άιντε βοηθάτε, τι με κοιτάτε, πρέπει πρώτα να μεριάσουμε τα χώματα για να δούμε πόσο είναι το άνοιγμα. Εδώ πιάσαμε λαβράκι.

- Τι λες μωρέ Κώστα; Απόρησε η Μερόπη.

- Το έχει καταλάβει ως και ο Γκέκας και συ ακόμη εκείεει, την κορόιδεψε ο Διομήδης. Αρχαίος τάφος πρέπει να είναι, δεν το κατάλαβες ακόμη;

Τ’ αγόρια πήραν φωτιά. Ο Πέτρος με την τσάπα και οι άλλοι με τα χέρια έσκαβαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Σε λίγη ώρα είχαν ανοίξει ένα λάκκο και στο βάθος του κάτι άσπριζε.

- Τι σας έλεγα; Είπε θριαμβευτικά ο Κώστας. Γονατίζοντας καθάρισε την επιφάνεια. Να και το άνοιγμα.

Πράγματι, το τρακτέρ είχε σπρώξει το τελευταίο κομμάτι της σκεπής κι έτσι είχε δημιουργηθεί ένα στενό πέρασμα.

- Για δώσε μου το φακό, Κυριάκο. Τάφος είναι, μην πηδάτε όλοι μέσα, θα τον ξαναγεμίσετε χώματα.

- Τι κάνουμε τώρα; Ρώτησε ο Μπάμπης.

- Μπαίνουμε μέσα!

- Τι λες, βρε Κώστα, ούτε μωρό δε χωράει να περάσει από κει.

- Εσύ Μπαμπίκο μου, έτσι στρουμπουλός που είσαι σίγουρα δεν περνάς, είπε ζυγιάζοντας με το βλέμμα τους φίλους του. Ίσως περνάει ο Διομήδης. Πάψε βρε Γκέκα, μας ζάλισες.

- Γιατί γαβγίζει αυτός; Είπε η Περσεφόνη.

- Δεν ακούς που χαρχαλίζει ο μάγκας εκεί μέσα;

- Ποιος… μάγκας;

- Κοίτα την πώς γούρλωσε τα ματάκια της η γενναία, ποιος άλλος από τον πρόγονό σου τον Περσέα, έσκασε στα γέλια το αγόρι.

- Τυφλοπόντικας είναι, την καθησύχασε ο Ορέστης.

- Πάμε να φύγουμε, είπε η Μερόπη. Δε θα έχει και τίποτε μέσα. Έτσι επάνω επάνω που είναι θα τον έχουν αδειάσει.

- Όποιος θέλει φεύγει, εγώ πάντως θα μπω μέσα, επέμενε ο Κώστας. Ελάτε να σπρώξουμε λίγο την πέτρα, μπας και μπορέσουμε να την μετακινήσουμε λίγο ακόμη.

Ο Πέτρος και ο Ορέστης, που ήταν και οι πιο χειροδύναμοι, κατέβηκαν, στερέωσαν τα πόδια τους πίσω και έσπρωξαν με όλη τους τη δύναμη.

Κουνήθηκε… κουνήθηκε… ξεφώνισαν όλοι ενθουσιασμένοι.

- Μη ρίχνετε το βάρος σας επάνω, να σπρώχνετε και να ανασηκώνετε όσο μπορείτε, τους συμβούλεψε ο Κώστας και πήδησε πλάι τους.

- Ένα… δυο… τρία… οοοπ! Ένα δύο τρία οοοπ!

- Μετακινήθηκε μια παλάμη περίπου, είπε ο Διομήδης.

Ξαναέσπρωξαν, μα η πέτρα δε μετακινήθηκε ούτε χιλιοστό. Έκαναν ακόμη μερικές προσπάθειες, αλλά τίποτε!

- Βγείτε, χρειάζεται κι άλλο σκάψιμο, είπε ο Πέτρος. Εγώ θα σκάβω και σεις θα βγάζετε τα χώματα. Πρέπει να ελευθερώσουμε την πέτρα, να δούμε πόση είναι και από πού μπορούμε να τη σπρώξουμε. Αυτό κάνουμε στις οικοδομές, όταν ανοίγουμε με τον πατέρα μου τα θεμέλια, πρόσθεσε και αρπάζοντας την τσάπα άρχισε να σκάβει.

Τα αγόρια ξάπλωσαν και άρχισαν με τις χούφτες να τα παίρνουν και να τα πετούν πίσω τους. Η ώρα περνούσε, τα παιδιά ιδρωμένα είχαν γίνει ένα με τη γη. Σε λίγο ο σωρός γύρω από την πέτρα είχε αδειάσει και φαινόταν και ένα τμήμα της θολωτής οροφής. Το υνί είχε φαίνεται γαντζωθεί στην άκρη της στενόμακρης πέτρας και τν είχε σύρει αφήνοντας ένα μικρό κενό.

Τα αγόρια μπήκαν προσεκτικά στο λάκκο και άρχισαν να σπρώχνουν όλα μαζί.

- Ασήκωτη είναι, που να πάρει! Είπε λαχανιασμένος ο Κώστας.

- Άντε, λίγο ακόμη θέλει, τους ενθάρρυνε ο Διομήδης.

Τα κορίτσια παρακολουθούσαν με κομμένη ανάσα τις προσπάθειες των φίλων τους. Μόλις  μέριασε η πέτρα έβγαλαν κραυγές ενθουσιασμού.

- Τώρα μάλιστα, είπε ο Πέτρος.

- Για βγείτε να δω αν χωράω, είπε ανυπόμονα ο Κώστας.

- Άσε, θα μπω εγώ που είμαι πιο αδύνατος, είπε ο Διομήδης.

- Να κάτσεις εκεί που είσαι, τον εμπόδισε ο Μπάμπης αρπάζοντάς τον από την μπλούζα.

- Ρε Μπαμπίκο, δεν σταματάς να του κάνεις την νταντά. Ξάδερφός του είσαι, δεν είσαι κηδεμόνας του.

Το πρόσωπο του Διομήδη βάφτηκε κόκκινο από την προσβολή.

- Εσύ να μην ανακατεύεσαι, είπε στον ξάδερφό του οργισμένος. Είπα θα κατέβω και θα κατέβω.

Ξαφνικά, μέσα από το άνοιγμα ξεπετάχτηκε ένας τυφλοπόντικας πανικόβλητος και το σκυλί τον έστρωσε στο κυνήγι.

- Λοιπόν, πρώτα θα κατέβω εγώ και μετά ο Διομήδης, είπε αποφασιστικά ο Κώστας. Έχω βγει από το φεγγίτη του σχολείου, που το πλάτος του ήταν πιο στενό απ’ αυτό.

Σιγούρεψε το φακό στην τσέπη του, πέρασε κανονικά τα πόδια του, το σώμα του, ζυγιάστηκε για λίγο και πήδησε.

- Εντάξει; Ρώτησαν με αγωνία.

- Μια χαρά, μάλλον έπεσα στο σαλόνι.

Ο Διομήδης, μικρόσωμος και ευέλικτος, πέρασε εύκολα το σώμα του, μετά το κεφάλι του. Ο φακός φώτιζε αρκετά το χώρο. Είδε τον Κώστα αποκάτω να περιμένει να τον πιάσει. Άφησε τα χέρια του, πήδηξε στο πάτωμα, έχασε την ισορροπία του και χτύπησε στον τοίχο.

Γύρισε ξαφνιασμένος και είδε εκεί που ακούμπησε κάτι σαν ζωγραφιά.

- Κώστα, κοίτα, φώναξε έκπληκτος.

- Α, ρε. Τι είναι αυτό; Έχεις μαζί σου μαντίλι;

Έγνεψε αρνητικά.

- Τα κορίτσια σίγουρα θα έχουν. Πετάξτε κανένα μαντίλι ή κουρέλι να ξεσκονίσουμε λίγο, τους διέταξε.

- Δεν έχουμε μαντίλια, πάρτε τη ζακέτα μου, είπε η Περσεφόνη και την έριξε.

- Είσαι θησαυρός, την παίνεσε ο Κώστας ευχαριστημένος.

- Κώστα, Κώστα, φώτισέ μου εδώ και δώσε μου τη ζακέτα…

Το αγόρι με τρεμάμενο χέρι σκούπισε ένα σημείο του τοίχου και απόμεινε να κοιτά θαμπωμένο. Βιαστικά, δίχως να νοιάζεται για τη σκόνη που τον έλουζε, σκούπισε και το υπόλοιπο. Δε χόρταινε να βλέπει.

Δίπλα του, βουβός από θαυμασμό, ο Κώστας χάζευε τη ζωγραφιά.

- Έλα, βρήκατε τίποτε;

Οι φωνές των φίλων τους τούς συνέφεραν.

- Μια τοιχογραφία, φώναξε και την ξανασκούπισε προσεκτικά.

Ήταν μια αναπαράσταση, μια φωτογραφία θα έλεγε κανείς της παραλίας.

Στο λοφίσκο ήταν σταματημένη μια άμαξα με ένα κάτασπρο άλογο. Ο ηνίοχος κρατούσε τα γκέμια και όρθιος ατένιζε τη θάλασσα. Καθώς το φως έπεφτε πάνω της δημιουργούσε σκιές και αυτές έκαναν την εικόνα να φαντάζει ζωντανή, σαν να την έβλεπες από κάποιο παράθυρο που άνοιγε και σε γύριζε πίσω στο χρόνο που πέρασε.

Γύρισε από την άλλη πλευρά και με γρήγορες κινήσεις άρχισε να καθαρίζει τον τοίχο.

Εδώ υπήρχε μια σκηνή κυνηγιού. Ήταν σίγουρα ο ίδιος νέος, ψηλός, με σγουρά χρυσά μαλλιά, μόνο που εδώ κρατούσε τόξο. Τα σκυλιά έτρεχαν στο γνώριμο δάσος με τις λεύκες ενώ το θήραμα, ένα καταπληκτικά όμορφο ελάφι, πηδούσε πάνω από ένα ρυάκι, με τα μπροστινά του πόδια λυγισμένα και τα πίσω τεντωμένα έτσι που νόμιζες πως από στιγμή σε στιγμή θα ξεπετιότανε μπροστά σου, λεύτερο σαν τον άνεμο, απαλλαγμένο από τους διώκτες του, μακριά από το πετρωμένο τοπίο.

- Ελάτε βρε παιδιά, τι κάνετε εκεί κάτω, μη μας κοψοχολιάζετε, ακούστηκε παραπονιάρικη η φωνή της Μερόπης.

 - Έχει άλλη μια τοιχογραφία που δείχνει έναν κυνηγό, απάντησε ο Κώστας.

Τα λόγια του φίλου του αντήχησαν τόσο φτωχά, τόσο ψυχρά μπροστά σ’ αυτή την ασύλληπτη ομορφιά. Όσο και να προσπαθούσε θα ήταν αδύνατο να εκφράσει, να περιγράψει την κίνηση, τις λεπτές αποχρώσεις, την πλαστικότητα και την αρμονία της.

- Είναι πανέμορφες, δεν μπορώ να σας τις περιγράψω…

- Άσε την ενημέρωση και κοίταξε, εδώ υπάρχει ένα άνοιγμα με καμάρα που οδηγεί σε άλλο δωμάτιο· πίσω σου πρέπει να είναι η είσοδος, είπε ο Κώστας, κι έριξε το φως του φακού προς τα εκεί.

Ο Διομήδης γύρισε και κοίταξε. Πράγματι υπήρχε μια μαρμάρινη δίφυλλη πόρτα, που θα πρέπει να ήταν η είσοδος του τάφου.

- Πάμε στο άλλο δωμάτιο, εδώ δεν υπάρχει τίποτε, μόνον αυτά τα δύο κομμάτια μάρμαρο. Φαίνεται θα υπήρχε κάποιος πάγκος εδώ, είπε ο Κώστας.

- Λες να το έχουν αδειάσει;

- Άντε, προχώρα να δούμε.

Μα δεν τον άκουγε, το βλέμμα του είχε σταθεί μαγεμένο θαρρείς στις τοιχογραφίες.

- Άντε κουνήσου, τι έπαθες, φοβάσαι; Θύμωσε ο Κώστας και προχώρησε μπροστά με τη γνώριμη αποφασιστικότητά του. Πέρασαν στο άλλο δωμάτιο, ο Κώστας έριξε το φως γύρω γύρω και στάθηκε στο βάθος όπου κάτι διακρινότανε.

- Κι άλλος πάγκος πέτρινος. Γύρω γύρω είναι αγγεία και τέτοια, είπε ο φίλος του. Σιγά μην πατήσεις τίποτε.

Και τότε ο Διομήδης ένιωσε να τον διαπερνά ένα ξαφνικό ρίγος, πάγωσε, τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν, κάτι απειλητικό τον τύλιξε, ο αέρας λιγόστεψε και του κόπηκε η αναπνοή. Τα μάτια του θόλωσα. «Θα λιποθυμήσω», σκέφθηκε και τσίμπησε δυνατά το χέρι του, «θα λιποθυμήσω και θα γίνω ρεζίλι». Κούνησε το κεφάλι του να ξεζαλιστεί και τσιμπήθηκε πάλι.

- Για κράτα το φακό και φέγγε εδώ κάτω, έτσι μπράβο, μην τον κουνάς και με ζαλίζεις.

Προσπαθούσε να κάνει ό,τι του έλεγε, όμως εκείνη η ανατριχίλα δεν έλεγε να του περάσει. Είδε με δέος το φίλο του να πιάνει ένα ένα τα αντικείμενα που βρίσκονταν γύρω από τον πάγκο και να τα μεριάζει.

- Ασύλητος είναι! Είπε θριαμβευτικά ο Κώστας.

Και οι λέξεις αυτές μεγάλωσαν την ταραχή του. Ένιωθε πίσω του καρφωμένα τα μάτια του νέου να τον παρακολουθούν θυμωμένα, γιατί παραβίασε το άδυτό του. Γιατί αγγίζανε τα δώρα των δικών του.

- Μα τι έπαθες, τρέμει το χέρι σου; Έλα κοντά και φέξε εδώ στον πάγκο, νευρίασε ο Κώστας.

- Αυτό μάλιστα, είπε σφυρίζοντας θαυμαστικά. Δώσε μου τη ζακέτα.

Την πήρε και την άπλωσε δίπλα του. Μετά ακούμπησε πάνω της με προσοχή το εύρημά του.

Τι είναι; Ψιθύρισε ο Διομήδης.

- Στεφάνι και ελπίζω χρυσό, του απάντησε αφοσιωμένος να κοιτάζει τώρα διάφορα μικροαντικείμενα.
Σχόλια
Από παιδαγωγική άποψη, υπάρχουν κάποια προβληματικά σημεία που οφείλουμε να επισημάνουμε. Καταρχάς, στο κείμενο συναντάμε συχνά πυκνά λέξεις και φράσεις άκομψες, όπως π.χ. «σκάστε ρε», «τι λες βρε βλάκα» «άντε ρε χέστη» κτλ. που χρησιμοποιεί ο "περπατημένος" της παρέας, Κώστας. Έπειτα, η ηθική διάσταση κάποιων γεγονότων βάζει σε σκέψεις· το ότι π.χ. ο νεαρός Διομήδης δεν εμπιστεύεται τον ίδιο του τον παππού και φοβάται μήπως τον κορόιδεψε για να μην του δώσει μερτικό (σ.41), ή το ότι μπροστά στα μάτια του η γιαγιά του κλέβει έναν έμπορο στο μέτρημα (σ.52) χωρίς κανείς να ασκήσει κριτική, είναι θέματα που καλό είναι να προσέξουμε. Από την άλλη, το ότι τα παιδιά συνεργάζονται για να αποσπάσουν τα πολύτιμα ευρήματα από τον αρχαίο τάφο, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως δίνει ένα θετικό μήνυμα, ακόμα και αν η ενέργειά τους αυτή είναι παράνομη. Και πάλι ωστόσο, το γεγονός ότι το ζήτημα με τον αρχαιοκάπηλο λύνεται τελικά χάρη σ' ένα σχέδιο που συλλαμβάνει, οργανώνει και εκτελεί χωρίς τη συμμετοχή των παιδιών ο πατέρας του Διομήδη, υποβιβάζει τελικά τους νεαρούς ήρωες σε απλούς παρατηρητές.
Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, ο δάσκαλος Αντώνης Μανιά, βάζει με το αυστηρό του ύφος τους μαθητές -αλλά και τους αναγνώστες- στη θέση τους, με ένα ρεσιτάλ "πατριωτικών" εκφράσεων που ίσως αποδίδουν ως έναν  βαθμό το εκπαιδευτικό κλίμα της εποχής, χρήζουν ωστόσο ανάλυσης. Μεταξύ άλλων, διαβάζουμε τα:
...αν δεν έχεις το θάρρος να το πεις κατάμουτρα, να φορέσεις φουστάνια (σ.141)
...είμαστε όλοι στρατιώτες (σ.144)
...Όλοι είμαστε μια φυλή. Μια αθάνατη φυλή (σ.160)

Τα παιδιά φαίνεται να επηρεάζονται έντονα από τη διδασκαλία του (σ.167) Όταν ο δάσκαλος τελείωσε, τα νύχια του παιδιού είχαν πληγώσει τις χούφτες του, και χρησιμοποιούν τα διδάγματά του όπως τύχει (σ. 96)
- Πας μη Έλλην βάρβαρος, είπε σιγανά ο Γιώτης
- Τι είπες; ρώτησε ξαφνιασμένος ο Ορέστης. 
- Θυμάστε τι μας είχε πει ο δάσκαλος ότι έλεγαν οι Αρχαίοι; Ότι όποιος δεν ήταν Έλληνας, ήταν βάρβαρος, τους εξήγησε ο Γιώτης.
Στο κείμενο θα συναντήσουμε κάποιες ασυνήθιστες λέξεις χωρίς ερμηνεία, που όμως οι μαθητές ίσως είναι σε θέση να καταλάβουν από τα συμφραζόμενα. Τέτοιες είναι οι κουρσούμι (= κάτι βαρύ), γκλαβανή (=καταπακτή), αγαντάρω (=πιάνομαι), κ.ά.

Στο τελευταίο μέρος της ιστορίας, κάνουν αναπάντεχα την εμφάνισή τους δυο - τρία σημεία με χιούμορ, το οποίο συνήθως αφορά την παχυσαρκία.
- Μπάμπη, είπα να μαζεύουμε κουκουνάρια, όχι να τα τρώμε.
- Αυτός κύριε μια ζωή πεινάει, είπε ο Διομήδης. 
Ο Μπάμπης κατέβασε ντροπιασμένος το κεφάλι.
- Μη στεναχωριέσαι κι εγώ έτσι ήμουν, τον παρηγόρησε ο δάσκαλος κτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη. Μια ζωή μασουλούσα ό,τι έβρισκα. Το παιδί τον κοίταξε με ευγνωμοσύνη.
- Αλήθεια κύριε; είπε δύσπιστα.
- Ναι, αλλά ποτέ δεν έφαγα το φυτώριο του δασκάλου μου, απάντησε σοβαρά σοβαρά εκείνος.
Τέλος, συναντάμε αναφορές σε αρχαία νομίσματα, τις οποίες θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε στην τάξη με διάφορους τρόπους (κάποιους από αυτούς θα τους βρείτε στην προηγούμενη ανάρτηση), αφού όμως πρώτα διορθώσουμε τις πληροφορίες που δίνονται στο κείμενο. Στη σ.125 γίνεται λόγος για ένα τετράδραχμο με την επιγραφή AESILLAS, που εικονίζει από τη μια όψη γυναικεία κεφαλή (δεν είναι γυναίκα αλλά ο Μέγας Αλέξανδρος) και από την άλλη ρόπαλο [το σύμβολο του Ηρακλή, που συνοδεύεται από το γράμμα q -όπως λέμε Quaestor-, ένα σκαμνάκι και ένα κουβαδάκι, που τα χρησιμοποιούσε ο quaestor στην εργασία του]. Στις σ.67-68 περιγράφεται ένα νόμισμα (βλ. πιο πάνω) που στη μία όψη έχει λουλούδι και στην άλλη κεφάλι Μέδουσας (η οποία δεν είναι Μέδουσα αλλά ο θεός Ήλιος, προστάτης της Ρόδου) και τα γράμματα ΖΩ.
Χρήση στην τάξη
Σε συνδυασμό με τα συγκλονιστικά νέα για τις καρυάτιδες που ήρθαν στο φως στον -δυστυχώς μάλλον συλημένο- τάφο της Αμφίπολης, το βιβλίο μπορεί να μας δώσει αφορμή να συζητήσουμε για το ζήτημα της αρχαιοκαπηλίας. Ποιους ονομάζουμε αρχαιοκάπηλους και γιατί θεωρείται κακό αυτό που κάνουν; Σε ποιους ανήκουν οι αρχαιότητες που ανακαλύπτουμε στο έδαφος της χώρας μας και πώς καταλήγουν στο εξωτερικό; Ποια άραγε είναι τα κίνητρα των εμπόρων αρχαιοτήτων και τι οδηγεί τους αγρότες να τους πουλάνε τα αρχαία που βρίσκουν στα χωράφια τους; Σε προσωπικό επίπεδο: Ποιες πρέπει να είναι οι πρώτες ενέργειές μας αν κατά τύχη ανακαλύψουμε κάποιο αρχαίο αντικείμενο; Και τι θα λέγαμε αν συναντούσαμε κάποιον αγρότη να μεταφέρει αρχαία; Διαβάστε εδώ χθεσινό άρθρο του BBC για ένα 11χρονο αγόρι από την Κίνα που ανακάλυψε ένα αρχαίο μαχαίρι σε ποτάμι κοντά στο σπίτι του και αντιστάθηκε στις «σειρήνες» των εμπόρων.

Θυμίζουμε το επεισόδιο από τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη και το παραθέτουμε μαζί με το σχόλιο του ποιητή Γιώργου Σεφέρη (πηγή):
«Είχα δυο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια -φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρο, τά 'χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ’ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν [...] Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: «Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι’αυτά πολεμήσαμε» (Β΄ 303). Καταλαβαίνετε. Δε μιλά ο Λόρδος Βύρων, μήτε ο λογιότατος, μήτε ο αρχαιολόγος· μιλά ένας γιος τσοπάνηδων της Ρούμελης με το σώμα γεμάτο πληγές. «Γι’αυτά πολεμήσαμε». Δεκαπέντε χρυσοποίκιλτες ακαδημίες δεν αξίζουν την κουβέντα αυτού του ανθρώπου.
Η πρόσφατη συνέντευξη του 82χρονου Κ.Ε. στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, απαντάει σε κάποια από τα παραπάνω ερωτήματα: 
«Το 1953, πήγα φαντάρος. Στο χωριό είχε πολλή φτώχεια… Όταν γύρισα, μαζί με τον αδερφό μου ξεκινήσαμε να βγάζουμε τις οβίδες από τον λόφο. Είχαν μείνει πολλές από τον Βαλκανικό πόλεμο. Βγάζαμε μολύβια και 'τούντσια' και τα πουλούσαμε στη Θεσσαλονίκη, δώδεκα δραχμές το κιλό. Τις βρίσκαμε εύκολα, γιατί, όταν χτυπούσε η οβίδα, άφηνε ίχνη καπνού στα βράχια, ήταν ζεστή και άφηνε καπνούς. Υπήρχαν, όμως, τρύπες που δεν είχαν καπνούς. Σκάψαμε... ήταν τάφοι. Εδώ έσκαβαν όλοι. Ο τόπος είναι ημίβραχος, έσκαβες δέκα πόντους και φαινόταν, αν ήταν σκαμμένος ο τάφος. Σκάβαμε κυρίως στην Ακρόπολη, απέναντι από το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο, στα 'καλά μνήματα', έμειναν οι πλούσιοι εκεί. Άνοιξα πολλούς τάφους: αν ήταν γυναικείος ο τάφος, βρίσκαμε χρυσά σκουλαρίκια, περιδέραια και καρφίτσες, αν ήταν αντρικός κάποια αντικείμενα και δακτυλίδια. Πηγαίναμε βράδυ, ήμασταν το πολύ δυο-τρεις. Τα πουλούσαμε στον έμπορο και ο καθένας έπαιρνε το μερτικό τους. Η συναλλαγή γινόταν στη Θεσσαλονίκη. Αν έβρισκες κάτι, έπαιρνες τον έμπορο και του το έλεγες. Έβρισκαν και αγαλματίδια και τα πουλούσαν στους μεγάλους αρχαιοκάπηλους ή σε αυτούς που έκαναν συλλογές»

«Το 1955 ήρθε ο αρχαιολόγος από την Καβάλα, ο Δημήτρης Λαζαρίδης και ξεκίνησε τις αρχαιολογικές εργασίες. Είχα βρει τότε τριάντα αγαλματίδια, δούλευα στον δρόμο και άνοιγα τη διακλάδωση προς το χωριό μέσα, φαρδαίναμε τον δρόμο, τριάντα κούκλες, περιστέρια "αλεπές" και γυναικεία πρόσωπα, τα παρέδωσα στο Λαζαρίδη. Δεν μου έδωσαν καμία αμοιβή... Μια μέρα, καθώς άνοιγε τον δρόμο η μπουλντόζα, πετάχτηκε ένα κεφάλι μαρμάρινο. Το παρέδωσα και αυτό, αλλά λεφτά δεν πήρα ακόμη.»
Η εκπληκτική έκθεση "Μακεδονικοί Θησαυροί" μας περιμένει στο
Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας ως το τέλος Σεπτεμβρίου
Αντίστοιχα με τα παραπάνω συμπεραίνουμε και από τη συνέντευξη συνταξιούχου αρχαιοφύλακα στην οποία διαβάζουμε: «κατά τη διάρκεια της 30ετούς υπηρεσίας του ήρθε πολλές φορές πρόσωπο με πρόσωπο ακόμα και με συμπατριώτες του που επιζητούσαν αρχαίους θησαυρούς για να λύσουν το οικονομικό τους πρόβλημα.

Συμπατριώτης του φέρεται να ήταν και ο αγρότης που στις αρχές της δεκαετίας του 1960 έπεσε πάνω στο μοναδικής αξίας και ομορφιάς μακεδονικό στεφάνι που από την Αμφίπολη κατέληξε στο Λος Άντζελες μέσω Γερμανίας και Αυστρίας. Το στεφάνι κατασκευάστηκε από το ίδιο εργαστήριο με το στεφάνι του Φιλίππου Β' που βρέθηκε στη χρυσή λάρνακα στον τάφο του στη Βεργίνα. Συνδέθηκε δε με ένα από τα μεγαλύτερα κυκλώματα αρχαιοκαπηλίας που έδρασαν στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1990, με ιθύνοντα νου τον Ιταλό αρχαιοπώλη Νίνο Σαβόκα.

Έχοντας Έλληνες συνεργάτες, ο Σαβόκα ήρθε σε επαφή με τον αγρότη που του παρουσίασε ως πειστήριο μια φωτογραφία έχοντας στο κεφάλι του το χρυσό στεφάνι. Ο Σερραίος λαθρανασκαφέας ήταν σκληρός διαπραγματευτής στην τιμή κάτι που εξόργισε τον Σαβόκα. Τελικά το αγόρασε, με το αντίτιμο να παραμένει άγνωστο, και το στεφάνι κατέληξε στο αρχαιοπωλείο που διατηρούσε στο Μόναχο, αναζητώντας επίδοξους αγοραστές, λάτρεις της αρχαίας τέχνης. Ενώ για πολλά χρόνια είχε μείνει στα αζήτητα, με τη μεσολάβηση δύο Ελλήνων και τη βοήθεια ενός Σέρβου, το στεφάνι κατέληξε στο Μουσείο Γκετί των ΗΠΑ έναντι 1.150.000 δολαρίων τον Ιούλιο του 1993.Οι ενέργειες του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού βοήθησαν στον επαναπατρισμό του το 2007.»
Χάρτης με τις χώρες απ' όπου τα αρχαία νομίσματα προωθούνται στη διεθνή αγορά (Πηγή)
Η σκηνή στο βιβλίο όπου ο δάσκαλος παροτρύνει τα παιδιά να συγκεντρώσουν τα αρχαία που βρίσκονται στην κατοχή των χωρικών (σ.153) Να φέρει ο καθένας ό,τι έχει, από νομίσματα μέχρι αγάλματα. Να τα συγκεντρώσουμε και να ειδοποιήσουμε την Αρχαιολογική υπηρεσία να έρθει να τα πάρει θυμίζει αρκετά την πρωτοβουλία του αρχαιολόγου Λαζαρίδη να γυρίσει το χωριό της Αμφίπολης και να μαζέψει τα αρχαία που στόλιζαν τα σπίτια Ο Λαζαρίδης έβγαινε με μια τσάντα στο χωριό και μάζευε ό,τι μπορούσε, ζητούσε ό,τι είχε βρει ο καθένας να του το παραδώσει και τότε τα παρέδωσα και εγώ. Όταν τα παιδιά είναι ευαισθητοποιημένα, είναι πιο εύκολο να ενεργοποιήσουν και τους γονείς τους σε σχετικά ζητήματα.

Ας δοκιμάσουμε λοιπόν στην τάξη να κατασκευάσουμε μια αφίσα ενημέρωσης γύρω από το πρόβλημα της αρχαιοκαπηλίας, που θα απευθύνεται στους συμμαθητές και τους γονείς.
Τα γεγονότα του μυθιστορήματος τοποθετούνται γεωγραφικά σ' ένα παραθαλάσσιο χωριό της Πύδνας. Στις εικόνες που ακολουθούν, η θέση του δημοτικού διαμερίσματος Πύδνας στον χάρτη και μια φωτογραφία από την Αλυκή Πιερίας.


Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...