Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Η καμηλοπάρδαλη που αγαπούσε τα καπέλα

Υπόθεση
Μια μικρή, ξεροκέφαλη καμηλοπάρδαλη, βλέπει για πρώτη φορά καπέλο σε μια σελίδα περιοδικού που βρέθηκε στη ζούγκλα. Της αρέσει τόσο, που παρά τις προειδοποιήσεις του βασιλιά - λιονταριού, αποφασίζει να πάει στην πόλη, για να ψωνίσει και κείνη ένα. Αναζητώντας κάποιον άνθρωπο που θα της δείξει τον δρόμο, περπατάει ως το ξέφωτο του δάσους, όπου συναντά ένα τζιπ με κυνηγούς! Εκείνοι τη φορτώνουν σ' ένα αεροπλάνο και το επόμενο βράδυ ξυπνάει στον ζωολογικό κήπο μιας μεγάλης πόλης, δίπλα στο κλουβί με τον ελέφαντα. Γρήγορα βαριέται την αιχμαλωσία, αποδρά από τον κήπο και βγαίνει στους δρόμους της πόλης. Ο κόσμος που τη βλέπει πανικοβάλλεται, όμως εκείνη συνεχίζει τη βόλτα της στα καταστήματα, γυρεύοντας το τέλειο καπέλο!

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μαρία Παπαγιάννη
Εικονογράφηση: Θανάσης Δήμου
ISBN: 978-960-16-3069-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2012
Σελίδες: 40
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β'

Κριτική
Χαριτωμένο διήγημα 3.500 περίπου λέξεων για μαθητές που αγαπούν τα ζώα και έχουν κατακτήσει τον μηχανισμό της ανάγνωσης. Με απλή γραφή, χιούμορ και διάχυτη ανεμελιά, η συγγραφέας μιας περιγράφει την τρελή περιπέτεια μιας μικρής καμηλοπάρδαλης που κάνει του κεφαλιού της, αδιαφορώντας για τους κινδύνους που παραμονεύουν. Τελικά, όχι μόνο δεν τιμωρείται για τις επιλογές της, αλλά μας αποδεικνύει και πως "ο επιμένων νικά και ο ζητών ευρίσκει". Χωρισμός σε κεφάλαια δεν υπάρχει, όμως το στήσιμο με το κείμενο αντικριστά στις ολοσέλιδες ζωγραφιές βοηθάει στο να παρουσιάσουμε το βιβλίο και σε μικρότερα παιδιά. Ο εικονογράφος ακολουθεί το πνεύμα του κειμένου, πλαισιώνοντάς το με χαρούμενες, πολύχρωμες ζωγραφιές. Εμείς το προτείνουμε σε μαθητές των πρώτων τάξεων του Δημοτικού αλλά και σε μεγαλύτερους, που αναζητούν ένα ελαφρύ ανάγνωσμα.


  • Απλή γλώσσα
  • Χιούμορ
 
  • Μηνύματα που μπορεί να παρεξηγηθούν

Αξίες - Θέματα
Ζωοφιλία, Χιούμορ, Περιβάλλον

Εικονογράφηση
Με καθαρές γραμμές και γελοιογραφικό σκίτσο, οι πολύχρωμες ζωγραφιές σε κάθε δεύτερη σελίδα, δίνουν χρώμα στο βιβλίο και συμβάλλουν στην ξεκούραστη ανάγνωση.

Απόσπασμα
Ζούσε μια φορά κι έναν καιρό, σε μια ζούγκλα στα βάθη της Αφρικής, μια καμηλοπάρδαλη. Σε αυτές τις ζούγκλες ο χάρτης μπερδεύεται. Έτσι, και να με ρωτήσετε δεν μπορώ να σας πω σε ποια χώρα ακριβώς βρίσκεται αυτή η ζούγκλα. Αυτό όμως δεν έχει σημασία. Αν βλέπατε από μακριά αυτή την καμηλοπάρδαλη, θα σας φαινόταν ίδια με τις υπόλοιπες.

Ήταν ψηλή, με ωραίο πορτοκαλί χρώμα και στρογγυλές βούλες. Έβοσκε ήσυχη το χορτάρι και τα φύλλα των δέντρων. Οι γονείς της ήταν περήφανοι για τη μικρή τους και την παρακολουθούσαν να μεγαλώνει. Ήταν σίγουροι ότι θα γινόταν μια καθωσπρέπει καμηλοπάρδαλη και σε μερικά χρόνια θα έκανε τη δική της οικογένεια.

Η μαμά της όμως ανησυχούσε.
- Αυτό το παιδί, έλεγε στις φίλες της, έχει φοβερό πείσμα. Άμα της μπει μια ιδέα στο κεφάλι, δεν αλλάζει γνώμη με τίποτα.

- Μην ανησυχείς, της έλεγαν εκείνες, όλα τα παιδιά είναι πεισματάρικα. Στο τέλος όμως κάνουν αυτό που πρέπει.

Μια μέρα η μικρή Καμηλοπάρδαλη μάσησε κάτι σκληρό και άνοστο, που την έκανε να αηδιάσει και να το φτύσει αμέσως.

Έφαγε μερικά ακόμα φύλλα και μετά έριξε μια ματιά στο παράξενο πράγμα που κατά λάθος είχε βάλει στο στόμα της.

"Αυτό δεν είναι φύλλο" σκέφτηκε και το ίσιωσε με τη μουσούδα της. Είχε παράξενα σχέδια και πολύ όμορφα χρώματα. Φύλλο όμως δεν ήταν. Ήταν πολύ άνοστο.Ούτε ήξερε κανένα δέντρο που να κάνει τέτοια φύλλα. Έπρεπε να ρωτήσει τη μαμά της.

- Μαμάαα... φώναξε με όλη της τη δύναμη.

- Το παιδί μου! Φώναξε και η μαμά της κι άρχισε να τρέχει προς το μέρος της.

Το ίδιο έκαναν και τα άλλα ζώα, που φοβήθηκαν ότι κάτι πολύ κακό συνέβη.

- Τι έπαθες, παιδί μου; Ρώτησε η μαμά Καμηλοπάρδαλη μόλις έφτασε κοντά της.

- Είσαι καλά; Ρώτησαν και τα άλλα ζώα.

- Φυσικά, είπε η μικρή Καμηλοπάρδαλη, που δεν κατάλαβε γιατί τρόμαξαν τόσο.

- Βρήκα αυτό το φύλλο, μάλλον κόντεψα να φάω αυτό το φύλλο, που όμως δεν είναι φύλλο κανενός δέντρου. Το ξέρω γιατί έχω δοκιμάσει όλα τα φύλλα της ζούγκλας και ποτέ δεν έφαγα κάτι τόσο άνοστο. Όμως έχει πολύ ωραία χρώματα και είναι λεπτό και ίσιο, όπως κάθε άλλο φύλλο. Τι είναι λοιπόν;

Η μαμά Καμηλοπάρδαλη το μύρισε δυο φορές.

- Πρώτη φορά βλέπω τέτοιο πράγμα, είπε. Καλά θα κάνεις να το αφήσεις εκεί που βρίσκεται, μπορεί να είναι επικίνδυνο.

- Θα το πάρω μαζί μου, είπε η μικρή Καμηλοπάρδαλη και το σήκωσε με τη μουσούδα της.

- Άσ' το εκεί που είναι και έλα σπίτι, είπε η μαμά. Ακούς;

Όμως η μικρή δεν άκουγε. Σκεφτόταν πώς μπορούσε να μάθει περισσότερα για το παράξενο φύλλο.

- Ακούς; Ξαναείπε η μαμά.

- Εντάξει, έρχομαι, απάντησε η μικρή Καμηλοπάρδαλη κι έκρυψε το φύλλο ανάμεσα στα αυτιά της.

Είχε κιόλας σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει.

Στην Αφρική ο ήλιος το πρωί βγαίνει κατακόκκινος σαν ώριμη ντομάτα. Αυτό, βέβαια, το ξέρουν πολύ λίγοι, αφού εκεί δε φυτρώνουν ντοματιές. Έτσι, κανένας δεν σκέφτεται να κάνει σαλάτα όταν ξημερώνει.

Η μικρή Καμηλοπάρδαλη  είχε ανοίξει τα μάτια της πολύ πριν ξημερώσει και βγήκε από το σπίτι της όταν ανέβηκε ψηλά ο ήλιος. Η μαμά της την καλημέρισε νομίζοντας πως πάει να βοσκήσει. Εκείνη όμως τράβηξε κατευθείαν για το κέντρο της ζούγκλας. Ήξερε τον δρόμο, γιατί μια φορά είχε πάει εκεί με τον μπαμπά της.

Στο κέντρο της ζούγκλας είχε τη φωλιά του ο μεγαλοπρεπής άρχοντας της ζούγκλας, το Λιοντάρι. Η μικρή Καμηλοπάρδαλη στάθηκε απ' έξω και χτύπησε την πόρτα.

- Έχεις ραντεβού; τη ρώτησε ένα κουνάβι αφού την κοίταξε από τα πόδια μέχρι τον λαιμό.

- Όχι, έχω να δείξω κάτι στο Λιοντάρι. Το ραντεβού τι είναι; Άλλο δέντρο;

- Μικρή μου, είχε τελείως άσχετη. Πρώτη φορά έρχεσαι στο κέντρο;

- Δεύτερη. Έχω έρθει άλλη μία με τον μπαμπά μου.

- Και δεν ξέρεις, λοιπόν, ότι ο άρχοντας της ζούγκλας δέχεται μόνο με ραντεβού;

- Άκου να δεις, αν ήξερα τι δέντρο είναι αυτό το ραντεβού, θα το είχα φέρει μαζί μου. Τώρα δεν το έχω. Λοιπόν, θα μου ανοίξεις την πόρτα;

- Τι θέλει η μικρή Καμηλοπάρδαλη και ήρθε τόσο πρωί στη μεγαλοπρεπή φωλιά μου; Φώναξε το Λιοντάρι.

Η Καμηλοπάρδαλη του έδειξε αμέσως το φύλλο.

- Τι είναι αυτό; Ρώτησε.

Το Λιοντάρι κοίταξε το φύλλο με την άκρη του ματιού του και ξαφνικά έχασε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Έμοιαζε τώρα περισσότερο με μια παχουλή φοβισμένη γάτα.

- Πού το βρήκες; Ρώτησε.

- Εκεί που έτρωγα. Όμως δεν είναι φύλλο.

- Φύλλο είναι, είπε το Λιοντάρι, που άρχισε να τρέμει σαν φύλλο.

- Δεν καταλαβαίνω, είπε η Καμηλοπάρδαλη και κοίταξε το Λιοντάρι από πάνω ως κάτω.

- Πώς να σ' το εξηγήσω, είπε το Λιοντάρι και χαμήλωσε τη φωνή του, είναι φύλλο περιοδικού.

- Δεν ξέρω κανένα δέντρο που να το λένε έτσι, ψιθύρισε θυμωμένη η Καμηλοπάρδαλη, και έχω δοκιμάσει όλα τα φύλλα της ζούγκλας.

- Το περιοδικό δεν είναι δέντρο.

- Τότε;

- Άκου, είπε τότε σοβαρά το Λιοντάρι, τα περιοδικά είναι πράγματα των ανθρώπων. Δεν ξέρω σε τι τους χρησιμεύουν και δε μ' ενδιαφέρει. Εκείνο που ξέρω είναι ότι όπου υπάρχουν πράγματα των ανθρώπων υπάρχουν και άνθρωποι. Οι άνθρωποι είναι πολύ επικίνδυνα πλάσματα. Έρχονται καμιά φορά εδώ, πιάνουν τα ζώα, τα βάζουν σε κλουβιά και στην καλύτερη περίπτωση τα πηγαίνουν στις πόλεις και τα κλείνουν στους ζωολογικούς κήπους. Επειδή είσαι μικρή, δε θέλω να σου πω τι άλλο κάνουν. Πάντως, κανένα ζώο από αυτά που έχουν πιάσει δε γύρισε ποτέ πίσω.
Σχόλιο 
Ένας κάποιος προβληματισμός που μπορεί να ανακύψει από την ανάγνωση της, χαρούμενης, κατά τ' άλλα,  ιστορίας, είναι μήπως η στάση της ξεροκέφαλης καμηλοπάρδαλης που επιμένει στο δικό της, αδιαφορεί για τις προειδοποιήσεις και νουθεσίες των μεγαλυτέρων, μπλέκεται εν αγνοία της σε ένα σωρό κινδύνους και τελικά καταφέρνει να κάνει πραγματικότητα το όνειρό της, εμπνεύσει και τους μικρούς αναγνώστες να συμπεριφερθούν ανάλογα. Ίσως μια μικρή συζήτηση με τους μαθητές μας γύρω από το θέμα τούτο, να είχε νόημα, ώστε να μην δημιουργηθούν παρεξηγήσεις.
οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι όντως μοιάζει λίγο ξεροκέφαλη! (πηγή)

Η καμηλοπάρδαλη της ιστορίας είναι λαλίστατη! Όχι μόνο επικοινωνεί με τα υπόλοιπα ζώα της ζούγκλας -όπως πολύ συχνά συμβαίνει στα παραμύθια-, αλλά μπορεί να μιλάει και τη γλώσσα των ανθρώπων, οι οποίοι, αντιμετωπίζοντας την κατάσταση πιο ρεαλιστικά, τρομοκρατούνται και τρέχουν να γλιτώσουν! Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα; Μπορούν οι καμηλοπαρδάλεις να παράγουν ήχους ή μένουν σε όλη τους τη ζωή βουβές, όπως πολλοί πιστεύουν; Σύμφωνα με αυτό το άρθρο, οι καμηλοπαρδάλεις επικοινωνούν μεταξύ τους με υπόηχους, που το ανθρώπινο αυτί είναι αδύνατο να συλλάβει. Σε πιο σπάνιες περιπτώσεις, έχει καταγραφεί να παράγουν έναν ήχο σαν βήχα (όταν π.χ. το αρσενικό θέλει να τραβήξει την προσοχή του θηλυκού) ή συριγμούς, όταν θέλουν να προειδοποιήσουν τους συντρόφους τους για επερχόμενο κίνδυνο. Επίσης να αναφέρουμε ότι οι μαμάδες καμηλοπαρδάλεις είναι πολύ προστατευτικές προς τα παιδιά τους, όπως συμβαίνει και με την καμηλοπάρδαλη της ιστορίας.
Καμηλοπαρδάλεις με τουπέ (πηγή)
Χρήση στην τάξη
Παρακάτω βλέπουμε μια εικόνα από το νησάκι Beckholmen (ένα από τα 14 συνολικά νησιά που φιλοξενούν την πρωτεύουσα της Σουηδίας), μέσα στο λιμάνι της Στοκχόλμης. Πρόκειται για δύο παλιούς γερανούς που έχουν "μεταμφιεστεί" σε καμηλοπαρδάλεις και πλέον αποτελούν αξιοθέατα του παλιού ναυπηγείου της πόλης. Υπάρχουν άραγε αντικείμενα και επιφάνειες στο σχολείο μας που θα μπορούσαν να ξαναγεννηθούν με αντίστοιχο τρόπο; Πριν πάρουμε πινέλο και αρχίσουμε να βάφουμε με βούλες τις μπασκέτες στην αυλή, καλό είναι να συμβουλευτούμε τον διευθυντή μας!
Γερανοί καμουφλαρισμένοι σε καμηλοπαρδάλεις, στο κέντρο της Στοκχόλμης (πηγή)
Στην τάξη, εκτός από το να παρουσιάσουμε το ζώο αυτό, να το περιγράψουμε και να μάθουμε περισσότερα για τη διατροφή και τις συνήθειές του, μπορούμε να δοκιμάσουμε και να το σχεδιάσουμε ή να το χρωματίσουμε. Καλή διασκέδαση!

Share/Bookmark

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Στον ίσκιο του Δικέφαλου

Υπόθεση
Η Κύπρος στα 1041 μ.Χ. μαστίζεται από τρίχρονη ανομβρία και ο λαός της έχει αρχίσει να εξαντλείται. Ο αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη μοιάζει αδιάφορος, αφού σύμφωνα με τις φήμες δεν έχει απαντήσει στις εκκλήσεις για βοήθεια. Ο έπαρχος του νησιού Θεόφιλος Ερωτικός, εκμεταλλεύεται την περίσταση για να προχωρήσει σε αποστασία. Αν ανεξαρτητοποιηθεί από τον θρόνο, θα μπορεί να κρατάει τους φόρους για τα γλέντια που οργανώνει, αντί να τους αποδίδει στα αυτοκρατορικά ταμεία. Πολλοί Κύπριοι ανησυχούν ότι αν κοπεί ο δεσμός με την βασιλεύουσα, θα μείνουν απροστάτευτοι ενάντια στους Σαρακηνούς πειρατές. Ο γέρος ηγούμενος της μονής του Αγ. Βαρνάβα αποφασίζει να στείλει μήνυμα στον Πατριάρχη για να τον ενημερώσει για τις εξελίξεις και να ζητήσει τη βοήθειά του. Τον δύσκολο ρόλο του αγγελιαφόρου αναλαμβάνει ο 14χρονος ανιψιός του Χριστοφής, που θα βρει τρόπο να περάσει στα Άδανα και από εκεί να ακολουθήσει τον επικίνδυνο δρόμο προς την Πόλη. Θα καταφέρει άραγε να ξεφύγει από τους κουρσάρους που παραμονεύουν και να σώσει την πατρίδα του από την πείνα;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Καλλιόπη Σφαέλλου
Εικονογράφηση: Βασίλης Μουζακίτης
ISBN: 960-274-004-3
Έτος 1ης Έκδοσης: 1991
Σελίδες: 174
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ'

Κριτική
Ιστορική περιπέτεια που μας ταξιδεύει στην μεσαιωνική Κύπρο των χρόνων του Θεόφιλου Ερωτικού. Με απλή γλώσσα, κλασικό ύφος γραφής και σαφήνεια στην έκφραση, η έμπειρη συγγραφέας καταφέρνει να μας μεταφέρει το κλίμα της εποχής και να διαμορφώσει μια πλοκή ήπιων τόνων αλλά ταυτόχρονα συναρπαστική, που κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη ζωντανό μέχρι τις τελευταίες σελίδες. Η ιστορία είναι χωρισμένη σε 19 σύντομα κεφάλαια με έκταση που κυμαίνεται μεταξύ 5-9 σελίδων - εξαίρεση αποτελεί το εισαγωγικό, που φτάνει τις δεκαέξι. Η έκδοση δεν περιλαμβάνει δυστυχώς κάποιον χάρτη ή άλλο υλικό που θα μπορούσε να βοηθήσει στον προσανατολισμό μας ή στην καλύτερη κατανόηση των όσων συμβαίνουν, ενώ και η αραιή ασπρόμαυρη εικονογράφηση, παρότι εντός κλίματος και ιστορικά ακριβής (τουλάχιστον στην απόδοση των ενδυμασιών), δύσκολα θα συγκινήσει τους σύγχρονους μαθητές. Οι αντιξοότητες που αντιμετωπίζει ο ήρωας ισορροπούν ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη σύμβαση, διαμορφώνοντας ένα μείγμα που τελικά κερδίζει τις εντυπώσεις. Προτείνουμε το βιβλίο ανεπιφύλακτα σε παιδιά των μεγάλων τάξεων του Δημοτικού και τους λάτρεις της περιπέτειας.

  • Πληροφορίες για τη μεσαιωνική Κύπρο
  • Ενδιαφέρουσα πλοκή


  • Απουσία χαρτών και υλικού

Αξίες - Θέματα
Εκπαίδευση, ιστορία, περιπέτεια, ταξίδια, δουλεία, οικογένεια

Εικονογράφηση
Οι εννέα ολοσέλιδες ασπρόμαυρες εικόνες που μοιράζονται στα 19 κεφάλαια, μαζί με τα μικρά σκίτσα στο ξεκίνημα και το κλείσιμο κάποιων από αυτά, είναι ιστορικά ακριβή και στο πνεύμα του βιβλίου, έχουν όμως ρόλο μάλλον διακοσμητικό και δύσκολα θα τραβήξουν το ενδιαφέρον των σύγχρονων αναγνωστών. Ταυτόχρονα, η ξιφομαχία που παρουσιάζεται στο εξώφυλλο, μπορεί να δημιουργήσει εσφαλμένες προσδοκίες, καθώς δεν συναντάται πουθενά μέσα στην ιστορία.

Απόσπασμα
Ο ήλιος σπιθοβολούσε καυτερός, μόλο που ο Απρίλης ήταν στην αρχή του ακόμα. Ξερή η γη, θεόγυμνη. Μαραζωμένα τα δέντρα, Κι οι θάμνοι λιποθυμισμένοι. Πολύ φυσικά όλ’ αυτά αφού ολόκληρο το χειμώνα δυο τρεις φορές μονάχα είχε ανάλαφρα ραντίσει ο ουρανός το διψασμένο χώμα. Τρίτη χρονιά τώρα τα σύννεφα δεν καταδέχονταν να ποτίσουν τη γόνιμη, καρπερή γη της Κύπρου. Πώς να καρπίσουν τα σπαρτά; Πώς ν’ ανθοβολήσουνε τα δέντρα; Πώς ν’ αναδώσει η γη χορτάρι για να βοσκήσουν τα κοπάδια; Ψοφούσαν απ’ τη δίψα τα ζωντανά, κι όσα ζούσαν διψασμένα, πώς να κατεβάσουν γάλα; Ακόμα κι οι πηγές στερεύανε η μία μετά την άλλη κι απόμενε στεγνό το χώμα, στεγνά τα χείλη των ανθρώπων.

- Τι θα γίνουμε; Έλεγαν χτυπώντας τα παλάμες τη μια με την άλλη οι ξωμάχοι.

Κι η φράση αυτή, η απελπισμένη, γυρνούσε από στόμα σε στόμα σαν σύνθημα πένθους κι ανημποριάς.

Σ’ αυτό το κατάξερο τοπίο όπου ο ήλιος, ανήλεος τοξότης, πυρωμένα τόξευε βέλη, προχωρούσαν οι δυο φίλοι, ο Χριστοφής κι ο Θεόδουλος, δεκατετράχρονα παιδιά. Κρατώντας κάτω από τη μασχάλη τούς κυλίνδρους και τα είδη γραφικής, πηγαίνανε στο πανάρχαιο μοναστήρι του Αγίου Βαρνάβα. Το είχε χτίσει ο αυτοκράτορας Ζήνωνας πάνω στον τάφο του Αποστόλου κι ιδρυτή της Εκκλησίας της Κύπρου, δυο ώρες ποδαρόδρομο έξω από την Αμμόχωστο. Κι εκεί τραβούσαν τώρα τα δυο παιδιά για να σπουδάσουν τα ιερά γράμματα όπως γινόταν τα χρόνια εκείνα σ’ όλα τα μοναστήρια.

Ο ηγούμενος της μονής, ο Νικόμαχος, ήταν θείος του Χριστοφή κι έτσι οι γονιοί του προτιμούσαν, αν και κάπως μακριά από το χωριό τους, να στέλνουν εκεί το γιο τους.

Τα δυο παιδιά χάζευαν γύρω τους. Ξάφνου αντίκρισαν μια σκηνή, που τα ανάγκασε να κρατήσουν το βήμα. Από μια φωλιά στη διχάλα ενός δέντρου, δυο πουλάκια αφτέρουγα ακόμα, πρόβαλαν. Έσκυβαν και ξεφώνιζαν μ’ όλη τους τη δύναμη ζητώντας, φαίνεται, τροφή. Ξάφνου το ένα, καθώς έσκυβε από την άκρη της φωλιάς, έχασε την ισορροπία του και έπεσε. Οι φτερούγες του, αδύναμες ακόμα, με φτερά μικρούλικα κι ασχημάτιστα, δε δύνονταν να το κρατήσουν στον αέρα. Το πουλάκι έπεσε στη γη και μισανοίγοντας τις φτερούγες αγωνιζόταν ν’ ανασηκωθεί. Μάταια όμως. Πηδήματα μονάχα κατάφερνε, φτερουγίζοντας, να κάνει. Η μάνα του, ακούοντας τα τσιουρίσματά του, έτρεξε ανήσυχη κι άρχισε να γυροφέρνει πάνωθέ του. Αλλά τι τάχα μπορούσε να κάνει; Πώς θα το σήκωνε από χάμω;

Την ίδια στιγμή τα πρινάρια παραμέρισαν και μια αλεπού ξεπρόβαλε κι άρπαξε το απρόσεχτο, πεινασμένο πουλάκι, που’ χε πέσει από τη φωλιά.

- Είδες; Έκανε ο Θεόδουλος τραβώντας το φίλο του από το μανίκι.

- Ναι, ξεθάρρεψε πολύ… Δε ζύγιασε καλά τις δυνάμεις του και…

- Και βρέθηκε στης αλεπούς το στόμα, συμπλήρωσε ο άλλος.

Το επεισόδιο έκανε εντύπωση στα παιδιά. Αναρωτιόνταν αν το πουλί έπεσε από απροσεξία ή αν άστοχα θαρρεύτηκε πως μπορούσε να πετάξει και βρέθηκε μονάχο κι απροστάτευτο έξω από τη φωλιά.

- Ό, τι κι αν έγινε, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο, παρατήρησε στοχαστικά ο Χριστοφής.

- Ναι, ήταν μικρό κι αφτέρουγο ακόμα, ξανάπε ο Θεόδουλος.

Τάχυναν το βήμα. Χαζεύοντας μέσα στο δάσος είχαν αργήσει. Σε λίγο θ’ άρχιζε το μάθημα κι ο παπα-Πολύκαρπος με τη βέργα στο χέρι δε χωράτευε. Σ’ όλα τα σχολεία τότε, είτε εκκλησιαστικά ήταν είτε ιδιωτικά, οι τιμωρίες έπεφταν βροχή και τα παιδιά, τα σκολιαρούδια, τραγουδούσαν:

Άρξον χειρ μου αγαθή
Γράψον γράμματα καλά
Μη δαρθής και παιδευθής
Και στον φάλαγγα βαλθής

Άρχισε καλό μου χέρι
Γράψε γράμματα όμορφα
Μη στο φάλαγγα σε βάλουν
Και βασανιστείς σκληρά

Όταν πια έφτασαν μπροστά στο μοναστήρι, είδαν πως μπροστά στην αίθουσα του διδακτηρίου ο παπα-Πολύκαρπος είχε μεγάλη συζήτηση με τον ηγούμενο. Μαζί τους βρίσκονταν δυο άλλοι καλόγεροι, οι δυο ικανότεροι καλλιγράφοι του μοναστηριού, ο Εύδοξος κι ο Ισαάκιος. Εκείνοι έφτιαναν από τα’ αρχαία χειρόγραφα τα πιο καλά αντίγραφα, καθαρογραμμένα και χωρίς το παραμικρό λάθος.

Ο Νικόμαχος όταν είδε τον ανιψιό του, του ‘γνεψε να πλησιάσει.

- Ευλόγησον, πάτερ, έκανε ο Χριστοφής, φοβισμένος, νομίζοντας πως θα τον μάλωνε.

Μα ο ηγούμενος δεν είχε διάθεση για παρατηρήσεις.

- Γιατί αργήσατε; Ρώτησε.

Ο τόνος του ήταν βαριεστημένος, σαν να μην έδινε σημασία στην αργοπορία των δύο παιδιών, αλλά την ανέφερε μονάχα από καθήκον, για να μην αφήσει να περάσει χωρίς παρατήρηση παρόμοια παρατυπία.

- Ήρθαμε μεσ’ απ’ το δάσος και αποξεχαστήκαμε κοιτώντας πώς μια αλεπού άρπαξε ένα πουλί.

Ο ηγούμενος μόρφασε δύσπιστα.

- Τι είν’ αυτά που λέτε; Αλεπού άρπαξε πουλί; Και τι έγιναν τα φτερά του;

- Ήταν μικρό… αφτέρουγο ακόμα. Έσκυβε περιμένοντα τη μάνα του να το ταΐσει. Μα γλίστρησε… έπεσε απ’ τη φωλιά και… ενώ αγωνιζόταν να φτερουγίσει, η αλεπού ρίχτηκε και…

- Να ό, τι έλεγα πριν λίγο, φώναξε ο Εύδοξος, ο νεότερος από τους καλλιγράφους. Ήταν θεόσταλτο μήνυμα το περιστατικό αυτό.

Ο μεσόκοπος σύντροφός του, ο Ισαάκιος, γκριζομάλλης, γκριζογένης, τον κοίταξε μ’ απορία.

- Θεόσταλτο; Τι θες να πεις;

- Το πουλί που βρέθηκε έξω από τη φωλιά είναι το νησί μας κι αλίμονο αν προβάλει από ολοτρόγυρα κάποια αλεπού, όπως δα έγινε κι άλλες φορές ως τώρα.

Ο γκριζομάλλης καλλιγράφος σήκωσε τους ώμους περιφρονητικά.

- Αντί να χαζεύετε τα πουλιά, δεν είδατε τίποτε άλλο ασυνήθιστο σε τόσο δρόμο; Ξαναρώτησε ο ηγούμενος.

Τα παιδιά αλληλοκοιτάχτηκαν με απορία.

- Όχι… Δεν είδαμε και δε συναντήσαμε κανένα… εκτός… εκτός… Α! ναι, εκτός από δύο καβαλάρηδες, που τραβούσαν κατά το χωριό.

- Τι είδους καβαλάρηδες;

Τα παιδιά ξανακοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

- Σαν στρατιωτικοί φαίνονταν… μα δεν είχαν όπλα… Μονάχα ο ένας κρατούσε κάποιο φλάμπουρο.

- Τι φλάμπουρο; Τι είχε ζωγραφισμένο; Ρώτησε ζωηρά ο ηγούμενος.

- Ήταν διπλωμένο και δεν είδαμε, είπαν μ’ ένα στόμα τα δύο αγόρια.

Αμίλητοι οι καλόγεροι κοίταζαν ο ένας τον άλλο σαν να περίμεναν έτσι να μάθουν ποιοι ήταν και τι γύρευαν στο μέρος τους οι άγνωστοι στρατιωτικοί.

Ξάφνου ο Χριστοφής φάνηκε πως θυμήθηκε κάποια λεπτομέρεια.

- Εκείνος με το διπλωμένο φλάμπουρο είχε βούκινο κρεμασμένο με «λωρίο» από το λαιμό του, είπε.

- Σίγουρα πήγαιναν να διαλαλήσουν το διάταγμα του επάρχου Θεόφιλου Ερωτικού, ξεστόμισε ο Εύδοξος, ο νεαρός καλλιγράφος.


Με μια ματιά ο ηγούμενος τον έκανε να σωπάσει. 
Η μονή του Απ. Βαρνάβα σήμερα (πηγή)
Σχόλια
Το περιστατικό από το οποίο εμπνεύστηκε η συγγραφέας την ιστορία, είναι πραγματικό και όπως μας πληροφορεί η ίδια στον πρόλογο του βιβλίου, το διηγείται ο χρονογράφος Γεώργιος Κεδρηνός στον 35o τόμο του Corpus Historiae Byzantii στη σελ. 549. Το έτος 1042, μετά την αποπομπή (τύφλωση, κτλ.) του Μιχαήλ Ε' Καλαφάτη από τον θρόνο της Βασιλεύουσας (στον οποίο έμεινε μόλις 4 μήνες) ο έπαρχος της Κύπρου βρήκε την ευκαιρία να στασιάσει. Ο Κωνσταντίνος Θ' Μονομάχος, μόλις η αυτοκράτειρα Ζωή τον κάλεσε στην εξουσία, έστειλε εναντίον του Θεόφιλου Ερωτικού τον στόλαρχο Κωνσταντίνο Χαγέ, που αποκατέστησε εύκολα την τάξη στη Μεγαλόνησο. Ο αποστάτης συνελήφθη και διαπομπεύθηκε φορώντας γυναικεία ρούχα στον Ιππόδρομο της Πόλης, ενώ η περιουσία του δημεύθηκε. Μέσω του Google Books project μπορούμε να διαβάσουμε εδώ (σελ. 549) ή εδώ (σ. 429) την ιστορία όπως μας παραδίδεται από την πηγή. 
Η συζήτηση των δύο μαθητών στο απόσπασμα, αλλά και το χαστούκι (σ.62) που δίνει ο κυρ-Λεόντιος στον Χριστοφή, μας θυμίζουν τα όσα έχουμε αναφέρει για την εκπαίδευση αλλά και την κακοποίηση των παιδιών στο Βυζάντιο σε προηγούμενη ανάρτηση (Η φωτιά που δεν σβήνει). Σε εκείνο το έργο, ο μικρός Κάλλης δέχεται ξυλιές στα χέρια από τον γραμματιστή του καθαρά για "εκπαιδευτικούς λόγους", όμως εδώ η ενέργεια του νονού φανερώνει την έγνοια του για τον νεαρό βαφτισιμιό και τον σεβασμό που περιμένει από εκείνον στα πλαίσια της βυζαντινής οικογένειας. Σε άλλα αποσπάσματα προβάλλονται αξίες όπως η πίστη προς τον Θεό (π.χ. 62, 64), ενώ αντίστοιχα, η δυνατή αγάπη της μάνας για τον γιο γίνεται φανερή από έναν διάλογο στη σ.47:
- Ας φύγω λοιπόν αύριο.
Στ' άκουσμα αυτό τα μάτια της μάνας βούρκωσαν λες και μόνο τη στιγμή εκείνη καταλάβαινε πως θα στερηθεί καμπόσο το βλαστάρι της. 
- Αύριο... Όχι... έκανε πνιχτά ζητώντας να κερδίσει καιρό. Όχι αύριο. Θέλω να σου ζυμώσω λίγα κρασάτα παξιμάδια.
Κωνσταντίνος Θ' Μονομάχος και Αυγούστα Ζωή από ψηφιδωτό στην Αγία Σοφία της Κων/πολης
Να αναφέρουμε εδώ, ότι παρότι στο βιβλίο τα Άδανα (ο πρώτος σταθμός στο ταξίδι του Χριστοφή) αναφέρονται ως παραθαλάσσια πόλη, στην πραγματικότητα βρίσκονται περίπου 50 χλμ. μακριά από τη θάλασσα. Έτσι, φράσεις όπως (σ.53) Ήτανε δειλινό σαν έφτασε στα Άδανα η ψαροπούλα του Λεόντιου ή (σ.57) άρχισε να τριγυρίζει στα μαγαζιά της παράλιας πολιτείας (...) συλλογισμένος γύρισε το βραδάκι στην ψαροπούλα του νονού του μπορεί να θεωρηθούν γεωγραφικά ακριβείς, μόνο αν το εμπορικό καραβάκι του Λεόντιου ήταν αρκετά μικρό, ώστε να πλεύσει τον ποταμό Σάρο (Seyhan) για να φτάσει στην πόλη από τη Μεσόγειο.
Μέσω Google Maps παρατηρούμε ότι τόσο από το λιμάνι της Μεγαρσού (Karataş)
όσο και από εκείνο της Μερσίνης (Mersin), τα Άδανα απέχουν περίπου 50 χιλιόμετρα.
Στις λίγες περιπτώσεις που απαιτείται επεξήγηση όρων, (π.χ. κόχυλας, τουρμάρχης, χιλάνδιο, αφεντάκης, κολοκούι), τη βρίσκουμε στο κάτω μέρος της αντίστοιχης σελίδας, ενώ η μοναδική σκηνή όπου χρησιμοποιείται η κυπριακή διάλεκτος σε ολόκληρη φράση, είναι όταν ο ήρωας συναντάει ένα βοσκόπουλο (σ.149):
- Α! Θα 'ναι γρήγορο πολύ το ζωντανό σου. Εμείς, όταν πηγαίνομε με τον κύρην μου για να πουλήσουμεν τυρίν, ξεκινάμεν με τον άππαρον τα χαράματα και φτάνομεν στο ηλιόγερμα.
Άππαρος (από το ίππος), το άλογο στα Κυπριακά (πηγή)
Χρήση στην τάξη
Στην τάξη μπορούμε να αξιοποιήσουμε το βιβλίο στα πλαίσια του μαθήματος της Ιστορίας, κάνοντας λόγο για τα όσα υπέφεραν οι Κύπριοι και οι άλλοι νησιώτες από τους Σαρακηνούς (αναφορές στις σ. 27, 31) πριν τις εκστρατείες του Νικηφόρου Φωκά, και δημιουργώντας πορτρέτα χαρακτήρων όπως ο Κωνσταντίνος Μονομάχος (με τη βοήθεια του διαδικτύου), ή ο Κωνσταντίνος Χαγέ και ο Θεόφιλος Ερωτικός (με στοιχεία από το κείμενο).

Αν προτιμάτε τη χειροτεχνία, μπορείτε εύκολα να κατασκευάσετε μια κάρτα που ανοίγοντας ξεδιπλώνει ένα βυζαντινό κάστρο, ακολουθώντας τις οδηγίες σε αυτή τη σελίδα και κατεβάζοντας το έτοιμο μικρό κάστρο από εδώ.
κάρτα που ανοίγει σε κάστρο, έτοιμο για βάψιμο (πηγή)
Στο μάθημα της Γλώσσας, μπορούμε να καλέσουμε τους μαθητές να μπουν στον ρόλο του ηγουμένου Νικομάχου και να ετοιμάσουν ένα γράμμα προς τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, στο οποίο θα εξηγούν την κατάσταση που επικρατεί στο νησί. Ποια δομή και τι ύφος γραφής πρέπει να χρησιμοποιήσουν; Τι επιχειρήματα πρέπει να περιλάβουν στο κείμενό τους ώστε ο Δεσπότης να πεισθεί για τη σοβαρότητα της κατάστασης και να αποστείλει στρατεύματα;

Κατά την ευέλικτη ζώνη, το μήνυμα αυτό μπορεί να μεταφερθεί με καλάμια και μαύρο μελάνι σε κιτρινισμένο χαρτί που να θυμίζει πάπυρο. Η ιδανική γραφή σε σχέση με την εποχή θα ήταν η μικρογράμματη μαργαριτόπλεκτη (perlschrift - τα γράμματα μπλέκονται μεταξύ τους με τρόπο ώστε να θυμίζουν μαργαριτάρια σε περιδέραιο) όμως οι μαθητές είναι πιθανόν να δυσκολευτούν να την αποδώσουν, οπότε ίσως καλύτερα να επιχειρήσουμε να γράψουμε στην λίγο παλαιότερη μεγαλογράμματη. Αν θέλουμε να δώσουμε στη δραστηριότητα χαρακτήρα παιχνιδιού, μπορούμε να χωρίσουμε τους μαθητές σε δύο ομάδες, που αναβιώνοντας την ίντριγκα ανάμεσα στους καλλιγράφους Ισαάκιο και Εύδοξο (ο οποίος για τρία κεφάλαια αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο) θα διαγωνιστούν για το ποια θα ολοκληρώσει την αντιγραφή του μηνύματος ταχύτερα και καθαρότερα!
Παιχνίδια με θέμα το Βυζάντιο μπορούν να παίξουν και όσες
Ε' τάξεις επισκεφθούν το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Share/Bookmark

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Ένα κουκούτσι στο στρατό του Μεγαλέξανδρου


Υπόθεση
Μέρος Α': Στη Θήβα του 335 π.Χ. ένας έμπορος παπουτσιών διαδίδει την παραπλανητική είδηση ότι ο βασιλιάς Αλέξανδρος σκοτώθηκε από τους Γέτες. Τα χαρμόσυνα για τους ντόπιους νέα τον βοηθούν να ξεπουλήσει την πραμάτεια του, παρασύρουν όμως τους Θηβαίους σε επανάσταση που οι Μακεδόνες πνίγουν στο αίμα. Ο 15χρονος Φιλόλαος αφού βλέπει την οικογένειά του να σφάζεται μπροστά στα μάτια του, το σκάει από την ξεθεμελιωμένη πόλη. Λίγο αργότερα πέφτει στα χέρια δουλεμπόρων, που τον πουλούν σ' έναν πλοίαρχο εμπορικού. Κοντά σε αυτόν, ο Φιλόλαος θα μάθει τη ναυσιπλοΐα και θα ανδρωθεί, ελπίζοντας μια μέρα να εκδικηθεί τους Μακεδόνες για τα δεινά που προκάλεσαν στον ίδιο και την πατρίδα του.

Μέρος Β': Το καλοκαίρι του 332 π.Χ. η Τύρος πέφτει μετά από πολιορκία στα χέρια του Αλεξάνδρου. Μέσα στο λιμάνι της βρίσκεται και ο Φιλόλαος, που προσλαμβάνεται από τους Μακεδόνες μαζί με το πλοίο του. Ακολουθεί τον στόλο στην Αίγυπτο, όπου γνωρίζει και ερωτεύεται την όμορφη Ελάφ. Μετά την επιστροφή του στην Τύρο, ζητά και καταφέρνει να μεταταχθεί στο πεζικό με σκοπό να πάρει την εκδίκησή του. Οι συγκυρίες ωστόσο, τον οδηγούν στο νοσοκομείο εκστρατείας του μακεδονικού στρατού, απ' όπου ενημερώνεται για την εξέλιξη της μάχης στα Γαυγάμηλα. Μετά τη νίκη, γνωρίζει τον Αλέξανδρο που έρχεται να επισκεφθεί τους τραυματίες και εντυπωσιάζεται από την προσωπικότητά του. Τα όσα θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες στην Βαβυλώνα και την Περσέπολη, θα τον βοηθήσουν να καταλάβει ότι για την καταστροφή της Θήβας ευθύνεται όχι ο νεαρός βασιλιάς, αλλά ο ανθρώπινος εγωισμός. Η εκδίκηση που ονειρευόταν έχει πια χάσει το νόημά της. Ο Φιλόλαος επιστρέφει στη συνέχεια στην Αίγυπτο, όπου μάταια αναζητά την κοπέλα που αγάπησε. Απαρηγόρητος, συνεχίζει τα ναυτικά ταξίδια για χρόνια, μέχρι που παντρεύεται μια φίλη από τα παλιά και μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου εγκαθίσταται στη Θήβα. Συμβάλλει με ευεργεσίες στην ανοικοδόμησή της και δημιουργεί εκεί μια μεγάλη οικογένεια.

Μέρος Γ': 28 χρόνια αργότερα, οι έφοροι της Θήβας ανακαλύπτουν το παρελθόν του στον μακεδονικό στρατό και τη φιλία του με τον Αλέξανδρο. Τον κατηγορούν για προδοσία και η απολογία του δεν τους πείθει. Καταδικάζεται έτσι σε εξορία και καταφεύγει στην Αίγυπτο, όπου θα ξαναβρεί τον εαυτό του και την αγαπημένη του Ελάφ, με την οποία θα περάσει τα τελευταία 30 χρόνια ζωής που του απομένουν.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Παντελής Σταματελόπουλος, Μαρία Ηλιοπούλου
Εικονογράφηση εξωφύλλου: Αλεξάνδρα Ποτηριάδου
ISBN: 978-960-04-1702-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2001
Σελίδες: 263
Τιμή: περίπου 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Βιογραφικό μυθιστόρημα ιστορικής μυθοπλασίας που μας ταξιδεύει στα χρόνια του Αλεξάνδρου. Σε πρώτο επίπεδο μας διηγείται την Οδύσσεια ενός Θηβαίου φυγά, που η πορεία της ζωής του διασταυρώθηκε στα κρίσιμα σημεία της με εκείνη του μεγάλου Μακεδόνα ηγέτη. Σε δεύτερο μας μιλάει για τη φιλοσοφία του ανθρωπισμού και της ανοχής στο διαφορετικό. Στην αρχή και το κλείσιμο των κεφαλαίων, συναντάμε συχνά γραφή πληροφοριακή και περιεκτική, που μοιάζει ν' απευθύνεται σε ενηλίκους. Το κυρίως μέρος της αφήγησης είναι ωστόσο βατό και η γλώσσα ρέει χωρίς προβλήματα. Τόσο η ίδια η ιστορία όσο και η οπτική από την οποία την παρακολουθούμε, παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, αρκετές σκηνές που θυμίζουν κινηματογραφική ταινία το συντηρούν, ενώ κατά καιρούς συναντάμε και μικρές εκπλήξεις, όπως π.χ. μια σύντομη περίληψη από το υπόλοιπο της ζωής των χαρακτήρων που δεν θα ξανασυναντήσουμε στο τέλος κάποιων κεφαλαίων. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρία άνισα μέρη (με 6, 18 και 3 κεφάλαια αντίστοιχα) με το δεύτερο μέρος του να είναι και το εκτενέστερο, μιας και περιλαμβάνει την εκστρατεία στην Περσία. Οι αρκετές δύσκολες σκηνές που συναντάμε (δολοφονίες, σφαγές, κακοποιήσεις, περιγραφές, κ.ά. σε περίπου 10 σημεία) η παρουσία του ερωτικού στοιχείου, η περίπλοκη σύνταξη, η απουσία εικονογράφησης αλλά και η ίδια η έκταση του κειμένου, το κατατάσσουν χωρίς αμφιβολία στην κατηγορία του εφηβικού μυθιστορήματος. Εμείς το προτείνουμε σε μαθητές γυμνασίου αλλά και μεγαλύτερους αναγνώστες, που ενδιαφέρονται για μια εναλλακτική θεώρηση των γεγονότων γύρω από την κατάρρευση της Περσικής Αυτοκρατορίας.

  • Ενδιαφέρουσα πλοκή
  • Πολλά στοιχεία για την καθημερινότητα της εποχής
  • Εμποτισμένο με τη φιλοσοφία του παγκόσμιου ανθρωπισμού

  • Αρκετές "δύσκολες" σκηνές
  • Απουσία εικονογράφησης, χαρτών, σχετικού παραρτήματος

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Οικογένεια, Ιστορία, Περιπέτεια, Δουλεία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν ο Φιλόλαος προσκυνώντας το μαυσωλείο του Αλεξάνδρου στην Αίγυπτο, νιώθει να ξαναβρίσκει τις δυνάμεις του.

Εικονογράφηση

Απόσπασμα 
Άνθρωποι από όλα τα μήκη και πλάτη του ελληνιστικού κόσμου συνέρρεαν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, για να προσκυνήσουν το σώμα του ιερού νεκρού. Παλαίμαχοι στρατιώτες φρουρούσαν τον τάφο του Αλέξανδρου, με την ίδια πίστη και αφοσίωση που είχαν επιδείξει και στα νιάτα τους, όταν ο βασιλιάς κυρίευε τον κόσμο. Στις αριστοκρατικές γειτονιές, στη δεξιά πλευρά του ανατολικού λιμανιού, κοντά στο παλάτι του Πτολεμαίου, είχε ανεγερθεί ο τάφος του Αλέξανδρου.

Η Αλεξάνδρεια ομόρφαινε και μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Κατοικήθηκε η νήσος Φάρος και σιγά σιγά τα σπίτια άρχισαν να φυτρώνουν σαν μανιτάρια στις ακτές της Αιγύπτου, απέναντι από το νησί κόσμημα της πόλης.

Η πόλη προεκτεινόταν δεξιά κι αριστερά στην αφρικανική γη με βάση το ιπποδάμειο σύστημα δόμησης. Μεγάλες λεωφόροι διέσχιζαν τη νέα πόλη, που στο απόγειο της δόξας της έφτασε να αριθμεί ένα εκατομμύριο κατοίκους, τέσσερις χιλιάδες  παλάτια, τετρακόσια θέατρα, δύο βιβλιοθήκες και έναν πραγματικό φάρο στη νήσο Φάρο, σύμβολο της υπεροχής της.

Η Αλεξάνδρεια έδινε τα φώτα της στον κόσμο. Πηγή της ενέργειάς της ήταν το σώμα του Αλέξανδρου που κρατούσε στοργικά στην αγκαλιά της.

Τον τάφο του τελευταίου θεού προσκυνούσαν καθημερινά Έλληνες, Αιγύπτιοι και αναρίθμητοι άλλοι ξένοι, με την ελπίδα να αποκτήσουν κι αυτοί λίγη από τη χάρη του Αλέξανδρου.

Τριάντα χρόνια  είχαν περάσει από το θάνατο του ιδρυτή της πόλης, όταν στο ανατολικό λιμάνι της Αλεξάνδρειας έφτασε με φορτηγό πλοίο από την Αθήνα ο Φιλόλαος. ήταν μεσήλικας, μα η στενοχώρια και η θλίψη τον έκανε να φαίνεται πολύ μεγαλύτερος.

Η κίνηση στο μεγάλο λιμάνι του έφτιαξε κάπως τη διάθεση. Εκεί που άλλοτε ήταν βάλτοι και ερημιές, τώρα αντίκριζε χαρά θεού.

«Τι άλλο από θαύμα θα μπορούσε να είναι η λάμψη τούτης εδώ της πόλης!» συλλογίστηκε.

Κίνησε να βρει πανδοχείο για να μείνει. Στον Φάρο ήταν όλα κατειλημμένα. Μπήκε, λοιπόν, μέσα στην τεράστια πόλη και τελικά κατέλυσε στο ξενοδοχείο «Αρκαδία», κοντά στο ναό του Ερμή. Άφησε τα πράγματά του στο όμορφο δωμάτιο του ξενοδοχείου και έτρεξε να προσκυνήσει κι αυτός το μεγάλο θεό της πόλης.

Ο επιβλητικότερος ναός ήταν ο τάφος του Αλέξανδρου. Δε δυσκολεύτηκε να τον βρει ούτε χρειάστηκε να ρωτήσει κανέναν. Έξω από το μαυσωλείο στάθηκε κι αυτός στην ουρά που είχε σχηματιστεί. άνθρωποι όλων των ηλικιών, των φύλων και των φυλών περίμεναν υπομονετικά να έρθει η σειρά τους για να προσκυνήσουν.

Μπαίνοντας στη μεγάλη αίθουσα του τάφου, τον κατέλαβε δέος. Τέσσερις γέροι στρατιώτες φρουρούσαν το βασιλιά στον ύπνο του. Γύρω από το ανοιχτό χρυσό φέρετρο έκαιγε το λιβάνι. Οι μεθυστικοί καπνοί τύλιξαν τον Φιλόλαο σαν ζεστός μανδύας.

Αντικρίζοντας το ταριχευμένο πρόσωπο του Αλέξανδρου έκλαψε από συγκίνηση. Έκλαψε βουβά, όπως κάθε άλλος προσκυνητής. Λες και δεν ήθελε να ξυπνήσει το βασιλιά. Ο Αλέξανδρος, όμορφος και νέος, έμοιαζε μέσα στον τάφο του σαν να κοιμάται, μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. Ένα χαμόγελο που ο καθένας από τους προσκυνητές εισέπραττε σαν ευλογία.

«Σ’ ευχαριστώ, Αλέξανδρε, για όλα όσα μου χάρισες. Τις εμπειρίες, τα πλούτη, ακόμα και τις πίκρες. Πήρες στα χέρια σου ένα ταπεινό παιδί της Θήβας και το δίδαξες να μπορεί να ζει με το κεφάλι ψηλά. Να ταυτίσει το ωραίο με το καλό και το αγαθό και να κάνει πατρίδα του τον κόσμο. Σ’ ευχαριστώ, θεέ μου, που πήρες τη μικρή ζωή μου και την έκανες μεγάλη…»

Από τη δυνατή συγκίνηση σκόρπισαν οι σκέψεις του Φιλόλαου. ίσως ο Αλέξανδρος να μην ήθελε να ακούσει άλλες ευχαριστίες, ίσως να τον πίεσε να διακόψει την προσευχή ο επόμενος προσκυνητής, που ήθελε κι αυτός να μείνει λίγο μόνος με τον βασιλιά. Χωρίς να το καταλάβει, με δακρυσμένα μάτια, κίνησε να βγει από το μαυσωλείο. Σε μια από τις τεράστιες κολόνες του ναού, δίπλα σε ένα άγαλμα του Αλέξανδρου που τον αναπαρίστανε γυμνό, σε φυσικό μέγεθος, ήταν γραμμένος ο όρκος που είχε δώσει ο μεγάλος στρατηλάτης ένα χρόνο πριν πεθάνει, σε γαμήλιες τελετές κοντά στα Σούσα, μπροστά σε εννέα χιλιάδες αξιωματούχους και προύχοντες από κάθε φυλή: Έλληνες, Πέρσες, Μήδους, Ινδούς, Αιγύπτιους, Φοίνικες και άλλους.

Διάβασε ο Φιλόλαος:

Σας εύχομαι, τώρα που τελειώνουν οι πόλεμοι, να είστε ευτυχισμένοι ζώντας ειρηνικά. Όλοι οι θνητοί από εδώ και πέρα να ζήσουν σαν ένας λαός, μονοιασμένοι, για την κοινή προκοπή. Να έχετε την οικουμένη για πατρίδα σας, με νόμους κοινούς, όπου θα κυβερνούν οι άριστοι, ανεξάρτητα από φυλή. Δε χωρίζω τους ανθρώπους, όπως κάνουν οι στενόμυαλοι, σε Έλληνες και βάρβαρους. Δε με ενδιαφέρει η καταγωγή των πολιτών ούτε η φυλή στην οποία ανήκουν. Τους διακρίνω με μοναδικό κριτήριο την αρετή. Για μένα κάθε καλός ξένος είναι Έλληνας και κάθε κακός Έλληνας είναι χειρότερος από βάρβαρο.

Αν ποτέ σας παρουσιαστούν διαφορές, μην καταφύγετε στα όπλα, προσπαθήστε να τις λύσετε ειρηνικά. Στην ανάγκη θα σταθώ διαιτητής σας. Το θεό δεν πρέπει να τον θεωρείτε αυταρχικό κυβερνήτη, αλλά κοινό πατέρα όλων, ώστε η ζωή σας να μοιάζει με τη ζωή που κάνουν τα αδέρφια μέσα στην οικογένεια.

Από τη μεριά μου, όλους σας θεωρώ ίσους, λευκούς και μαύρους. Και θα ήθελα να μην αισθάνεστε απλώς σαν υπήκοοι της κοινοπολιτείας μου, αλλά να νιώθετε όλοι μέτοχοι και συνεταίροι. Όσο περνά από το χέρι μου, θα προσπαθήσω να γίνουν πραγματικότητα αυτά που υπόσχομαι. Αυτό τον όρκο που δώσαμε απόψε με σπονδές κρατήστε τον σαν σύμβολο αγάπης.

- Κι εγώ, Αλέξανδρε, προσυπογράφω τον όρκο σου, και θα τον κρατώ σαν απόδειξη της πίστης μου σ’ εσένα, ψιθύρισε ο Φιλόλαος καθώς φιλούσε το άγαλμα.

Δακρυσμένος ύστερα βγήκε από το μαυσωλείο.

Η πίστη του στη ζωή είχε ανανεωθεί. Αισθάνθηκε τα πόδια του να πατούν και πάλι στέρεα στο έδαφος. Με ενισχυμένη τη βεβαιότητα πως ο δρόμος που είχε ακολουθήσει στη ζωή του και οι επιλογές που είχε κάνει ήταν οι καλύτερες δυνατές, κατηφόρισε προς το λιμάνι. Ένιωθε ελεύθερος, πολίτης του κόσμου, λυτρωμένος από προαιώνια βάρη και κατάρες. Τώρα πια ήταν βέβαιος ότι η κλίμακα του πόνου δεν είχε άλλα σκαλοπάτια για να κατέβει.
«...στη δεξιά πλευρά του ανατολικού λιμανιού, κοντά στο παλάτι του Πτολεμαίου, είχε ανεγερθεί ο τάφος του Αλέξανδρου»
Χάρτης της Αλεξάνδρειας μεταξύ 1ου αι. π.Χ. και 1ου αι. μ.Χ (πηγή)

Σχόλια
Κάτι το οποίο αξίζει να επισημάνουμε, είναι ότι ο όρκος του Αλεξάνδρου που διαβάζουμε στο πιο πάνω απόσπασμα, δεν είναι ούτε όρκος, ούτε του Αλεξάνδρου. Παρότι μεταφέρει ένα πολύ όμορφο μήνυμα οικουμενικής συναδέλφωσης, αποτελεί προϊόν σύγχρονης λογοτεχνικής δημιουργίας. Συγκεκριμένα, προέρχεται από το έργο "Μέγας Αλέξανδρος, ο πρόδρομος του Ιησού" (1971) του λογοτέχνη (αθλητή, επιστήμονα, πολιτικού, κ.ά.) Χρήστου Ζαλόκωστα. Το τι πραγματικά είπε ο Αλέξανδρος στους 9000 Μακεδόνες του όταν του παραπονέθηκαν ότι μοιράζει αξιώματα σε Πέρσες, μπορούμε να το διαβάσουμε ανατρέχοντας στον Αρριανό. Μετάφραση του αρχαίου αποσπάσματος και περισσότερα σχόλια για τον «όρκο» θα βρείτε εδώ.
Ο Αλέξανδρος με ενδυμασία Βυζαντινού αυτοκράτορα επιθεωρεί το στράτευμά του
(μικρογραφία από τον κώδικα του μυθιστορήματος του Αλεξάνδρου - 14ος αιώνας) (πηγή)
Το αν ο Αλέξανδρος ήταν «καλός» ή «κακός», διαφωτιστής ή σφαγέας, είναι τελικά θέμα ιδεολογικής τοποθέτησης, γι' αυτό και οι σχετικές συζητήσεις συνήθως οδηγούνται σε αδιέξοδο. Στο παρόν βιβλίο τηρούνται κάποιες ισορροπίες, αφού από τη μια υιοθετείται μια ανθρωπιστική - αντιπολεμική θεώρηση (σ.129 Άμορφη μάζα κρέατος γεμάτη αίματα είναι ο πόλεμος), από την άλλη όμως ούτε θίγεται η προσωπικότητα του Μακεδόνα βασιλιά, ούτε και ανατρέπεται η κοινή λογική. Διαβάζουμε έτσι στη σ. 50:
- Ο Αλέξανδρος (...) απελευθέρωσε όλες τις μεγάλες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας...
- Ε, όχι και τις απελευθέρωσε...
- Όπως θες πάρ' το. Τις υποδούλωσε λοιπόν, αν έτσι σου αρέσει. Όπως και να 'χει, οι Πέρσες σατράπες εγκατέλειψαν τις πόλεις αυτές και τώρα διοικούνται από εκλεγμένες συνελεύσεις, δημοκρατικά. Αυτό είναι μια αλλαγή. Βέβαια, οι πολίτες τους ίδιους φόρους πληρώνουν, τους οποίους, αντί για το μεγάλο βασιλιά, τους παίρνει τώρα ο Αλέξανδρος.
- Χα! Ωραία αλλαγή...
Ο Μεγαλέξανδρος και το καταραμένο φίδι
Ολοκληρώνοντας τα σχόλια, να παρατηρήσουμε με χιουμοριστική διάθεση ότι η θηβαϊκή προφορά του ήρωα προδίδει την καταγωγή του ακόμα και σε τυφλούς, όταν τον ακούνε να μιλάει. Όλοι δηλαδή καταλαβαίνουν από πού έρχεται ο Φιλόλαος. Όλοι... εκτός από τον Αλέξανδρο! 
Διαβάζουμε έτσι στη σ.112
- Πες μου, ποιο είναι το όνομά σου; (...)
- Με λένε Φιλόλαο και είμαι από τη Θήβα.
Ο Μακεδόνας ξαφνιάστηκε.

Αργότερα όμως:
(σ.117) από την προφορά σου καταλαβαίνω ότι είσαι Θηβαίος, έτσι δεν είναι; 
(σ.133) Δεν γνώριζαν προσωπικά τον Φιλόλαο, αλλά από την προφορά κατάλαβαν την καταγωγή του, όπως κάθε Έλληνας θα καταλάβαινε έναν άλλο με το «καλημέρα». 
(σ.139) -Έχουμε μαζί μας εδώ, στη σκηνή, κι έναν Θηβαίο. 
- Το ακούμε... [απαντούν οι τυφλοί]
Ο Αλέξανδρος ζωγραφισμένος από τον Θεόφιλο (πηγή)
Χρήση στην τάξη
Η εναλλακτική θεώρηση της εκστρατείας του Αλεξάνδρου από διαφορετικές οπτικές (π.χ. του αντιμακεδόνα ήρωα -σ.136-, των εμπόρων -σ.52- ή των Μήδων -σ.101-) έχει μεγάλο ενδιαφέρον και είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί στην τάξη. Με αφορμή συγκεκριμένα αποσπάσματα, θα μπορούσαμε να ζητήσουμε από τους μαθητές της Δ' να ετοιμάσουν μια μικρή περιγραφή για κάποιο από τα γεγονότα του πολέμου, μέσα από τα μάτια ενός απλού Μακεδόνα που ακολουθούσε το ελληνικό στράτευμα, ενός Πέρση στρατιώτη ή κάποιου νεαρού ντόπιου που παρακολουθούσε τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής να συγκρούονται. 

Άλλα στοιχεία που θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε για να εμπλουτίσουμε το μάθημα είναι η περιγραφή της πομπής των Παναθηναίων (σ. 209-11), τα σχετικά με την τριήρη και το προσωπικό της (σ.195), αλλά και οι αναφορές στον Βοηδρομιώνα και τον Εκατομβαιώνα (σ.11, 107, 202) με βάση τις οποίες ίσως θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τον χωρισμό του χρόνου στην αρχαία Ελλάδα.

Τέλος, στα πλαίσια της Γεωγραφίας, θα μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε τις περιπέτειες του Φιλόλαου στον χάρτη. Στο Α' μέρος π.χ. θα χαράζαμε την πορεία Θήβα - Κιθαιρώνας - Κόρινθος - Ιάλυσος (Κρήτη / Κάτω Ιταλία / Κυρηναϊκή) Σάμος - Χίος, στο Β' μέρος σειρά θα είχαν πόλεις όπως η Τύρος, η Μέμφιδα, η Βαβυλώνα και η Περσέπολη και στο Γ' η Αλεξάνδρεια.
Ο Θεόφιλος ζωγραφισμένος ως Αλέξανδρος (πηγή)

Share/Bookmark

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Το μυστικό του δούλου: Συνωμοσία στην αγορά της αρχαίας Αθήνας

Υπόθεση
Αθήνα, 421 π.Χ. Ο Καλλίμαχος, διανύοντας τη θητεία του ως πρύτανης της Πανδιονίδας φυλής, γνωρίζεται με τον μάγειρα της Θόλου Χυτρίωνα. Οι δύο άντρες συναντιούνται τα απογεύματα πίσω από το μαγειρείο και ο δούλος από τη Θράκη του διηγείται μέρα με τη μέρα την συναρπαστική του ιστορία: Πίσω στην πατρίδα του, όταν ήταν μόλις 10 χρονών, άγριοι ληστές κατέστρεψαν το χωριό του και τον αιχμαλώτισαν μαζί με τη μητέρα του. Δουλέμποροι τους μετέφεραν με πλοίο στην Αθήνα και το αγόρι μπήκε στην υπηρεσία του Αντισθένη, ενός πλούσιου γαιοκτήμονα που ζούσε στον Μυρρινούντα. Εκεί, υπό την προστασία της συμπατριώτισσάς του Τρίγλης, η οποία φρόντισε την ασθενική του μητέρα στις τελευταίες της στιγμές και του δίδαξε τα μυστικά της κουζίνας, ο μικρός ανδρώθηκε και απέκτησε τη φήμη του καλού μάγειρα.

Την επόμενη μέρα από την τελευταία διήγηση, ένα ατύχημα στην οδό των Παναθηναίων αναστατώνει τον γερο-μάγειρα και βάζει τον Καλλίμαχο σε σκέψεις. Γιατί τρόμαξε τόσο ο Χυτρίωνας όταν αντίκρισε τον ξένο ιππέα από την Κόρινθο; Τι σχέση μπορεί να έχει μαζί του; Όταν ξανασυναντά τον δούλο, εκείνος του αποκαλύπτει ότι ξαφνιάστηκε όταν είδε το κόσμημα που ο ξένος είχε στον λαιμό του. Του εξηγεί ότι μετά τον θάνατο του Αντισθένη, πέρασε στην υπηρεσία του γιου του Λεωκράτη που ζούσε στο άστυ. Εκεί, κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου, γνωρίστηκε με μια νεαρή αυλητρίδα, την Αβρότονον και την ερωτεύτηκε. Σε αυτήν έκανε δώρο ένα κόσμημα ίδιο με αυτό που είδε να φορά ο Κορίνθιος.

Ο Χυτρίων διστάζει να αποκαλύψει περισσότερα στον Αθηναίο βουλευτή. Ο Καλλίμαχος όμως είναι αποφασισμένος να μάθει περισσότερα. Συγκεντρώνοντας πληροφορίες από έναν πολυλογά κουρέα, τη χήρα του Λεωκράτη Ιππαρέτη αλλά και τον ίδιο τον Κορίνθιο έμπορο, ανακαλύπτει πως πριν από χρόνια, ο μάγειρας βρέθηκε στο κέντρο μιας πολιτικής συνωμοσίας που σκοπό είχε τη δολοφονία του Εφιάλτη, αρχηγού των δημοκρατικών! 

Ο ασπρομάλλης δούλος δέχεται τελικά να βοηθήσει τον Καλλίμαχο να ενώσει τα κομμάτια του ψηφιδωτού και φωτίζει το παλιό μυστήριο... η ιστορία της ζωής του δεν έχει όμως ακόμα ολοκληρωθεί, καθώς η μοίρα του επιφυλάσσει μια μεγάλη έκπληξη.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ερευνητές
Συγγραφέας: Εύη Πίνη
Εικονογράφηση: Μαρίνα Ρούσσου (παράρτημα), Βασίλης Κοντογεώργος (εξώφυλλο)
ISBN: 978-960-368-443-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 2009
Σελίδες: 160
Τιμή: περίπου 9 ευρώ (12 από μουσείο ή 5 ευρώ από το παζάρι εκδοτών)
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Ιστορικό μυθιστόρημα που συνδυάζει στοιχεία βιογραφίας και αστυνομικού γρίφου για να μας ξεναγήσει στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. Χρησιμοποιώντας γλώσσα απλή και ωραία ελληνικά, η συγγραφέας διαμορφώνει μια ιστορία που μπορεί να περιέχει πολλές πληροφορίες, όμως χάρη στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση των πρωταγωνιστών και τη σωστή σελιδοποίηση δεν γίνεται κουραστική. Οφείλουμε ωστόσο να καταθέσουμε ότι πολλοί μαθητές της τάξης δεν βρήκαν το αίνιγμα συγκλονιστικά ενδιαφέρον, ενώ οι περισσότεροι παρατήρησαν πως το μείγμα των γνώσεων υπερισχύει της ατμόσφαιρας μυστηρίου. Η πλοκή χωρίζεται σε 18 κεφάλαια μετρίου μεγέθους (4-12 σελίδων, συνήθως γύρω στις 8) που δεν θα δυσκολέψουν τους μαθητές γυμνασίου ή τους έμπειρους αναγνώστες του δημοτικού. Εικονογράφηση παράλληλα με το κείμενο δεν υπάρχει, η έκδοση όμως συνοδεύεται από ένα παράρτημα στο τέλος του βιβλίου, όπου βρίσκουμε συγκεντρωμένες εικόνες, χάρτες και πληροφορίες για την εποχή όπου τοποθετείται το έργο. Στο κυρίως σώμα του κειμένου, τα περιθώρια των σελίδων περιλαμβάνουν επεξηγηματικά σχόλια που βοηθούν στην κατανόηση και διευκολύνουν την κατάκτηση των προσφερόμενων γνώσεων. Προτείνουμε το βιβλίο περισσότερο σε μαθητές της Στ' Δημοτικού και του γυμνασίου, ενώ περισσότερο θα το εκτιμήσουν όσοι ονειρεύονται ένα ρεαλιστικό ταξίδι στην αρχαία Αθήνα!

  • Εκφραστική σαφήνεια 
  • Ωραία ελληνικά
  • Ρεαλισμός
  • Πληροφορίες για τη ζωή στην αρχαία Αθήνα


  • Αργή εξέλιξη της πλοκής 

Αξίες - Θέματα
Δουλεία, Μαγειρική, Ιστορία, Αγάπη

Εικονογράφηση
Συνοδευτική εικονογράφηση παράλληλα με το κείμενο δεν υπάρχει, με εξαίρεση μια ζωγραφιά της Ακρόπολης και μία της Θόλου στην εισαγωγή. Αρκετά όμως σχέδια (μαζί με φωτογραφίες, χάρτες, κλπ.) βρίσκουμε στο κατατοπιστικό παράρτημα των τελευταίων σελίδων του βιβλίου.
Απόσπασμα
Είχα βγει μια βόλτα πάνω στον Αγοραίο Κολωνό, προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου, αλλά όσο και να προσπαθούσα, συμπέρασμα δεν έβγαζα… Όταν ξεκίνησα να κουβεντιάζω με τον Χυτρίωνα, οι ιστορίες του με ξεκούραζαν και με διασκέδαζαν, όπως με διασκέδαζαν οι μύθοι που μου έλεγε η γιαγιά μου σαν ήμουν παιδί. Πού να φανταστώ ότι θα έφτανα να ανακαλύψω την ύπαρξη ενός παλιού μυστικού; Αισθανόμουν σαν τον οδοιπόρο που βαδίζει σε ένα γνώριμο, στρωτό δρόμο και εντελώς αναπάντεχα συναντάει μπροστά του έναν ψηλό μαντρότοιχο. Ποιος δεν θα ήθελε να σκαρφαλώσει να δει τι υπάρχει πίσω από τον τοίχο, αν συνεχίζεται ο δρόμος και πού πηγαίνει; Αυτό ακριβώς είχε συμβεί και σ’ εμένα. Ήθελα με κάθε τρόπο να κοιτάξω από την άλλη μεριά του τοίχου και να λύσω το μυστήριο που υπήρχε πίσω από αυτήν τη φαινομενικά απλή ιστορία του γέροντα δούλου…

Άρχισα να κατηφορίζω από το λόφο με σκοπό να επιστρέψω στη Θόλο. Ο ήλιος ήταν ακόμα αρκετά ψηλά στον ορίζοντα και ήθελε ώρα μέχρι να δύσει. Ήμασταν στα μέσα του Θαργηλιώνα και είχαν πιάσει οι πρώτες ζέστες. Από εκεί που βρισκόμουν έβλεπα την κεντρική πλατεία της Αγοράς αλλά και την οδό των Παναθηναίων, να είναι γεμάτες κόσμο που τριγύριζε στους πάγκους των εμπόρων. Αυτό μου έδωσε μια ιδέα: Αφού τα καταστήματα θα ήταν ανοιχτά για αρκετή ώρα ακόμα, ευκαιρία να επισκεφθώ το κουρείο του Τιμόθεου. Ένα κούρεμα το χρειαζόμουν, δεν λέω, περισσότερο όμως χρειαζόμουν την… πολυλογία του Τιμόθεου.

Όπως οι περισσότεροι κουρείς, έτσι κι αυτός ήταν μεγάλος κουτσομπόλης. Ίσως λοιπόν εκεί να μάθαινα κάτι για τον Κορίνθιο. Ο Τιμόθεος θα είχε πληροφορηθεί οπωσδήποτε για το ατύχημα του Χυτρίωνα. Αποκλείεται να του είχε ξεφύγει κάτι που συνέβη δυο βήματα από το μαγαζί του.

Όπως το περίμενα λοιπόν, ο Τιμόθεος ήταν πλήρως ενημερωμένος για το συμβάν. Μάλιστα μου άνοιξε εκείνος την κουβέντα, πολύ πριν προλάβω να τον ρωτήσω εγώ.

«Έμαθα ότι αυτός ο μάγειρας που έχετε στη Θόλο παραλίγο να σκοτωθεί εδώ πιο κάτω, στην οδό των Παναθηναίων», μου είπε, καθώς κούρευε τη γενειάδα μου.

«Ναι, ο χαζός!» απάντησα τάχα αδιάφορα. Η έλλειψη ενδιαφέροντος από μέρους μου δεν αποθάρρυνε τον Τιμόθεο, το αντίθετο μάλιστα.

«Και πώς είναι τώρα ο άνθρωπος;»

«Καλά». Η μονολεκτική απάντηση δεν τον ικανοποίησε.

«Άκουσα ότι καλέσατε τον Ιππομένη για να τον εξετάσει. Άρα θα πρέπει να χτύπησε πολύ».

«Όχι πολύ…» Η αλήθεια είναι ότι το διασκέδαζα να βασανίζω τον Τιμόθεο, αλλά δεν έπρεπε να το παρατραβήξω. Μπορεί να μου άλλαζε συζήτηση, αναζητώντας ένα θέμα που υποτίθεται θα με ενδιέφερε πολύ περισσότερο. Έτσι, πριν προλάβει να ξανανοίξει το στόμα του για να μου κάνει την επόμενη ερώτηση, πρόσθεσα: «Μα είναι πράγματα αυτά για την ηλικία του, να τρέχει πίσω από ένα κουτάβι;» Ο Τιμόθεος σταμάτησε να μου ψαλιδίζει τα γένια και μου αποκρίθηκε, κρατώντας μετέωρο το ψαλίδι στο χέρι.

«Εμένα μου είπαν ότι ο ιππέας έτρεχε».

«Ναι, μάλλον… ίσως…» Ο Τιμόθεος πήρε φωτιά!

«Όχι μάλλον, έτσι όπως τα λέω έγιναν! Πώς τρέχεις έτσι, άνθρωπέ μου, μέσα στο άστυ; Αλλά τι να περιμένει κανείς από έναν Κορίνθιο». Εδώ είμαστε! Χωρίς να χάσω καιρό, πήρα τη σκυτάλη από τον κουρέα, με τρόπο όμως, για να μην καταλάβει ότι είχα ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

«Ναι, έχεις δίκιο, Κορίνθιος ήταν ο ιππέας. Και φαίνεται καθώς ερχόταν από την Κόρινθο συναντήθηκε με τον Χυτρίωνα…» έριξα τα δίχτυα μου.

«Α όχι, ο Κορίνθιος έχει μέρες που βρίσκεται στην Αθήνα», τσίμπησε ο Τιμόθεος.

«Μπα; Τον γνωρίζεις;»

Ατυχία. Ο Τιμόθεος με μια κίνηση τράβηξε το πανί που είχε τυλιγμένο γύρω από το λαιμό μου. «Έτοιμος! Μου ανακοίνωσε. Μα, τώρα βρήκε να τελειώσει; Αποφάσισα να θυσιαστώ προκειμένου να πετύχω το σκοπό μου.

«Πώς τελειώσαμε; Τα μαλλιά δεν μου τα έκοψες!» Ο Τιμόθεος με κοίταξε καλά καλά. «Νόμιζα ότι ήθελες να περιποιηθώ μόνο τη γενειάδα σου. Εντάξει, αφού θέλεις να σου κόψω και τα μαλλιά…» Μου ξαναέβαλε το πανί στο λαιμό και επιτέθηκε με το ψαλίδι του εναντίον της σγουρής κόμης μου. Και τώρα πώς ξαναγυρίζουμε στο θέμα μας; Αποφάσισα να μην το διακινδυνέψω και έφερα τη συζήτηση στο σημείο όπου την είχαμε διακόψει απότομα.

«Μου έλεγες γι’ αυτόν… τον Κορίνθιο. Πελάτης σου είναι;»

«Πελάτης, βέβαια. Το ξέρεις ότι όποιος έρχεται να μείνει στο άστυ, έστω και για λίγες μέρες, σίγουρα θα περάσει από το κουρείο μου. Έχω την πιο εκλεκτή πελατεία σ’ όλη την Αθήνα», καυχήθηκε ο Τιμόθεος και άρχισε να μου απαριθμεί ονόματα Αθηναίων μετοίκων και ξένων επισκεπτών που έρχονταν στο μαγαζί του. Επειδή ο κατάλογος δεν είχε τελειωμό, τον διέκοψα και βιάστηκα να συμφωνήσω.

«Όλοι έχουν να το λένε, Τιμόθεε, είσαι ο καλύτερος και έχεις την καλύτερη πελατεία. Αλλά είναι αλήθεια τόσο αξιόλογος αυτός ο ξένος; Δεν μου φάνηκε…» ξαναγύρισα τη συζήτηση στο θέμα που με ενδιέφερε.

«Μα, ναι…» με διαβεβαίωσε ο Τιμόθεος. «Μεγάλος έμπορος. Και αυτοδημιούργητος… σχεδόν. Κληρονόμησε ένα μικρό εργαστήρι μαχαιριών από τον πατέρα του. Λίγο πριν αρχίσει ο μεγάλος πόλεμος, πήρε ένα δάνειο, αγόρασε μέταλλο και δούλους, και μετέτρεψε το μικρό εργαστήριο σε βιοτεχνία όπλων. Όταν άρχισε ο πόλεμος, καταλαβαίνεις τι έγινε… Δεν προλάβαινε τις παραγγελίες!» Έμπορος όπλων ο Κορίνθιος, μάλιστα!

«Και τώρα τι γυρεύει στην Αθήνα; Τελείωσε ο πόλεμος και έπεσαν οι δουλειές του έξω;» παρατήρησα με κάπως απότομο ύφος.

«Χα!» γέλασε ο Τιμόθεος. «Να πέσουν οι δουλειές του έξω; Αστειεύεσαι; Αυτός, Καλλίμαχε, είναι γεννημένος επιχειρηματίας. Άλλωστε εδώ και καιρό δεν την έχει πια τη βιοτεχνία. Την πούλησε και αγόρασε καράβια, σιταγωγά. Φέρνει στάρι από την Αίγυπτο. Οι δουλειές του φαίνεται πως πάνε πολύ καλά, γι’ αυτό ήρθε στην Αθήνα, να παραγγείλει στα ναυπηγεία μας ακόμα ένα πλοίο. Παράλληλα ψάχνει και για εμπορικό αντιπρόσωπο εδώ στον Πειραιά».

«Αυτά είναι τα καλά της ειρήνης. Ανοίγουμε δουλειές ακόμα και με τους Κορίνθιους», σχολίασα με ξινό ύφος για να κλείσω τη συζήτηση. Ό,τι μπορούσα να μάθω από αυτή την πηγή το είχα μάθει.

«Εντάξει, Τιμόθεε, αρκετά μου τα έκοψες, σε ευχαριστώ…» του είπα σε μια προσπάθεια να σώσω όσο μπορούσα τα μαλλιά μου από τις ανελέητες επιθέσεις του ψαλιδιού του! Χρειαζόμουν μια τελευταία πληροφορία: πού έμενε ο Αθηνόδωρος, αλλά γι’ αυτό θα ήταν καλύτερα να μη ρωτήσω τον κουρέα.

Δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να μάθω τη διεύθυνση του Κορίνθιου. Σε μια πόλη όπου όλοι ασχολούνται διαρκώς με το τι κάνουν οι άλλοι, δεν θα ήταν εύκολο να κρυφτεί κανείς, ακόμα και αν ήταν ξένος, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Ένας δικός μου άνθρωπος κατέβηκε την επόμενη μέρας τον Πειραιά, έκανε μια βόλτα στην αγορά του σταριού και άλλη μία στα ναυπηγεία, και προς το μεσημέρι επέστρεψε με μια πλούσια «ψαριά». Όχι μόνο είχε μάθει πού έμενε ο Αθηνόδωρος, αλλά είχε πάρει και διάφορες άλλες πληροφορίες: Σε ποια μέρη σύχναζε, με ποιους συναναστρεφόταν, πόσες μέρες ακόμα θα έμενε στην Αθήνα…

Στο μεταξύ εγώ σκεφτόμουν πώς θα μπορούσα να τον συναντήσω, ώστε να φανεί η συνάντηση τυχαία. Η ευκαιρία μου δόθηκε εντελώς απρόσμενα στις 19 του μήνα, όταν γιορτάζαμε τα Βενδίδεια. Εκείνη την ημέρα, όπως και τις άλλες ημέρες των γιορτών, δεν είχαμε συνεδρίαση στη βουλή και έτσι αποφασίσαμε μια παρέα βουλευτών να κατεβούμε στον Πειραιά, όπου βρισκόταν το ιερό αυτής της ξενόφερτης θεάς.

Δεν είχε τύχει άλλη φορά να πάρω μέρος στη γιορτή της. Ήξερα βέβαια ότι οι μέτοικοι από τη Θράκη, που κατοικούσαν στον Πειραιά, τιμούσαν κάθε χρόνο τη θεά τους με μια μεγάλη πομπή, στην οποία συμμετείχαν όχι μόνο Θράκες, αλλά και πολλοί Αθηναίοι και μέτοικοι, από το άστυ και από τον Πειραιά.

Οι περισσότεροι κατέβαιναν για να δουν την περίφημη θρακιώτικη νυχτερινή λαμπαδηδρομία. Στις δικές μας λαμπαδηδρομίες, την αναμμένη λαμπάδα την μετέφεραν πεζοί, οι Θράκες όμως είχαν άλλο έθιμο. Οι λαμπαδηδρόμοι τους έτρεχαν καβάλα σε άλογα και γ’ αυτό το θέαμα που παρουσίαζαν ήταν πραγματικά εντυπωσιακό.

Όταν τελείωσε ο αγώνας, ένας φίλος βουλευτής πρότεινε να συνεχίσουμε τη διασκέδαση στον Πειραιά. «Απόψε όλη η πόλη γιορτάζει, κρίμα δεν είναι να γυρίσουμε στο άστυ; Υπάρχει μια πρόσκληση για συμπόσιο, στο σπίτι του ναύκληρου Ευμένη». Όλοι οι άλλοι βουλευτές είχαν ήδη αποδεχθεί προσκλήσεις για συμπόσια, εκτός από εμένα. Έτσι ακολούθησα ευχαρίστως τον φίλο μου στο σπίτι του Ευμένη, που ήταν πίσω από το λιμάνι της Ζέας, κοντά στην αγορά του Πειραιά. 
Η Βένδις φορώντας φρυγικό σκούφο υποδέχεται στεφανωμένους αθλητές μετά από λαμπαδηδρομία (;)
Μαρμάρινη στήλη του 400-375 π.Χ. που από τον Πειραιά (;) βρέθηκε στο Βρετανικό Μουσείο (πηγή)
Σχόλιο
Το κείμενο μπορεί όπως ήδη αναφέραμε να δίνει μεγαλύτερο βάρος στην πληροφορία απ' ό,τι στο συναίσθημα ή το μυστήριο, όμως αυτό δεν είναι κατ' ανάγκη αρνητικό, ειδικά για τους φίλους της Ιστορίας. Οι αρχαιολογικές γνώσεις της συγγραφέως προσφέρονται απλόχερα στον αναγνώστη και κάνουν το ταξίδι του στην αρχαία Αθήνα πολυεπίπεδο και ρεαλιστικό. Επιπλέον, επιτρέπουν στην υπόθεση να πλαισιωθεί από πρόσωπα και έθιμα άγνωστα στους φίλους της παιδικής λογοτεχνίας. Όσοι μαθητές διαβάσουν λοιπόν το βιβλίο, δεν θα συναντήσουν αναφορές μόνο στον Παρθενώνα, τον Περικλή και τα Παναθήναια (σ. 136) αλλά θα γνωρίσουν και γιορτές λιγότερο διάσημες, όπως τα Βενδίδεια, θα μάθουν ποιος ήταν ο Εφιάλτης του Σοφωνίδη (σ. 101) και θα διαβάσουν για τον πλούσιο Πουλυτίωνα (σ. 140), στο σπίτι του οποίου (κάπου κοντά στην εκκλησία των Αγίων Ασωμάτων) καταλήγει τελικά ο Χυτρίωνας. Τα αρκετά επεξηγηματικά σχόλια στο περιθώριο των σελίδων βοηθούν ώστε η αφομοίωση των νέων γνώσεων να γίνεται αβίαστα, ενώ προς την ίδια κατεύθυνση συμβάλλει και το παράρτημα στο τέλος του βιβλίου. 

Ένα άλλο στοιχείο που θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε, είναι ότι η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ταλαιπωρημένος Θρακιώτης δούλος, δεν φαίνεται να διαφέρει ιδιαίτερα από εκείνη του (θεωρητικά πιο καλλιεργημένου) Αθηναίου βουλευτή. Έτσι, η αφήγηση του μάγειρα αποκτά -ποιητική αδεία- λυρικό ύφος μέσα από φράσεις όπως (σ.21) ο ήλιος, που είχε ήδη αρχίσει να γέρνει, έβαφε τα νερά με χάλκινες ανταύγειες ή (σ. 26) γύρισα το βλέμμα μου αλλού, στον ήλιο που ανέτειλλε και έβαφε με ολοπόρφυρο χρώμα θάλασσα και ουρανό. Εξαιρετικά φυσικός είναι αντίθετα ο τρόπος που η μαγείρισσα Τρίγλη αντιδρά όταν ο νεαρός Χυτρίωνας εκμεταλλεύεται μια στιγμή αδυναμίας της (σ. 60-61) για να δοκιμάσει την πρώτη του συνταγή. Αρχικά, φοβούμενη ότι ο μαθητευόμενός της έκανε κάποια ζημιά, του μιλάει απειλητικά. Στη συνέχεια τον αγκαλιάζει από τους ώμους περήφανη, ταυτόχρονα όμως προειδοποιώντας τον ότι δεν θα γλιτώσει την τιμωρία αν πειραματιστεί ξανά χωρίς την άδειά της.

Στον επίλογο του βιβλίου (σ.150) μαθαίνουμε ότι ο Αθηνόδωρος, εκτιμώντας τη βοήθεια που είχε προσφέρει στο παρελθόν ο Καλλίμαχος προς τον πατριό/πατέρα του, εξαγοράζει τον αιχμάλωτο Αθηναίο. Μέσα από την είδηση αυτή, οι αναγνώστες ίσως συλλάβουν το μήνυμα πως ό,τι καλό κάνουμε, επιστρέφει μελλοντικά σε μας. Ωστόσο, όταν ο Καλλίμαχος είχε ελευθερώσει τον γέρο Χυτρίωνα, εκείνος δεν το είχε εκλάβει πολύ θετικά, μουρμουρίζοντας (σ.134) Τι να την κάνω τώρα την ελευθερία; Πού να πάω;  Η φράση του αυτή μας θυμίζει την αντίδραση πολλών νέγρων δούλων που μετά τον αμερικανικό εμφύλιο βρέθηκαν ξαφνικά ελεύθεροι, κυριολεκτικά χαμένοι στη νέα τους κατάσταση. Χαρακτηριστικό το ακόλουθο απόσπασμα από τη συνέντευξη του (αιωνόβιου) Fountain Hughes που μπορείτε να διαβάσετε (και να ακούσετε) στον ιστότοπο της βιβλιοθήκης του Κογκρέσου (στα αγγλικά).
Ολοκληρώνοντας, να επισημάνουμε ένα μικρό λάθος στην αρίθμηση των κεφαλαίων (συναντάμε δύο φορές το νούμερο 14) που ωστόσο δεν αλλάζει την -εξαιρετική σε γενικές γραμμές- εικόνα της έκδοσης.
Χρήση στην τάξη
Αν η τελευταία ανάρτηση του Αυγούστου δεν μας ενέπνευσε αρκετά ώστε να επισκεφθούμε την αρχαία Αγορά και τον Κεραμεικό, αυτή θα πρέπει να τα καταφέρει! Στους χώρους αυτούς θα έχουμε την ευκαιρία να περπατήσουμε στα περισσότερα από τα σημεία στα οποία εκτυλίσσεται η δράση του βιβλίου (π.χ. στη σ.37 διαβάζουμε για το Δίπυλο), να συνειδητοποιήσουμε το πώς έμοιαζαν στην αρχαιότητα, αλλά και τη σημασία τους για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Έξω από τον χώρο της Θόλου, θα μπορούσαμε με τη βοήθεια δύο μαθητών να διαβάσουμε κάποιον από τους διαλόγους Χυτρίωνα-Καλλιμάχου, ή να αναπαραστήσουμε σκηνές από το κείμενο.
Τοπογραφικό σχέδιο της Αθήνας των κλασικών χρόνων (αρχική πηγή)
τύποι κυλίκων (πηγή)

Αν δεν επιθυμούμε να ξεκινήσουμε τη χρονιά με μια τέτοια βόλτα, θα μπορούσαμε να συζητήσουμε για την αρχαία ελληνική κουζίνα (μοιάζουν τα φαγητά των αρχαίων με τα δικά μας; τι έλειπε από την κουζίνα τους; τι λείπει από τη δική μας;) βασισμένοι στις αρκετές συνταγές που αναφέρονται στο βιβλίο (σελ. 39, 56-62, 75, 91) και αν το επιτρέπουν οι προϋποθέσεις, να προσπαθήσουμε να δοκιμάσουμε ένα μενού αρχαιοελληνικής προέλευσης στην τάξη! Για τους ακόμα πιο τολμηρούς, τοποθετώντας τα θρανία μας κυκλικά γύρω από έναν κουβά και μοιράζοντας στα παιδιά κύλικες (που θα κατασκευάσουμε από πηλό και θα ζωγραφίσουμε μαζί ή θα προμηθευτούμε απευθείας από το εμπόριο) με λίγες σταγόνες νερό, μπορούμε να αναπαραστήσουμε το παιχνίδι κότταβος που παιζόταν στα συμπόσια! Ας μην ξεχνάμε ότι ο νικητής (που κέρδιζε φρούτα, γλυκά ή άλλα δώρα) κρινόταν όχι μόνο από την ικανότητά του να πετυχαίνει τον στόχο, αλλά και από και τον τρόπο που κρατούσε το σκεύος του και την κομψότητα της τροχιάς που διαμόρφωνε η σταγόνα του. Με λίγη (έως πάρα πολλή) φαντασία, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε το παιχνίδι αυτό πρόγονο του μπάσκετ... με ενδιάμεσο σταθμό τα πτυελοδοχεία των σαλούν στο Φαρ Ουέστ!
συμποσιαστής παίζει κότταβο (πηγή)
Τα κορίτσια της εποχής είχαν άλλες ασχολίες (περισσότερα για τον ρόλο των γυναικών στην αρχαία Ελλάδα θα βρείτε εδώ). Διαβάζουμε για παράδειγμα (σ.95) ότι η Ιππαρέτη και η Ευνίκη είχαν υπηρετήσει μαζί την Αρτέμιδα στη Βραυρώνα. Η συγγραφέας πολύ πιθανόν να αναφέρεται στην λατρευτική παράδοση της αρκτείας. Το έθιμο λέγεται ότι ξεκίνησε όταν δυο αγόρια κυνήγησαν μια αρκούδα που είχε τραυματίσει την αδελφή τους και την σκότωσαν στο ιερό της θεάς. Η Άρτεμις, οργισμένη, τιμώρησε με λοιμό την πόλη της Αθήνας και από τότε χρησμός όρισε ότι οι παρθένοι της πόλης θα πρέπει να υπηρετούν την θεά πριν παντρευτούν. Η αρκτεία είχε τον χαρακτήρα θητείας και μύησης για την ενηλικίωση και τον γάμο. Η θεά καθοδηγούσε το πέρασμα των κοριτσιών 5 έως 10 ετών από την παιδική στην εφηβική ηλικία και τα προετοίμαζε για τον κύριο ρόλο τους στην κοινωνία. Τα κορίτσια επιλέγονταν από επιφανείς οικογένειες της Αθήνας, ονομάζονταν "άρκτοι" (αρκούδες) και διέμεναν για κάποιο χρονικό διάστημα στο ιερό, διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα τους μακριά από το οικογενειακό περιβάλλον. Φορούσαν κροκωτό ένδυμα, που θύμιζε δέρμα αρκούδας. Επειδή το ρούχο αυτό αποτελούσε επίσης και νυφικό ένδυμα, τα κορίτσια ίσως προετοίμαζαν την τελετουργία του μελλοντικού γάμου τους. Οι άρκτοι συμμετείχαν σε διάφορες τελετουργικές πράξεις, όπως θυσία αίγας, δρόμο και χορό, κρατώντας στεφάνια, ταινίες και πυρσούς γύρω από βωμούς και φοίνικες. Τελευταίο στάδιο της αρκτείας αποτελούσε πιθανόν η γύμνωση, κατά την οποία τα κορίτσια πετούσαν τα κροκωτά τους ενδύματα.

Ήμασταν εφτά χρονώ, 
σα γινήκαμε αρρηφόρες για τον πέπλο της θεάς,
και στα δέκα, αλέθαμε 
για τ' αλεύρι των ιερών της γλυκισμάτων
έπειτα μας έντυσαν 
αρκουδίτσες μες σε τούλια κροκωτά
για την Άρτεμη, προστάτρα της Βραυρώνας
και, κοπέλες, με τσαπέλες 
σύκα γύρω στο λαιμό
γίναμε κανηφόρες
(Αριστοφάνης, Λυσιστράτη 641-647)
Παραστάσεις αγγείων στο μουσείο της Βραυρώνας, απεικονίζουν
νεαρά κορίτσια να χορεύουν γύρω από βωμούς ντυμένα αρκούδες
Ο στίχος είναι από απόδοση του Πολύβιου Δημητρακόπουλου (πηγή)
Τα "Χυτρίων" και "Τρίγλη" δεν ήταν τα αληθινά ονόματα των δύο δούλων από τη Θράκη που συναντήσαμε στην ιστορία. Ήταν παρατσούκλια με τα οποία τους βάφτισαν οι Αθηναίοι βασιζόμενοι σε κάποιο σωματικό τους χαρακτηριστικό ή ιδιότητα, ίσως για να τους θυμούνται πιο εύκολα. Ας μην ξεχνάμε ότι και ο ίδιος ο Πλάτωνας, ονομαζόταν στην πραγματικότητα Αριστοκλής (βλ. προηγούμενη ανάρτηση). Αν άραγε ζούσαμε με τους μαθητές μας στα αρχαία χρόνια, τι ονόματα θα μας είχαν δώσει οι Αθηναίοι; Μπορούμε να σκεφτούμε κάποιο παρατσούκλι για τον διπλανό μας και να τον συστήσουμε με αυτό στην υπόλοιπη τάξη;
Μεταλλική χύτρα από το μουσείο της Βραυρώνας. Παρασύροντας
μια τέτοια (σελ. 42-43), απέκτησε ο Χυτρίων το παρατσούκλι του!
Να κλείσουμε την ανάρτηση με μια ερώτηση για προσεκτικούς αναγνώστες: 
Τι σχέση έχουν οι μυρτιές με τη Μερέντα; 
Ανοίγοντας το βιβλίο στη σελίδα 38 (και συνδυάζοντας τις πληροφορίες) μπορείτε να το ανακαλύψετε!

Share/Bookmark