Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Μια Σειρά από Ατυχή Γεγονότα: Το Σαρκοβόρο Τσίρκο


Υπόθεση
Τα τρία ορφανά Μποντλέρ συνεχίζουν την προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τον καταχθόνιο Όλαφ και τη συμμορία του και να ρίξουν φως σε μια σειρά από σκοτεινά γεγονότα που παραμένουν μυστηριωδώς μυστήρια. Σε αυτή την περιπέτεια μεταμφιέζονται σε φρικιά για να πιάσουν δουλειά σε ένα απαίσιο τσίρκο που διευθύνει η Μαντάμ Λουλού, φίλη του Όλαφ. Θα καταφέρουν άραγε να διατηρήσουν μυστική την ταυτότητά τους και να ανακαλύψουν αν κάποιος από τους γονείς τους επέζησε μετά το ατυχές δυστύχημα του αρχικού βιβλίου;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ελληνικά Γράμματα
Συγγραφέας: Λέμονι Σνίκετ (Lemony Snicket aka Daniel Handler)
Μετάφραση: Χαρά Γιαννακοπούλου
Εικονογράφηση: Μπρετ Χέλκουιστ
ISBN: 978-960-406-924-8
Τίτλος πρωτοτύπου: The Carnivorous Carnival
Έτος 1ης Έκδοσης: 2002 (στα ελληνικά 2005)
Σελίδες: 328
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε’, Στ’

Κριτική
Πρόκειται για την ένατη συνέχεια -από συνολικά δεκατρείς (13)- της συλλογής «Μια σειρά από ατυχή γεγονότα» που υπογράφει ο Λέμονι Σνίκετ (κατά κόσμον Ντάνιελ Χάντλερ) και που κατάφερε να αποκτήσει φανατικό κοινό τόσο μεταξύ μιας μερίδας παιδιών όσο και ανάμεσα στους ενήλικες. Το έργο έχει ήδη μεταφερθεί στον κινηματογράφο (με τον Τζιμ Κάρεϊ να ερμηνεύει τον κόμη Όλαφ), ενώ έχει κυκλοφορήσει και ως ηλεκτρονικό παιχνίδι.

Το ύφος του είναι βέβαια πολύ ιδιαίτερο, και δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι μπορεί να αρέσει σε όλους τους αναγνώστες. Ένα από τα βασικά συστατικά της παιδικής λογοτεχνίας είναι άλλωστε το ευχάριστο του πράγματος, και οι συγκεκριμένες ιστορίες βρίθουν από δυσάρεστα γεγονότα, όπως ήδη ο τίτλος προειδοποιεί. Κανείς ωστόσο δεν μπορεί να κατηγορήσει τον συγγραφέα ότι στερείται έμπνευσης: Η έκφραση, οι χαρακτήρες, οι καταστάσεις, η δομή, όλα είναι γεμάτα με φαντασία και δημιουργικότητα, έστω και αν προσεγγίζονται από μια λίγο περίεργη και αρκετά δυσοίωνη οπτική.

Η γραφή είναι σαφής αλλά όχι πάντα απλή, καθώς περιλαμβάνει τμήματα με μονολόγους και σκέψεις του συγγραφέα, οπότε οι επίδοξοι αναγνώστες καλό είναι να έχουν αρκετή εμπειρία πριν ξεκινήσουν να διαβάζουν. Η δομή επίσης ενδέχεται να προβληματίσει κάποιους, καθώς συχνά πυκνά η διήγηση διακόπτεται και παρεμβάλλονται σχόλια, για να συνειδητοποιήσουμε σε κάποια στιγμή ότι το όλο έργο είναι απλώς οι σημειώσεις του Λέμονι Σνίκετ, ενός ερευνητή που συνδεόταν με την μητέρα των τριών ορφανών και τώρα ακολουθεί τα ίχνη τους.

Η ιστορία χωρίζεται σε 13 κεφάλαια (καθόλου τυχαία η επιλογή του αριθμού) με περίπου 25 σελίδες το καθένα. Μην σας τρομάζει ο αριθμός, καθώς τα φύλλα έχουν μικρό μέγεθος (Β6;) και το διάστιχο είναι μεγάλο, έτσι το κείμενο διαβάζεται ξεκούραστα. Η εικονογράφηση δεν προσθέτει κάτι ιδιαίτερο, καθώς συναντάμε ένα ασπρόμαυρο σκίτσο στην πρώτη σελίδα του κάθε κεφαλαίου, και δύο ολοσέλιδα, στην αρχή και το τέλος του βιβλίου.

Το βιβλίο προτείνεται περισσότερο σε μαθητές της Ε’ και Στ’ τάξης, αρκεί να έχουν όπως αναφέραμε αρκετή εμπειρία ως αναγνώστες και να μην τους ενοχλεί το ιδιαίτερο ύφος του συγγραφέα. Όπως αντιλαμβάνεστε, αν συμπαθήσουν ένα από τα βιβλία, θα αναζητήσουν και την υπόλοιπη σειρά, οπότε οι γονείς ας είναι προετοιμασμένοι για μια μικρή επένδυση. Ωστόσο τώρα που έκλεισε ο εκδοτικός οίκος, είναι πιθανόν να παρουσιαστεί έλλειψη σε συγκεκριμένα τεύχη, όπως το πρώτο και το τελευταίο.

Αν κανείς δεν ξεκινήσει την ανάγνωση από το πρώτο βιβλίο της σειράς, ίσως δυσκολευτεί κάπως μέχρι να προσαρμοστεί στις καταστάσεις και τα πρόσωπα. Η άκρη ωστόσο βρίσκεται, και για όσους δεν το αντιπαθήσουν εξ αρχής, το χαριτωμένα φρικαλέο (αλλά κατά βάθος εύπεπτο) ύφος γραφής γρήγορα θα γίνει εθιστικό. Κάπως σαν τον πασατέμπο, που υποψιαζόμαστε ότι δεν μας προσφέρει πολλά, αλλά εξακολουθούμε να τον μασάμε. Ισχύει όμως όντως ότι το συγκεκριμένο κείμενο δεν μας προσφέρει αρκετά;

Φαντάζομαι πως έχει να κάνει με τις προσδοκίες του καθενός. Όπως και το "εύπεπτο ύφος", το οποίο σε πολλά παιδιά δεν θα φανεί καθόλου εύπεπτο. Λογικό, αφού ο συγγραφέας απευθύνεται ταυτόχρονα σε μικρούς και λιγότερο μικρούς αναγνώστες. Έτσι, υπάρχουν αναφορές σε έννοιες περίπλοκες (όπως ο χειρισμός πλήθους), χρήση λεξιλογίου κάπως απαιτητικού αλλά και παρουσίαση σκέψεων σύνθετων (βλ. και απόσπασμα). Τόσο οι μικροί όσο και οι μεγάλοι ωστόσο, έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν το πολύ ιδιαίτερο κράμα χιούμορ του συγγραφέα. - μια και το χιούμορ γεννιέται συνήθως από τραγικά γεγονότα, ίσως αξίζει να αναφέρουμε το ότι ο πατέρας του ήταν γερμανοεβραίος πρόσφυγας. Στα θετικά καταγράφουμε το ότι στο κείμενο παρουσιάζονται αρκετά ηθικά διλήμματα που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν και ως βάση για δραστηριότητες εκπαιδευτικού δράματος, π.χ. Όταν κανείς συμμετέχει σε κάτι άσχημο ακολουθώντας τις εντολές κάποιου, φέρει ακέραια την ευθύνη των πράξεών του; (σελ. 314)

Να επισημάνουμε ότι οι κακοί είναι περισσότερο καρικατούρες, που με τη συμπεριφορά τους τονίζουν συγκεκριμένα ελαττώματα (όπως συνέβαινε σε ένα βαθμό και με τα παιδιά – επισκέπτες στον Τσάρλι και το εργοστάσιο της σοκολάτας) που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο εγωισμός, η αρχομανία, η αδυναμία, η επίδειξη, κ.ά. Στην πορεία ο Χάντλερ, εκτός από την ηθική, ασχολείται και με κοινωνική κριτική, καθώς κοροϊδεύει χωρίς οίκτο τα θύματα της μόδας και στηλιτεύει τη συμπεριφορά των αδηφάγων δημοσιογράφων όπως και τον τρόπο κατασκευής / παραμόρφωσης των ειδήσεων από τα ΜΜΕ.

Τέλος, προσεγγίζει τη διαφορετικότητα με τρόπο που δεν συναντάμε πολύ συχνά στην Παιδική Λογοτεχνία, εκεί όπου το διαφορετικό αναδεικνύεται συνήθως σε κάτι όμορφο, ιδιαίτερο και χρήσιμο. Στο βιβλίο αυτό, το περίεργο είναι απλώς αυτό που ο κόσμος αντιλαμβάνεται ως περίεργο. Μάλλον κυνική η διαπίστωση, αλλά το δίδαγμα είναι ότι όταν ανήκεις στους ισχυρούς, μπορείς να εξαιρέσεις τον εαυτό σου από το τάγμα των αλλόκοτων.

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Εγωισμός, Φαντασία

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
Ξέρω άλλον ένα συγγραφέα για τον οποίο, όπως και για μένα, πολύς κόσμος πιστεύει πως είναι νεκρός. Το όνομά του είναι Γουίλιαμ Σαίξπηρ και έχει γράψει τέσσερα είδη θεατρικών έργων: κωμωδίες, αισθηματικά, ιστορικά και τραγωδίες. Οι κωμωδίες, φυσικά, είναι ιστορίες όπου οι άνθρωποι λένε αστεία και σκοντάφτουν σε αντικείμενα και τα αισθηματικά είναι ιστορίες όπου οι άνθρωποι ερωτεύονται και πολλές φορές παντρεύονται. Τα ιστορικά διηγούνται πράγματα που έχουν συμβεί στ’ αλήθεια, όπως η δική μου ιστορία για τα ορφανά Μποντλέρ, και οι τραγωδίες είναι ιστορίες που συνήθως ξεκινούν σχετικά χαρούμενα και παίρνουν τον κατήφορο, μέχρι που όλοι οι χαρακτήρες πεθαίνουν, τραυματίζονται ή, τέλος πάντων, παθαίνουν διάφορα. συνήθως δεν είναι και πολύ διασκεδαστικό να παρακολουθείς τραγωδία, είτε ανήκεις στο κοινό είτε είσαι ένας από τους χαρακτήρες, ενώ απ’ όλες  τις τραγωδίες του Σαίξπηρ, η μάλλον λιγότερο διασκεδαστική είναι ο Βασιλιάς Ληρ. Διηγείται την ιστορία ενός βασιλιά που τρελαίνεται, ενώ οι κόρες του σχεδιάζουν να δολοφονήσουν η μία την άλλη, όπως και άλλους ανθρώπους που τους σπάνε τα νεύρα. Προς το τέλος του έργου, ένας από τους χαρακτήρες του Γουίλιαμ Σαίξπηρ παρομοιάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά με αυτή των θηρίων και αναφέρει μια φράση που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «Πόσο θλιβερό είναι να καταντούν οι άνθρωποι να πληγώνουν ο ένας τον άλλο λες και είναι άγρια θαλάσσια θηρία». Όταν ο χαρακτήρας ξεστομίζει αυτά τα λυπητερά λόγια, οι άνθρωποι που παρακολουθούν το έργο του Σαίξπηρ συνήθως βάζουν τα κλάματα ή αναστενάζουν ή σκέφτονται πως την επόμενη φορά καλύτερα να πάνε να δουν κωμωδία.

Πολύ λυπάμαι που πρέπει να σας πω ότι η ιστορία των ορφανών Μποντλέρ έχει πλέον φτάσει σε ένα σημείο που είναι αρκετά κατάλληλο να δανειστώ την καταθλιπτική φράση του κυρίου Σαίξπηρ, ώστε να περιγράψω το πώς ένιωσαν τα παιδιά όταν απευθύνθηκαν στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στην άκρη του λάκκου με τα λιοντάρια και προσπαθούσαν να συνεχίσουν την ιστορία στην οποία βρέθηκαν χωρίς να την κάνουν να καταλήξει σε τραγωδία, τη στιγμή που όλοι φαίνονταν πρόθυμοι να κάνουν κακό ο ένας στον άλλο. Ο Κόμης Όλαφ και οι συνεργοί του ανυπομονούσαν να δουν τη Βάιολετ και τον Κλάους να πηδάνε στο λάκκο, βρίσκοντας έτσι ένα σαρκοβόρο θάνατο, ώστε να γίνει πιο διάσημο το Τσίρκο Καλιγκάρι και να συνεχίσει η Μαντάμ Λουλού να λέει στον Κόμη Όλαφ τη μοίρα του. Η Εσμέ Ελεεινού ανυπομονούσε να δει τη Μαντάμ Λουλού να πέφτει στα λιοντάρια για να έχει εκείνη όλη την προσοχή του Όλαφ και οι συνάδελφοι των παιδιών ήταν πρόθυμοι να τη βοηθήσουν για να βρεθούν στο θίασο του Κόμη Όλαφ. Η δημοσιογράφος από τα Νέα της Ημέρας και τα άλλα μέλη του κοινού ανυπομονούσαν να δουν βία και τσαπατσούλικο φαγητό, ώστε να αξίζει η επίσκεψή τους στο τσίρκο, και τα λιοντάρια λαχταρούσαν ένα γεύμα, αφού εδώ και τόσο καιρό δεν είχαν φάει τίποτα παρά μόνο μαστίγωμα. Όπως φαινόταν, όλοι όσοι είχαν συγκεντρωθεί στο ρόλερ κόστερ ανυπομονούσαν να συμβεί κάτι φριχτό και τα παιδιά ένιωθαν απαίσια, καθώς η Βάιολετ και ο Κλάους πάτησαν το πόδι τους στη σανίδα και προσποιούνταν πως είχαν την ίδια ανυπομονησία και λαχτάρα.

«Ευχαριστούμε, Κόμη Όλαφ, που διάλεξες εμένα και το άλλο κεφάλι μου ως τα πρώτα θύματα της παράστασης με τα λιοντάρια», είπε μεγαλόπρεπα ο Κλάους με τη λεπτή του φωνή.

«Ε… παρακαλώ», απάντησε ο Κόμης Όλαφ κάπως έκπληκτος. «Και τώρα, πηδήξτε στο λάκκο για να δούμε τα λιοντάρια να σας κατασπαράζουν».

«Και γρήγορα!» φώναξε ο σπυριάρης. «Θέλω η επίσκεψή μου στο τσίρκο να αξίζει».

«Αντί να παρακολουθήσετε ένα φρικιό να πηδάει στο λάκκο», είπε η Βάιολετ έπειτα από γρήγορη σκέψη, «δεν είναι καλύτερα να παρακολουθήσετε κάποιον να σπρώχνει ένα φρικιό στο λάκκο; Θα ήταν πολύ πιο βίαιο».

«Γκρρρ!» γρύλισε η Σάνι συμφωνώντας ψεύτικα.

«Καλή ιδέα», είπε σκεφτικά η μία απ’ τις πουδραρισμένες γυναίκες.
«Αχ, ναι!» φώναξε η γυναίκα με τα βαμμένα μαλλιά. «Θέλω να δω κάποιον να πετάει το δικέφαλο φρικιό στα λιοντάρια!»

«Συμφωνώ», είπε η Εσμέ κοιτάζοντας πρώτα τους δύο Μποντλέρ και μετά τη Μαντάμ Λουλού. «Κι εγώ θέλω να δω κάποιον να πέφτει στο λάκκο».

Το πλήθος φώναζε και χειροκροτούσε, ενώ η Σάνι παρακολουθούσε τα δύο αδέρφια της να κάνουν ένα βήμα στη σανίδα που κρεμόταν πάνω απ’ το λάκκο, όπου περίμεναν πεινασμένα τα λιοντάρια. Υπάρχουν άνθρωποι που λένε πως αν βρεθείς σε μια δύσκολη κατάσταση, καλό είναι να σταματήσεις για μια στιγμή και να σκεφτείς τι είναι καλύτερο να κάνεις, αλλά τα τρία αδέρφια ήξεραν ήδη πω το πιο σωστό ήταν να τρέξουν στα βαγόνια, να τοποθετήσουν τον ιμάντα και να αποδράσουν στην ενδοχώρα μαζί με τη Μαντάμ Λουλού και το αρχειοφυλάκιό της, αφού πρώτα θα έχουν εξηγήσει ήρεμα στο συγκεντρωμένο πλήθος ότι η αιματοχυσία  δεν είναι σωστή μορφή διασκέδασης και ότι ο Κόμης Όλαφ και ο θίασός του θα ‘πρεπε να συλληφθούν αυτή ακριβώς τη στιγμή. Ωστόσο, υπάρχουν φορές στο φύρδην μίγδην κόσμο μας που το να σκεφτείς το σωστό είναι πολύ απλό, αλλά το να το κάνεις πράξη είναι απλώς αδύνατον, οπότε πρέπει να βρεις κάτι άλλο να κάνεις. Οι τρεις Μποντλέρ στέκονταν μεταμφιεσμένοι στη μέση του πλήθους που λαχταρούσε να δει βία και τσαπατσούλκο φαγητό και ήξεραν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν το σωστό, αλλά σκέφτηκαν να εξοργίσουν όσο πιο πολύ γινόταν το πλήθος, ώστε να το σκάσουν μέσα στη σύγχυση που θα είχαν προκαλέσει. Η Βάιολετ, ο Κλάους και η Σάνι δεν ήταν σίγουροι για το αν ήταν το πιο σωστό να χρησιμοποιήσουν την τεχνική του να στρέψουν αλλού την προσοχή του πλήθους, όπως και την ψυχολογία του όχλου, αλλά τα ορφανά Μποντλέρ αδυνατούσαν να σκεφτούν οτιδήποτε άλλο, οπότε ήταν δεν ήταν σωστό, μάλλον λειτουργούσε το σχέδιό τους.

«Είναι συναρπαστικό!» αναφώνησε εκστασιασμένη η δημοσιογράφος. «Ήδη βλέπω μπροστά μου τον τίτλο: «ΦΡΙΚΙΑ ΣΠΡΩΧΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΛΑΚΚΟ ΜΕ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ». Πού να το διαβάσουν αυτό οι αναγνώστες των Νέων της Ημέρας!»

Η Σάνι γρύλισε με όλη της τη δύναμη και έδειξε με το δαχτυλάκι της τον Κόμη Όλαφ.

«Αυτό που προσπαθεί η Τσάμπο να πει στη μισοσκυλίσια γλώσσα της», εξήγησε ο Κλάους, «είναι ότι ο Κόμης Όλαφ πρέπει να μας σπρώξει στο λάκκο. Άλλωστε, η παράσταση με τα λιοντάρια ήταν δική του ιδέα».

«Πράγματι!» αναφώνησε ο σπυριάρης. «Για να δούμε τον Όλαφ να ρίχνει στο λάκκο τη Μπέβερλι και τον Έλιοτ!»

Ο Κόμης Όλαφ στραβοκοίταξε τους Μποντλέρ και μετά χαμογέλασε στο κοινό τόσο πλατιά, που όλοι είδαν κάμποσα απ’ τα θεοβρώμικα δόντια του.

«Μεγάλη μου τιμή που μου ζητάτε κάτι τέτοιο», είπε κάνοντας μια ελαφρά υπόκλιση, «αλλά φοβάμαι πως δε θα ήταν σωστό αυτή τη στιγμή.»

«Γιατί;» απαίτησε να μάθει η γυναίκα με τα βαμμένα μαλλιά.

Ο Κόμης Όλαφ έκανε μια σύντομη παύση και μετά έβγαλε μια μικρή τσιρίδα, τόσο ψεύτικη όσο και το γρύλισμα της Σάνι.

«Είμαι αλλεργικός στις γάτες», δικαιολογήθηκε. «Βλέπετε; Ήδη άρχισαν α φτερνίζομαι και δεν ανέβηκα καν στη σανίδα».

«Οι αλλεργίες σου δε σε ενόχλησαν όταν μαστίγωνες τα λιοντάρια», είπε η Βάιολετ.

«Πράγματι», συμφώνησε ο γαντζοχέρης. «Ούτε που ήξερα πως είχες αλλεργίες, Όλαφ».

Ο Κόμης Όλαφ αγριοκοίταξε το συνεργό του.

«Κυρίες και κύριοι», άρχισε, αλλά το πλήθος δεν είχε όρεξη ν’ ακούσει άλλη μια απ’ τις διαλέξεις του εγκληματία.

«Σπρώξε μέσα το φρικιό, Όλαφ!» φώναξε κάποιος και όλοι ζητωκραύγασαν.

Share/Bookmark

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

Όλα έχουν μόνο μια πλευρά!

Υπόθεση
Ο πατέρας του μικρού Οδυσσέα τον στέλνει μαζί με τον κολλητό του Χάρη στο σπίτι του παππού για να φέρουν το αγαπημένο του κάδρο. Εκεί όμως διαπιστώνουν ότι το κάδρο έχει πλέον μόνο μια πλευρά. Πρόκειται για την αρχή μιας φοβερής επιδημίας μονοπλευρίτιδας που εξαπλώνεται ταχύτατα σε ολόκληρο τον κόσμο! Ο νεαρός ήρωας μπλέκει σε μια τρελή περιπέτεια, όπου με τη βοήθεια της μητέρας του και διαφόρων συμμάχων, θα αναζητήσουν την άκρη του νήματος που οδηγεί στην αιτία του κακού. Θα καταφέρουν άραγε να γλιτώσουν την ανθρωπότητα από τη συνωμοσία των 40 ή θα καταλήξουν στον μεγάλο αποτεφρωτήρα;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Παπαδόπουλος
Συγγραφέας: Κώστας Χαραλάς
Εικονογράφηση: Μάρα Τσαφαντάκη
ISBN: 978-960-412-758-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 2007
Σελίδες: 107
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε’, Στ’

Κριτική
Μια περίεργη περιπέτεια με κοφτή γραφή, ιδιότυπο χιούμορ (κατά βάση ενήλικο και κατά τόπους ψυχρούτσικο) και ένα άρωμα μαθηματικών.

Ο συγγραφέας δεν μπαίνει καν στη διαδικασία να προσαρμόσει την οπτική του σε αυτή του μικρού παρατηρητή. Ειλικρινές από την πλευρά του, άλλωστε πολλές φορές οι άντρες μένουν για πάντα παιδιά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ωστόσο, το παιδί έμεινε μάλλον κάπου στο λύκειο, και το ύφος του τολμώ να πω ότι παραείναι έξυπνο για να γίνει άνετα αντιληπτό από έναν μαθητή δημοτικού.

Οι μικροί αναγνώστες αναμένεται επίσης να δυσκολευτούν με τη δομή του διηγήματος. Τα κεφάλαια δεν είναι αριθμημένα, δεν έχουν τίτλους, ενώ η έκτασή τους κυμαίνεται από 4 έως και 37 (!) σελίδες, κάτι σαν ένας μίνι αναγνωστικός μαραθώνιος δηλαδή. Στην έρημο αυτή των γραμμάτων, μάταια οι μικροί μας φίλοι θα αναζητήσουν μια όαση ξεκούρασης: Η εικονογράφηση είναι πολύ περιορισμένη, αφού π.χ. σε ένα ολόκληρο κεφάλαιο 28 σελίδων, συναντήσαμε μόλις ένα ασπρόμαυρο σκίτσο στριμωγμένο σε κάποια γωνία. Όλα τα παραπάνω στοιχεία, μας οδηγούν να υποθέσουμε ότι η έκδοση απευθύνεται μάλλον σε μεγαλύτερα παιδιά απ’ ότι προτείνει το οπισθόφυλλο (από 9 ετών).

Εμείς θα προτείναμε το βιβλίο περισσότερο σε μαθητές της Ε’ και Στ’ τάξης, αρκεί να είναι εξασκημένοι αναγνώστες και με κάποια οξυδέρκεια. Πιθανότατα να το συμπαθήσουν πιο πολύ τα αγόρια (καθώς θα μπορούν να ταυτιστούν με τον ήρωα) και μάλιστα όσα έχουν φαντασία και αγαπούν τις θεωρίες συνωμοσίας.

Αξίζει να σχολιάσουμε την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται στο ανάγνωσμα. Με φράσεις σύντομες και ύφος γραφής που θυμίζει παλιά αστυνομικά διηγήματα, ο συγγραφέας υφαίνει έναν ομιχλώδη κόσμο που κάθε στιγμή αλλάζει, απειλούμενος από έναν απροσδιόριστο κίνδυνο. Το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό παραπέμπει σε έργα του Κάφκα, και σπάνια το συναντάμε σε κείμενα παιδικής λογοτεχνίας.

Επίσης, παρά τα όποια αναγνωστικά κωλύματα, το κείμενο περιέχει ένα μήνυμα αρκετά σημαντικό για τους μαθητές: Απέναντι σε μια παράλογη τάξη πραγμάτων που του επιβάλλεται, ο πολίτης έχει καθήκον και δικαίωμα να επαναστατήσει, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα γίνει δακτυλοδεικτούμενος ή θα ξεβολευτεί, ακόμα κι όταν μοιάζει να παλεύει μόνος του ενάντια σε ένα ολόκληρο σύστημα. Αν έχει το δίκιο με το μέρος του και λίγη τύχη, ίσως τελικά καταφέρει να σώσει ολόκληρη την κοινωνία.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί, παρατηρούμε τη μεταστροφή της κοινής γνώμης σύμφωνα με τα δεδομένα της νέας τάξης· εδώ ο συγγραφέας προσπαθεί να δώσει την αλλαγή με μεγαλύτερο ρεαλισμό απ’ ό,τι ο Τριβιζάς στην τελευταία μαύρη γάτα, εκεί όπου μια ομιλία αρκεί για να στραφεί ο κόσμος ενάντια στα κατοικίδια.

Προσωπική απορία: πώς γίνεται και τα ποτήρια έχουν δύο πλευρές;

Αξίες - Θέματα
Φαντασία, Δραστηριοποίηση

Απόσπασμα 
Σιγά σιγά αποκτούσαμε πια ένα ικανό πλήθος ενδείξεων που δικαιολογούσαν τις υποθέσεις που κάναμε για την επιδημία αυτή που απειλούσε να κατακτήσει τα πράγματα κάνοντάς τα να έχουν μόνο μια πλευρά. Μια καινούργια μόδα άρχισε να εμφανίζεται στην πόλη.

Μια μόδα που δεν άφηνε περιθώρια σε πολλές πλευρές να συνυπάρχουν πάνω στο ίδιο αντικείμενο. Έτσι από εδώ και στο εξής αρκούσε μόνο το «πάνω» αντί για το «πάνω» και «κάτω» στο ταμπλό ενός ασανσέρ. Το «δεξιά» αντί για το «αριστερά» και «δεξιά» ενός τιμονιού. Αυτά είναι λίγα μόνο από τα παραδείγματα που αργά αλλά σταθερά εξαπλώνονταν μέσα στην πόλη. Επιπλέον, αυτό που μας έκανε εντύπωση ήταν και η αντίδραση του κόσμου: Ο κόσμος ήταν χωρισμένος σε κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία ήταν αυτοί που προσαρμόζονταν γρήγορα στην καινούργια τάξη πραγμάτων και συμπεριφέρονταν σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα σε σχέση με πριν. Μάλιστα μπορούσες να πεις ότι τους άρεσε περισσότερο έτσι.

Η δεύτερη κατηγορία ήταν αυτοί οι οποίοι παιδεύονταν λίγο με το νέο, μονοδιάστατο σύστημα, αλλά σκόπευαν αργά ή γρήγορα να το μάθουν και να ζήσουν μέσα σε αυτό. Μια τρίτη κατηγορία ανθρώπων ήταν οι χαμένοι αυτής της μαζικής ανακαίνισης. Ήταν αυτοί που δεν είχαν καμιά ελπίδα να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Υπήρχαν άνθρωποι εγκλωβισμένοι μέσα σε μαγαζιά που προσπαθούσαν να βγουν από εκεί που παλιότερα υπήρχε πόρτα. Τώρα όμως μια ατέλειωτη τζαμαρία κάλυπτε όλη την επιφάνεια που έβλεπε προς το δρόμο και αυτοί ίδρωναν και ξεΐδρωναν για να βρουν κάτι που να μοιάζει με χαραμάδα και να την κοπανήσουν. Αυτές ήταν οι παγίδες του νέου συστήματος και έπρεπε οπωσδήποτε να κρατηθούμε μακριά τους.

Οι τρεις παραπάνω κατηγορίες είχαν ένα κοινό σημείο. Κανένας από αυτούς δεν ενδιαφερόταν να μάθει περισσότερα για την κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί.

-Τους βλέπεις; μου τους έδειξε η μαμά μου, κάνουν σαν να μην καταλαβαίνουν. Κανείς δεν αναρωτιέται τι σόι είναι αυτό το πράγμα και πότε θα τελειώσει.

Αυτά μου τα έλεγε καθώς παραγγέλναμε δύο πορτοκαλάδες να πιούμε από ένα υπαίθριο μαγαζί, μακριά από κλειστούς χώρους όπου στα καλά καθούμενα μπορούσε να εξαφανιστεί η πόρτα και να γεμίσει τοίχους.

Αλλά τελικά δεν ήταν τόσο εύκολο όσο το φανταζόμασταν.

Εμείς, -αλλά και αρκετοί από τον κόσμο που είχαν προμηθευτεί από εκεί το αναψυκτικό τους- κοιταζόμασταν λες και κάποιος είχε τη λύση στο καινούργιο πρόβλημα που είχε εμφανιστεί. Δεν υπήρχε καπάκι στο λαιμό των μπουκαλιών, υπήρχε μόνο η κάτω πλευρά που φυσικά δεν άνοιγε. Το νερό, οι πορτοκαλάδες, οι χυμοί, ήταν μέσα στην γυάλινη φυλακή τους και μας κοιτούσαν με απορία. Με άλλη τόση απορία κοιτιόμασταν όλοι οι πελάτες της καντίνας μεταξύ μας μπας και υπάρχει καμιά προφανής λύση και μας διαφεύγει.

Τότε τη λύση την έδωσε ένας άντρας στην ηλικία του πατέρα μου που στεκόταν σ’ ένα παγκάκι πιο πέρα. Φορούσε ένα λευκό σακάκι όπου ήτανε τυπωμένος ο αριθμός 40 με μεγάλα μαύρα ψηφία. Το ίδιο νούμερο διαπιστώσαμε ότι έγραφε και το λευκό παντελόνι του όταν σηκώθηκε. Στο δεξί μπατζάκι είχε το τέσσερα και στο αριστερό το μηδέν.

Σαν να περίμενε να μαζέψουμε όλοι το βλέμμα μας πάνω του, έκανε κάτι που έμοιαζε με επίδειξη. Πήρε ένα μπουκάλι σαν αυτό που κρατούσαμε εμείς και έσπασε την άκρη του στην άκρη του πάγκου. Τότε πήρε ένα ποτήρι και το γέμισε από το χυμό που απελευθερώθηκε με αυτόν τον ανήκουστο τρόπο από το μπουκάλι.

-Δεν είμαστε με τα καλά μας, απόρησε η μητέρα μου καθώς έβλεπε όλους να μιμούνται τη βλακώδη, αλλά κατά τα φαινόμενα μοναδική λύση που πρότεινε αυτός ο μυστηριώδης κύριος.

Μια σειρά από ήχους σπασμένων μπουκαλιών κλόνισε την ησυχία που απολαμβάναμε πιο πριν. Ο κόσμος απαλλάχθηκε από τον πανικό που τον είχε πιάσει και έμοιαζε σαν εμένα όταν είχα γυρίσει μια μέρα από το σχολείο γνωρίζοντας πια το ηλιακό σύστημα.

-Δεν πρόκειται να ανοίξω με αυτόν τον απαράδεκτο και επικίνδυνο τρόπο ένα μπουκάλι, είπε αποφασιστικά η μητέρα μου. Θα ζητήσω από την καντίνα ένα ανοιχτήρι.

-Και να ανοίξεις τι, καλέ μαμά; Είναι κλειστό από παντού. Έλα, σπάσ’ το όπως έδειξε ο κύριος, διψάω. Η μητέρα μου το καλοσκέφτηκε και κατάλαβε πως αν έπρεπε να πιούμε πορτοκαλάδα από αυτή την καντίνα, έπρεπε να συμπεριφερθεί όπως όλοι όσοι στο μεταξύ είχαν ξεδιψάσει και απολάμβαναν το αναψυκτικό τους στα καρεκλάκια του πάρκου. Τελικά αποφάσισε να το σπάσει.

Αυτό όμως ήταν μεγάλο λάθος, καθώς ο περίεργος κύριος με το 40 ετοιμαζόταν να φύγει και ο ήχος από το σπασμένο μπουκάλι τον παρακίνησε να ξανακάτσει στο παγκάκι του. Μας παρατηρούσε για ώρα και μετά αποφάσισε να βγάλει έναν μίνι υπολογιστή και να γράψει.


Share/Bookmark