Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Στο σταυροδρόμι της ημισελήνου

Υπόθεση
Στη Ναύπακτο του 1570, ο 19χρονος ψαράς Μαρίνος απάγεται από μια τουρκική γαλέρα και αλυσοδένεται στους πάγκους της, μαζί με άλλους σκλάβους από διάφορες περιοχές. Αριστερά του στο ίδιο κουπί βρίσκεται ένας Κρητικός ζωγράφος, συμμαθητής του Δ. Θεοτοκόπουλου, ενώ δεξιά του ένας μουσουλμάνος. Με αυτούς θα μοιραστεί τις αγωνίες, τις σκέψεις και τις ελπίδες του. Όταν το πλοίο τους φτάνει στην Κύπρο, παρακολουθούν την άλωση του νησιού από τους Τούρκους. Μετά και την παράδοση της Αμμοχώστου, η γαλέρα τους επιστρέφει στη Ναύπακτο και λαμβάνει μέρος στη μεγάλη ναυμαχία της 7ης Οκτωβρίου 1571. Κατά τη διάρκεια αυτής, ο Μαρίνος καταφέρνει να αποδράσει και να γυρίσει στην οικογένειά του.

Το 1558, σ' ένα χωριό κοντά στη Μαδρίτη, ο 11χρονος Χουάν μεγαλώνει με τη θετή του μητέρα, χωρίς να γνωρίζει τους πραγματικούς του γονείς. Μια άμαξα με επιβάτη τον Δον Λουί Κιχάδα, που αναλαμβάνει την κηδεμονία του, τον παίρνει μακριά, με σκοπό να τον εκπαιδεύσει ως βαθμοφόρο. Λίγο αργότερα, μετακομίζει ξανά με τη νέα του οικογένεια, στην αυλή του γέρου αυτοκράτορα Κάρολου Κουίντου. Όταν ο βασιλιάς πεθαίνει, ο 14χρονος (πλέον) Χουάν μαθαίνει πως εκείνος ήταν ο βιολογικός του πατέρας. Ο νέος βασιλιάς Φίλιππος Β' τον αναγνωρίζει ως νόμιμο αδελφό του και στα 21 του χρόνια τον ορίζει ναύαρχο, στέλνοντάς τον να καταπνίξει μια επανάσταση Μαυριτανών στον νότο. Λίγα χρόνια αργότερα, στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, ο Δον Χουάν ο Αυστριακός κατατροπώνει τους Οθωμανούς, ως αρχιστράτηγος της ιερής συμμαχίας Ισπανών και Βενετών.

Βενετία 1569. Ο Ανδρέας από τη Λευκάδα γίνεται φίλος με τον ντόπιο έμπορο Φραντζέσκο, που τον προσκαλεί στην φιέστα της Δόνα Μεραβίλια. Την ανέμελη διασκέδασή του εκεί, διακόπτει ένας μυστηριώδης άνδρας που του αναθέτει μια μυστική αποστολή στην Κωνσταντινούπολη. Την ίδια ώρα, μια μεγάλη φωτιά στον βενετσιάνικο ναύσταθμο αναστατώνει την όμορφη πόλη. Ο Ανδρέας, κινούμενος αστραπιαία, καταφέρνει να συλλάβει έναν από τους υπεύθυνους, που αποδεικνύεται πως είναι Τούρκος. Ο Έλληνας κατάσκοπος ταξιδεύει έπειτα στην Πόλη και συμμετέχει στην οργάνωση μιας δολιοφθοράς στα τουρκικά ναυπηγεία, που όμως αποτυγχάνει. Φυγαδεύεται κρυφά, αλλά στην επιστροφή του ναυαγεί στην ακτή της Ναυπάκτου. Εκεί, για καλή του τύχη, τον περιθάλπει η όμορφη Μηλιά, αδελφή του Μαρίνου. Όταν οι αντίπαλοι στόλοι φτάνουν στην περιοχή, ο Ανδρέας έχει αναρρώσει πλήρως και καταφέρνει να τοποθετηθεί αξιωματικός σ' ένα κρητικό πλοίο που έχει για κυβερνήτη τον Μανούσο Θεοτοκόπουλο, θείο του Ελ Γκρέκο. Μετά τη ναυμαχία, ζητά το χέρι της Μηλιάς.

Στην Αθήνα του 2008, ο νεαρός Λέων ετοιμάζεται για μια σχολική εκδρομή στη Ναύπακτο, τη στιγμή που ο αδελφός του Νίκος αναχωρεί με μια ανθρωπιστική αποστολή για το Πακιστάν. Τα δυο αδέλφια επικοινωνούν μέσω Skype και σε μια από τις τηλεδιασκέψεις τους, ο Λέων γνωρίζει τον συνομήλικό του Σελίμ, από τον οποίο μαθαίνει πολλά για τις συνθήκες ζωής στο Πακιστάν και γενικά στον μουσουλμανικό κόσμο. Παράλληλα, επισκέπτεται με την τάξη του το μουσείο της ναυμαχίας και αρχίζει να δείχνει ενδιαφέρον για τη διαμάχη χριστιανών - μουσουλμάνων. Όταν επιστρέφει στην Αθήνα, αναλαμβάνει να συγκεντρώσει τις εκθέσεις των συμμαθητών του σχετικά με την εκδρομή και τη ναυμαχία για την εφημερίδα του σχολείου. Χάρη σε αυτή την εμπειρία, αποφασίζει όταν μεγαλώσει να γίνει δημοσιογράφος.
 
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Κίρα Σίνου - Έρικα Αθανασίου
Εικονογράφηση: Θανάσης Γκιώκας - Ξένια Τρύφων (εικόνα και σύνθεση εξωφύλλου)
ISBN: 978-960-04-4106-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2010
Σελίδες: 320
Τιμή: περίπου 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Ενδιαφέρον ιστορικό μυθιστόρημα που προσεγγίζει τα γεγονότα της ναυμαχίας της Ναυπάκτου από πολλές διαφορετικές οπτικές γωνίες. Με γλώσσα απλή και εκφραστική σαφήνεια, αλλά δομή σχετικά περίπλοκη, το βιβλίο απευθύνεται μάλλον σε εφήβους. Το κείμενο είναι χωρισμένο σε 45 κεφάλαια, μέσα από τα οποία παρακολουθούμε τις πορείες τεσσάρων βασικών (και δύο συμπληρωματικών) χαρακτήρων, οι οποίοι αλληλεπιδρώντας περισσότερο ή λιγότερο μεταξύ τους, συναντιούνται τελικά στον γεωγραφικό χώρο της μεγάλης ναυμαχίας. Τα πολλαπλά επίπεδα αφήγησης και τα διαρκή άλματα στον χωροχρόνο, δεν επιτρέπουν στον αναγνώστη να χάσει το ενδιαφέρον του, θα δυσκολέψουν όμως τους λιγότερο έμπειρους να παρακολουθήσουν το νήμα της ιστορίας που κινείται από διαφορετικές αφετηρίες προς τον ίδιο τελικό προορισμό. Η ποιότητα της έκδοσης είναι καλή, όμως λείπει η εικονογράφηση, ένας έστω βοηθητικός χάρτης και παραρτήματα με πληροφορίες, ενώ από τη διόρθωση έχουν ξεφύγει και κάποια μικρολάθη. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου συναντάμε χρήσιμες διευκρινήσεις αλλά και πλούσια (όπως σε όλα τα έργα της αείμνηστης Κίρας Σίνου) βιβλιογραφία. Το προτείνουμε κυρίως σε μαθητές γυμνασίου και γενικά στους φίλους της Ιστορίας ή σε όσους ενδιαφέρονται να μάθουν περισσότερα για τις σχέσεις του χριστιανικού με τον μουσουλμανικό κόσμο μέσα στους αιώνες. Ιδιαίτερη αξία αποκτά η συνάντηση του Λέοντα με τον Σελίμ στις μέρες μας, όπου χιλιάδες μικροί Σελίμ στοιβάζονται στα λιμάνια και τα βόρεια σύνορα της χώρας μας, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον.

  • Ενδιαφέρουσα πλοκή
  • Αντικειμενική ματιά στα γεγονότα
  • Πληροφορίες για την Ευρώπη του 16ου αιώνα

  • Απουσία παραρτήματος με χάρτες, ντοκουμέντα, κτλ.

Αξίες - Θέματα
Ιστορία - Αρχαιολογία, Δουλεία, Διαφορετικότητα, Ταξίδια

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Ο χρόνος που ο Μαρίνος περνάει στα κάτεργα της τουρκικής γαλέρας, η φωτιά στον βενετσιάνικο ναύσταθμο αλλά και η γεμάτη βία περιγραφή της ιστορικής ναυμαχίας, είναι σκηνές που μένουν στο μυαλό, ακόμα και μήνες μετά την αρχική ανάγνωση του βιβλίου.

Εικονογράφηση
Το βιβλίο δυστυχώς δεν περιλαμβάνει εικονογράφηση, το εξώφυλλο όμως είναι αρκετά καλαίσθητο και αποδίδει ως έναν βαθμό τη συνομιλία του παρόντος (Λέοντας) με το παρελθόν. Ίσως η επιλογή πιο αντιπροσωπευτικών πλοίων (π.χ. γαλερών με κουπιά) να έδενε και ακόμα περισσότερο με το περιεχόμενο.

Απόσπασμα
Η Ρεάλ, η ναυαρχίδα του Δον Χουάν, πλησίαζε περήφανα τη Σουλτάνα, το πλοίο του Αλή Πασά. Ο Θερβάντες κοίταξε σαν μαγεμένος τη σύγκρουση που ακολούθησε. Ήξερε ότι ήταν ζήτημα ναυτικής τιμής οι ναύαρχοι να έρχονται απευθείας σε αντιπαράθεση, πλοίο με πλοίο, και η σύγκρουση ήταν τρομερή. Η Σουλτάνα υπερίσχυσε και το έμβολό της έφτασε μέχρι την τέταρτη σειρά κωπηλατών του χριστιανικού πλοίου.

Εκείνη την ώρα όμως ένα τράνταγμα παραλίγο να τον ρίξει κάτω, εμποδίζοντάς τον να δει τι γινόταν στη Ρεάλ. Η Μαρκέσα είχε αδειάσει τα κανόνια της πλώρης της πάνω σε μια τουρκική γαλέρα και τώρα εφορμούσε καταπάνω της. Τα ρίγη του πυρετού έδωσαν τη θέση τους στα ρίγη της προσμονής για την επικείμενη μάχη. Μαζί με τους συντρόφους του πήδηξε στην κουβέρτα του εχθρικού πλοίου.

Οι Τούρκοι τους περίμεναν και ο καθένας ρίχτηκε στη μάχη με όποιον του έτυχε μπροστά του. Ο Θερβάντες βρέθηκε να αντιμετωπίζει ένα μικρόσωμο Τούρκο, που δεν έμοιαζε με στρατιώτη, αλλά όση πείρα του έλειπε τόση πανουργία είχε στα μάτια του. Ο Τούρκος του όρμησε κραδαίνοντας και με τα δυο του χέρια το σπαθί του. Ο Θερβάντες ένιωσε το σφύριγμα του θανάτου κοντά στο αυτί του καθώς έσκυβε για να τον αποφύγει. Την ίδια ώρα έχωνε το δικό του σπαθί στην κοιλιά του αντιπάλου του κι έβλεπε τα μάτια του να ανοίγουν διάπλατα. Ένιωσε έκπληξη για την ευκολία με την οποία μπορεί να αφαιρεθεί μια ανθρώπινη ζωή. Πριν προλάβει να συνέλθει, ένας άλλος Τούρκος όρμησε από πίσω του και ίσα που πρόλαβε να γλιτώσει αρπάζοντας ένα σκοινί. Πήδηξε στο πλάι και έριξε κάτω κλοτσώντας έναν άλλο Οθωμανό, με τον οποίο πάλευε ένας σύντροφός του, επιτρέποντας στο Βενετσιάνο να του καταφέρει θανατηφόρο χτύπημα.

Η μάχη γενικεύτηκε. Κάθε πλοίο προσπαθούσε να εμβολίσει το πλοίο του εχθρού. Τα κανόνια σιώπησαν και η μάχη πια γινόταν σχεδόν σώμα με σώμα. Τα γιαταγάνια, τα πολύ κοφτερά κυρτά σπαθιά των Οθωμανών, αντιμετώπιζαν τα ίσια σπαθιά των χριστιανών, ενώ η μυϊκή δύναμη των αντρών έπαιζε εξίσου σημαντικό ρόλο με τη δεξιοτεχνία και την ευλυγισία.

Ο Μιγκέλ δε Θερβάντες οπισθοχώρησε για λίγα λεπτά πίσω στη γαλέρα του, προκειμένου η αναπνοή του να ξαναβρεί τον κανονικό ρυθμό της. Προσπάθησε να σταθεροποιήσει τα πόδια και το κεφάλι του, που εξακολουθούσε να γυρίζει. Απορούσε κι ο ίδιος πώς με τη θολούρα στα μάτια του από τον πυρετό είχε δει τον εχθρό, είχε καταφέρει να αποφύγει τα χτυπήματά του και μάλιστα τα είχε ανταποδώσει με μεγάλη επιτυχία.

Γύρω του σφύριζαν βέλη που εξαπέλυαν οι αναμφίβολα ικανότατοι τοξότες του εχθρού. Από την άλλη, οι χριστιανοί τους απαντούσαν με βλήματα που εξαπέλυαν οι αρκεβουζιοφόροι, εκμεταλλευόμενοι τη μηχανική και το μολύβι, σε αντίθεση με τους πιο παραδοσιακούς Τούρκους, οι οποίοι διέθεταν ελάχιστα αρκεβούζια. Οι Τούρκοι δεν τα είχαν συμπαθήσει ιδιαίτερα αυτά τα όπλα, γιατί στο χρόνο που ο αρκεβουζιοφόρος έριχνε μία μόνο βολή, ένας τοξότης μπορούσε να ρίξει είκοσι πέντε τουλάχιστον βέλη.

Ο Θερβάντες ένιωσε για μια στιγμή όμορφα που ο δικός τους στρατός διέθετε πιο προηγμένα όπλα. Αμέσως όμως σκέφτηκε ότι έτσι δε νικούσε ο πιο γενναίος και δυνατός στρατιώτης, αλλά ο πιο καλά οπλισμένος. Αρκεί ένα βόλι παραστρατημένο, που μπορεί να ρίχτηκε ακόμη και από κάποιον φοβητσιάρη, για να κόψει τη ζωή του πιο γενναίου αντιπάλου. Λίγο μολύβι και λίγο μπαρούτι αρκούσαν για να κόψουν τη ζωή του πιο δεξιοτέχνη στο σπαθί στρατιώτη.

Ο Δον Χουάν μαχόταν στην πρύμνη του πλοίο του, ξεχτένιστος από τη μάχη, ενθαρρύνοντας τους δικούς του. Ο Θερβάντες ένιωσε αμέσως την ανάγκη να ξαναμπεί στη μάχη. Πολλά πλοία είχαν πλευρίσει τη Ρεάλ και ίσως ήταν ζήτημα χρόνου να βρεθεί από παντού περικυκλωμένη. Τον κίνδυνο όμως διέκρινε κι ο καπετάνιος της Μαρκέσα ο Ντιέγο ντε Ουρμπίνα. Αν και μόλις είχε καταλάβει το πλοίο απέναντί του και είχε αιχμαλωτίσει τον καπετάνιο του, διέταξε να κάνουν πίσω, ώστε να ελευθερωθεί το έμβολο του πλοίου του και να βοηθήσουν το ναύαρχο και την πτέρυγα που κινδύνευε. Ο κάθε άντρας είχε το πολύ εξήντα πόντους χώρο στο κατάστρωμα και οι μαχητές στέκονταν κολλημένοι ο ένας δίπλα στον άλλον απέναντι στα εχθρικά πυροβόλα, σε απόσταση όσο ένα κοντάρι. Όλοι γνώριζαν ότι το παραμικρό στραβοπάτημα θα τους έστελνε στο βυθό του Ποσειδώνα, αλλά όταν κάποιος έπεφτε, η θέση του δεν έμενε ούτε στιγμή κενή, την έπαιρνε άλλος. Όταν κι αυτός με τη σειρά του έπεφτε στην αγκαλιά του Χάρου, έρχονταν άλλοι κι άλλοι ασταμάτητα.

Οι κωπηλάτες της γαλέρας, οι οποίοι ήταν χριστιανοί κυρίως που είχαν απαλλαγεί από τις αλυσίδες τους και τους είχαν υποσχεθεί ότι θα τους ελευθέρωναν αν νικούσαν, έδειξαν μεγάλο ενθουσιασμό. Κωπηλάτησαν με δύναμη και κατάφεραν να βρεθούν κοντά στη Ρεάλ, ενώ μια ομοβροντία από τα κανόνια της Μαρκέσα βύθισε ένα τουρκικό μπρίκι που προσπαθούσε να πλησιάσει τη ναυαρχίδα.

Έτσι, η Μαρκέσα βρέθηκε δίπλα στη Ρεάλ. Ο Θερβάντες είδε τους συντρόφους του να ορμούν από το πίσω μέρος της στην κεντρική σκάλα και από εκεί στην κουβέρτα. Θέλησε να τους ακολουθήσει, αλλά τα μάτια του σκοτείνιασαν κι ένα κόκκινο πέπλο τα κάλυψε. Έκανε εμετό έξω από την κουπαστή. Αυτό αποδείχτηκε λυτρωτικό τόσο για το στομάχι όσο και για το κεφάλι του, που έπαψε για λίγο να γυρίζει. Άκουσε τον ορυμαγδό της μάχης, τα απειλητικά μουγκρητά, τις πονεμένες κραυγές κι ένιωσε το θυμό του να φουντώνει. Έπρεπε να μπει κι αυτός στη μάχη. Εκείνη την ώρα μια εχθρική γαλέρα προσπαθούσε να τους επιτεθεί από αριστερά.

Ο πλοηγός φώναξε δυνατά στους κωπηλάτες να τραβήξουν κουπί, για να ισιώσουν τη Μαρκέσα και να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο. Εκείνη τη στιγμή ο Θερβάντες άκουσε ένα γνωστό του Ισπανό υπολοχαγό να του φωνάζει.

- Πού πας, Θερβάντες; Ο γιατρός είπε ότι πρέπει να είσαι στο στρώμα σου. Δεν είναι ημέρα σου για να πολεμήσεις σήμερα. Κατέβα αμέσως κάτω να ξαπλώσεις.

- Δεν πρόκειται να πεθάνω σήμερα, φώναξε ο Θερβάντες, που ένιωθε σίγουρα καλύτερα από πολλούς πληγωμένους, οι οποίοι εξακολουθούσαν να πολεμάνε, αν και οι πληγές τους αιμορραγούσαν. Ο Μιγκέλ δε Θερβάντες θα πολεμήσει και μάλιστα μέσα στη βάρκα, συνέχισε. Δώστε μου μερικούς άντρες και θα κόψω το δρόμο αυτών των Τούρκων που έχουν πέσει πάνω μας.

Χωρίς να χάσει στιγμή έκανε τα λόγια του πράξη. Με ορμή πήδησε στη βάρκα, ακριβώς τη στιγμή που η οθωμανική γαλέρα ριχνόταν από την πρύμνη στη Μαρκέσα. Κρατήθηκε από το ξάρτι για να μην πέσει, κάνοντας έτσι ένα γενίτσαρο που ήθελε να σαλτάρει στο κατάστρωμα να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στη θάλασσα. Πίσω από το Θερβάντες ακολούθησαν δώδεκα σύντροφοί του και μαζί ρίχτηκαν στο εχθρικό πλοίο με τέτοια ορμή που οι Οθωμανοί χάλασαν τον επιθετικό σχηματισμό τους κι έτρεξαν στην πρύμνη του πλοίου. Από πίσω τους Ισπανοί αρκεβουζιοφόροι αποδεκάτιζαν τους Τούρκους μαχητές. Ο Θερβάντες βρέθηκε ξαφνικά μόνος του να αντιμετωπίζει τον πανύψηλο καπετάνιο τους, που έμοιαζε ακλόνητος σαν βουνό. Βλέποντας το Θερβάντες να πρωτοστατεί στη μάχη, ο Τούρκος καπετάνιος θεώρησε ότι ήταν ο αρχηγός. Ανέμισε το γιαταγάνι του και, παρά τη φασαρία της μάχης, ο Θερβάντες μπόρεσε να ακούσει το θανατερό του σφύριγμα δίπλα του, καθώς κατόρθωσε με ευλυγισία να το αποφύγει την τελευταία στιγμή. Με τη σειρά του σήκωσε το σπαθί του, που διασταυρώθηκε με το εχθρικό γιαταγάνι σκορπώντας σπίθες. Σε λίγο και οι δύο αντίπαλοι αιμορραγούσαν. Τα χτυπήματα όμως ήταν επιφανειακά και κανείς τους δεν ένιωθε τον πόνο, αλλά η θέα του αίματος τους εξαγρίωνε ακόμη περισσότερο. Ο Θερβάντες δεν κατάλαβε πώς κατόρθωσε, πηδώντας σχεδόν, για να μπορέσει να φτάσει το λαιμό του γίγαντα αυτού, να του καταφέρει το θανατηφόρο χτύπημα. Ακούγοντας την κραυγή του και βλέποντας τον αρχηγό τους να πέφτει,  οι Τούρκοι τρομοκρατήθηκαν και πήδηξαν στο νερό ζητώντας βοήθεια από τις φιλικές τους γαλέρες.

Ο Θερβάντες παρακολουθούσε περήφανος τη φυγή τους, όταν ένας οξύς πόνος διαπέρασε το χέρι του. Με μάτια θολά κοίταξε το μπράτσο του, πάνω στο οποίο είχε καρφωθεί ένα βέλος, και στη συνέχεια γύρισε το βλέμμα του ψηλά, για να δει ποιος τον είχε χτυπήσει. Λίγα δευτερόλεπτα μετά ένας Τούρκος τοξότης, σκαρφαλωμένος στα ξάρτια, έπεσε χτυπημένος με τη σειρά του από το αρκεβούζιο του υποπλοιάρχου της Μαρκέσα.

Ο πόνος ήταν οξύς, αλλά όχι ανυπόφορος. Όταν όμως προσπάθησε να αποσπάσει εκείνο το κομμάτι μετάλλου από το χέρι του, ένιωσε σαν να του έσκιζαν όχι μόνο τη σάρκα αλλά τα σωθικά του με το τσιγκέλι.

«Τελικά δεν κατάφερα να γλιτώσω το χέρι μου», σκέφτηκε. «Μπορεί να μη μου το έκοψαν όταν καταδικάστηκε, αλλά πάλι το έδωσα για τους Ισπανούς».

Δεν πρόλαβε να σκεφτεί τίποτε άλλο και έπεσε λιπόθυμος, ενώ τα ρούχα του είχαν μουσκέψει στο αίμα.
Το άγαλμα του Θερβάντες στη Ναύπακτο (πηγή)
Σχόλια
Εσύ Χριστό κι εγώ Αλλάχ
Ο τίτλος του βιβλίου Στο σταυροδρόμι της ημισελήνου επιτυχημένα περιέχει τόσο την έννοια του σταυρού όσο και εκείνη του μουσουλμανικού μισοφέγγαρου, αποδίδοντας τον θρησκευτικό χαρακτήρα της σύγκρουσης στη Ναύπακτο. Τα σύμβολα του χριστιανισμού και του ισλάμ, βρίσκονταν αναρτημένα επάνω στις ναυαρχίδες των δύο στόλων, ενώ ιερείς των δύο θρησκειών εμψύχωναν τα πληρώματα, θυμίζοντάς τους το ιερό τους καθήκον. Ο Bicheno (Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου 1571, εκδόσεις Ενάλιος 2006 418-426) περιγράφει ορισμένα «κινηματογραφικά» στιγμιότυπα που δείχνουν το πάθος των δύο αντιπάλων στο ξεκίνημα της ναυμαχίας:

[Ο Δον Χουάν], ντυμένος μεγαλόπρεπα στάθηκε στην πλώρη μιας φρεγάτας, και με το λάβαρο του Ιερού Συνασπισμού υψωμένο, πέρασε μπροστά από τις γαλέρες που βρίσκονταν αριστερά από τη Λα Ρεάλ, εξορκίζοντας τους άνδρες που τον ζητωκραύγαζαν από τα καράβια τους, να πάρουν εκδίκηση για τις βαρβαρότητες που είχαν δει στην Κέρκυρα και για τη φρίκη της Αμμοχώστου, και να μην επιτρέψουν στους άπιστους να τους περιπαίζουν «Πού είναι ο Θεός σου;» Προβάλλοντας τον Εσταυρωμένο, που αργότερα στερεώθηκε στην πλώρη της καταλανικής ναυαρχίδας του Σαντιάγκο, ο Ρεκεσένς (...) ενθάρρυνε τους Γάλλους Ιππότες του Αγίου Ιωάννη «Είναι θέλημα Θεού που βρίσκεστε όλοι εδώ για να τιμωρήσετε τη μανία και την κακία αυτών των βάρβαρων σκυλιών». 

Καθώς οι στόλοι πλησίασαν οι πολεμικές ιαχές των Οθωμανών σκέπασαν τα πάντα: Η τουρκική αρμάδα προχώρησε με τέτοια ορμή και υπερηφάνεια, που κάθε λεπτό τους φάνηκε σαν χίλια χρόνια, και καθώς μας αντίκρισαν, έδωσαν διαταγή να παίξουν τα κλαρίνα και τα τουμπελέκια, κι άρχισαν να χοροπηδάνε φωνάζοντας ότι οι χριστιανοί είναι φοβισμένες κότες και να ορκίζονται ότι ο θρίαμβος και η νίκη ήταν δική τους (αρχική πηγή). 

Για να δώσει το παράδειγμα της ξενοιασιάς και σταθερότητας, ο Δον Χουάν με την ακολουθία του άρχισαν να χορεύουν μια ζωηρή "γκαλιάρντα" στο πάνω κατάστρωμα της πλώρης του, πάνω από τα βαριά κανόνια και η ναυαρχίδα βγήκε μπροστά από την υπόλοιπη γραμμή.

Πριν αρχίσουν να ηχούν τα πυροβόλα, για μια στιγμή απλώθηκε σιωπή και στους δύο στόλους, όταν οι ναυαρχίδες έκαναν σινιάλο στους άνδρες τους να προσευχηθούν. Η Σουλτάνα ύψωσε το ιερό μουσουλμανικό λάβαρο (...) που ήταν τόσο βαρύ από το κέντημα, ώστε πρέπει να κρεμόταν στηριγμένο και από τις δύο πλευρές, είχε σουφική προέλευση και ήταν λάφυρο της εκστρατείας στην οποία ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής είχε καταλάβει τη Βαγδάτη. Στη μία πλευρά είχε κεντημένους έξι κύκλους με ρητά από το Κοράνι  γύρω από τα ονόματα του Μωάμεθ και των διαδόχων του (...) Στην άλλη πλευρά ήταν πάλι κεντημένο με ρητά από το Ιερό Βιβλίο και με ευχές  για τον Σουλτάνο Σελίμ μέσα σε 28.900 μικρά τετράγωνα που είχαν γραμμένο το όνομα του Αλλάχ. Πάνω στη Λα Ρεάλ ύψωσαν στο μεγάλο κατάρτι έναν Εσταυρωμένο πάνω από το λάβαρο που είχε στείλει ο πάπας στον Δον Χουάν, με τον Χριστό πάνω από τους θυρεούς του Πάπα, της Ισπανίας και της Βενετίας. Οι σάλπιγγες προσκάλεσαν όλους τους πιστούς να γονατίσουν για να λάβουν συγχώρεση από τη μια πλευρά, κι από την άλλη να προσκυνήσουν με τη βεβαιότητα μιας μακάριας υποδοχής στον Παράδεισο, σε περίπτωση που έπεφταν στη μάχη. 

Σαν κάποιο προϊστορικό τέρας που μούγκρισε προκλητικά σε μια λίμνη, μια άσφαιρη βολή από το μεγάλο κανόνι της Σουλτάνας έσπασε τη σιωπή, για να ξεκινήσει με παράξενη επισημότητα την τελετουργική διαδικασία της πρόκλησης και της απάντησης, με την οποία άρχιζαν οι μάχες εκείνη την εποχή. Η Λα Ρεάλ απάντησε με μια ένσφαιρη βολή, η Σουλτάνα συνέχισε με τον ίδιο τρόπο και ο οθωμανικός στόλος ξεχύθηκε μπροστά με όλη του την ταχύτητα, ανοίγοντας για να περάσει αριστερά και δεξιά από τις γαλεάσσες.

Ένα πιστό αντίγραφο της Λα Ρεάλ, της μεγάλης ναυαρχίδας του Δον Χουάν του Αυστριακού, μπορεί κανείς σήμερα να θαυμάσει στο ναυτικό μουσείο της Βαρκελώνης. Πρόκειται για ένα πραγματικό θωρηκτό της εποχής του, καθαρού βάρους 237 τόνων, που χρειαζόταν για να κινηθεί 290 κωπηλάτες και μετέφερε πάνω από 300 ναύτες, στρατιώτες και ευγενείς. Τα νούμερα αυτά δεν είναι φυσικά αντιπροσωπευτικά για τις υπόλοιπες γαλέρες που πήραν μέρος στη ναυμαχία.

Αντίγραφο της βασιλικής γαλέρας των Ισπανών (πηγή).
Αντίστοιχα πλούσια διακόσμηση απολάμβανε φυσικά
και η αντίπαλη, οθωμανική ναυαρχίδα. 


Για το σοκ που υπέστη ο τουρκικός στόλος την πρώτη μισή ώρα της τετράωρης, φονικότατης αναμέτρησης (40.000 στρατιώτες έχασαν συνολικά τη ζωή τους, ή αλλιώς 150 άνθρωποι για κάθε λεπτό που διαρκούσε η ναυμαχία!) όταν σφυροκοπήθηκε από τα τέσσερα πλωτά φρούρια των Βενετσιάνων, ο Victor Davis Hanson στο Σφαγή και Πολιτισμός (εκδόσεις Κάκτος 2009, σελ. 377-379) γράφει με τον δικό του, (λίγο αμερικάνικο) τρόπο:

Μήπως ήταν εμπορικές φορτηγίδες; Ο Οθωμανός ναύαρχος Αλή Ζαδέ Μουεζίν πασάς πρώτη φορά έβλεπε τέτοια παράξενα πλοία σαν κι εκείνα που έπλεαν μερικές εκατοντάδες μέτρα μπρος στις επιθετικές γαλέρες του. Μήπως πάλι ήταν σκάφη ανεφοδιασμού; Το βέβαιο πάντως είναι πως επρόκειτο για καινούρια και τεράστια – κι έπλεαν κατάπλωρα προς τη ναυαρχίδα του, τη Σουλτάνα! Στην πραγματικότητα, οι έξι κολοσσοί ήταν πρόσφατα ναυπηγημένες βενετσιάνικες γαλεάσσες. Καθεμιά διέθετε πενήντα σχεδόν βαριά πυροβόλα –που ξεπετάγονταν από το κατάστρωμα, δεξί και αριστερό, κι έριχναν πάνω από τη μάσκα και το κάσσαρο, όπλα που έμοιαζαν να ρίχνουν παντού. Καθένα απ’ αυτά τα καινούρια τέρατα είχε εξαπλάσια δύναμη πυρός από τα μεγαλύτερα κωπήλατα πλοία της Ευρώπης – δωδεκαπλάσια από τις γαλέρες του σουλτάνου. 

Σε ήρεμη θάλασσα ήταν και πολύ ευκίνητες· μπορούσαν να κάνουν γρήγορες μανούβρες, με κουπιά και με πανιά, και να ρίχνουν προς όλες τις κατευθύνσεις. Τώρα, τα τέσσερα από τα έξι μεγαθήρια άρχιζαν να ανατινάζουν μία μία τις γαλέρες του Αλή πασά – «tanta horribile et perpetua tempesta», έγραφε ένα αφήγημα της εποχής. Βολιδοθήκες και μπάλες τριών κιλών άνοιγαν τρύπες στις κουβέρτες των τουρκικών πλοίων. Οι πιο αραιές βολές με τις δεκαπεντάκιλες ή και τριαντάκιλες σιδερένιες μπάλες ανατίναζαν ολόκληρα τμήματα των τουρκικών σκαφών στην ίσαλο γραμμή –ανάκατα με ανθρώπους, πετσώματα και κουπιά. 

«Μεγάλα σκαριά! Μεγάλα σκαριά με μεγάλα κανόνια!» φώναζαν, σύμφωνα με διηγήσεις, τα τουρκικά πληρώματα μπρος στα φονικά πυρά. Δύο από τους κυβερνήτες των γαλεασσών, ο Αντόνιο και ο Αμπρόζιο Μπραγκαντίνο, είχαν μόλις μάθει για τα φριχτά βασανιστήρια και τον θάνατο του αδελφού τους Μαρκαντόνιο στην Κύπρο πριν από λίγες βδομάδες. Τα αδέλφια τώρα παρότρυναν τις εκατοντάδες των πυροβολητών τους να ρίχνουν ακατάπαυστα, αποφασισμένοι εκείνο το κυριακάτικο πρωινό να μην πιάσουν αιχμαλώτους. (…) Οι περισσότεροι χριστιανοί παρατηρητές πίστευαν πως το ένα τρίτο της οθωμανικής αρμάδας είχε σκορπιστεί, ακινητοποιηθεί ή βυθιστεί, προτού καν αρχίσει η κανονική ναυμαχία με τις γαλέρες. Περί τους 10.000 Τούρκοι ναυτικοί βρέθηκαν στη θάλασσα, όταν οι γαλέρες τους καταστράφηκαν στα τριάντα λεπτά των πυρών από μονάχα τέσσερα ευρωπαϊκά πλοία – οι δύο από τις έξι γαλεάσσες στη δεξιά πτέρυγα παρασύρθηκαν μακριά από τη θέση τους και δεν συμμετείχαν στη δράση. Στα παράξενα εκείνα σκαριά ο Αλή πασάς διέκρινε μερικές εικόνες από τις μελλοντικές ναυμαχίες· η έκβασή τους δεν θα κρινόταν από τους εμβολισμούς, τα ρεσάλτα ή τους κωπηλάτες, αλλά από τα μαζικής παραγωγής σιδερένια κανόνια, τα ψηλά καταστρώματα και τα μεγάλα σκάφη.
Οι αντίπαλες παρατάξεις πριν το ξεκίνημα της ναυμαχίας (πηγή).
Οι τέσσερις κουκκίδες ανάμεσα στους δύο στόλους
δείχνουν τις θέσεις των βενετικών γαλεασσών.
Όμως κι οι δυο μας αχ και βαχ
Η αφήγηση της ιστορίας του Μαρίνου μας δίνει μια μικρή ιδέα για τα βάσανα των κωπηλατών στις γαλέρες, η ζωή των οποίων ήταν πραγματικά ανυπόφορη. Οι σκλάβοι που ήταν αλυσοδεμένοι σε κάθε κουπί, ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν, να τρώνε, να κάνουν τις βιολογικές τους ανάγκες αλλά και να κοιμούνται στη ίδια θέση, καλυμμένοι απλώς από ένα πανί στους γοφούς. Εκτεθειμένοι σε άθλιες συνθήκες υγιεινής και με λίγα παξιμάδια και κρασί για τροφή, αφανίζονταν από λοιμούς. Ένα βαριά αρωματισμένο μαντίλι που τους παρεχόταν, μπορεί να κάλυπτε ως έναν βαθμό την απίστευτη δυσωδία, δεν τους προστάτευε όμως από τα τρωκτικά και τα ζωύφια, ούτε φυσικά από τον ήλιο ή τη βροχή - για να μην κάνουμε λόγο για τη μοίρα τους σε περίπτωση που βυθιζόταν το πλοίο. Επόμενο ήταν, οι δύστυχοι αυτοί άνθρωποι να κάνουν διαρκώς σχέδια για το πώς θα αποδράσουν. Ακόμα ωστόσο και στις περιπτώσεις που οι διοικητές τούς υπόσχονταν απελευθέρωση μετά το τέλος της μάχης, έπρεπε να είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί: Όπως μαθαίνουμε από το ημερολόγιο του κωπηλάτη Aurelio Scetti, ο οποίος πήρε μέρος στη ναυμαχία της Ναυπάκτου και πολέμησε γενναία (κάνοντας ρεσάλτο σε εχθρικό πλοίο και επιστρέφοντας στο δικό του μαζί με δύο αιχμαλώτους), πολλές φορές οι ελπίδες των σκλάβων αποδεικνύονταν μάταιες. Μια στροφή από το ποίημα του Chesterton για την ίδια ναυμαχία, μας μεταφέρει τη θλιβερή τους εικόνα:
And above the ships are palaces of brown, black-bearded chiefs,
And below the ships are prisons, where with multitudinous griefs,
Christian captives sick and sunless, all a labouring race repines
Like a race in sunken cities, like a nation in the mines.
They are lost like slaves that sweat...
κωπηλάτες σε γαλέρα (πηγή)
Έλληνες εναντίον Ελλήνων
Για τη συμμετοχή των Ελλήνων στη ναυμαχία, αντιγράφουμε από ένα πρόσφατο άρθρο του Κ. Μαυραγάνη τα παρακάτω: 

Όσον αφορά στην παρουσία Ελλήνων ναυτικών, κωπηλατών και μαχητών στη ναυμαχία, υπήρχε και στους δύο στόλους, είτε ως εθελοντές, είτε (περισσότερο στην περίπτωση των Οθωμανών) ως αναγκαστικά στρατολογηθέντες. Σύμφωνα με τον αρχιμανδρίτη Δαμασκηνό Βασιλόπουλο («Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου: 7 Οκτωβρίου 1571»- πηγή «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Ι»), η ελληνική συμμετοχή στον χριστιανικό στόλο ήταν αξιοσημείωτη, καθώς στα ενετικά πολεμικά περιλαμβάνονταν πολλά τα οποία εξοπλίστηκαν και διοικούνταν από Έλληνες της Βενετίας. Επίσης, υπήρχαν τέσσερις γαλέρες από την Κέρκυρα (υπό τους Χριστόφορο Κοντοκάλη, Πέτρο Μπούα, Γεώργιο Κοκκίνη, Στυλιανό Χαλικιόπουλο), καθώς και τέσσερα πολεμικά από τη Ζάκυνθο (Αντώνιος Κουτούβαλης, Νικόλαος Μονδίνος, Δημήτριος Κομούτος, Μαρίνος Σιγούρος). Σε μικρότερα σκάφη επίσης βρίσκονται και αρκετοί Κεφαλλονίτες, καθώς και εθελοντές από τα Κύθηρα και τις Κυκλάδες. Ωστόσο, ιδιαίτερης σημασίας ήταν η κρητική συμμετοχή, με 22 Κρητικούς ευγενείς βενετικής και 6 ελληνικής καταγωγής να κυβερνούν γαλέρες. Μεγάλος αριθμός Ελλήνων επίσης υπηρετούσαν ως στρατιώτες ή κωπηλάτες σε ενετικά πλοία. «Από την Κρήτη στρατολογήθηκαν στα τρία χρόνια του πολέμου γύρω στις 7.000 οπλίτες διαφόρων ειδικοτήτων και 9.000 κωπηλάτες» αναφέρεται χαρακτηριστικά, με τον ίδιο τον Δον Ιωάννη να θεωρεί ως πλέον αξιόμαχο τμήμα του ενετικού στόλου αυτό που είχε εξοπλιστεί και επανδρωθεί στην Κρήτη. Ακόμαη, πολλοί Έλληνες υπηρετούσαν και στον ισπανικό στόλο. Τα ονόματα των Ελλήνων καπετάνιων που πολέμησαν στη ναυμαχία, όπως αναφέρεται, περιλαμβάνουν τους Γεώργιο Καλλέργη, Στυλιανό Κονδυλάκη, Πέτρο Μπούα, Μιχαήλ Βιτσιμπάνο, Αντώνιο Τσιμάρα, Νικόλα Μουδινό, Γεώργιο Κοκκίνη, Νικόλαο Φισκάρδο, Αντώνιο Κουτσούβαλη, Δανιήλ Καλαφάτη, Μιχαήλ Σιγούρο, Φραγκίσκο Βομβίνο, Στυλιανό Χαλκιόπουλο, Ανδρέα Καλέγκα.

Όσον αφορά στην πλευρά των Οθωμανών, όπως αναφέρεται, εκτιμάται ότι μεταξύ των τουρκικών πληρωμάτων (περιλαμβανομένων κωπηλατών) το ποσοστό των Ελλήνων δεν ήταν μικρότερο του 30%. Γενικότερα, όπως αναφέρει ο Μπιτσένο, μεταγενέστερες εκτιμήσεις (Φίνλεϊ) κάνουν λόγο για 30.000 Έλληνες μαζί και στους δύο στόλους, ενώ ιδιαίτερη μνεία γίνεται στους Έλληνες μαχητές, κυρίως Κρητικούς, που βρίσκονταν στην ομάδα που συγκρούστηκε και κατανίκησε την ισχυρή μοίρα της Κωνσταντινούπολης. Στην επίσημη ιστορία που συντάχθηκε με εντολή της Συγκλήτου της Βενετίας επαινείται η μεγάλη ανδρεία των Ελλήνων: «Το ιταλικό πεζικό κέρδισε πολλούς επαίνους. Και οι Ισπανοί δεν αξίζουν λιγότερους. Αλλά από όλους τους άλλους, οι Έλληνες έδειξαν περισσότερο θάρρος και πειθαρχία. Επειδή ήταν πιο συνηθισμένοι σε αυτό το είδος του πολέμου, και ήξεραν όλους τους τρόπους για να καταφέρουν πλήγματα και να αποφεύγουν να τα δέχονται οι ίδιοι, συμπεριφέρθηκαν πολύ αξιέπαινα και αποδοτικά».
Πίνακας (169 x 137 cm) του Παόλο Βερονέζε για τη ναυμαχία της Ναυπάκτου, που φυλάσσεται στη Βενετία (π.1572). Το φως αποδίδεται αριστουργηματικά, ενώ στο πάνω μέρος οι άγιοι παρεμβαίνουν για τη χριστιανική νίκη (πηγή)
Η σκέψη που διαβάζουμε στο απόσπασμα ότι έκανε ο Θερβάντες κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, προέρχεται στην πραγματικότητα από μια παράγραφο  του Δον Κιχώτη (κεφ. 38), όπου ο περιπλανώμενος ιππότης καταγγέλλει τα πυροβόλα όπλα και δηλώνει βέβαιος πως ο εφευρέτης τους βρίσκεται στην κόλαση, «απολαμβάνοντας» την ανταμοιβή για τη διαβολική του εφεύρεση, που επέτρεψε ακόμα και σ' έναν άσημο δειλό να παίρνει τη ζωή ενός γενναίου άρχοντα. Ο προβληματισμός για την ηθική της χρήσης εκηβόλων όπλων δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά τον 16ο αιώνα. Ήδη από την εποχή του Τρωικού πολέμου -και παρά τη λατρεία στον «εκατηβελέτη» Απόλλωνα και την παρουσία ηρώων όπως ο Τεύκρος-, το τόξο συνδέεται με ύπουλες ενέργειες, καταπάτηση όρκων (βλ. βολή Πανδάρου στο Δ 86-157) και επιτρέπει στον θρασύδειλο πρίγκιπα Πάρη να σκοτώσει τον Αχιλλέα, τον γενναιότερο πολεμιστή της εποχής. Αργότερα, ο Αισχύλος συνδέει συμβολικά τις λόγχες με τους Έλληνες και τα τόξα με τους (τοξοδάμαντες) Πέρσες (Πέρσες 147 πότερον τόξου ῥῦμα τὸ νικῶν, ἢ δορικράνου λόγχης ἰσχὺς κεκράτηκεν), δίνοντας στο θέμα «εθνική» χροιά. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πως εκηβόλα όπλα χρησιμοποιούσε ανέκαθεν κάθε στρατός που δεν ήθελε να βρεθεί με στρατηγικό μειονέκτημα. Οι Σπαρτιάτες, για παράδειγμα, που  θεωρούσαν τα τόξα και τα βέλη όπλα των θηλυπρεπών και των αδυνάμων, σε αντίθεση με τα δόρατα και τις ασπίδες των οπλιτών (...) Υπήρχε κάτι το άνανδρο στο να σκοτώνει ένας στρατιώτης από μακριά, χωρίς να θέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο (Nic Fields σ. 39)- υπέστησαν στη Σφακτηρία ατιμωτική ήττα χάρη στους τοξότες και τους ακοντιστές του Δημοσθένη. Το παράπονο του Θερβάντες φαίνεται ωστόσο να στρέφεται περισσότερο κατά του εφευρέτη και λιγότερο κατά του χρήστη... Στη ναυμαχία της Ναυπάκτου και οι δύο αντίπαλοι χρησιμοποίησαν τελικά αντίστοιχο αριθμό τουφεκιών. Σύμφωνα με τον Hugh Bicheno (ό.π. σελ. 123) ο Ιερός συνασπισμός διέθετε περίπου 5.300 τουφέκια ενώ στην οθωμανική πλευρά υπήρχαν 4.000 Γενίτσαροι, που τα αρκεβούζιά τους αργούσαν να γεμίσουν αλλά επειδή ήταν πιο μακρύκανα είχαν και μεγαλύτερη ακρίβεια. Οι Οθωμανοί είχαν επίσης πιο πολλά περιστρεφόμενα μικρά πυροβόλα και τουφέκια με γάντζο, κι έτσι ο συνολικός αριθμός ατομικών πυροβόλων όπλων πρέπει να ήταν περίπου ίσος στους δύο στόλους.
Το σύνδρομο "πολύπλοκα κουμπάκια" που παρατηρήσαμε σε προηγούμενες αναρτήσεις όπως το Μήνυμα στο κινητό και φανερώνει το δέος των πρωταγωνιστών (εμμέσως και των συγγραφέων που τους δημιουργούν) απέναντι στις νέες τεχνολογίες, κάνει και εδώ την εμφάνισή του. Άρχισε να ψαχουλεύει τα καλώδια του υπολογιστή διαβάζουμε στη σ.101, ενώ στον υπολογιστή του Λέοντα αποδίδονται ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά (σ. 207): ώρες ώρες έκανε κάτι ήχους και έβγαζε κάτι μηνύματα σαν να πονούσε πραγματικά. Η χρήση των συσκευών μοιάζει να γίνεται δυνατή μόνο χάρη στη (σαμανιστικού τύπου) επέμβαση του μυημένου χρήστη που (σ. 124) συνδέει σαν μάγος τα απαραίτητα καλώδια ή ανοίγει τον υπολογιστή και πατάει  τα μαγικά κουμπιά (σ.58). Τελικά, η συνδεσμολογία των καλωδίων προάγεται σε πραγματικό άθλο (σ. 57) άρχισε να παλεύει μόνος του με πλήθος από καλώδια προσπαθώντας να συνδέσει την κάμερα, το τηλέφωνο και ποιος ξέρει τι άλλο.  
Ο Ηρακλής πριν έρθει το Wi-Fi (πηγή)
Ως προς το κομμάτι των "δύσκολων" σκηνών, να επισημάνουμε ότι δεν περιορίζονται μόνο στην περιγραφή της ναυμαχίας (σελ. 240 και μετά), αλλά βρίσκονται διασκορπισμένες σε αρκετά σημεία του βιβλίου, χωρίς ευτυχώς να γίνονται ιδιαίτερα γλαφυρές στην περιγραφή. Μέσα από αυτές, οι αναγνώστες θα διαβάσουν για βασανιστήρια της εποχής (σ.174), απαγχονισμούς (σ.219)  τη δυσωδία στις γαλέρες (σ.35) για τα όσα συνηθίζονταν την πρώτη νύχτα του γάμου επί Φραγκοκρατίας (σ. 203) αλλά και για τον φρικτό θάνατο του Μπραγκαντίνο από τους Τούρκους μετά την κατάληψη της Κύπρου (σ. 184-5).

Στην έκδοση που διαβάσαμε (Ιούνιος 2010) συναντήσαμε και αρκετά μικρο-λάθη που πιθανότατα έχουν διορθωθεί στα χρόνια που ακολούθησαν. Τέτοια έχουν να κάνουν κυρίως με ορθογραφικά, π.χ. το πατέρα (σ. 254), το κωπηλάτη (σ. 266), τους κακουχίες (σ.34), τα φόρεμα (σ.154), σπανιότερα με ονόματα π.χ. Πέτρο Τζουστινιάνοι (σ. 249), παραλήψεις π.χ. Θυμόταν ότι κάποια εφημερίδα είχε διαβάσει κάτι παρόμοιο (σ.296) αλλά και εννοιολογικά σφάλματα, όπως στη σ.269 όπου οι Ενετοί και οι Βενετοί αναφέρονται ως διαφορετικοί λαοί.
πίνακας του Granger (πηγή)
Χρήση στην τάξη
Με αφορμή το βιβλίο, μπορούμε να ταξιδέψουμε με την τάξη μας στον 16ο αιώνα, παρουσιάζοντας σημαντικούς δημιουργούς του που λαμβάνουν μέρος στην πλοκή (Ο Θερβάντες εμφανίζεται στα κεφάλαια 17, 38 και 42 ενώ ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος στα 19 και 44) και να παρέχουμε επιπλέον πληροφορίες για τη μουσική, την ενδυμασία, τον τρόπο πολέμου και τις συνθήκες στις οποίες ζούσαν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή. Για όσους επιθυμούν να παραμείνουν γύρω από το γεγονός της ναυμαχίας, θα βρουν σχετικά στοιχεία για τα συμβάντα και τους πρωταγωνιστές της στον ειδικό ιστότοπο που έχει δημιουργηθεί, εκεί όπου συναντήσαμε και ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι γνώσεων!
παιχνίδι γνώσεων σε ιστότοπο αφιερωμένο στη ναυμαχία! (πηγή)

Δραστηριότητες σχετικές με το μάθημα της Γεωγραφίας, μπορεί να περιλάβουν την παρουσίαση της γέφυρας του Ρίου - Αντιρρίου (στο βιβλίο αναφέρεται στις σελ. 40-41) στοιχεία για το Ιόνιο πέλαγος, τον Κορινθιακό κόλπο αλλά και την Κύπρο.
Χάρτης της Κύπρου από το 1568 (πηγή)
Στα εικαστικά, θα μπορούσαμε να εμπνευστούμε από τη βενετσιάνικη φιέστα στην οποία συμμετέχει ο Ανδρέας, κατασκευάζοντας αποκριάτικες μάσκες (σ. 50) σχεδιάζοντας μια βενετσιάνικη γαλέρα ή χρωματίζοντας τη σημαία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Ίσως θα είχε ενδιαφέρον να ετοιμάσουμε έναν λέοντα του Αγ. Μάρκου χρησιμοποιώντας πηλό, και στη συνέχεια να τον χρωματίσουμε για να στολίσει την τάξη.
Ισπανική πανοπλία, αλεβάρδες, αντίγραφα βενετσιάνικων γαλερών, και άλλα από την περσινή έκθεση
"ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος πριν από τον El Greco" στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο
Η μαρτυρική ζωή των κωπηλατών θα μπορούσε να μας εμπνεύσει για ένα θεατρικό παιχνίδι ρυθμού, στο οποίο μαθητές καθισμένοι σε θρανία, κινούν τα σώματά τους σαν να κρατούν κουπί. Μπορούν άραγε να συντονίσουν τις κινήσεις τους ανά κουπί και στη συνέχεια όλοι μαζί; Και αν παγώσουμε την εικόνα, ποιες μπορεί να είναι οι σκέψεις τους; Αν η δραστηριότητά μας έχει επιτυχία, μπορούμε να την επαναλάβουμε καθισμένοι στο πάτωμα της αίθουσας 2 του Εθνικού ιστορικού μουσείου, στην οποία συναντάμε πίνακες και υλικό που αναφέρεται στην ξακουστή ναυμαχία.
Ξυλογραφία φιλοτεχνημένη το 1572 από τον χαράκτη Mario Kartaro,
με πρότυπο ένα ζωγραφικό έργο του Lattantio Bonastro, μαθητή του El Greco.
Στα περιθώρια υπομνηματίζονται πλοία και κυβερνήτες των δύο αντιπάλων στόλων. (πηγή)

Share/Bookmark

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Η Δοξανιώ

Υπόθεση
Άκεσα Λήμνου, Αύγουστος του 956 μ.Χ. Ο μοναχός Αθανάσιος, έχοντας μόλις ξεφύγει από τα χέρια των Σαρακηνών πειρατών, επισκέπτεται τον φίλο του ιερέα Βασίλειο και χαρίζει στην κόρη του Δοξανιώ ένα χρυσό δαχτυλίδι. Ο άγιος διαθέτει το χάρισμα της προφητείας και αποκαλύπτει ότι το τέλος της αραβικής κυριαρχίας στην Κρήτη πλησιάζει. Επηρεασμένη από τα γεγονότα, η Δοξανιώ αποφασίζει να συμμετέχει ως ιέρεια στο τελετουργικό εξόρυξης της ιερής Λημνίας Γης στις έξι του μήνα, ενώ ο Αθανάσιος αποχαιρετά την οικογένειά της και φεύγει για τον Άθω. Τρεις μήνες μετά, ο Βυζαντινός πρωτοσπαθάριος Αλέξιος Δαφνομήλης επιστρέφει στην Κων/πολη μετά από μια αποτυχημένη εκστρατεία ανάκτησης της Κρήτης και περιγράφει στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο την πανωλεθρία του στρατού. Ο νεαρός συμβασιλέας Ρωμανός, δεν ασχολείται ιδιαίτερα με όλα αυτά, καθώς ενδιαφέρεται μόνο για τις εφήμερες διασκεδάσεις. Αποφασίζει μάλιστα να παντρευτεί μια κόρη κάπελα, την πονηρή και φιλόδοξη Θεοφανώ, που τον έχει επιτήδεια μαγέψει με τα θέλγητρά της. 

Δυο χρόνια αργότερα, Σαρακηνοί αποβιβάζονται στη Λήμνο και η Άκεσα σχεδόν ερημώνεται. Οι αιχμάλωτοι κάτοικοί της μεταφέρονται στον Χάνδακα και διαδραματίζονται τραγικές εικόνες στο σκλαβοπάζαρο της πόλης. Τυχερή μέσα στην ατυχία της, η Δοξανιώ αγοράζεται από τον ντόπιο κρυπτοχριστιανό Μανουήλ Κλαδά, που έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του τοπικού εμίρη Αβδελαζίζ Κουρουπά, δεν παύει όμως να ονειρεύεται την απελευθέρωση του νησιού από τους Αγαρηνούς. Ο Φοίβος, αρχοντόπουλο της Λήμνου και κρυφός έρωτας της Δοξανιώς, σκοτώνεται ηρωικά για να μη γίνει σκλάβος. Ο ιερέας πατέρας της πουλιέται ως εργάτης στη συντήρηση των τειχών, ενώ ο μικρός της αδελφός Θεοδόσιος καταλήγει στον στάβλο του εμίρη. 

Ένας χρόνος περνάει και νέος αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη στέφεται ο Ρωμανός, αφού ο γέρος πατέρας του πεθαίνει δηλητηριασμένος από τα χέρια της Θεοφανώς. Ο Αλέξιος Δαφνομήλης στέλνεται στην Κρήτη με αποστολή να συγκεντρώσει πληροφορίες για μια νέα εκστρατεία που προετοιμάζεται. Η Δοξανιώ του σώζει τη ζωή, κρύβοντάς τον στο σπίτι του Μανουήλ και ο νεαρός αξιωματικός την ερωτεύεται. Οι μήνες περνούν, και ένας τεράστιος στόλος φτάνει από τη Βασιλεύουσα στον Χάνδακα. Ο αποκλεισμός της πόλης αρχίζει ανηλεής και ο σκληρός χειμώνας που ακολουθεί ταλαιπωρεί πολιορκητές και πολιορκημένους. Χάρη στις πληροφορίες του Μανουήλ και άλλων γενναίων χριστιανών, ο Νικηφόρος Φωκάς αντιμετωπίζει με επιτυχία τις ενισχύσεις των Αράβων που καταφθάνουν από την Ταρσό και την Αφρική. Κατά την τελική έξοδο των Αγαρηνών, η Δοξανιώ θα υποδείξει στους Βυζαντινούς το ασθενές σημείο των τειχών της πόλης και θα δώσει το έναυσμα για τη μεγάλη επίθεση. Χάρη στην ηρωική θυσία της, η Κρήτη απελευθερώνεται στις 7 Μαρτίου του 961 και επιστρέφει στην αγκαλιά της αυτοκρατορίας, μετά από 136 χρόνια δοκιμασιών.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου
ISBN: 978-960-04-0363-3
Έτος 1ης Έκδοσης: 1990
Σελίδες: 344
Τιμή: περίπου 14 ευρώ 
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γυμνάσιο

Κριτική
Ιστορικό μυθιστόρημα επικών διαστάσεων, με κεντρικό θέμα τον θρύλο μιας νεαρής κοπέλας που θυσιάστηκε για να βοηθήσει στην άλωση του Χάνδακα από τον Νικηφόρο Φωκά. Με λογοτεχνικότητα, αλλά και γλώσσα απλή που σε ελάχιστα μόνο σημεία γίνεται απαιτητική (όπως π.χ. στη σ.125 Παραληρεί. Η υπερένταση, η αγωνία, η οργή της εκδίκησης, ο πόνος ο τραχύς που έζησε και το αίμα, όλα τούτα κρατούν την ψυχή της τεντωμένη κι άγρυπνη, κι οι αισθήσεις της, πυρπολημένες από την ξαφνική λαίλαπα, την οδηγούν σε βιώσεις οριακές, σε αποσυμβολισμούς του άδηλου και του απόκρυφου, που αιωρούνται στο βάθος του χρόνου, και συμμετέχουν μυστηριακά στο επερχόμενο) το πυκνογραμμένο βιβλίο καλεί τους έμπειρους αναγνώστες σ' ένα απολαυστικό ταξίδι στον ελληνικό μεσαίωνα. Πρόκειται για έργο ιδιαίτερα καλοδουλεμένο, στο οποίο η συγγραφέας αναπλάθει με πιστότητα την ατμόσφαιρα της εποχής, δημιουργεί ρεαλιστικούς χαρακτήρες με πολυεπίπεδες σχέσεις και μεταφέρει πληροφορίες, συναισθήματα και ποικίλα ηθικοπλαστικά μηνύματα. Τα 18 ογκώδη κεφάλαια του βιβλίου (μεγέθους 8-27 σελίδων το καθένα) χωρίζονται σε μικρότερες υποενότητες (με αντιπροσωπευτικούς τίτλους π.χ. η απόβαση) ώστε να διαβάζονται ευκολότερα, όμως η σελιδοποίηση τύπου "μπετόν" και η απουσία εικονογράφησης δεν βοηθούν προς την ίδια κατεύθυνση. Παρότι η τύχη της ηρωίδας μας είναι γνωστή ήδη από την εισαγωγή, η αφηγηματική δεινότητα της συγγραφέως καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον μας ζωντανό μέχρι το τέλος. Η κορύφωση του δράματος θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει πως -και λογοτεχνικά- περνάει σε δεύτερη μοίρα, από τη στιγμή που συνοδεύεται από κλισέ και έντονο μελοδραματισμό. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου συναντάμε βιβλιογραφία και ένα μικρό βοηθητικό γλωσσάρι, δεν υπάρχει όμως κάποιος χάρτης ή φωτογραφίες (π.χ. των τειχών του Χάνδακα), που θα μπορούσαν να εμπλουτίσουν το κείμενο. Το έργο απευθύνεται σαφέστατα στο εφηβικό κοινό λόγω όγκου, της παρουσίας του ερωτικού στοιχείου, αλλά και των αρκετών σκηνών βίας. Το προτείνουμε σε μαθητές γυμνασίου και σε μεγαλύτερους αναγνώστες, που επιθυμούν να γνωρίσουν την καθημερινότητα στη μεσαιωνική Κρήτη, αλλά και να ξαναζήσουν τη μεγάλη ιστορική σύγκρουση του χριστιανικού με τον ισλαμικό κόσμο. 

  • Καλογραμμένο
  • Συναρπαστική πλοκή
  • Ιστορικά ακριβές
  • Ωφέλιμες αξίες

  • Μεγάλος όγκος
  • Αρκετές βίαιες σκηνές
  • Απουσία εικονογράφησης, χαρτών, σχετικού παραρτήματος

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Οικογένεια, Ιστορία, Περιπέτεια, Δουλεία

Εικονογράφηση

Απόσπασμα 
Έτσι το πήρε από το γονιό του ο Μανουήλ Κλαδάς, έτσι ορκίστηκε να το διαφυλάξει, ακόμα και με τίμημα τη ζωή του. Είναι το εικόνισμα της Παναγίας, ένα παλιό κειμήλιο, φτιαγμένο από τα ίδια τα χέρια του Ευαγγελιστή Λουκά, που σώθηκε μέσα στο χρόνο. Ταξίδεψε πάνω στα κύματα των καιρών, βρέθηκε στο δικό του σπιτικό, κρυμμένο σε σεντούκια βαθιά.

Κι έχτισε ένα μικρό εκκλησάκι στην καρδιά της γης, έξω από το Χάνδακα, στα δυτικά, σε μια μαγευτική περιοχή, εκεί όπου είχε την αγροτική του έπαυλη, κι έβαλε μέσα το ακριβό τούτο εικόνισμα, να στηρίζει τη ζωή τους. Πέρα απλωνόταν η ερημική παραλία, με την πλατιά ασημένια αμμουδιά, μια γαλάζια καμπύλη, σαν κόρφος πλατύς, που από παιδί αγαπούσε ο Μανουήλ, γιατί πίστευε πως εκεί θα ‘ρθουν τα βυζαντινά πλοία που θα ελευθερώσουν την Κρήτη… Τώρα δεν ονειρεύεται πια.

Κάθεται με τη γυναίκα του την Αικατερίνη στον εξώστη της έπαυλης κι η ψυχή του είναι βαριά. Βυθισμένοι κι οι δυο στη σιωπή, κοιτάζουν μακριά τη θάλασσα και προσπαθούν να μαντέψουν τη ζωή που απλώνεται πέρα απ’ τη δική τους συμφορά, στην ξακουσμένη Βασιλεύουσα.

Από τη μέρα που οι άγριοι γιοι της Άγαρ, οι μαυριδεροί και σκληροτράχηλοι Σαρακηνοί, πάτησαν κατακτητές στο νησί, μια γλυκιά Άνοιξη του 823, όταν τίποτα δε μαρτυρούσε το αίμα και τον επί 136 ολόκληρα χρόνια αφανισμό, έγιναν οι τρομοκράτες της Μεσογείου, φονιάδες αιμόχαροι και βάνδαλοι των ιερών.

Έχτισαν ένα απόρθητο κάστρο, ένα τρισπανίσχυρο φρούριο, στον Χάνδακα, έκλεισαν μέσα τις επίλεκτες οικογένειες του Ισλάμ, και στοίβαζαν το ληστεμένο θησαυρό. Ύστερα, άρχιαν να εξισλαμίζουν τους Κρήτες χριστιανούς, να τους αφανίζουν.

Τα πρώτα χρόνια, όσοι αρνούνταν να προσηλυτιστούν στον ισλαμισμό και ν’ απαρνηθούν την πίστη τους, τους σταύρωναν στη μέση των δρόμων, τους έβγαζαν τα μάτια, τους ακρωτηρίαζαν και τους άφηναν εκεί ν’ αργοπεθαίνουν.

Ύστερα από κάποιες δεκάδες χρόνια, κι αφού πια δεν μπόρεσαν οι Κρήτες ν’ αντέξουν τα θηριώδη βασανιστήρια, αλλά και γιατί σκέφτονταν πως έπρεπε, έστω και κρυφά, να διασώσουν την πίστη τους και τη φυλή τους, εξισλαμίζονταν για να επιβιώσουν και να έχουν κάποια προνόμια, στο βάθος όμως παρέμεναν χριστιανοί. Κι από γενιά σε γενιά μετέφεραν στα παιδιά τους ένα εικόνισμα ή ένα ιερό κειμήλιο που το φύλαγαν θαμμένο σε κρύπτες μυστικές και καταγώγια.

Όσες φορές οι Σαρακηνοί ανακάλυπταν τέτοιες κρύπτες, κυρίως σε θρησκευτικές γιορτές όπου τους παρακολουθούσαν, τους αφάνιζαν όλους με τρομαχτική αγριότητα. Έσφαζαν πρώτα τα μικρά παιδιά, μπρος στα μάτια των γονιών τους, κι ύστερα αποτέλειωναν τους μεγάλους. Τους κρεμούσαν από το κεφάλι πάνω σε αγκυλωτούς σιδερένιους πείρους στις πλατείες και στους δρόμους, για να τρομοκρατηθούν οι κρυπτοχριστιανοί. Και χαίρονταν αλαζονικοί την παντοδυναμία τους, με το λευκό χιτώνα τους βουτηγμένο σχεδόν πάντα στο αίμα κάποιου αθώου…

Έτσι, ο γηγενής λαός της Κρήτης συρρικνωνόταν πονεμένος, εξασθένιζε, και μάταια περίμενε τη λύτρωση από τη μεγάλη και πανίσχυρη αυτοκρατορία.

Η αποτυχία του Γογγύλη ήταν γι’ αυτούς ένα μεγάλο χτύπημα. Διάψευσε τις ελπίδες τους άλλη μια φορά, τους βύθισε σε πένθος βαρύ.

είναι γλυκό, ήσυχο απόγευμα, και τ’ ανοιξιάτικα αρώματα που έρχονται με το θαλασσινό αγέρι, γεμίζουν την ψυχή τους καρτερία.

Μα ούτε στιγμή ο Μανουήλ Κλαδάς δε βγάζει από τη σκέψη του την πανωλεθρία του Γογγύλη. Είναι ένας ψηλός άντρας με ευγενική πονεμένη μορφή, που κρατά από παλιά αρχοντική οικογένεια της Κρήτης.

- Δεν μπορώ να το πιστέψω, δεν μπορώ…, λέει, και νιώθει το μυαλό του να πονά από τη μνήμη εκείνου του ανατριχιαστικού θεάματος.

Οι Βυζαντινοί στρατιώτες να σφάζονται παγιδεμένοι από την κυρτή μάχαιρα και τα πλοία τους να καίγονται το ένα μετά το άλλο… Όχι, δεν αντέχει ο Μανουήλ να σκέφτεται την κόλαση εκείνη… Κι η Αικατερίνη τον ακούει σιωπηλή, σαν να προσπαθεί ν’ αποδεχτεί τη σκληρή τους μοίρα.

- Κι όσοι από μας τόλμησαν να βοηθήσουν, βρήκαν φριχτό θάνατο, λέει πάλι.

Εκείνη τον κοιτάζει με τρόμο τώρα.

- Εσύ;
- Σσς…
- Ο Ράδος;
- Είναι καλά κι ο Ράδος…

Ο Μανουήλ Κλαδάς ήταν από κείνους που δε φοβήθηκαν να βοηθήσουν το Γογγύλη. Μόλις πληροφορήθηκε πως το βυζαντινό πλόιμο κατευθύνεται προς το Χάνδακα, οργάνωσε αμέσως μια μικρή ομάδα κατασκοπείας με αρχηγό τον ανεψιό του Ράδο Κωνστάντιο, ένα ψηλό παλικάρι, γεροδεμένο, με σγουρά καστανά μαλλιά και περήφανη ψυχή. Και τη νύχτα που έγινε η απόβαση, φόρεσε κι ο ίδιος το λευκό χιτώνα του Ισλάμ, έβαψε το πρόσωπό του μαυριδερό κι όρμησε ξυπόλητος με τις ορδές των απίστων. Από κει προσπάθησε να πλησιάσει το Χωνιάτη, το στρατηγό το Γογγύλη που επιχειρούσε την απόβαση. Έβλεπε πόσο λαθεμένες ήταν οι κινήσεις τους. Οι Σαρακηνοί τους περίμεναν κρυμμένοι στο σκοτάδι… Κι από τα τείχη του Χάνδακα ετοίμαζαν κιόλας τα πυρφόρα βέλη τους να πυρπολήσουν τα πλοία.

Κανείς δεν τον άκουσε. Ή δεν τον πίστεψε.

- Θα μπορούσε να είχε στείλει ανιχνευτές… Να προετοιμάσει τις κινήσεις του, λέει πάλι. Εμείς θα τον βοηθούσαμε… γιατί δεν ήρθε να μας βρει; Δεν έρχονται… Δεν ξέρουν πως εδώ υπάρχει ένας λαός που στενάζει…

Η Αικατερίνη σιωπά. Τα έχει ακούσει όλα τούτα. Και κάθε φορά, ένα ρίγος πικρό και σκοτεινό αναταράζει το είναι της. Μήνες μετά τη νίκη τους οι Σαρακηνοί, μεθυσμένοι ακόμα από το αίμα, έσφαζαν όποιον Κρητικό υποπτεύονταν πως μπορεί να είχε βοηθήσει το Γογγύλη. Κι ύστερα, με αρχηγό τον τρομερό Μωχεβήν, έψαχναν στα σπίτια τους να βρουν χριστιανικά κειμήλια και κατευθείαν τους κρεμούσαν από το κεφάλι στους αγκυλωτούς πείρους.

- Σε λίγο θα ξεκληριστούμε. Κι οι λίγοι που απομείναμε θα χαθούμε πια, η Κρήτη θα γίνει Ισλάμ.

Η φωνή του Μανουήλ είναι βαριά τώρα, γεμάτη σπαραγμό. Κι η Αικατερίνη αμίλητη. Ένας πόνος τραχύς ματώνει το σπλάχνο της.

«Αν είχα ένα παιδί…», συλλογίζεται. Ένα παιδί ήθελε η Αικατερίνη Κλαδά, να συνεχίσει την πίστη τους… Να παραδώσει στα χέρια του το ιερό εικόνισμα, μη χαθεί.

Γέρνει το πονεμένο σώμα. Και το βράδυ πέφτει στο ήσυχο τοπίο, τυλίγεται τα αρώματα της ανθισμένης κρητικής γης. Η τελευταία ανταύγεια του ήλιου χρυσίζει ως πέρα το πέλαγος, το κάνει σώμα ζωντανό και τρεμοφέγγουν μέσα του οι ελπίδες, με τα θαλασσοπούλια να πετούν ερωτευμένα τα μακρινά νερά του Βόσπορου σαν λευκές αξεδιάλυτες προφητείες…

Γέρνει το πονεμένο σώμα η Αικατερίνη, λυγίζει εκεί, ανάμεσα στα μυροβόλα βοτάνια.

- Θα ήταν τώρα δεκατεσσάρω χρονώ, λέει, και στη μνήμη της η νύχτα εκείνη η φοβερή.

Κι ο Μανουήλ την κοιτάζει και δε μιλά. Θυμάται μόνο, θυμάται κι εκείνος…

Ήταν ετοιμόγεννη όταν δέχτηκε το σαρακηνό χτύπημα στην κοιλιά. Πάσχα. Κι είχαν ανακαλύψει την κρύπτη τους. Ο ιερέας έλεγε το «Δεύτε λάβετε…» την ώρα εκείνη. Είδε τις γυμνές σπάθες να γυαλίζουν στο σκοτάδι και σωριάστηκε. Ήταν ο τελευταίος ιερέας τους…

Η Αικατερίνη με τον άντρα της Μανουήλ άργησαν να πάνε τη νύχτα εκείνη. Για μια στιγμή, φοβήθηκαν μην την πιάσουν οι πόνοι στην κρύπτη και γίνει αιτία να προδοθούν, μα πάλι ένιωσε καλύτερα σε λίγο και ξεκίνησαν. Πέρασαν το μικρό φαράγγι, που ήταν σε μια έρημη περιοχή, αρκετά μακριά από το Χάνδακα, και προχώρησαν με προφύλαξη προς την κρύπτη. Η άμαξα πήγαινε αργά, για ν’ αποφύγουν τις ταλαντεύσεις. Μαζί τους ήταν και το πεντάχρονο τότε παιδί του αδελφού της Ιωάννη Κωνστάντιου, ο Ράδος.

Καθώς όμως πλησίαζαν, ξαφνικά, μέσα στη σιωπή της νύχτας, άκουσαν τρομαχτικές κραυγές.

Βγήκαν έξω από την άμαξα γρήγορα, να δουν τι ήταν τούτος ο άγριος θρήνος, κι έμειναν έντρομοι μπρος στο αποτρόπαιο θέαμα που αντίκρισαν, καθώς η λάμψη του φεγγαριού έπεφτε πάνω στις γυμνές σπάθες.

Τύλιξε γρήγορα το κεφάλι του ο Μανουήλ με το λευκό ισλαμικό «σαρίκι» και πλησίασε έξαλλος από τη φρίκη. Είδε το αίμα να κυλά ως κάτω, παιδιά και μάνες σφαγμένες αλύπητα, παλικάρια που πάλευαν ακόμα, ο ιερέας νεκρός στην ιερή πύλη με το Ευαγγέλιο ματωμένο στα χέρια του.

Γύρισε σαν τρελός προς την άμαξα, να δώσει οδηγίες στον αμαξά ν’ αλλάξει δρόμο, και τότε βλέπει ένα Σαρακηνό να ορμά με τη μάχαιρα γυμνή προς τη γυναίκα του, που στεκόταν έντρομη και κοίταζε.

«Όχι…», ούρλιαξε ο Μανουήλ στη γλώσσα τους, «είμαι Ισλάμ…», και κράτησε το απλωμένο χέρι, μα το κακό είχε γίνει. Βόγκηξε εκείνη και έπεσε χάμω… Χτύπησε στην κοιλιά και σφάδαξε από τον πόνο.

Ο Μανουήλ γύρισε και είδε τους Σαρακηνούς. Στο φως του φεγγαριού, τα πρόσωπά τους γελούσαν.  Τους γνώρισε. Ήταν οι δυο έμπιστοι του εμίρη, ο Αβού και ο Χαλήλ, πρώτοι πάντα στις σφαγές. Και πιο κει στεκόταν, αποκαμωμένος από το φονικό, ο τρομερός Μωχεβήν, ο φόβος και ο τρόμος των κρυπτοχριστιανών.

Προχώρησε ίσια στο Μωχεβήν, του μίλησε βιαστικά στη βάρβαρη γλώσσα του. Ύστερα, τους είδε που χάνονταν κι οι τρεις μέσα στο σκοτάδι.

Άφησε το μικρό Ράδο σ’ ένα δικό τους σπίτι και αμέσως μετέφερε τη γυναίκα του στο Χάνδακα, στο γιατρό του εμίρη. Τότε, δεν ήξεραν ακόμα πως ο πατέρας του Ράδου, αδελφός της Αικατερίνης, κειτόταν νεκρός εκεί, έξω από την κρύπτη, πως η μητέρα του, η Σοφία, χτυπημένη κι αυτή, πάλευε με το θάνατο…

Η Αικατερίνη αιμορραγούσε συνέχεια, και το παιδί βγήκε νεκρό. Σώθηκε από θαύμα εκείνη, αλλά δεν έκανε παιδί πια.

- Τώρα θα ήταν δεκατεσσάρω, λέει πάλι.
Ο Μανουήλ βλέπει το πονεμένο πρόσωπο και στη σκέψη του ένα παράξενο φως. Τούτη τη στιγμή παίρνει μια απόφαση, «ναι, έτσι θα κάνω», συλλογίζεται, «πώς δεν το σκέφτηκα τόσα χρόνια…».

Αγαπούσε τη γυναίκα του ο Μανουήλ, πονούσε κι εκείνος για το βλαστάρι τους, που χάθηκε κείνη την άγρια νύχτα. Και τα χρόνια κύλησαν σε μια καρτερία αμίλητη. Μόνο τις νύχτες, όταν το σκοτάδι σκέπαζε τα πονεμένα πρόσωπα των ανθρώπων και η ζωή έμοιαζε σαν έξω από το αίμα και τον τρόμο, εκείνοι έμεναν ώρες ολόκληρες στη σιωπή, βυθισμένος ο καθένας στις δικές του σκέψεις, στις δικές του πληγές. Σ’ εκείνους τους σκληρούς καιρούς, τους χωρίς επαύριο, η ελπίδα έμοιαζε φως δυσεύρετο στην ψυχή τους.

- Μόνο ένα θαύμα μπορεί να μας σώσει… ένα θαύμα! Λέει εκείνη και τα δάκρυα τρέχουν από τα μάτια της. Πόσο θα κρατήσουμε ακόμα; Σε λίγες γενιές, το Ισλάμ θα μας αφανίσει όλους. Οι Κρήτες δε θα ξέρουν πια το δικό τους πρόσωπο…
Η πολιορκία του Χάνδακα από τον Νικηφόρο Φωκά.
Εικόνα από το χειρόγραφο του Ιωάννου Σκυλίτζη που φυλλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας
Σχόλια
Όπως στα ιστορικά μυθιστορήματα του παλιού καιρού (π.χ. Για την Πατρίδα) έτσι κι εδώ, ο μεγάλος σκοπός παρουσιάζεται να βρίσκεται πάνω από το "εγώ" και να υπαγορεύει την πορεία των ηρώων. Συναντάμε έτσι φράσεις εμποτισμένες με πατριωτικό πνεύμα, όπως (σ.184) Ξέρει πως η ζωή του κινδυνεύει στην κάθε στιγμή, μα αυτό είναι χωρίς σημασία. Μόνο η Κρήτη να ελευθερωθεί, η Κρήτη... Το μεγάλο όνειρο! (σ.243-4) Δεν έχει άλλη αξία η ζωή μου! (...) Δεν έχω να φοβηθώ τίποτα, η εφήμερη ζωή μου είναι ασήμαντη μπρος στους αιώνες όπου θα παραδώσουμε την Κρήτη ελεύθερη κι αναγεννημένη. (σ.258) Πρώτα η Κρήτη κι ύστερα η δική μας ζωή. Αλλά και (σ.201) Το νόημα της ζωής είναι η θυσία, η προσφορά για την αλλαγή, που μας προετοιμάζει για το παιχνίδι της Δοξανιώς με τον Θάνατο.
Οι αιχμάλωτοι - Λεπτομέρεια από το χειρόγραφο του Ιωάννου Σκυλίτζη
που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας
Οι βίαιες εικόνες βρίσκονται διάσπαρτες στο κείμενο, ενώ ιδιαίτερα σκληρές είναι εκείνες που συνοδεύουν τη σκηνή του σκλαβοπάζαρου (κεφάλαιο 6), τα βασανιστήρια των νεαρών δούλων και βέβαια τις αιματηρές συμπλοκές μεταξύ Σαρακηνών και Βυζαντινών (σελίδες 28, 49, 78, 81, 87, 93, 95, 250, 281, 324). Η πένα της έμπειρης συγγραφέως, αποτυπώνει με γλαφυρότητα τα συναισθήματα των σκλαβωμένων, τις ραδιουργίες στο βυζαντινό παλάτι, αλλά και τη σκληρότητα των Αγαρηνών, δίνοντας στον αναγνώστη πλούσια ερεθίσματα για προβληματισμό.

Η παγίδα της μονομέρειας, ωστόσο, μάλλον δεν αποφεύγεται. Οι Σαρακηνοί, παρότι στη σ.306 παινεύονται για την εξυπνάδα τους στην τέχνη του πολέμου, συνοδεύονται σε όλο το έργο από πολύ βαρείς χαρακτηρισμούς. Παρουσιάζονται ως αιμόχαροι φονιάδες, άφταστοι στα θέματα φρίκης (σ.268), σκύλοι (σ.250), που γλεντούν να βασανίζουν τους χριστιανούς (σ.164-168) και να απαξιώνουν τη ζωή (σ.159, 188). Μοναδική εξαίρεση η όμορφη Άγαρ (σ.338) που δείχνει ανθρωπιά και σώζει τον μικρό Θεοδόσιο από τις σαδιστικές ορέξεις των νεαρών Σαρακηνών. Χαρακτηριστική η φράση (σ.95) Οι Σαρακηνοί γελούν. Κι από το αφρισμένο στόμα τους πετιέται το αίμα των αθώων. Τα πρόσωπά τους, τα χέρια τους, τα μαλλιά τους, ολόκληροι είναι βουτηγμένοι στο αίμα των αθώων...

Αντίθετα, οι Βυζαντινοί ακόμα και όταν σφάζουν τους αντιπάλους τους, το κάνουν με ενθουσιασμό (σ.320) Και κραυγές χαράς ακούστηκαν από μύρια στόματα, αλαλαγμοί, κι όλοι όρμησαν σαν τη θύελλα αμείλικτοι, να σφάξουν και να λεηλατήσουν (...) Ζητωκραυγάζουν οι στρατιώτες, λεηλατούν και σφάζουν με ξέφρενο ενθουσιασμό, κουβαλούν λάφυρα χρυσά, θησαυρούς στον καταυλισμό, τραγουδούν, μεθούν από τη σφαγή, από την οσμή του αίματος και το χρυσάφι. Ο στρατηγός τους Νικηφόρος Φωκάς, παρουσιάζεται άλλοτε αιμοχαρής, όταν π.χ. ζητάει τα κεφάλια των εχθρών (σ.281) θα τα καρφώσω σε πασσάλους και θα τα στήσω έξω από τα τείχη τους και άλλοτε συγκρατημένος (σ.325) Δε θέλω άλλο αίμα!, κάτι που ίσως αντανακλά τον τρόπο που μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στον πόλεμο και την ασκητική (σ.275) τη μέρα μάχεται και πολεμά σαν θεριό και το βράδυ μοιάζει λυπημένος και μόνος, άσχετος από τη βουή και τη ματαιότητα των εγκοσμίων, διαβάζουμε. 


Στο τέλος του βιβλίου, οι βίαιες εικόνες που ακολουθούν την άλωση του Χάνδακα από τους Βυζαντινούς, δίνουν ένα σαφές αντιπολεμικό μήνυμα, το οποίο όμως ίσως έρχεται λίγο καθυστερημένα και χωρίς άλλη υποστήριξη, για να ισορροπήσει τα όσα έχουν προηγηθεί. Ο Θεοδόσιος βλέποντας τη σφαγή του άμαχου πληθυσμού (σ.324) πονά κι ανατριχιάζει, τούτη η κτηνωδία δεν είναι ανθρώπινη. Αναγνωρίζει βέβαια πως οι Αγαρηνοί έπρεπε να τιμωρηθούν, όμως δεν έφταιγαν τα παιδιά, δεν έφταιγε η Άγαρ... 
Στις 29 Ιουλίου του 904 ο στόλος των Σαρακηνών φτάνει στη Θεσσαλονίκη και η λεηλασία αρχίζει...
Εικόνα από το χειρόγραφο του Ιωάννου Σκυλίτζη που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας
Στην ιστορία συναντάμε αρκετά ζευγάρια αντιθέσεων, που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές οπτικές και αξίες. Κρητικοί - Σαρακηνοί, Νικηφόρος Φωκάς - Ρωμανός Β', Φοίβος - Αλέξιος, Βυζάντιο - Χάνδακας... Το πιο χαρακτηριστικό από αυτά, είναι ίσως εκείνο της Δοξανιώς με την Αναστασώ-Θεοφανώ. Η νεαρή Λημνιά χαρακτηρίζεται ως γενναία ψυχή (σ.158) γεμάτη άσπιλη λευκότητα (σ.170), που από τις πράξεις της γίνεται σαφές ότι είναι έτοιμη να θυσιάσει και τη ζωή της ακόμα για το καλό των συμπατριωτών της. Αντίθετα, η ερωμένη του Ρωμανού Β' και μετέπειτα αυτοκράτειρα, διαγράφεται ως μια αδίστακτη Λάκαινα (σ.146) με καρδιά φιδιού (σ.135) που δεν διστάζει μπροστά στις προσωπικές της φιλοδοξίες να δηλητηριάσει τον αυτοκράτορα και αργότερα τον ίδιο τον σύζυγό της. Ο Αλέξιος που γνωρίζει και τις δύο ως προσωπικότητες, αναφέρει (σ.210) συγκρίνοντάς τες: ήταν όμορφη κι εκείνη, όμροφη. Μα πόσο διαφορετική... Λουσμένη στα αρώματα. Ψεύτικη. Φιλόδοξη και ποταπή. Δεν αγάπησε ποτέ τον Ρωμανό. Τον θρόνο ονειρεύτηκε μόνο. Και τώρα ποιος ξέρει τι ραδιουργίες ετοιμάζει... Η φόνισσα.
Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ' άρρωστος στο κρεβάτι, πίνει το φάρμακο που του δίνει ο γιος του Ρωμανός Β'.
Εικόνα από το χειρόγραφο του Ιωάννου Σκυλίτζη που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας
Η τελετή εξόρυξης της «Λημνίας γης» που περιγράφεται στο βιβλίο, έχει φυσικά τις ρίζες της στην αρχαιότητα. Τότε διαβάζουμε ότι λάμβανε χώρα κάθε άνοιξη (6 Μαΐου) προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος (με τη μορφή της οποίας σφραγίζονταν τα δισκία), ενώ από τα βυζαντινά χρόνια και μετά, οι χριστιανοί την πραγματοποιούσαν κάθε καλοκαίρι (6 Αυγούστου), συνδέοντάς την με τη γιορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Η τελευταία γνωστή αναφορά εξόρυξης είναι το 1916, ωστόσο το έθιμο είχε ήδη παρηκμάσει. Η Λημνία γη θεωρούταν ότι είχε ιαματικές ιδιότητες και οι άνθρωποι τη χρησιμοποιούσαν ενάντια στον πυρετό, τη δυσεντερία, τη δυσπεψία, τη διάρροια, αλλά και κάθε είδους δηλητηριάσεις. Περισσότερα για την ιστορία της και τα χημικά της συστατικά μπορείτε να διαβάσετε εδώ ή στο βιβλίο του Σπυρ. Παξιμαδά Λημνία Γη.
Ο λόφος Μόσυχλον, πάνω στον οποίο (σύμφωνα με τη μυθολογία) προσγειώθηκε ο θεός Ήφαιστος.
Εκεί γινόταν για αιώνες η τελετή εξόρυξης της «θαυματουργής» Λημνίας γης. (πηγή)
Χρήση στην τάξη
Όπως και Στον ίσκιο του Δικέφαλου που διαβάσαμε τον Σεπτέμβριο, έτσι και εδώ, γίνονται φανερές οι δοκιμασίες που περνούσε ο νησιωτικός (και όχι μόνο) ελληνισμός, όσο καιρό οι Σαρακηνοί παρέμεναν στην Κρήτη. Μπορούμε με αφόρμηση συγκεκριμένες φράσεις από το κείμενο (βλ. απόσπασμα) να καλέσουμε τους μαθητές μας να γράψουν ένα γράμμα που να απευθύνεται προς τις βυζαντινές αρχές, απαριθμώντας τα βάσανα τα οποία υφίστανται και εκλιπαρώντας για άμεση στρατιωτική βοήθεια. Πώς άραγε θα πρέπει να προσφωνήσουμε τον Νικηφόρο Φωκά, τον Χλωμό Θάνατο των Σαρακηνών (Pallida Mors Saracenorum) όπως τον αποκαλούσαν οι Δυτικοευρωπαίοι, και τι επιχειρήματα θα χρησιμοποιήσουμε, ώστε να ανταποκριθεί στο κάλεσμά μας;

Πιο κοινωνικές, θεατρικού τύπου δραστηριότητες, θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν αναπαράσταση του εθιμοτυπικού στέψης ή κηδείας ενός αυτοκράτορα, που περιγράφεται αναλυτικά στη σ. 140, ή το τελετουργικό εξόρυξης της Λημνίας Γης, για το οποίο μαθαίνουμε στην σελίδα 43. 
Ο πατριάρχης Πολύευκτος (που στο Άννα και Θεοφανώ βαφτίζει την βασίλισσα των Ρώσων
Όλγα και εδώ -σ.75- παντρεύει τον Ρωμανό Β' με τη Θεοφανώ) στέφει τον Βασίλειο Β'. 
Λεπτομέρεια από το χειρόγραφο του Ιωάννου Σκυλίτζη που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας
Να αναφέρουμε κλείνοντας, ότι στο βιβλίο θίγεται σε αρκετά σημεία η σχέση της παλαιάς δωδεκαθεϊστικής θρησκείας με τη νέα, κάτι που θα μπορούσαμε να συζητήσουμε στο μάθημα των Θρησκευτικών. Κάποια αποσπάσματα μιλούν για την συνέχεια των δύο, έπειτα για τη σύγκρουσή τους και τελικά για την ένωσή τους μέσα στην σύγχρονη παράδοση και τους ανθρώπους. Διαβάζουμε συγκεκριμένα (σ.18) Ήταν ένα κράμα από αρχαιολατρικές δοξασίες και χριστιανισμό. Τώρα αναρωτιέται, πόσο οι άνθρωποι προσπαθούν, ακόμα και σήμερα, το 956, να κρατήσουν μέσα τους το παλιό τελετουργικό στοιχείο. Και το μετακινούν ολοένα, το σμίγουν με τη νέα τους θρησκεία. Ή αργότερα (σ.26) Οι κάτοικοι, χρόνια τώρα, ζούσαν εξοικειωμένοι μ' όλα τούτα. Όσο κι αν είχαν αποδεχτεί το χριστιανισμό, τα είδωλα εκείνα, η μαγεία που ασκούσαν στις ψυχές τους οι ιερές τελετές, επηρέαζαν τη ζωή τους. Κι ένα κομμάτι από τον εαυτό τους ήταν σκοτεινά δεμένο με τις μνήμες εκείνες, που κείτονταν πάνω στη γη τους σαν σκόρπια λείψανα. (σ.40) Στο βάθος του δρόμου διακρίνεται το Ιερό του Ηφαίστου και ο καλλιμάρμαρος ναός της Λημνίας Θεάς. Η πόλη κοιμάται ακόμα, μα τα μνημεία αγρυπνούν. Φοβούνται, θαρρείς, τη μοναξιά του χρόνου. Φοβούνται την εγκατάλειψη. Ήταν τότε, εκείνη ακριβώς την εποχή, που οι άνθρωποι άρχισαν να εγκαταλείπουν σιγά σιγά την Ηφαιστία. Έφευγαν μαζί με τα σπίτια τους, σχημάτιζαν μια νέα εστία ζωής γύρω από τον Κότζινο. Δεν μπορούσαν πια να ζήσουν ανάμεσα σ' όλα εκείνα τα ειδωλολατρικά μνημεία, είχαν ανάγκη από κάποια απόσταση εξωτερική, για να μπορέσουν να καλύψουν και το μέσα χάσμα. Σιγά σιγά, λοιπόν, σέρνονταν μαζί με τις πέτρες των σπιτιών τους, να βρουν καινούρια αναπνοή, καινούριο ορίζοντα, για να μπορέσουν να αποδεχτούν το νέο λατρευτικό τους Θεό. Και τελικά καταλήγει (σ.228) Χάθηκαν και μαζί υπάρχουν, τίποτα δε χάνεται, τα φέρνουμε όλα απάνω μας, δεν είναι τυχαίο που η κόρη είχε τούτη την ευγένεια της σκέψης, τούτη τη γενναία ψυχή, κι ο Φοίβος, εκείνος ο περήφανος αετός, δεν είναι τυχαίο, όχι...
Μόλις πέρυσι απαγορεύτηκε η θυσία στολισμένου ταύρου και αρνιών που γινόταν
κάθε παραμονή της Κυριακής των Μυροφόρων στον Μανταμάδο της Λέσβου (πηγή)

Share/Bookmark