Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Μια αλεπουδίτσα πονηριά σταλίτσα


Υπόθεση
Η κυρα-Μαριώ, η παμπόνηρη αλεπού, γέννησε μια αλεπουδίτσα που της έμοιαζε σε όλα... εκτός από την πονηριά! Για να μη γίνει ρεζίλι σε όλο το δάσος για το φοβερό αυτό ελάττωμα της κόρης της, αποφάσισε να την εκπαιδεύσει: ξεκίνησε πρώτα από το σπίτι, όπου της διηγήθηκε μύθους με όλες τις φημισμένες πονηριές που είχαν κάνει οι γιαγιάδες της στο παρελθόν... χωρίς όμως αποτέλεσμα. Την έστειλε έπειτα στο Πρότυπο Πονηρο-Κολέγιο, το πιο ακριβό και σπουδαίο σχολείο της πόλης, για να μάθει την πονηριά κοντά στους ανθρώπους... αλλά και πάλι χωρίς επιτυχία! Δοκίμασε ακόμα και το φροντιστήριο, όπου για ώρες κάθε μέρα η μικρή διδασκόταν πονηρομαθήματα... τόσα, που στο τέλος το κεφάλι της άρχισε να βουίζει και έπεσε άρρωστη στο κρεβάτι! Ο ασβός-γιατρός συνέστησε περισσότερο παιχνίδι και λιγότερες διαδρομές κι έτσι η αλεπουδίτσα συνήλθε. Πώς όμως θα σβήσει ο καημός από την καρδιά της μητέρας της; Ίσως η σοφή κουκουβάγια να έχει μια απάντηση...

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Μεταίχμιο
Συγγραφέας: Κωνσταντίνα Αρμενιάκου
Εικονογράφηση: Βασίλης Γρίβας
ISBN: 978-960-566-208-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 2013
Σελίδες: 32
Τιμή: περίπου 3 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Α', Β', Γ'

Κριτική
Χαριτωμένη διδακτική ιστορία, γραμμένη με χιούμορ και αγάπη, από τη σειρά μικρές καληνύχτες. Με πολύ απλό τρόπο, χωρίς προβλήματα σαφήνειας και μέσα από 700 περίπου λέξεις, η συγγραφέας καταφέρνει να ψυχαγωγήσει τους μικρούς αναγνώστες και ταυτόχρονα να στείλει ένα μήνυμα στις μαμάδες που αγχώνονται για το μέλλον των παιδιών τους... τόσο, που κάνουν αβάσταχτο το παρόν τους! Το σωστό στήσιμο του κειμένου και η πολύχρωμη εικονογράφηση, βοηθούν ώστε το βιβλίο να διαβάζεται ξεκούραστα, από τις τελευταίες σελίδες όμως λείπουν κάποιες δραστηριότητες που ίσως θα βοηθούσαν στην περαιτέρω εμπέδωση του περιεχομένου. Το προτείνουμε ανεπιφύλακτα σε παιδιά των μικρών τάξεων του δημοτικού, αλλά και σε γονείς που ενόψει εξετάσεων έχουν φτάσει στα όριά τους!

  • Χρήσιμα μηνύματα για τους γονείς
  • Προσεγμένη επιμέλεια

Αξίες - Θέματα
Μύθοι, Παραμύθι, Παιχνίδι, Οικογένεια, Αγάπη, Εκπαίδευση.

Εικονογράφηση
Μεικτής τεχνικής σχέδια όπου κυριαρχούν σκούροι τόνοι του καφέ και του πράσινου. Οι ζωγραφιές αναπαριστούν σκηνές από τη διήγηση και συμβάλλουν στην ξεκούραστη ανάγνωση.
Απόσπασμα 
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα καταπράσινο δάσος,
η παμπόνηρη αλεπού, η κυρα-Μαριώ, γέννησε μια
μικρή αλεπουδίτσα.

- Αχ! Πόσο μου μοιάζει! είπε με καμάρι. Έχει
το χρώμα μου, τη μουσούδα μου, τα μάτια μου,
τ’ αυτιά μου και φυσικά θα ‘χει την πονηριά και
την εξυπνάδα μου.

Μα αλίμονο! Όταν μεγάλωσε η μικρή αλεπουδίτσα,
έγινε ολόιδια με τη μαμά της σε όλα εκτός από ένα:
την πονηριά!

- Τι κακό με βρήκε! μονολογούσε η κυρα-Μαριώ.
Ρεζίλι θα γίνω σε όλο το δάσος. Είναι δυνατόν;
Μια τόσο χαριτωμένη αλεπουδίτσα, μα πονηριά
σταλίτσα;

Την αγαπούσε βέβαια τη μικρή της αλεπουδίτσα
η κυρα-Μαριώ, όπως όλες οι μανούλες αγαπούν
τα παιδιά τους, κι ας μην είναι σούπερ-σούπερ τέλεια.
Μα στεναχωριόταν κιόλας με το ελάττωμα της αλεπουδίτσας
της, γιατί, πώς να το κάνουμε, αλεπουδίτσα με πονηριά
σταλίτσα γίνεται; Ε, δε γίνεται!

«Ας είναι» σκέφτηκε η κυρα-Μαριώ.
«Μπορεί να μη γεννήθηκε πονηρή η αλεπουδίτσα μου,
μα θα γίνει. Θα την εκπαιδεύσω εγώ!
Θα της μάθω την ένδοξη Αλεπουδοϊστορία,
για να διδαχτεί από τα κατορθώματα των προγόνων της».

Έτσι, η κυρα-Μαριώ άρχισε να διηγείται στη
μικρή αλεπουδίτσα όλες τις πονηριές
που είχαν κάνει οι γιαγιάδες της.

- Μια φορά, μικρή μου, η προ-προ-προγιαγιά σου,
η κυρα-Μαριώ, ξεγέλασε τον κόρακα και του έφαγε
το τυρί. Του είπε ότι είναι σπουδαίος τραγουδιστής
και ότι θα ήθελε να ακούσει τη φωνή του. Ο κόρακας
ξέχασε ότι κρατούσε στο ράμφος του το τυρί κι άρχισε
να τραγουδάει. Πέφτει το τυρί, τ’ αρπάζει η προ-προ-
προγιαγιά σου και το κάνει μια χαψιά.
Κατάλαβες;

- Κατάλαβα, κατάλαβα, είπε η αλεπουδίτσα.
Η προ-προ-προγιαγιά μου έλεγε πολλά ψέματα.

- Μα όχι, καλή μου, η προ-προ-προγιαγιά σου
ήταν πονηρή. Πο-νη-ρή.

Όπως και η προγιαγιά σου, η κυρα-Μαριώ,
που για να ξεγελάσει τις κότες ντύθηκε γιατρός,
μπήκε στο κοτέτσι και μόλις κάθισαν οι κότες
να τις εξετάσει, ξέρεις… γλουπ γλουπ,
τις έκανε μια χαψιά. Κατάλαβες;

- Κατάλαβα, κατάλαβα, είπε η αλεπουδίτσα.
Η προγιαγιά μου μεταμφιεζόταν συνεχώς
σαν να ήταν Καρναβάλι.
Σχόλιο
Η μαμά-αλεπού διηγείται στην κόρη της δυο μύθους του Αισώπου, με σκοπό να την διδάξει τι σημαίνει πονηριά. Η μικρή όμως είναι γεμάτη αθωότητα, αδυνατεί να «μπει στο νόημα» και βγάζει από τις ιστορίες δικά της συμπεράσματα... Ίσως με αυτό τον τρόπο να μας μεταφέρει ένα έμμεσο μήνυμα για το ότι οι αξίες που πλαισίωναν την παιδεία τα παλαιότερα χρόνια, έχουν σήμερα αλλάξει αρκετά. Σε σχέση με διδάγματα του τύπου "Να πονηρεύεσαι για το τι θέλουν από εσένα αυτοί που σε πλησιάζουν" που αποσκοπούσαν στο να προστατεύσουν τα παιδιά από την αφέλεια, αλλά ταυτόχρονα απέπνεαν καχυποψία και συντηρητισμό, στην εποχή μας είναι πιο δημοφιλή εκείνα που προωθούν την ενσυναίσθηση, την ανεκτικότητα στο διαφορετικό και τη συνεργασία.

Με τις διαφορετικές ανάγκες των μαθητών του σήμερα έχει να κάνει κι ένα δεύτερο θέμα που εμμέσως θίγεται και δεν είναι άλλο από την αξία του παιχνιδιού. Το παιχνίδι δεν είναι τόσο σπουδαίο όσο το σχολείο, λέει η μαμά αλεπού για να δικαιολογήσει την εξαντλητική εκπαιδευτική δοκιμασία στην οποία υποβάλλει την κόρη της. Χρειάζεται ξεκούραση και παιχνίδι... το σχολείο μπορεί να περιμένει, λέει αντίθετα ο γιατρός. Ποιος από τους δύο έχει δίκιο; Ίσως και οι δύο! Γλωσσικά, οι λέξεις παιδί, παιδεύω και παιχνίδι ανήκουν στην ίδια οικογένεια (όπως αναλύεται στο άρθρο του Ν. Σαραντάκου)· αλλά και στη φύση, παρατηρώντας το ζωικό βασίλειο, διαπιστώνουμε ότι παιχνίδι και μάθηση συνδέονται άρρηκτα. Ευτυχώς για τα παιδιά, η παραπάνω σχέση αναγνωρίζεται προοδευτικά και από το σύγχρονο σχολείο. Σε αυτό, βλέπουμε να δοκιμάζονται όλο και πιο θαρραλέα, ηλεκτρονικές εφαρμογές που επιτρέπουν στους μαθητές να διασκεδάζουν και ταυτόχρονα να εκπαιδεύονται. Πολλοί νοήμονες φυσικά ανησυχούν, με το ότι τόσο η εκπαίδευση όσο και το παιχνίδι αρχίζουν να περνούν όλο και περισσότερο μέσα από οθόνες και καλώδια. Όπως όμως αναφέραμε στην αρχή της παραγράφου, οι προτιμήσεις των παιδιών της σύγχρονης γενιάς έχουν αλλάξει (βλ. και Prensky που τους χαρακτηρίζει ψηφιακά ιθαγενείς), οι υπολογιστές αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της ζωής τους και στην σχολική πράξη οφείλουμε αν μη τι άλλο να το συνειδητοποιήσουμε.
 
Χρήση στην Τάξη
Στην τάξη, μπορούμε στο μάθημα της Γλώσσας να ασχοληθούμε με τα σημεία στίξης και συγκεκριμένα τα ενωτικά, μια και στο κείμενο χρησιμοποιούνται σε λέξεις όπως κυρα-Μαριώ και Πονηρο-κολέγιο. Επίσης, θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε τις παρακάτω έμμετρες αποδόσεις των δύο αισώπειων μύθων που αναφέρονται στην ιστορία, αξιοποιώντας τες στην ορθογραφία, ζωγραφίζοντας ή δραματοποιώντας τα μέρη που θα μας εμπνεύσουν.

Το κοράκι και η αλεπού, σε απόδοση Ι.Ν. Κυριαζή από τη σελίδα του 100 μύθοι του Αισώπου
Κομμάτι κρέας κρέμονταν σε κορακιού το στόμα
που μια αλεπού το ζήλεψε κοιτώντας το απ’ το χώμα.
Τον κόρακα κολάκεψε για τη μεγαλοσύνη·
και βασιλέας των πουλιών μπορούσε, είπε, να γίνει
αρκεί να είχε και φωνή καλή να τραγουδήσει.
Κι ο κόρακας την αλεπού δοκίμασε να πείσει.
Κι όπως αφήνει ο καψερός το κρέας του, να κράξει,
τα καταφέρνει η πονηρή τη λιχουδιά ν’ αρπάξει.
Και πριν να φάει τη λεία της, του είπε την αλήθεια
που από βόλι πιότερο του πλήγωσε τα στήθια:
« Όλα θα τα ’χες κόρακα, τίποτε να ζηλεύεις,
αν αποκτούσες και μυαλό· γι’ αυτό δε βασιλεύεις ».

Η αλεπού γιατρός, σε απόδοση Μιχ. Δ. Στασινόπουλου, από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Στα κλωσσοπούλια έπεσε γρίππη,
θέλουν γιατρό, μα γιατρός λείπει.
Το ’μαθε η Αλούπω η κυρά
και τα λυπήθηκε βαριά.
– Τα γιατρικά μου θα μαζέψω,
και τρέχω ευθύς να τα γιατρέψω.
– Πώς είστε, ορνίθια μου καλά,
τι νιώθετε, πού σας πονά;
Και της απάντησαν και κείνα:
– Είμαστε μια χαρά και φίνα.
Και θα ’μαστε και πιο καλά,
αν μας αδειάσεις τη γωνιά.


Όσοι επιμένουν στη ζωγραφική και αγαπούν τους ήρωες του Disney, μπορούν εδώ να βρουν οδηγίες για το πώς θα σχεδιάσουν τους πρωταγωνιστές της ταινίας The Fox and the Hound.
Η πρώτη γνωριμία μεταξύ Todd και Copper (πηγή)

Share/Bookmark

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Η φωτιά που δε σβήνει

Υπόθεση
Στην Ηλιούπολη της Συρίας, γεννιέται κάπου στο 620 μ.Χ. ο Καλλίνικος, γιος του Αρέτα και της Αυτονόης. Από παιδί δείχνει εξυπνάδα, περιέργεια και ιδιαίτερη έφεση στις κατασκευές. Η φωτιά τον συναρπάζει και περνάει ώρες προσπαθώντας να καταλάβει τη σχέση της με το νερό. Μετά από ένα άτυχο πείραμα που κατακαίει το κτήμα της οικογένειάς του, ο πατέρας του τον στέλνει μαθητευόμενο στον Παίονα, δίπλα στον οποίο θα μάθει την τέχνη της ναυπηγικής. Όταν οι Άραβες καταλαμβάνουν την πόλη του, ο 17χρονος πλέον Κάλλης πουλιέται σκλάβος και καταλήγει βοηθός μάγειρα σε μια μεγάλη έπαυλη πέρα από την έρημο. Εκεί θα γνωρίσει τη Δανάη, μια Ελληνίδα από την Αλεξάνδρεια και θα αρχίσει να πειραματίζεται με υλικά όπως η νάφθα και το πετρέλαιο. Λίγο πριν απελευθερωθεί, βρίσκει τυχαία μια περγαμηνή με τη συνταγή για το άσβεστον πυρ. Επιστρέφοντας στον τόπο του κληρονομεί το ναυπηγείο, υποχρεώνεται όμως σύντομα να διαφύγει για την ελεύθερη Αμμόχωστο. Όταν η αραβική λαίλαπα καταπίνει και την Κύπρο, ο Καλλίνικος μεταναστεύει στη Σμύρνη και στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη, όπου η φήμη για την τέχνη του έχει ήδη φτάσει στα αφτιά του αυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος Δ' Πωγωνάτος τον δέχεται σε ακρόαση και του αναθέτει τον εκσυγχρονισμό του βυζαντινού στόλου. Έτσι, όταν στα 678 μ.Χ. οι Άραβες επιχειρούν να καταλάβουν τη Βασιλεύουσα, τους περιμένει μια μεγάλη έκπληξη.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καστανιώτης
Συγγραφέας: Χάρης Σακελλαρίου
Εικονογράφηση: Στάθης Σταυρόπουλος
ISBN: 978-960-03-0156-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 1985 (επανέκδοση 2011)
Σελίδες: 120
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'

Κριτική
Βραβευμένο διήγημα ιστορικής μυθοπλασίας που μας ταξιδεύει στους «σκοτεινούς αιώνες» της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Με απλότητα, σαφήνεια και βασιζόμενος περισσότερο στην αφηγηματική του δεινότητα παρά στις -έτσι κι αλλιώς ελάχιστες- ιστορικές πληροφορίες, ο Χάρης Σακελλαρίου μας προσφέρει ένα κείμενο όμορφο και ταυτόχρονα ωφέλιμο, μια ιστορία που χαίρεται κανείς να διαβάζει. Μέσα από 14 μικρά κεφάλαια (έκτασης 4-14 σελίδων) και με αμείωτη ροή στην πλοκή, παρακολουθούμε τη ζωή του ήρωα και ταυτιζόμαστε αβίαστα με την οπτική του. Συμπάσχουμε μαζί του και νιώθουμε την αγωνία των κατοίκων των ανατολικών επαρχιών της αυτοκρατορίας, καθώς ο αραβικός κλοιός τους περισφίγγει. Διατηρώντας ήπιους τόνους και ξετυλίγοντας το νήμα ενός ενδιαφέροντα μύθου, το βιβλίο αυτό παρά τα 30 του χρόνια μπορεί να «μιλήσει» και στους σύγχρονους αναγνώστες. Το προτείνουμε λοιπόν ανεπιφύλακτα στους μαθητές των μεσαίων και μεγαλύτερων τάξεων του Δημοτικού και πιστεύουμε πως οι λάτρεις της ιστορικής περιπέτειας θα το βάλουν στην καρδιά τους.

  • Συναρπαστική ιστορία εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα
  • Στοιχεία για την καθημερινότητα στη βυζαντινή εποχή
  • Ενδιαφέρων πρωταγωνιστικός χαρακτήρας 
  • Λιτή λογοτεχνικότητα, ήπιοι τόνοι, αποφυγή εύκολων λύσεων


  • Απουσία βιβλιογραφίας, λεξιλογίου, βοηθητικού χάρτη

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Επιστήμη - Τεχνολογία, Οικογένεια, Εκπαίδευση, Επιμονή, Δουλεία, Φωτιά

Εικονογράφηση
Συναντάμε περίπου δέκα ασπρόμαυρες ζωγραφιές του σκιτσογράφου Στάθη, που μπορεί να μην προσθέτουν ιδιαίτερη αξία στο έργο, εκπληρώνουν όμως τον συνοδευτικό τους ρόλο και είναι σίγουρα εντός κλίματος.
Απόσπασμα
Σε δύο βδομάδες η πληγή στο μάγουλο του Κάλλη έκλεισε. Κι έβγαλε πια τώρα το μαντίλι. Ήταν όμως το μάγουλό του αυτό, το αριστερό, ακόμα κοκκινωπό, με μιαν επιδερμίδα λεπτή και γυαλιστερή.

- Πήγες να σημαδευτείς, του έλεγε ο πατέρας του. Τον πήρε έν’ απόβραδο που σχόλασε κάπως νωρίς απ’ τη δουλειά του και τράβηξαν κατά το ναυπηγείο. Βρισκόταν στην άκρη της πόλης το ναυπηγείο και ήταν τριγυρισμένο ολόγυρα από ψηλό τοίχο.

Μπήκαν μέσα από τη μεγάλη φαρδιά του πύλη. Ένας κόσμος αλλιώτικος βρισκόταν πίσω απ’ αυτό τον τοίχο: κάθε είδους ξύλα, άλλα ακόμη άκοπα κι απελέκητα, έτσι όπως ήρθαν από τα κοντινά ρουμάνια και τα περιβόλια, άλλα πελεκημένα ή πριονισμένα κατά το σχέδιο που είχε βάλει με το νου του ο αρχιτεχνίτης, ο πρωτομάστορας του ναυπηγείου, βαλμένα τα πιο πολλά σε στοίβες και ντάνες, αλλά και πεταμένα αρκετά εδώ κι εκεί σαν ξεχασμένα ή παραπεταμένα. Και πελεκούδια και σκοινιά αφημένα στους διαδρόμους και στις γωνίες, και μια μυρουδιά από ρετσίνι και πίσσα, που σου κεντούσε επίμονα τα ρουθούνια.

Και να, σκαριά καραβιών κοντά στη θάλασσα, άλλα μισοτελειωμένα κι άλλα μόλις αρχινισμένα, Κι ένα καράβι εκεί στη μέση, μεγάλο, έτοιμο, με το κερατάριον και τα ιστία του, με τα κουπιά και το δοιάκι του, έτοιμο να ξεκινήσει.

Κι ανάμεσα εκεί ο κόσμος ο ζωντανός του ναυπηγείου, τεχνίτες και βοηθοί, άλλοι μ’ εργαλεία στα χέρια κι άλλοι δίπλα τους να βοηθούν, να κουβαλούν μαδέρια, σανίδες ή δοκάρια, ή να στηρίζουν κάποιο ξύλο με τα δυνατά τους μπράτσα. Κι όλοι δοσμένοι, αφοσιωμένοι στη δουλειά τους, που αυτή την ώρα βρισκόταν στο τέλος της.

Μα ο πρωτομάστορας δε φαινόταν. Ο Αρέτας πλησίασε έναν τεχνίτη και τον ρώτησε:

- Εδώ είναι ο πρωτομάστορας;

- Ναι, εδώ είναι, του απάντησε κουρασμένα εκείνος. Και σηκώνοντας το κεφάλι και δείχνοντας κατά το μεγάλο καινούριο καράβι, του λέει:

- Να τος.

Αλήθεια, ο πρωτομάστορας ανέβηκε κείνη τη στιγμή πάνω στην πρύμη του μεγάλου καραβιού. Κρατούσε στα χέρια του ένα μεγάλο ξύλινο πήχη. Τον σήκωσε ψηλά κι ακούστηκε να λέει με φωνή δυνατή, για να τον ακούσουν οι πιο πολλοί μέσα στο ναυπηγείο.

- Τέλος για σήμερα!... Αύριο πάλι…

Ήταν ζεστή και καλοσυνάτη η φωνή του πρωτομάστορα κι αυτό έδωσε κάποιο θάρρος στον Κάλλη. Το καταλάβαινε πως όλος αυτός ο κόσμος εκεί μέσα, τεχνίτες και βοηθοί, απ’ αυτόν έπαιρναν οδηγίες κι ό, τι αυτός πρόσταζε αυτό και γινόταν. Και το έβλεπε πως σε λίγο, αν το θελήσει, βέβαια, θα μπει κι αυτός στη δούλεψή του και θα γίνει ένας απ’ αυτούς τους εργάτες και βοηθούς ή και τους τεχνίτες του ναυπηγείου.

Σε λίγο το ναυπηγείο άδειασε. Τεχνίτες κι εργάτες και βοηθοί, αφού έβαλαν τα εργαλεία τους στην αποθήκη, βγήκαν από την πύλη και τράβηξαν για τα σπίτια τους. Έμειναν οι δυο φύλακες, που κοίταζαν να ταχτοποιήσουν όσο μπορούσαν καλύτερα τα διάφορα σκόρπια μικροπράγματα του ναυπηγείου.

Ο πρωτομάστορας κατέβηκε απ’ το καράβι κι ήρθε κοντά τους. Γνωρίζονταν με τον πατέρα του Κάλλη και πολλές φορές τον καλούσε να του κάνει καμιά δουλειά.

- Τι έχουμε; τον ρώτησε.

- Έχουμε παιδιά κι υποχρεώσεις, του απάντησε ο Αρέτας.

- Και τούτος δικός σου είναι;

- Το στερνοπαίδι. Και λέω να τον βάλω κάπου κι αυτόν, να μάθει καμιά τέχνη, να γλιτώσει λίγο απ’ το δικό μου τον παιδεμό.

- Τέχνη…

Ο πρωτομάστορας κοίταξε για μια στιγμή ολόγυρα.

- Ακύλα! φώναξε σ’ έναν από τους φύλακες. Σβήσε εντελώς τη φωτιά και σκέπασε το κατράμι.

Ύστερα περιεργάστηκε τον Κάλλη. Άπλωσε το χέρι και του χάιδεψε το σγουρό κεφάλι.

- Ώστε τέχνη, λοιπόν…

Ύστερα πρόσεξε το μάγουλό του.

- Εδώ τι πάθαμε;

- Μια μικρή κακοτυχιά. Καλά που δεν έπαθε κάνα κακό πιο μεγάλο… Πήρε φωτιά το περιβόλι. Άσ’ τα. Τέλος πάντων… Γι’ αυτό είπα: μακριά από τη φωτιά! Είναι θεριό ανήμερο. Τράβα εκεί που ξέρεις πως έχεις δίπλα σου το νερό. Δεν μπορείς να την πολεμήσεις αλλιώς, βουτάς μέσα και γλιτώνεις.

- Μα κι αυτή είναι θεριό και σε πνίγει.

- Το ξέρω. Και ξέρω ακόμα πως δεν έχει μπέσα αλλά, τέλος πάντων, είναι κάτι αλλιώτικο… Λοιπόν, είπα να τον φέρω εδώ, κοντά σου, κοντά στη θάλασσα, να της φτιάνει στολίδια, καράβια και κάθε λογής πλεούμενα, και να την καλοπιάνει, κι έτσι και από τη μια να γλιτώνει και με την άλλη να τα ‘χει καλά.

- Μα κι εδώ έχουμε να κάνουμε με τη φωτιά. Ψήνουμε τα ξύλα, τα μαλακώνουμε βράζουμε πίσσα και κατράμι για καλαφάτισμα…

- Παίρνετε τα μέτρα σας όμως…

- Ναι, ναι, βέβαια. Ώστε… ναυπηγός. Μα θέλει μπράτσα γερά και πλάτες και μάτι να κόβει…

- Όσο γι’ αυτό το τελευταία, να μου το θυμηθείς πως δε θα το μετανιώσεις. Αν πάλι δεις πως δε σου κάνει, στείλε μού τον πίσω. Κάπου θα τον βολέψω.

- Καλά, καλά… Από Δευτέρα μπορεί να ‘ρθει…

Κι ο πρωτομάστορας χτύπησε ελαφρά, χαϊδευτικά τον Κάλλη στις πλάτες και τους ξεπροβόδισε και τους δυο ως την έξοδο. Ο φύλακας έκλεισε πίσω τους τη διπλή φαρδιά πύλη. Κίνησαν για το σπίτι. Είχε πια αρχίσει να σκοτεινιάζει.

Η Δευτέρα ήρθε γρήγορα. Πρωί πρωί, απάνω που έπαιρνε να γλυκοχαράξει, ο Κάλλης αισθάνθηκε κάτι να τον σκουντά. Άνοιξε τα μάτια. Ήταν ακόμα σκοτεινά μες στο δώμα και δεν κατάλαβε ποιος τον σκουντούσε. Μα ένιωσε αμέσως κοντά στο μάγουλό του τη ζεστή ανάσα της μητέρας του κι άκουσε σιγανή, απαλή τη φωνή της:

- Σήκω Κάλλη… Σήκω, παιδί μου… Ο πατέρας σου σε περιμένει.

Έτριψε τα μάτια και πετάχτηκε αμέσως πάνω. Ετοιμάστηκε γρήγορα, ήπιε λίγο ζεστό γάλα και ξεκίνησε. Η μητέρα του τον σταμάτησε στην πόρτα, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και στα δυο μάγουλα και τον ξεπροβόδισε λέγοντάς του:

- Με την ευχή μου, παιδί μου. Κι ο Θεός μαζί σου.

Κι ο Κάλλης πήρε το δρόμο για το ναυπηγείο πλάι στον πατέρα του, που περπατούσε σιωπηλός. Η πρωινή δροσιά του χάιδευε το πρόσωπο, έμπαινε στο στήθος του, τον γέμιζε με μιαν αλλιώτικη χαρά. Μια νέα ζωή άρχιζε γι’ αυτόν.
Σχόλιο
Όπως αναφέρουμε και πιο πάνω, το έργο βασίζεται περισσότερο στη μυθοπλαστική δεινότητα του συγγραφέα και λιγότερο στα γεγονότα που παραδίδονται από τις πηγές. Κάποια από τα ελάχιστα στοιχεία που γνωρίζουμε σήμερα για τον Καλλίνικο, αντλούνται από τον Θεοφάνη τον Ομολογητή. Στην εικόνα που ακολουθεί, τονίζεται με κίτρινο χρώμα μια σχετική παράγραφος από τη Χρονογραφία του.
https://play.google.com/books/reader?id=PyIAAAAAYAAJ&printsec=frontcover&output=reader&authuser=0&hl=el&pg=GBS.PA542
Απόσπασμα για τον Καλλίνικο από τη Χρονογραφία του Θεοφάνη του Ομολογητή

Στο απόσπασμα που παραθέτουμε από το βιβλίο, αναφέρεται ότι το ναυπηγείο όπου ο πατέρας Αρέτας οδήγησε τον Καλλίνικο ένα απόγευμα μετά τη δουλειά, ήταν στην άκρη της πόλης. Αυτό θα ήταν αδύνατο να έχει συμβεί στην πραγματικότητα, καθώς η Ηλιούπολη της Κοίλης Συρίας (σημερινό Baalbek του Λιβάνου) δεν ήταν πόλη παραθαλάσσια. Για του λόγου το αληθές μπορείτε να συμβουλευτείτε στη wikimapia τη θέση των αρχαίων ερειπίων της ή να κοιτάξετε τον χάρτη που ακολουθεί. Η απόσταση της πόλης σε ευθεία από την κοντινότερη θάλασσα (جونيه ή Jounieh Bay) είναι 51,7 χλμ και περνάει από υψίπεδα και ερήμους.
Η σύνθεση του υγρού πυρός παραμένει ένα μυστήριο για τους σύγχρονους μελετητές, καθώς η συνταγή για την κατασκευή του χάθηκε μέσα στους αιώνες. Μια πλήρη παρουσίαση για την ιστορία και τη χρήση του, μπορείτε να διαβάσετε εδώ ενώ σε αυτό το βιβλίο του Παντελή Καρύκα το βρίσκουμε να εντάσσεται σε μια γενικότερη παρουσίαση των "μυστικών" όπλων της αρχαίας και βυζαντινής τεχνολογίας. Η θαυματουργή φόρμουλα του Καλλίνικου έσωσε σε πολλές περιστάσεις το Βυζάντιο από τις επιθέσεις Αράβων και Ρώσων, ενώ φαίνεται πως η τελευταία φορά που χρησιμοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη ήταν από τον Φραγκίσκο Φλαντανέλα λίγες μέρες πριν την άλωση· η παραγωγή του ωστόσο σε κείνα τα χρόνια ήταν πια περιορισμένη, καθώς η απώλεια των ανατολικών επαρχιών είχε στερήσει το βυζαντινό ναυτικό από τις απαραίτητες πρώτες ύλες. 

Οι περισσότεροι ξένοι συγγραφείς (όπως ο J.R. Partington) το αναφέρουν ως greek fire, ταυτίζοντάς το με διάφορα άλλα εύφλεκτα σκευάσματα της εποχής, τα οποία χρησιμοποιούσαν στόλοι όπως ο Αραβικός ή ο Ινδικός. Το ότι αντίστοιχα υλικά ήταν ήδη γνωστά σε λαούς της ανατολής, οδηγεί στην υπόθεση ότι η τελειοποίηση του υγρού πυρός από τον Καλλίνικο (που όπως διαβάζουμε σε άρθρο του Γεωργίου Τσούτσου το έκανε άσβεστο) δεν μπορεί να άλλαξε σημαντικά τα δεδομένα στον ναυτικό αγώνα. 

Ένα ολιγόλεπτο βίντεο για το υγρό πυρ μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ, ενώ μια σχετική παρουσίαση για την τάξη μπορείτε να βρείτε εδώ. Περισσότερες πληροφορίες για το βυζαντινό ναυτικό γενικότερα θα διαβάσετε στη σελίδα της ψηφιακής τάξης απ' όπου και η εικόνα του χελάνδιου που ακολουθεί. Μια εμπεριστατωμένη επιστημονική ομιλία με θέμα Byzantium and the Sea: Archaeological and Iconographic Evidence for Maritime Activities in the Byzantine Era θα δοθεί από την Δρ. Κατερίνα Δελλαπόρτα αύριο 16 Απριλίου και ώρα 19.00 στην Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή (Παρθενώνος 14, Κουκάκι).

Χρήση στην Τάξη
Στη σελίδα 77 ο Καλλίνικος βρίσκει μια μικρή περγαμηνή από μαλακό γκριζόασπρο δέρμα, τυλιγμένη κυλινδρικά. Τα μάτια του αστράφτουν. Η περγαμηνή είναι γραμμένη στα ελληνικά. Η καρδιά του φτεροκοπάει. Ω, ναι, είναι μια άλλη φωνή τούτη εδώ, μια φωνή που έρχεται απ' τα βάθη της φυλής του. Τη γνωρίζει, την έχει μάθει εκεί στη μακρινή πατρίδα του, την Ηλιούπολη. Δεν αισθάνεται πια χαμένος στην άβυσσο. Του παραστέκουν όλοι οι πρόγονοι κι όσοι απ' τους συμπατριώτες του ζουν. Πιάνει με λαχτάρα να τη διαβάσει. Αφού η σκηνή αποδοθεί με παντομίμα, θα μπορούσε να τροφοδοτήσει μια συζήτηση για την συναισθηματική αξία που ένα μικρό σημείωμα είναι δυνατόν να έχει για έναν μετανάστη. Πώς νιώθουν άραγε τα παιδιά της τάξης που κατάγονται από άλλες χώρες όταν διαβάζουν κάποιο κείμενο στη μητρική τους γλώσσα; Οι φίλοι των κατασκευών, μπορούν να δημιουργήσουν μικρές περγαμηνές κιτρινίζοντας χαρτί και καίγοντας τις άκρες του για να φαίνεται πολυκαιρισμένο. 

Να μην ξεχνάμε επίσης, ότι η γραφή αποτελεί τον κώδικα που κάνει τη διαφορά για τους ανθρώπους, μεταφέροντας απίστευτο όγκο πληροφοριών και εμπειριών από τη μία γενιά στην άλλη. Το συγκεκριμένο σημείωμα που αναφέρεται στο παραπάνω απόσπασμα περιείχε πληροφορίες για το άσβεστον πυρ με την υπογραφή του Πρόκλου, του Αθηναίου φιλοσόφου που (επί Αναστασίου Α') εφηύρε τα θαλάσσια φλογοβόλα για να αντιμετωπίσει το 515 μ.Χ. τον στόλο του στασιαστή Βιταλιανού. 
Περγαμηνή (πηγή)

Στη σελ. 14 του βιβλίου, ο μικρός Κάλλης στέλνεται με χίλιες θυσίες σε έναν γραμματιστή για να μορφωθεί. Όμως η δημιουργική του σκέψη (χάρη στην οποία επινοεί έναν νέο τρόπο να σβήνει το αβάκιο με τη γλυφίδα) «ανταμείβεται» με δύο ξυλιές σε κάθε χέρι! Σχετικά με την σωματική βία που ασκούσαν οι εκπαιδευτές στο Βυζάντιο, διαβάζουμε εδώ (σ.24) ότι τα ραπίσματα στα παιδιά όχι απλώς θεωρούνταν φυσιολογικά, αλλά συνοδεύονταν και από μαστίγωμα(!), φτύσιμο, τράβηγμα μαλλιών, μουτζούρωμα με μελάνι, κ.ά. Συχνά η σκληρότητα και η αυστηρότητα ενός δασκάλου συνιστούσε την καλύτερη διαφήμιση και λειτουργούσε υπέρ του στις προτιμήσεις των γονέων! Μπορούν άραγε οι μαθητές μας να γράψουν στην παραπάνω περγαμηνή μια χιουμοριστική διαφήμιση δασκάλου της Βυζαντινής εποχής;
Το σχολείο στο Βυζάντιο (πηγή)
Στο μάθημα των Θρησκευτικών, θα μπορούσαμε να κάνουμε συζήτηση γύρω από το ζήτημα της δουλείας, που ο συγγραφέας έχει θίξει σε πολλά έργα του. Ποια είναι άραγε τα συναισθήματα του ανθρώπου που ξεριζώνεται από την πατρίδα του για να βρεθεί σκλάβος σε κάποιον ξένο τόπο;  Μια και λίγες μόλις μέρες έχουν περάσει από την 25η Μαρτίου, ίσως μπορούμε να αντλήσουμε κάποια στοιχεία από μια επιστολή του Αυστριακού πρεσβευτή Άντον Πρόκες φον Όστεν που μιλάει για ένα ταξίδι του στην Αίγυπτο την άνοιξη του 1827:

Στις 12 Μαρτίου πήγα έφιππος στο Μπούλακ, το κάτω λιμάνι του Καΐρου, για να αναχωρήσω με το πλοίο (...) Απέναντί μου, στη γωνιά της πύλης ενός καφενείου, καθόταν σταυροπόδι μια κοπελίτσα, δίπλα σ' έναν γέροντα Τούρκο που κάπνιζε το τσιμπούκι του, βουβός και με το βλέμμα ριγμένο μπροστά του. Παράγγειλα ένα φλυτζάνι καφέ και η ματιά μου έπεσε πάνω στο κοριτσάκι που με ατένιζε με τα μεγάλα, μαύρα μάτια του. Παρατήρησα πως δεν ήταν πια παιδάκια παρά ένα κοριτσόπουλο 16 ή 17 χρονών. Το λευκό χρώμα του προσώπου του, η έκφραση των ματιών, ο τρόπος των κινήσεων και η συμπεριφορά του μ' έκαναν να μαντέψω πως ήταν Ελληνίδα. 
- «Είναι η σκλάβα σου;» ρώτησα τον γέρο
- «Ναι!»
- «Την πουλάς;»
- «Ναι». 
- «Από ποια χώρα είναι;»
- «Από το Μεσολόγγι», απάντησε η κοπελίτσα και σηκώθηκε. 

Είχε ένα αρχοντικό παράστημα που έδειχνε ότι είχε υποφέρει, αλλά ή νιότη της είχε ξεπεράσει τις στενοχώριες και την κακομεταχείριση. 

- «Είναι γερό παιδί», είπε ο γέρος. «Την έφεραν πριν από λίγο από το Μεσολόγγι, την πηγαίνω στο παζάρι στο Ταντάμπ. Δωσ' μου πέντε πουγκιά, και την παίρνεις.»
-«Πέντε πουγκιά;» απάντησα. «Τι είν' αυτά που λες; Κατέβασ' την τιμή!»

Είχα μόνο 100 τάληρα και το ταξίδι απλήρωτο για την Αλεξάνδρεια, αλλά ήμουν αποφασισμένος να πληρώσω το ποσό που ζητούσε. 

- «Αγόρασέ με», μου είπε στα ελληνικά το κορίτσι και τα δάκρυα φάνηκαν στα φωτεινά της μάτια. 
- «Μια τελευταία λέξη», φώναξα στον γέρο. «Σου δίνω 100 τάληρα και μάλιστα αμέσως. Θα μου αφήσεις το κορίτσι με τα ρούχα που φοράει»

Ο γέρος σιωπούσε.

- «Κράτα και τα ρούχα, αν σ' ενδιαφέρουν. Δεν αξίζουν ούτε 20 πιάστρα», είπα. 
Ο γέρος έμενε ανένδοτος. Το κορίτσι έκλαιγε και δεν ήθελε να μ' αφήσει. Οι ναύτες φώναζαν και σήκωναν άγκυρα. Έπεσα πάνω στο χαλί στην κάμαρά μου κι όλη τη νύχτα στεκόταν μπροστά στην ψυχή  μου η ευγενική μορφή της Μεσολογγιτοπούλας μ' ένα αδυσώπητο κατηγορώ.


Share/Bookmark

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Τα Τζιμάνια (1): Υπόθεση από άλλο πλανήτη

Υπόθεση
Στο κοτέτσι της κυρίας Μπάρμπαρα ζουν τέσσερα χνουδωτά κοτόπουλα που τους αρέσει να λύνουν μυστήρια. Όταν ο σκίουρος Ουράς τρέχει κοντά τους για βοήθεια, είναι υπερβολικά πανικόβλητος για να τους εξηγήσει τι ακριβώς τον κυνηγάει. Με πολλή δυσκολία καταφέρνουν να συνεννοηθούν μαζί του... καταλήγοντας ότι το μεγάλο, απειλητικό και στρογγυλό αντικείμενο αγνώστου ταυτότητας που τον κατατρόμαξε είναι ένας ιπτάμενος δίσκος! Γιατί άραγε να πάρκαραν οι εξωγήινοι στην αυλή τους; Η Ζαχαρένια, εγκέφαλος της παρέας, οργανώνει μια καταδρομική επιχείρηση εναντίον των εισβολέων, στην οποία συμμετέχουν όλοι... μέχρι και ο Τζέι Τζέι, ο σκύλος φύλακας του σπιτιού. Θα καταφέρουν τα Τζιμάνια να σώσουν τον πλανήτη;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Παπαδόπουλος
Συγγραφέας: Doreen Cronin
Μετάφραση: Φίλιππος Μανδηλαράς
Εικονογράφηση: Kevin Cronell
ISBN: 978-960-569-274-2
Τίτλος πρωτοτύπου: The Chicken Squad
Έτος 1ης Έκδοσης: 2014
Σελίδες: 96
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β', Γ', Δ'
Ιστότοπος της σειράς εδώ (στα αγγλικά)
Διαβάστε δωρεάν το πρώτο κεφάλαιο εδώ (στα ελληνικά)

Κριτική
Χιουμοριστική μίνι περιπέτεια για τους φίλους των κατοικιδίων που αναζητούν ψυχαγωγία. Με γλώσσα απλή και ζωντανή, γρήγορους ρυθμούς και διαλόγους που θυμίζουν κινούμενα σχέδια το βιβλίο φαίνεται να κερδίζει εύκολα τους μικρούς αναγνώστες. Η μετάφραση είναι αρκετά καλή, δεν εμποδίζει τη ροή του κειμένου και διατηρεί τη φρεσκάδα του πρωτοτύπου, ενώ μας μεταφέρει και τα πνευματώδη σχόλια των κοτόπουλων (βλ. σχόλιο για τις 50 αποχρώσεις του γκρι στο απόσπασμα). Η πλοκή χωρίζεται σε δέκα κεφάλαια περιορισμένης έκτασης (3-8 σελίδων το καθένα) που αιχμαλωτίζουν το ενδιαφέρον μας άλλοτε μέσα από αστεία περιστατικά και άλλοτε με σκηνές γεμάτες δράση. Η δυναμική, ασπρόμαυρη εικονογράφηση αποδίδει το κινηματογραφικό ύφος με άριστο τρόπο, ενώ σε ό,τι αφορά την παρέα των τεσσάρων πρωταγωνιστών, παραπέμπει λίγο σε Angry Birds. Το προτείνουμε σε μαθητές των μικρών και μεσαίων τάξεων του Δημοτικού που αναζητούν κάτι ευχάριστο για την περίοδο των πασχαλινών γιορτών.

  • Ψυχαγωγικό, χαριτωμένο, με καρτουνίστικο χιούμορ
  • Γρήγοροι ρυθμοί, ξεκούραστη ανάγνωση
  • Προβάλλεται ο διάλογος, η συνεργασία, η αξία των γνώσεων

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Ζωοφιλία, Συνεργασία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν τα Τζιμάνια οργανώνονται για να επιτεθούν στο σκάφος των άγνωστων εισβολέων!

Εικονογράφηση
Ασπρόμαυρη, δυναμική και σε απόλυτη αρμονία με το καρτουνίστικο στιλ του κειμένου, η πυκνή (με τουλάχιστον μια μεγάλη ζωγραφιά σε κάθε δεύτερη σελίδα) εικονογράφηση κατέχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην αισθητική του βιβλίου. Επιπλέον, το ότι οι κεντρικοί πρωταγωνιστές θυμίζουν αρκετά τα Angry Birds, βοηθάει τα παιδιά να αισθανθούν άμεσα τους χαρακτήρες οικείους.

Απόσπασμα
«Είσαι πολύ ευαίσθητος» παρατήρησε η Ζαχαρένια. Ο Ουράς είχε συνέλθει αλλά τα μάτια του ήταν βαριά, ενώ το χρώμα του δεν ήταν καθόλου καλό.

«Δε μου λες, Σβούρα, πώς θα ονόμαζες αυτή την απόχρωση του γκρι;» ρώτησε η Ζαχαρένια.

«Άσε με τώρα» είπε η Σβούρα. «Έχουμε πολύ πιο σοβαρά πράγματα να κάνουμε» είπε και κοίταξε εξεταστικά τον σκίουρο.

«Δε νομίζω» απάντησε η Ζαχαρένια.

«Ίσως και να ‘χεις δίκιο». Η Σβούρα άφησε κάτω το μπλοκάκι της και πήρε το μεγάλο κουτί με τις μπογιές. «Είναι κάτι μεταξύ του γκρι που έχει ο γκρίζος λύκος και αυτού που έχει ο μανάτος. Δεν είναι φυσιολογικό γκρι. Θα έλεγα ότι είναι το γκρι που παίρνει κάποιος όταν φοβάται ότι θα ξαναλιποθυμήσει».

«Τότε να το ονομάσουμε γκρίζο του φοβισμένου σκίουρου» είπε η Ζαχαρένια.

«Ωραία ιδέα» είπε η Σβούρα. «Μου αρέσει».

«Τέλεια» είπε η Ζαχαρένια. «Έλα όμως τώρα να κάνουμε καμιά δουλειά».

«Το σκυλί έφυγε;» ρώτησε ο Ουράς. Όλο του το σώμα ταραζόταν από σπασμούς. «Το σκυλί ΕΦΥΓΕ; ΕΦΥΓΕ ΤΟ ΣΚΥΛΙ;»

«Άκου, φίλε» είπε η Ζαχαρένια. «Ο Τζέι Τζέι δεν έχει καμία πρόθεση να σε πιάσει. Ποτέ του δεν είχε. Αν ήθελε να σε πιάσει, θα το είχε κάνει εδώ και καιρό και θα σε είχε πετάξει έξω από το φράχτη σαν τρύπια κάλτσα. Σε κυνηγάει για πλάκα. Για να περάσει την ώρα του».

«Δε σε πιστεύω» είπε ο Ουράς.

«Όπως νομίζεις» απάντησε η Ζαχαρένια. «Αν θέλεις να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου νιώθοντας κυνηγημένος, εγώ δεν έχω πρόβλημα».

«Μήπως το μεγάλο απειλητικό αντικείμενο που είδες έμοιαζε με ρόμβο;» ρώτησε η Σβούρα με το μπλοκάκι της στο χέρι.

«Εδώ ο Ουράς δεν μπορεί να ξεχωρίσει τον κύκλο από το τρίγωνο, κι εσύ ξεκινάς από τον ρόμβο;»

«Εσύ ξέρεις ποιος είναι ο ρόμβος, Ζαχαρένια;» ρώτησε η Σβούρα.

«Όχι» απάντησε η Ζαχαρένια, «κι ούτε θέλω να ξέρω».

«Ένας ρόμβος είναι κάπως έτσι». Η Σβούρα σχεδίασε κάτι σαν διαμάντι στο μπλοκάκι της.

«Κοίτα να δεις – δεν είμαι κανένας φοβητσιάρης εγώ!» είπε ο Ουράς. «Είμαι γενναίος, κι οι γενναίοι σκίουροι δε φοβούνται τα διαμάντια!»

«Εντάξει…» είπε η Σβούρα. «Τότε μήπως είχε τριγωνικό σχήμα;»

Σκίτσαρε στα γρήγορα ένα τρίγωνο και το έδειξε στον Ουρά.

«Μπορεί» απάντησε αυτός. «Δεν είμαι σίγουρος».

«Ακολούθα με!» είπε η Ζαχαρένια και προχώρησε προς το κοτέτσι.

«Γλύκα» φώναξε όταν μπήκαν μέσα. «Βγες λιγάκι να σε δούμε!»

Η Γλύκα έβγαλε το κεφάλι της από το παπούτσι. Έτρωγε ένα καρότο.

«Μήπως το μεγάλο και απειλητικό αντικείμενο ήταν κάπως έτσι;» ρώτησε η Ζαχαρένια.

«Τα μεγάλα και απειλητικά αντικείμενα δεν έχουν σχήμα καρότου» είπε ο Ουράς.

«Δε μιλάω για το καρότο, φίλε» είπε η Ζαχαρένια. «Το πρόσωπο της Γλύκας είναι τριγωνικό. μήπως σου θυμίζει κάτι;»

«Όχι. Σίγουρα όχι» είπε ο σκίουρος.

«Θα μας φάει όλη τη μέρα αυτός εδώ» είπε η Ζαχαρένια. «Μήπως να τον στείλουμε στο νηπιαγωγείο να μάθει μερικά σχήματα και μετά να ξανάρθει σε μας; Έχουμε κι άλλα πράγματα να κάνουμε…»

«Δε νομίζω» απάντησε η Σβούρα και ζωγράφισε κάτι άλλο. «Τι λες γι’ αυτό;»

Ο σκίουρος πήγε να ουρλιάξει αλλά λιποθύμησε πριν καν βγει η φωνή του.

«Ωραία τα κατάφερες, Σβούρα» είπε η Ζαχαρένια.

«Άρα το μεγάλο και απειλητικό αντικείμενο στην αυλή μας είναι στρογγυλό σαν κύκλος» είπε η Σβούρα χτυπώντας το μπλοκάκι της με την άκρη του μολυβιού. «Ενδιαφέρον».

«Άρα ο Ουράς φοβάται είτε τον κουβά όπου κάνουν μπάνιο τα πουλιά, είτε τη φουσκωτή πισίνα» συμπέρανε η Ζαχαρένια. Κοίταξε τις σημειώσεις της:

Νευρικός σκίουρος με ικανοποιητικό λεξιλόγιο 
αλλά ελλιπή γνώση σχημάτων φοβάται κάτι που έχει κυκλικό σχήμα στην αυλή.
Επίσης η Σβούρα ανακάλυψε μια νέα απόχρωση του γκρίζου.

«Μπορούμε, σας παρακαλώ, να κάνουμε κάτι μ’ αυτόν τον ψόφιο σκίουρο στο καθιστικό μου;» ρώτησε η Μους, η οποία άφησε πεντακάθαρο τον Ψύλλο στο κοτέτσι κι αμέσως μετά βγήκε πάλι έξω. «Αν το ψοφίμι είναι ακόμα εδώ όταν γυρίσω από τον κήπο, θα το κάνω χαλάκι. Δεν αστειεύομαι!».

Σχόλια
Ενδιαφέρον είναι ότι παρά το γενικώς ανάλαφρο (έως πλακατζίδικο) κλίμα που διαμορφώνεται στο βιβλίο, η συγγραφέας καταφέρνει με πολύ ανώδυνο τρόπο να περάσει στους αναγνώστες κάποια αξιόλογα μηνύματα σχετικά με τη χρησιμότητα των γνώσεων και της σωστής έκφρασης. Μετά τη σκηνή με τον σκίουρο, ποιος μπορεί να διαφωνήσει ότι το μάθημα της Γλώσσας μας βοηθάει να επικοινωνούμε καλύτερα με τους φίλους μας;

Οι ιστορίες με αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενα αντικείμενα (ΑΤΙΑ) που χάρη στη ζωηρή φαντασία κάποιων παρατηρητών θεωρήθηκαν εξωγήινα διαστημόπλοια αλλά τελικά ήταν απλώς άσχετα ιπτάμενα αντικείμενα (ΑΙΑ) είναι πάρα πολλές. Σε κάποιες πρόσφατες περιπτώσεις που η αλήθεια έλαμψε, επρόκειτο για εξατμίσεις πυραύλων, φώτα από πλοία, τηλεκατευθυνόμενα αεροπλανάκια, ιπτάμενα οχήματα delivery, μη επανδρωμένα τηλεκατευθυνόμενα αεροσκάφη (drones), κτλ. Μπορούμε με τους μαθητές μας να επινοήσουμε μια ανάλογη ιστορία που κάποιο "εξωγήινο σκάφος" αποδεικνύεται στην πραγματικότητα πως είναι κάτι ανώδυνο;
Χρήση στην τάξη
Η ιστορία σχεδόν μας υποχρεώνει να ασχοληθούμε στην τάξη με τα βασικά γεωμετρικά σχήματα, αφού χωρίς τη γνώση τους τα κοτοπουλάκια (σ.36-41) δεν θα είχαν επιτύχει να αποσπάσουν από τον φοβητσιάρη σκίουρο τις απαραίτητες πληροφορίες. Θα καταφέρουν άραγε οι ομάδες των μαθητών μας να σχεδιάσουν στον πίνακα ένα τετράγωνο, ένα τρίγωνο, έναν ρόμβο και έναν κύκλο, αναπαριστώντας τη σκηνή στο κοτέτσι; 

Στο μάθημα της Γλώσσας, μπορούμε να ασχοληθούμε με τα συνώνυμα που δίνει ο σκίουρος  (σελ. 14-17), προσπαθώντας να εξηγήσει αυτό που είδε: ήταν μεγάλο και απειλητικό, τεράστιο και φοβιστικό, πελώριο και τρομακτικό! Αν το ίδιο είχε συμβεί με κάτι μικρό και αξιαγάπητο, πώς θα το περιέγραφε ο πανικόβλητος Ουράς;

Οι αγγλομαθείς εκπαιδευτικοί, μπορούν να μεταφράσουν στα ελληνικά αυτό το τεστ προσωπικότητας για τους μαθητές τους, ώστε να διαπιστώσουν με ποιον από τους 4 ήρωες της παρέας μοιάζουν περισσότερο: Τη Σβούρα (Dirt), τη Ζαχαρένια (Sugar), τον Ψύλλο (Poppy) ή τη Γλύκα (Sweetie);

Στη δική μας τάξη, λόγω των ημερών που πλησίαζαν, ασχοληθήκαμε με την δημιουργία κοτόπουλων από πηλό, πούπουλα και συρματάκια. Η κατασκευή είναι αρκετά απλή και στη συνέχεια μπορούμε με τους πήλινους ηθοποιούς μας να ξαναζωντανέψουμε κάποιους από τους διαλόγους του βιβλίου. Αν προτιμάτε τα πιο απλά μέσα, θα πετύχετε αντίστοιχα αποτελέσματα χρησιμοποιώντας μπαλόνια, χαρτί και λίγο σχοινί, που θα κάνει τα κοτόπουλά σας ιπτάμενα!


Share/Bookmark

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Τα διαμάντια της μαϊμούς

Υπόθεση
Η συλλογή περιέχει πέντε διηγήματα, οι υποθέσεις των οποίων έχουν ως εξής:

Τα διαμάντια της μαϊμούς - Αττική 1835. Ο Κουρτ, Βαυαρός στρατιώτης της ακολουθίας του βασιλιά Όθωνα, έχει πάει για κυνήγι με τον φίλο του Χανς στο Πικέρμι (Μεγάλο Ρέμα). Καθώς κοιμούνται κάτω από μια βελανιδιά, ο Κουρτ, με τη βοήθεια και της ντόπιας ρετσίνας, παρασύρεται σ' ένα παράξενο όνειρο που τον μεταφέρει στο Νεότερο Μειόκαινο (9 έως 6,5 εκατομμύρια χρόνια πριν). Παρατηρεί διάφορα ζώα που την εποχή εκείνη ζούσαν στην περιοχή, δέχεται επίθεση από ύαινες και ταξιδεύει στην πλάτη μιας τεράστιας χελώνας σε μια πεδιάδα, όπου συναντά ακόμα περισσότερα είδη. Όταν ο φίλος του Χανς ξυπνάει, αποκαλύπτεται ότι έχει δει στον ύπνο του τη συνέχεια της ίδιας ιστορίας! Ο Κουρτ παίρνει άδεια και ταξιδεύει πίσω στη Βαυαρία, όπου επισκέπτεται έναν καθηγητή για να του δείξει ένα κόκαλο με "διαμάντια" που απέσπασε από την αττική γη. Πρόκειται άραγε για αληθινό θησαυρό, ή απλώς για άνθρακες;

Τα τσακάλια - Ο μικρός Ρας με τον πατέρα του κυνηγούν στο χιονισμένο νεολιθικό τοπίο μαζί με τους υπόλοιπους άντρες της φυλής. Δυο κοκκινότριχα τσακάλια που έχουν μεγαλώσει με αποφάγια δίπλα στη σπηλιά των ανθρώπων, τους ακολουθούν και τελικά τους βοηθούν να συλλάβουν τη λεία τους.  Ο αρχηγός τα ανταμείβει με δυο κομμάτια από τα θηράματα, κλείνοντας μαζί τους μια σιωπηρή συμφωνία.

Το κορίτσι με τα σαλιγκάρια - Η οικογένεια της 8χρονης Κάτιας έχει μόλις επαναπατριστεί από τη Ρωσία. Η μητέρα της προσπαθεί να την βοηθήσει να προσαρμοστεί στο να ζει σ' ένα στενό δωμάτιο ξενοδοχείου, όμως η μικρή δυσκολεύεται, επειδή της απαγορεύουν να φιλοξενεί κατοικίδια ζώα. Έναν χρόνο αργότερα γράφεται απευθείας στη Δ' τάξη, όμως τα ελληνικά της είναι πολύ φτωχά και προβληματίζεται. Μεγάλη της παρηγοριά ένα κουτί παπουτσιών που έχει μετατρέψει σε πάρκο σαλιγκαριών! Μια και είναι τα μοναδικά ζωάκια που μπορούν να περάσουν απαρατήρητα, δίνει σ' αυτά όλη της την αγάπη. Μια μέρα, γυρίζοντας σπίτι, θα αντιμετωπίσει μια δυσάρεστη έκπληξη...

Το μαύρο σκυλάκι - Ο κ. Κοκκίνης χαρίζει στη Βίκη ένα μαύρο μαλλιαρό κανίς - γκριφόν με το οποίο το κορίτσι δένεται πολύ. Το φροντίζει συνέχεια και του συμπαραστέκεται όταν προσβάλλεται από μόρβα. Το σκυλάκι μεγαλώνει, αλλά μόλις γίνεται 8 μηνών και βγαίνει για πρώτη φορά έξω μόνο του, ένας σαδιστής οδηγός φορτηγού το πατάει με το αυτοκίνητό του. Λίγο καιρό μετά την ταφή του, η Βίκη βλέπει ένα περίεργο όνειρο...

Όταν γεννήθηκε το μαμούθ - Ένας Τουγκούζος κυνηγός ανακαλύπτει παγωμένο μέσα στη στέπα ένα ολόκληρο μαμούθ σε άριστη κατάσταση. Ξεπερνώντας το δέος του, ειδοποιεί τον υπεύθυνο της περιοχής, που με τη σειρά του τηλεφωνεί στην Ακαδημία Επιστημών του Μαγκατάν για να ενημερώσει τους αρμοδίους. Καταφθάνει στο σημείο μια επιστημονική επιτροπή που αναλαμβάνει να το ξεπαγώσει και να το μεταφέρει στο εργαστήριο. Πίσω στο Λένινγκραντ, ο κυτταρολόγος Ορλόφ και ο καθηγητής Ζόριν, θέλουν να χρησιμοποιήσουν ζωντανά κύτταρα του μαμούθ για να το κλωνοποιήσουν. Βρίσκουν μάλιστα μια θηλυκή ελεφαντίνα για να κυοφορήσει το ωάριο. Μετά από 20 μήνες, έρχεται στον κόσμο ένα τερατάκι που μοιάζει με μοεριθήριο. Φαίνεται πως το πείραμα απέτυχε επειδή το κύτταρο του ξεπαγωμένου μαμούθ είχε μειωμένη δύναμη... οι επιστήμονες πρέπει να συνεχίσουν την προσπάθεια!

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Κίρα Σίνου
Εικονογράφηση: Ωρίωνας Αρκομάνης
ISBN: 978-960-04-0011-3
Έτος 1ης Έκδοσης: 1983
Σελίδες: 118
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ'

Κριτική
Βραβευμένη συλλογή διηγημάτων που θεματικά κινούνται σε δύο φαινομενικά παράταιρους άξονες: την προϊστορική πανίδα και την αγάπη κάποιων σύγχρονων παιδιών για τα κατοικίδιά τους. Η γλώσσα γραφής είναι απλή και λογοτεχνικά προσεγμένη, με όμορφες περιγραφές, σαφήνεια αλλά και ευαισθησία στην έκφραση, ενώ το περιεχόμενο εμπλουτίζεται και με αρκετές επιστημονικές πληροφορίες. Από άποψη έκτασης, συναντάμε δύο κείμενα μικρού μεγέθους (καθένα καταλαμβάνει μόλις 9 σελίδες) και τρία μεγαλύτερα, με το πρώτο να δίνει και τον τίτλο του στο βιβλίο. Η εικονογράφηση περιλαμβάνει για κάθε ιστορία ένα μικρό εισαγωγικό σκίτσο πάνω από τον τίτλο (βλ. εικόνα πιο κάτω) και μία (συνήθως) ολοσέλιδη ασπρόμαυρη ζωγραφιά που απεικονίζει κάποιον χαρακτήρα ή μια σκηνή. Τα διηγήματα διαβάζονται τελικά αρκετά ευχάριστα, ενώ χάρη στην ποικιλία των εποχών και των χαρακτήρων, μπορούν να ικανοποιήσουν αναγνώστες με διαφορετικά γούστα: από τους λάτρεις των επιστημών και της περιπέτειας, μέχρι εκείνους που προτιμούν συγκινητικές ιστορίες με ζωάκια. Το προτείνουμε σε μαθητές των μεγάλων τάξεων του Δημοτικού και σε συναδέλφους που ενδιαφέρονται να ενημερωθούν και να ασχοληθούν στην τάξη με την εξέλιξη της σχέσης ανθρώπου και ζώων μέσα στους αιώνες.

  • Χαριτωμένες ιστορίες
  • Ποικιλία στα θέματα και τις αξίες

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Μύθος, Φιλοσοφία, Υπευθυνότητα, Αλτρουισμός

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όλες οι ιστορίες έχουν ενδιαφέρουσες σκηνές, αλλά προσωπικά μου εντυπώθηκαν περισσότερο οι σκηνές από Τα τσακάλια και το Όταν γεννήθηκε το μαμούθ.

Εικονογράφηση
Σε κάθε ιστορία συναντάμε ένα μικρό εισαγωγικό σκίτσο πάνω από τον τίτλο και μία (σε μία περίπτωση και δύο) ολοσέλιδη ασπρόμαυρη ζωγραφιά που συνοδεύει τυπικά το κείμενο και χωρίς να αλληλεπιδρά ιδιαίτερα με αυτό, απεικονίζει μια σκηνή ή κάποιον από τους χαρακτήρες.
Απόσπασμα
Έκανε πολύ κρύο την ώρα που ξεκινούσαν για το κυνήγι. Μόλις είχε πάρει να γλυκοχαράζει και τ’ αχνό τριανταφυλλένιο φως αντιφέγγιζε ροδαλό πάνω στα χιόνια που σκέπαζαν με παχύ στρώμα τη γη, χαρίζοντας στο τοπίο κάτι παραμυθένιο.

Όμως, οι άνθρωποι που περπατούσαν δεν είχαν το μυαλό τους στις ομορφιές της φύσης. Το μόνο που τους απασχολούσε εκείνη την ώρα ήταν να βρουν κάποια λεία που θα τους εξασφάλιζε τροφή για αρκετές μέρες. Ο χειμώνας ήταν βαρύς κι όσο πήγαινε τόσο κι αγρίευε. Ακόμα και σ’ αυτούς τους τραχείς και σκληραγωγημένους ανθρώπους της παλαιολιθικής εποχής το κυνήγι ήταν μια δουλειά δύσκολη κι εξαντλητική, γιατί πολλές φορές χρειάζονταν μέρες ολάκερες να τριγυρνούν ανάμεσα στους πάγους και στις χιονοθύελλες, για ν’ ανακαλύψουν κάποιο θήραμα.

Οι κυνηγοί βάδιζαν σκορπισμένοι στους χαμηλούς λόφους, ψάχνοντας για χνάρια. Τα χοντρά τους ρούχα, φτιαγμένα από τομάρια ζώων, τους προστάτευαν καλά από το ψύχος. Τα γούνινα σκουφιά που φορούσαν στα κεφάλια τους προφύλαγαν τ’ αφτιά τους από την παγωνιά και τα γούνινα ποδήματα όχι μόνο κρατούσαν ζεστά τα πόδια τους, αλλά και τους βοηθούσαν να περπατούν αθόρυβα. Στο λαιμό τους είχαν περασμένα περιδέραια από νύχια και δόντια μεγάλων σαρκοβόρων. Μόνο το περιδέραιο του αρχηγού ξεχώριζε. Ήταν καμωμένο από χάντρες σκαλισμένες σε χαυλιόδοντα μαμούθ, εκείνου του τεράστιου τριχωτού ελέφαντα, που κυριαρχούσε σ’ όλες τις πεδιάδες. Δεν υπήρχε ζώο που θα μπορούσε να διανοηθεί να σταθεί εμπόδιο στο διάβα του μαμούθ. Όλα το τρέμανε. Μονάχα ο άνθρωπος τολμούσε ν’ αμφισβητήσει την κυριαρχία του. Του έστηνε παγίδες και το καταδίωκε στους βάλτους και στα έλη, όπου το πελώριο παχύδερμο κολλούσε μέσα στη λάσπη και του γινόταν εύκολη λεία.

Μα σήμερα οι κυνηγοί δεν ψάχνανε για μαμούθ. Μακάρι να βρίσκανε κανένα. Θα τους εξασφάλιζε τροφή και λίπος για όλο το χειμώνα. Ξέρανε όμως καλά πως τα μαμούθ είχαν φύγει από την περιοχή τους, τραβώντας για τόπους όπου δεν υπήρχαν άνθρωποι. Ψάχνανε για οτιδήποτε, αρκεί να μη χρειαζόταν τίποτα περισσότερο από καλό σημάδι και γοργά πόδια για να το προλάβουν.

Ο Ρας βάδιζε δίπλα στον πατέρα του. Δεν ήταν πολύς καιρός που οι μεγάλοι κυνηγοί είχαν αρχίσει να τον παίρνουν μαζί τους, για να μάθει την τέχνη του κυνηγιού και να συνηθίσει στις δυσκολίες του. Από το κυνήγι εξαρτιόταν η ζωή τους, η ζωή ολόκληρης της φυλής. Δεν αρκούσε μονάχα ο καλός υπολογισμός και η σβελτάδα. Χρειαζόταν να μάθει τόσα πολλά! Να μάθει να ξεχωρίζει τα χνάρια των ζώων, να καταλαβαίνει, βλέποντας αυτά τα χνάρια, τι έκανε το ζώο κι αν θα ήταν εύκολη λεία. Κι έπρεπε να μάθει και τις συνήθειες όλων των ζώων και τον τρόπο της ζωής τους.

Το μάτι του έπαιζε πασχίζοντας ν’ ανακαλύψει και το παραμικρότερο σημάδι. Το φρέσκο χιόνι απλωνόταν παρθένο ένα γύρο τους. Το κρύο ήταν διαπεραστικό, τα κοπάδια δεν είχαν αρχίσει ακόμα να μετακινούνται.

Ξαφνικά ένιωσε πως κάποιος από πίσω τον κοίταζε. Το ένστιχτό του του έλεγε καθαρά πως τον παρακολουθούσαν. Ένα έντονο συναίσθημα κινδύνου τον πλημμύρισε ολόκληρο κι άθελά του σχεδόν γύρισε να κοιτάξει πίσω του. Ξεχώρισε δυο σκιές να τους ακολουθούν σε αρκετή απόσταση. Τα όρθια αυτιά και οι φουντωτές ουρές του δήλωσαν πως είναι τσακάλια.

- Πατέρα, είπε με χαμηλή φωνή γιατί απαγορευόταν ρητά να φωνάζεις την ώρα του κυνηγιού, πίσω μας έρχονται δύο τσακάλια. Να τους πετάξω χιονιές για να φύγουν;

Ο πατέρας γύρισε και κοίταξε.

- Ναι, είναι τσακάλια, είπε. Μη, φώναξε σχεδόν, βλέποντας το Ρας να σκύβει για να μαζέψει χιόνι. Μπορεί να σου ριχτούν… Μη δίνεις σημασία. Αν δεν τα πειράξεις, δεν πρόκειται να μας επιτεθούν. Ασ’ τα ήσυχα.

Ο Ρας υπάκουσε. Η κουβέντα του πατέρα ήταν νόμος. Όλο όμως γύριζε κι έριχνε πίσω του καμιά ματιά. Ήθελε να δει αν πλησίαζαν και αν η απόσταση που τα χώριζε μπορούσε να είναι επικίνδυνη. Κι έπειτα αυτά τα τσακάλια… Είχαν κάτι που του θύμιζε εκείνα τ’ άλλα τσακάλια… Ήταν καιρός τώρα που ένα κοπάδι από δαύτα γυρόφερνε κοντά στη σπηλιά τους. Έρχονταν και έφευγαν, πήγαιναν κυνήγι κι έπειτα ξαναγύριζαν. Και πλησίαζαν προπαντός όταν το κυνήγι τους είχε σταθεί άτυχο και τα έκοβε η πείνα.

Στις αρχές οι γυναίκες τα φοβόνταν. Βλέποντάς τα όμως να καθαρίζουν τους σκουπιδότοπους χωρίς σαν πειράζουν τους ανθρώπους, τα συνήθισαν. Μερικές μάλιστα τα βλεπαν με καλό μάτι. Δεν ήταν πια τόση η βρομιά, τώρα που τα τσακάλια καταβρόχθιζαν όλα τ’ απομεινάρια. Και πολλές τους πετούσαν κόκαλα κι αποφάγια και κάνανε χάζι τα ζώα που πέφτανε όλα μαζί στήνοντας καβγάδες.

Όσο πήγαινε, τόσο περισσότερο συνηθίζονταν αναμεταξύ τους άνθρωποι και τσακάλια. Και τα τσακάλια άρχισαν να εμπιστεύονται τον άνθρωπο και να κουβαλούν τα κουτάβια τους. Μερικά από τα κουτάβια μεγάλωσαν κοντά στη σπηλιά και δεν ακολουθούσαν πάντα το κοπάδι που έφευγε για το κυνήγι. Φαίνεται πως τους έφταναν τ’ αποφάγια και ήταν χορτάτα. Ήταν μάλιστα και δύο με τρίχωμα κοκκινωπό, που τους πετούσε πότε πότε κι η ίδια κανένα κόκαλο.

Ο Ρας γύρισε απότομα να ξανακοιτάξει. Τα τσακάλια είχαν πλησιάσει τόσο που μπορούσε να τα ξεχωρίσει. Καλά το είχε μαντέψει, ήταν οι κοκκινοτρίχηδες από τη σπηλιά…

- Πατέρα, είπε ψιθυριστά, γιατί ήξερε πολύ καλά πόσο μακριά αντιλαλεί η ανθρώπινη φωνή μέσα σε μια τέτοια ησυχία. Είναι από κείνα τα τσακάλια που λημεριάζουν έξω από τη σπηλιά μας. Τα γνώρισα από το χρώμα τους.

- Φταίνε οι γυναίκες που τους πετούν τ’ αποφάγια και τα μάθανε. Μας πήραν από πίσω γιατί ελπίζουν, φαίνεται, ότι κάτι θα βγάλουν ακολουθώντας μας.

Εκείνη τη στιγμή ο αρχηγός σήκωσε το κοντάρι του. Το μάτι του είχε ξεχωρίσει το θήραμα. Ο Ρας κι ο πατέρας του και οι άλλοι κυνηγοί πλησίασαν αθόρυβα. Αμίλητος ο αρχηγός τους έδειξε τα μεγάλα ίχνη που είχαν σφραγίσει έντονα το κατάλευκο χιόνι.

- Αγριόταυρος! ψιθύρισε ο πατέρας του Ρας. Και δεν είναι ένας, είναι πολλοί, πρόσθεσε δείχνοντας πιο κάτω κι άλλα χνάρια. Θα κάνουμε καλό κυνήγι.
Βραχογραφία με κυνήγι από το Tadrart Acacus, στο Φεζάν της Λιβύης (πηγή)

Σχόλια 
Οι θεματικές της συλλογής, μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζουν παράταιρες ή ακόμα και αντίθετες (βλ. σχόλιο Μάνου Κοντολέων στην Πολιτιστική στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου), μια πιο προσεκτική ωστόσο ματιά, μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι όλα τα διηγήματα αφορούν τη σχέση ανθρώπων και ζώων. Συνδετικό κρίκο στο περιεχόμενο αποτελεί η ιστορία "τα τσακάλια" (από την οποία προέρχεται και το παραπάνω απόσπασμα)· εκεί συναντιέται για πρώτη φορά ο άνθρωπος μ' ένα άγριο, προϊστορικό ζώο, που πρόκειται στη συνέχεια να γίνει ο καλύτερός του φίλος.
Από τους Μιασίδες στους λύκους και από εκεί στους σημερινούς σκύλους (πηγή)

Στο πρώτο διήγημα, τα σχόλια του Βαυαρού στρατιώτη Κουρτ δείχνουν συμπάθεια για τον ελληνικό πολιτισμό αλλά και κάποια απαξίωση για την κατάσταση του λαού μας. Σχεδόν χίλια χρόνια έχουν περάσει από τότε που οι Βυζαντινές πριγκιποπούλες κοίταζαν τους Γερμανούς της βασιλικής αυλής αφ' υψηλού (βλ.  Άννα και Θεοφανώ της ίδιας συγγραφέως) μεταδίδοντάς του «τα φώτα» της Ανατολής. Τι συνέβη στο ενδιάμεσο και ήρθαν τα πάνω-κάτω; Μα φυσικά η περίοδος της τουρκοκρατίας, που για μισή χιλιετία κράτησε τα Βαλκάνια σε επιστημονικό σκοτάδι και ως έναν βαθμό ευθύνεται (ενώ ακόμα συχνότερα χρησιμοποιείται ως δικαιολογία) για μια σειρά από παθολογίες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.
Βαυαρικές στολές του 19ου αιώνα (πηγή)
Στη σελίδα 80, ο κύριος Κοκκίνης χαρίζει στη Βίκη ένα σκυλάκι επειδή σύμφωνα με τα λεγόμενά του δεν μπορεί ο ίδιος να το κρατήσει στην πολυκατοικία. Το κορίτσι τον ευχαριστεί, αλλά μόλις απομακρύνεται από το σπίτι του σχολιάζει με κακεντρέχεια: Μάθημα που μου 'κανε εκείνος ο ηλίθιος! Δεν το θέλει το σκυλί, ωραία! Τόσο το καλύτερο για μένα! Η αντίδρασή της μάλλον δεν δικαιολογείται ιδιαίτερα από τα όσα ειπώθηκαν, ενώ ως έναν βαθμό έρχεται σε αντίθεση με τον ευαίσθητο χαρακτήρα που φανερώνει το κορίτσι αργότερα. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Να αναφέρουμε επίσης ότι το συγγραφικό τέχνασμα του ταξιδιού στο παρελθόν μέσα από ένα όνειρο (που χρησιμοποιείται στην κεντρική ιστορία), το έχουμε ξανασυναντήσει στην ιστορία της Νίτσας Τζώρτζογλου Ο τελευταίος βασιλιάς της Ατλαντίδας, που εκδόθηκε λίγα χρόνια πριν, το 1978.

Η τελευταία ιστορία της συλλογής μάς θυμίζει λίγο το Όταν αναστήθηκε το μαμούθ, από το οποίο η συγγραφέας ίσως να άντλησε έμπνευση. Σε εκείνο το μυθιστόρημα του 1923, οι επιστήμονες καταφέρνουν να επαναφέρουν το μαλλιαρό ζώο χρησιμοποιώντας κρυογονική, ενώ στο παρόν διήγημα επιλέγεται άλλη διαδικασία. Πρόκειται για την γνωστή μας κλωνοποίηση (στη σ. 110 της συναντάμε ως "κλώνωση") που το 1983 -χρονολογία έκδοσης του βιβλίου- ανήκε ακόμα στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Η αείμνηστη Κίρα Σίνου, θα ήταν χαρούμενη να ακούσει τα τελευταία επιστημονικά νέα. Σε άρθρο της περασμένης εβδομάδας (για τους αγγλομαθείς εδώ στον Telegraph και εδώ στο Popular Science) διαβάζουμε ότι ερευνητές του Harvard κάνουν πραγματικότητα το πρώτο βήμα για την επιστροφή των μαμούθ: απομόνωσαν γονίδια του προϊστορικού ζώου, τα αντέγραψαν και στη συνέχεια τα εισήγαγαν στο γενετικό υλικό ενός ελέφαντα. Η λογοτεχνική φαντασία για μια ακόμη φορά θριαμβεύει!

Η συγγραφέας έχει αναφερθεί κι άλλες φορές στα μεγάλα αυτά θηλαστικά (Στη χώρα των μαμούθ), ενώ έχει επίσης θίξει το θέμα της επαναφοράς στη ζωή προϊστορικών όντων (Ο Ρινόκερος της ερήμου Γκόμπι από τις Ιστορίες της Κίρας) και αλλόκοτων πλασμάτων γενικότερα (θυμίζουμε εκείνα του Σπύρου Καντίδη στο Μεγάλο Πείραμα). Όσοι ενδιαφέρονται συγκεκριμένα για την κλωνοποίηση, μπορούν να την συναντήσουν και σε άλλα παιδικά βιβλία όπως το η γάτα που δε νιαούριζε.
Μπορεί τα μαμούθ να επιστρέψουν στη γη μετά από 4.000 χρόνια; (πηγή)
Χρήση στην Τάξη
Στο διήγημα Τα διαμάντια της μαϊμούς, ο Βαυαρός Κουρτ συναντά ένα σωρό ζώα, με τα ονόματα των οποίων θα μπορούσαμε να κατασκευάσουμε ένα κρυπτόλεξο για την πανίδα του Μειόκαινου στην Αττική: Μαϊμούδες, τριδάχτυλα ιππάρια, χαλικοθήρια, ύαινες, χελώνες, ζαρκάδια, αντιλόπες, στρουθοκάμηλοι, ρινόκεροι, καμηλοπαρδάλεις, αγριόχοιροι, πάνθηρες, ελέφαντες, δεινοθήρια, αλλά και μαχαιρόδοντα, όπως αυτά που συναντήσαμε στον έξυπνο προϊστορικό ζωγράφο του Πάνου Τσερόλα. Στις εικόνες που ακολουθούν το κρυπτόλεξο του Μειόκαινου και η λύση του.
Στο "κορίτσι με τα σαλιγκάρια" συναντάμε πολλές πληροφορίες για τα αργοκίνητα αυτά ζωάκια. Μήπως θα ήταν εύκολο να κατασκευάσουμε και στην τάξη μας μια φάρμα όπως κάνει η Κάτια στο δωμάτιό της; Εδώ μπορείτε να βρείτε πληροφορίες για το τι θα χρειαστεί για να ξεκινήσετε το δικό σας εκτροφείο σαλιγκαριών. Φαίνεται πως αν αερίζετε τακτικά το κατοικίδιό σας και του παρέχετε σωστή διατροφή (όπως π.χ. ασβέστιο για το κέλυφός του), θα σας διδάξει απλόχερα την υπομονή, τα μαθηματικά (βλ. ακολουθία Fibonacci), ενώ μπορεί να ζήσει κοντά σας μέχρι και 15 χρόνια!
Μαθαίνοντας να φροντίζουμε τα σαλιγκάρια, γινόμαστε πιο υπεύθυνοι (πηγή)

Share/Bookmark