Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Ο Σίμπα και το σύμπαν

Υπόθεση
Ο Σίμπα είναι ένας μαύρος, στρουμπουλός γάτος που ζει στο σπίτι της Λενιώς. Μια μέρα, έρχεται να μείνει μαζί τους μια νέα γάτα, η Τιτίκα η αναιδής. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στον «παλιό» και τη «νέα» στην αρχή δεν λείπουν, σιγά σιγά όμως οι δυο τους θα έρθουν πιο κοντά. Λίγο αργότερα, η Λενιώ πέφτει στο κρεβάτι της άρρωστη. Μπορεί άραγε ο Σίμπα να τη βοηθήσει να γίνει καλά; Όπως φαίνεται, κατέχει ένα σπουδαίο μυστικό....

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αργυρώ Πιπίνη
Εικονογράφηση: Ελίζα Βαβούρη
ISBN: 978-960-16-4693-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 2012
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β', Γ'
Ιστότοπος της συγγραφέως με απόσπασμα του βιβλίου εδώ

Κριτική
Χαριτωμένη έμμετρη ιστοριούλα από τη σειρά δελφινάκια (800 λέξεις), που σίγουρα θα αρέσει στους γατόφιλους! Παρά την προσεγμένη έκδοση και το περιορισμένο μέγεθος του κειμένου, η γλώσσα δεν θα λέγαμε πως είναι ιδανική για αρχάριους αναγνώστες (βλ. σχόλιο). Η εικονογράφηση όμως είναι πλούσια, πολύχρωμη και πανταχού παρούσα· μας μεταφέρει τα συναισθήματα του Σίμπα, αποδίδει όμορφα την ονειρική ατμόσφαιρα και γενικά αλληλεπιδρά έντονα με την αφήγηση. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου συναντάμε τρεις υπέροχες δραστηριότητες αντιστοίχησης που μας εκπαιδεύουν στη γατίσια γλώσσα του σώματος, μας ξεναγούν σε κάποιες ράτσες της και εξετάζουν τη μνήμη μας. Θα προτείναμε το βιβλίο σε παιδιά των πρώτων τάξεων του Δημοτικού, αρκεί να βρισκόμαστε και εμείς κάπου κοντά, ώστε να λύσουμε τυχόν απορίες που θα προκύψουν.

  • Συμπαθητικός ο κεντρικός χαρακτήρας του γάτου-αφηγητή
  • Προσεγμένη έκδοση - Πολύ ωραία εικονογράφηση
  • Ενδιαφέρουσες δραστηριότητες στο τέλος της ιστορίας

  • Γλώσσα που ίσως δυσκολέψει τους αρχάριους αναγνώστες

Αξίες - Θέματα
Ζωοφιλία, Γάτες, Χιούμορ, Φιλία, Αγάπη

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν τα δύο γατιά συμφιλιώνονται! (σ.12-13)

Εικονογράφηση
Πολύχρωμα, όμορφα σχέδια που βρίσκονται παντού, ανεβάζουν την αισθητική του βιβλίου, ψυχαγωγούν και βοηθούν τα παιδιά να μπουν στο πνεύμα του κειμένου.
 
Απόσπασμα
Είμαι ένας γάτος μαύρος, στρουμπουλός,
δεν είμαι πολύ έξυπνος, μα ούτε και χαζός.
Η καταγωγή μου είναι πολύ πολύ παλιά,
όλοι οι πρόγονοί μου μεγαλώσαν σε χαλιά.

Ως μικρό γατάκι ήμουν φοβισμένος
κι έκλαιγα συνέχεια ο καημένος.
Μα μεγαλώνοντας έγινα σαν λιοντάρι
κι όλοι με θαυμάζουνε,
αφού έχω τόση χάρη.

Μένω στο σπίτι της μικρής Λενιώς
και κοιμάμαι στο κρεβάτι της - γίνεται αλλιώς;
Σουλατσάρω με τη φουντωτή μου ουρά κοντάρι,
τρώω ό,τι θέλω και χαλαρώνω στο μαξιλάρι.

Να όμως που μια μέρα, μέρα ζοφερή
φέρανε στο σπίτι μου μια γάτα θλιβερή.
Είχε ένα τρίχωμα σαν γούνα μαδημένη
και παρέμενε συνέχεια κρυμμένη.

Θέλω να γνωριστώ με τούτο το γατί, μακάρι,
αλλά δεν παίρνει από λόγια,
δυστυχώς, χαμπάρι!
Μίλησα, γουργούρισα, νιαούρισα με χάρη,
αυτή σφίγγα αμίλητη πάνω στο μαξιλάρι.

Αναρωτιέμαι η Λενιώ τι να προσμένει.
Να κάνω υποχωρήσεις; Άδικα περιμένει.
Μήπως με τούτο το γατί
να γίνω αγαπημένο ταίρι,
να κοιμόμαστ' αγκαλιά, να περπατάμε χέρι χέρι;

Όταν πια ξεμύτισε, πήγε να με αμφισβητήσει.
Α, δε μ' αρέσουνε αυτά,
πρέπει να βρω μια λύση.
Φούσκωσα κι αγρίεψα, αλλά ήταν φως φανάρι
πως ετούτο το γατί ήταν σκέτο ντουβάρι.

Το πλησίασα και το μύρισα καλά καλά,
ευτυχώς ήταν κοπέλα κι άρχισε να γλυκογελά.
Της είπα πώς με λέγανε: Σίμπα ο μεγαλοπρεπής,
και μου 'πε τ' όνομά της, Τιτίκα η αναιδής.

Μου διηγήθηκε την ιστορία της ευθύς
κι έτσι κατάλαβα γιατί ήταν κατηφής:
είχε χάσει μάνα κι αδελφές
και γύρναγε στους δρόμους μέχρι χθες.

Σχόλιο
Η γλώσσα της ιστορίας δυστυχώς δεν είναι η πιο απλή δυνατή για παιδιά της Α' τάξης: χρησιμοποιούνται ξενικές λέξεις (κιτάπι, ραχάτι, σεργιάνι), επιρρήματα και μετοχές (ευθύς, θολωμένο), επίθετα με «δύσκολη» κλίση και ερμηνεία (η κατηφής, ζοφερή), ρήματα που αφορούν σύνθετες έννοιες (προσποιούμαι, αμφισβητώ) αλλά και ποιητικοί τύποι (εκοιμήθη, τα εμάζεψα) ή λαϊκές εκφράσεις (να γιάνει) που είναι δυνατό να προβληματίσουν τους αρχάριους αναγνώστες και όχι μόνο. Άποψή μου είναι ότι αν όλα τα παραπάνω συνδυάζονταν σε ένα αυστηρό μέτρο με ομοιοκαταληξία (παρότι δεν είναι πολύ στη μόδα), τα παιδιά θα μπορούσαν να τα προσεγγίσουν ως ρυθμικό ποιηματάκι και σταδιακά να τα αφομοιώσουν. Η επιλογή όμως του ελεύθερου μέτρου, δεν διευκολύνει τελικά σε κάτι τέτοιο. Έτσι συναντάμε στροφές όπως αυτή (σ.23):

Γιατί η γενιά μου η αρχοντικιά, 
η παλιά και τιμημένη,
ήξερε κόλπα μαγικά που τις αρρώστιες διώχναν
και βοηθούσαν όλα τα πλάσματα τα δύστυχα
που αναστέναζαν, πονούσαν.
Η Λενιώ ανάσαινε ήσυχα, σε λίγο εκοιμήθη. 

Όπως ο Ευγένιος, που διδάχθηκε από τη Μπαστέτ τον τρόπο να μείνει αθάνατος ή ο Βάρτζακ, που ξεκλείδωσε μια προαιώνια πολεμική τέχνη, έτσι και ο Σίμπα, κατέχει θεραπευτικά μυστικά που έρχονται από τα βάθη του χρόνου (και του ύπνου). Γιατί όμως να συνδέονται τόσο συχνά οι γάτες με μαγικές ιδιότητες; Πρόκειται άραγε για κατάλοιπο της αιγυπτιακής λατρείας ή μήπως των μεσαιωνικών αντιλήψεων που έκαναν τα κατοικίδια αιλουροειδή στόχο των φανατικών; Όπως και να 'χει, ο τρόπος που το ζώο αυτό μας κοιτάζει, και ο τρόπος που συμπεριφέρεται, μας κάνουν να το θεωρούμε ιδιαίτερο και συχνά να το περιβάλλουμε σε αχλή μυστηρίου.
Χρήση στην Τάξη
Στην τάξη, τα ποιήματα τυγχάνουν συνήθως θερμής υποδοχής από τα παιδιά. Ακόμα λοιπόν και αν το συγκεκριμένο κείμενο μπορεί κάπως να μας δυσκολέψει, έχουμε τη δυνατότητα να το απαγγείλουμε με θεατρικότητα, να μοιράσουμε τις στροφές του σε ομάδες για ταυτόχρονη ανάγνωση, να του προσθέσουμε ή να του αφαιρέσουμε αυτοσχέδιους στίχους που ομοιοκαταληκτούν με εκείνους του βιβλίου... Αν η ιστορία αρέσει στα παιδιά, μπορούμε να την αξιοποιήσουμε και στα εικαστικά, ετοιμάζοντας δικές μας ζωγραφιές για τον Σίμπα, τη Λενιώ, την Τιτίκα, αλλά αποδίδοντας σκηνές από τα όσα συμβαίνουν μεταξύ τους.

Θα μπορούσαμε επίσης να συζητήσουμε με τα παιδιά για το πώς η γνωριμία με κάποιον άγνωστο μας φέρνει πιο κοντά του, λύνει τις παρεξηγήσεις, βραχυκυκλώνει τα στερεότυπα και να μας βοηθάει να αισθανθούμε φιλικότερα γι' αυτόν. Όπως είχαμε δει και στο Η περιπέτεια της Περιπέτειας η πρώτη επαφή μπορεί να μας γεμίζει με ανασφάλεια, είναι όμως λάθος να σταθούμε απέναντι σε κάποιον νεοφερμένο -και συνήθως φοβισμένο- καχύποπτοι και εχθρικοί και να μην του δώσουμε μια ευκαιρία να μας πλησιάσει.

Γνωριζόμαστε άραγε αρκετά καλά με τους συμμαθητές μας; Δοκιμάζουμε να αλλάξουμε θέσεις, και να καθίσουμε δίπλα σε μαθητές με τους οποίους συνήθως δεν κάνουμε παρέα. Ο δάσκαλος δίνει 5 λεπτά στα οποία πρέπει να μάθουμε γι' αυτούς όσο περισσότερα μπορούμε. Στη συνέχεια, ένας μαθητής από κάθε ζευγάρι, αναλαμβάνει να παρουσιάσει τον διπλανό του στην υπόλοιπη τάξη. Πόσο καλά κατάφερε άραγε να τον γνωρίσει; 

Αν το επίπεδο της τάξης το επιτρέπει, μπορούμε να δοκιμάσουμε να γράψουμε με έμμετρο τρόπο ένα επεισόδιο από την δική μας προσωπική ιστορία, ακολουθώντας το παράδειγμα του Σίμπα!
http://www.edutopia.org/blog/re-creating-poets-joshua-block


Share/Bookmark

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Η γάτα που δε νιαούριζε

Υπόθεση
Η γάτα της Μαίρης είναι ηλικιωμένη και έτοιμη να φύγει από τη ζωή, κάτι που το μικρό κορίτσι δεν μπορεί να δεχτεί. Από τη μεγάλη της στεναχώρια, σταματάει να τρώει σωστά και προκαλεί μεγάλη ανησυχία στους γονείς της. Απειλεί μάλιστα τη μητέρα της, λέγοντάς της πως αν πεθάνει η γάτα, θέλει και η ίδια να πεθάνει! Η άμοιρη μητέρα προσπαθώντας να βρει μια λύση, προτείνει να αγοράσουν ένα καινούριο κατοικίδιο, όμως το κορίτσι είναι αμετακίνητο: θέλει την ίδια γάτα ακριβώς! Για καλή της τύχη, ο μπαμπάς της εργάζεται ως γενετικός επιστήμονας... όταν η μαμά του εξηγεί την κατάσταση, δέχεται να κλωνοποιήσει τη γερασμένη γάτα. Θα πετύχει άραγε το πείραμα; Και τι θα βγει από αυτό;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Μεταίχμιο
Συγγραφέας: Λίτσα Ψαραύτη
Εικονογράφηση: Ελίζα Βαβούρη
ISBN: 978-960-455-539-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 2003
Σελίδες: 57
Τιμή: περίπου 2 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ ή εδώ
Τάξεις: Γ', Δ', Ε'

Κριτική
Χαριτωμένη σύντομη ιστορία που συνδυάζει ζωοφιλία και τεχνολογία. Η γλώσσα είναι απλή και κατανοητή και η σύνταξη δεν θα δυσκολέψει τους μικρούς αναγνώστες. Η σελίδα 26 ωστόσο προσωπικά με μπέρδεψε, αφού δεν φαίνεται να συνδέεται ιδιαίτερα ούτε με όσα προηγούνται ούτε με όσα ακολουθούν. Χωρισμός σε κεφάλαια ή νοηματικές ενότητες δεν υπάρχει, όμως οι λέξεις δεν ξεπερνούν τις 2.500 οπότε οι αναγνώστες με κάποια εμπειρία δεν θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα. Η εικονογράφηση είναι πλούσια, πολύχρωμη και μας μεταφέρει με ωραίο τρόπο τα συναισθήματα της πρωταγωνίστριας. Το βιβλίο πιθανότατα θα αρέσει πιο πολύ στα κορίτσια (που μπορούν να ταυτιστούν ευκολότερα με τη Μαίρη) αλλά και γενικά σε όσα παιδιά αγαπούν τις γάτες! Το προτείνουμε περισσότερο για μαθητές των μεσαίων τάξεων του Δημοτικού, χωρίς να σημαίνει ότι και λίγο μικρότεροι ή μεγαλύτεροι δεν θα μπορούσαν να το απολαύσουν.

  • Ενδιαφέρον θέμα
  • Ωραία εικονογράφηση

  • Παρεξηγήσιμα μηνύματα 
  • Επιπολαιότητα στους χαρακτήρες

Αξίες - Θέματα
Ζωοφιλία, Επιστήμη - Τεχνολογία, Απώλεια

Εικονογράφηση
Πολύχρωμη και πανταχού παρούσα, προσθέτει αξία στο κείμενο και συμβάλλει στην ευχάριστη και ξεκούραστη ανάγνωσή του.
Απόσπασμα
Τις τελευταίες μέρες η Μαίρη δεν ήθελε να φάει το πρωινό της.

- Φάε, παιδάκι μου. Δεν πρέπει να μένει άδειο το στομάχι σου, την παρακαλούσε η μαμά της.

- Δεν έχω όρεξη, μαμά. Αφού δεν τρώει η Χιονάτη μας, ούτε κι εγώ θέλω να φάω.

- Μα, η γάτα είναι άρρωστη, Μαιρούλα μου, και είναι φυσικό να μη θέλει να φάει. Εσύ όμως γιατί να μείνεις νηστική; Θ’ αρρωστήσεις…

- Δε με νοιάζει. Θέλω ν’ αρρωστήσω κι εγώ σαν τη Χιονάτη. Αν δε γίνει καλά η γάτα μας, δε θα ξαναβάλω μπουκιά στο στόμα μου, πείσμωσε η Μαίρη.

- Κοριτσάκι μου, η Χιονάτη είναι πια γριά, κι από δω και πέρα θ’ αρρωσταίνει όλο και πιο συχνά. Το είπε κι ο γιατρός που την είδε.

- Εγώ την αγαπώ κι ας έχει γεράσει. Δε θέλω όμως ν’ αρρωσταίνει, γιατί είναι άκεφη, μένει όλη μέρα ξαπλωμένη στο χαλί και δε θέλει να παίζουμε όπως πριν.

- Μαιρούλα, η Χιονάτη μπορεί ακόμα και να πεθάνει. Το ξέρεις πως, όταν γεράσουν, όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα κάποια στιγμή πεθαίνουν.

- Όπως πέθανε και η γιαγιά;

- Ακριβώς. Η γιαγιά Μαρία ήταν ενενήντα χρονών. Όπως θα θυμάσαι, τον περασμένο χειμώνα έπαθε γρίπη και δεν άντεξε. Κι η Χιονάτη μας κοντεύει δεκάξι χρονών, και σ’ αυτή την ηλικία οι γάτες είναι πια γριές.

- Δε θέλω να πεθάνει η Χιονάτη… Αν πάθει κάτι, θα πεθάνω κι εγώ – να το ξέρεις…

- Κουτό παιδί. Θα πάρουμε μιαν άλλη γατούλα και θα παίζεις μαζί της.

- Εγώ θέλω τη Χιονάτη μου, που είναι όμορφη, έξυπνη, παιχνιδιάρα και της αρέσει να τη χαϊδεύω.

- Κι άλλα γατάκια είναι όμορφα και παιχνιδιάρικα, Μαιρούλα…

- Ναι, αλλά όχι σαν τη Χιονάτη. Δεν έχω δει καμιά άλλη γάτα που να της μοιάζει. να είναι κάτασπρη σαν το χιόνι, να έχει ένα μαύρο αστέρι στο κεφάλι της και κατάμαυρη ουρά.

- Κοριτσάκι μου, είναι αδύνατον να βρούμε γατούλα όμοια ακριβώς με τη Χιονάτη. Θέλεις να πάμε αύριο κιόλας να σου αγοράσω όποιο γατάκι διαλέξεις;

- Όχι, όχι, όχι… Άλλη γάτα δε θα φέρουμε εδώ, είπε η Μαίρη κι έβαλε τα κλάματα.

Όταν γύρισε ο μπαμπάς της Μαίρης από τη δουλειά του, εκείνη δεν πήγε να του ανοίξει την πόρτα και να του δώσει ένα φιλί στο μάγουλο, όπως έκανε κάθε βράδυ. Έμεινε κοντά στη Χιονάτη να τη χαϊδεύει και να την παρακαλεί να γίνει καλά, για να ξαναρχίσουν τα παιχνίδια τους.

Ο μπαμπάς της Μαίρης ήταν σπουδαίος βιολόγος. Εκείνη όμως δεν ήξερε τι σημαίνει να είναι κάποιος βιολόγος. Όταν τον ρωτούσε, της έλεγε ότι έκανε πειράματα.

- Και τι είναι τα πειράματα; ξαναρωτούσε γεμάτη περιέργεια. Γιατί δε φτιάχνεις κι εσύ τούρτες, μπακλαβάδες και κανταΐφια όπως ο κύριος Μιχάλης ο ζαχαροπλάστης;

- Εγώ και η επιστημονική ομάδα μου δουλεύουμε μαζί στο εργαστήριο και προσπαθούμε να βοηθήσουμε τους ανθρώπους, όταν δεν έχουν ελπίδα για ζωή.

- Δεν καταλαβαίνω…

- Είσαι μικρή ακόμη για να καταλάβεις, γιατί αυτά που κάνουμε γίνονται για πρώτη φορά στον κόσμο…

Η Μαίρη έφυγε μουτρωμένη και το βράδυ δεν κάθισε στο τραπέζι να φάει με τους γονείς της.


Σχόλιο
Μετά τις ασυγκίνητες φονικές γάτες που συναντήσαμε στον Βάρτζακ Πο, διαβάζουμε εδώ για μια γατούλα που επίσης δεν μιλάει και δεν νιώθει. Αυτή τη φορά, τη ζημιά δεν έχει κάνει κάποιο high-tech κολάρο, αλλά μια προβληματική κλωνοποίηση που της έχει στερήσει τη φωνή και τα συναισθήματα. Είναι όμως άραγε σωστό, όσοι έχουν λιγότερα συναισθήματα να απολαμβάνουν και λιγότερα δικαιώματα; Ένα μήνυμα που ίσως υποβόσκει στο κείμενο, είναι ότι δεν είναι ανάγκη να «αναλώνουμε» την αγάπη μας σε όσους δεν μας την ανταποδίδουν. Η μικρή Μαίρη, από τη στιγμή που η κλωνο-γάτα μπαίνει στο σπίτι, αρχίζει να διαπιστώνει ότι το πλάσμα από το εργαστήριο είναι κάπως αφύσικο. Δεν νιαουρίζει, δεν δείχνει χαρά ούτε λύπη ούτε θυμό, και είναι γενικά άψυχη σαν ρομποτάκι (σ.40). Το κορίτσι αρχίζει λοιπόν σιγά σιγά να απομακρύνεται από κοντά της. Αποφεύγει να την παίρνει στην αγκαλιά της και να τη χαϊδεύει (σ.43) και τελικά στρέφεται στην αδέσποτη Καρβουνίτσα, που δείχνει άξια (;) να δεχτεί την αγάπη και τη φροντίδα της. Ευτυχώς, η ηρωίδα κρατάει στο τέλος και τις δύο γάτες, σώζοντας τα προσχήματα (αλλιώς θα έπεφτε κανένας κεραυνός από τον θεό της ειδικής αγωγής να μας κάψει).

Για να μην δημιουργηθούν λοιπόν παρεξηγήσεις, καλό θα ήταν να συζητήσουμε με τα παιδιά που θα διαβάσουν το βιβλίο το πόσο απαραίτητη είναι η φροντίδα μας για όλα τα πλάσματα, ακόμα κι όταν αυτά δεν είναι σε θέση να μας ανταποδώσουν την καλοσύνη ή να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους.

Ένα άλλο μήνυμα που θα μπορούσε να παρεξηγηθεί από τους μικρούς αναγνώστες, είναι ότι η επιμονή και οι απειλές είναι ο σωστός τρόπος να κερδίσουν τα παιδιά αυτό που ζητούν από τους γονείς τους. Η Μαίρη μένει ασυγκίνητη παρά τα όσα της εξηγούν με αγάπη η μαμά και ο μπαμπάς για να την παρηγορήσουν. Δεν μεταπείθεται και συνεχίζει να δείχνει ακατάδεκτη, ακόμα και όταν της προτείνουν να αγοράσει όποιο άλλο γατάκι διαλέξει... όχι επειδή δεν θέλει να ενισχύσει τους εμπόρους κατοικιδίων, αλλά επειδή απαιτεί αποκλειστικά και μόνο τη Χιονάτη. Κάποιοι θα μπορούσαν να θεωρήσουν ότι η επιμονή της «κακομαθημένης» μικρής είναι απλώς μια σύμβαση που εξυπηρετεί το μύθο, καθώς όμως η αδιαλλαξία αυτή επιβραβεύεται, η συμπεριφορά της μπορεί να αποτελέσει κακό παράδειγμα.

Και η μητέρα της Μαίρης, άλλωστε, στην προσπάθειά της να πείσει τον μπαμπά να υποχωρήσει, χρησιμοποιεί αντίστοιχη μέθοδο: Λέει τα ίδια ξανά και ξανά (σελ. 17, 23, 25), άλλοτε ευγενικά και άλλοτε σε τόνο επιτακτικό «Πάρε τη Χιονάτη στο εργαστήριο και κάνε αυτό που σπούδασες στο πανεπιστήμιο» (σ.25), ώσπου με τα πολλά (βλ. μουρμούρα;), καταφέρνει να τον πείσει. Αργότερα, από τη μία αναγνωρίζει το λάθος της (σ.42) και από την άλλη βρίσκει τρόπο να «βγει από πάνω», επισημαίνοντας Καλά και άγια όσα λες, αλλά εσείς οι επιστήμονες δε σκέφτεστε ότι τέτοια πειράματα είναι επικίνδυνα; (σ.46). Ωστόσο, η μαμά δεν είναι ο μόνος χαρακτήρας που παλινδρομεί, αφού και ο ίδιος ο σύζυγος - επιστήμονας (παρά τα θεωρητικά χρόνια σπουδών και πειραμάτων) εμφανίζεται κλονισμένος και μεταμελημένος, δηλώνοντας «μόνο ο Δημιουργός χαρίζει ζωή στα πλάσματά του».
Χρήση στην Τάξη
Τα παιδιά της Γ'-Δ' Δημοτικού είναι μικρά για να καταλάβουν τι ακριβώς είναι και με ποιες μεθόδους πραγματοποιείται η κλωνοποίηση -και εμείς οι εκπαιδευτικοί πιθανότατα άσχετοι για να τους το εξηγήσουμε. Θα ήταν όμως χρήσιμο να ξεκινήσουμε στην τάξη μια συζήτηση για τις ευκαιρίες και τους κινδύνους που συνοδεύουν την τεχνολογία δημιουργίας γενετικών αντιγράφων. Αυτό που διαβάζουμε στην ιστορία σύντομα θα καταστεί τεχνικά εφικτό, θα μπορεί δηλαδή να γίνει πραγματικότητα. Σημαίνει όμως τούτο αυτόματα και ότι θα πρέπει να συμβεί; Ποια είναι άραγε τα οφέλη και τα ηθικά διλήμματα που συνοδεύουν την κλωνοποίηση; Στις φωτογραφίες κάτω από την παράγραφο, βλέπουμε την Doly, το πρόβατο που κατασκευάστηκε το 1996 και τον Dewey, το ελαφάκι που κλωνοποιήθηκε το 2003 (Πηγή). Πώς θα μας φαινόταν η ιδέα να μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα ή περισσότερα ακριβή αντίγραφα του εαυτού μας, των συγγενών ή των φίλων μας; Και πώς άραγε θα ένιωθαν τα ίδια τα αντίγραφα; Θα άρεσε σε εμάς να μάθουμε ότι είμαστε το αντίγραφο κάποιου άλλου ανθρώπου;

Επειδή αυτή την εποχή είναι δύσκολο να πραγματοποιήσουμε γενετικά πειράματα στην τάξη (έχει χαλάσει ο ανεμιστήρας οροφής), μπορούμε να ασχοληθούμε με κλωνοποίηση μέσω χαρτοκοπτικής! Θυμόμαστε όλοι πώς φτιάχνουμε αλυσίδες με ανθρωπάκια από χαρτόνι; Αν όχι, το ακόλουθο βιντεάκι μπορεί να βοηθήσει.

Share/Bookmark

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

Βάρτζακ Πο

Υπόθεση
Ο Βάρτζακ είναι ένας γάτος ράτσας, που ζει με τους γονείς και τα αδέλφια του στο ισόγειο μιας παλιάς έπαυλης. Παρά τις ανέσεις, η ζωή του κάθε άλλο παρά ιδανική μπορεί να χαρακτηριστεί, αφού η οικογένειά του τον αδικεί και τον περιορίζει, ενώ ο μεγάλος του αδελφός δεν χάνει ευκαιρία να τον μειώνει. Οι μόνες όμορφες στιγμές είναι αυτές κοντά στον παππού του, όταν εκείνος του διηγείται ιστορίες για τον Τζελάλ, τον θρυλικό τους πρόγονο. Το σκηνικό όμως πρόκειται να αλλάξει για τα καλά, όταν η κυρία του σπιτιού εξαφανίζεται και τη θέση της παίρνει ένας τρομακτικός τύπος, ακολουθούμενος από δυο απαίσιες μαύρες γάτες! Ο Βάρτζακ πρέπει για πρώτη φορά να βγει στον έξω κόσμο ώστε να αναζητήσει βοήθεια. Τι τον περιμένει όμως εκεί; Και είναι άραγε αρκετός ο Τρόπος του Τζελάλ για να τον προστατέψει από τους αμέτρητους κινδύνους που παραμονεύουν;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: SF Said
Μετάφραση: Νοέλα Ελιασά
Εικονογράφηση: Dave McKean
ISBN: 978-960-04-4447-6
Τίτλος πρωτοτύπου: Varjak Paw
Έτος 1ης Έκδοσης: 2003 (στα ελληνικά 2014)
Σελίδες: 260
Τιμή: περίπου 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο
Σελίδα του συγγραφέα εδώ

Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Κέδρος για τη δωρεά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη της τάξης μας!

Κριτική
Συναρπαστική, βραβευμένη περιπέτεια εφηβικού προβληματισμού και πολεμικών τεχνών που θα ξετρελάνει τους γατόφιλους και όχι μόνο! Η γλώσσα, παρότι απευθύνεται σε μεγαλύτερα παιδιά, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απαιτητική, ενώ η μετάφραση είναι πολύ καλή και επιτρέπει στην αφήγηση να ρέει, σαν να ήταν γραμμένη στη γλώσσα μας. Η σφιχτή πλοκή και ο ρεαλισμός των συναισθημάτων του ήρωα καταφέρνουν από την πρώτη στιγμή να αιχμαλωτίσουν το ενδιαφέρον μας, ενώ η δράση που κορυφώνεται σταδιακά, συμπαρασύρει με μαεστρία τους αναγνώστες μέχρι την τελική μονομαχία ανάμεσα στο καλό και το κακό. Το βιβλίο χωρίζεται σε 35 κεφάλαια που καθένα έχει έκταση 4 έως 10 σελίδες. Το κείμενο είναι καλοστημένο και αναπνέει άνετα, τοποθετημένο ανάμεσα στα ασπρόμαυρα σκίτσα του εικονογράφου που συνδιαμορφώνουν αριστοτεχνικά τη σκοτεινή ατμόσφαιρα. Ο όγκος και η θεματική του μυθιστορήματος, μας επιτρέπουν να το προτείνουμε μόνο σε παιδιά γυμνασίου ή μεγαλύτερα, ίσως όμως να μπορούσαν να το εκτιμήσουν και κάποιοι έμπειροι αναγνώστες, μαθητές της Στ'.

  • Ενδιαφέροντες, πρωτότυποι χαρακτήρες
  • Συναρπαστική πλοκή με σταδιακή κορύφωση
  • Εικονογράφηση σε απόλυτη αρμονία με το κείμενο
  • Ωφέλιμοι προβληματισμοί - εφηβικά διλήμματα
Αξίες - Θέματα
Ζωοφιλία, Φιλία, Οικογένεια, Διαφορετικότητα, Γενναιότητα, Περιπέτεια, Ενηλικίωση, Γάτες

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Η σκηνή της τελικής μονομαχίας, οι συναντήσεις με τον Τζελάλ στις όχθες του Τίγρη, αλλά και οι περιπλανήσεις του Βάρτζακ στα σοκάκια της πόλης.

Εικονογράφηση
Πλούσια, δυναμική, ιδιαίτερη, σκοτεινή· απόλυτα δεμένη με το κείμενο, χρησιμοποιεί το μελάνι για να μας μεταφέρει τα συναισθήματα που νιώθει ο ήρωας στον απειλητικό έξω κόσμο.
Απόσπασμα
Οι τρεις φίλοι κίνησαν για το λόφο όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Στο δρόμο ο Βάρτζακ τους εξήγησε για τον Κύριο και τις μαύρες γάτες του.

Ήλπιζε να μην είναι πολύ αργά. Με το Γέρο-Πο πια απόντα και αρχηγό τον Πατέρα, τι θα έκανε η οικογένεια όταν θα ερχόταν αντιμέτωπη με τις γάτες του Κυρίου; Τι θα τους έκαναν οι γάτες του Κυρίου; Τα πάντα μπορεί να είχαν συμβεί. Ύστερα από τόσο καιρό που έλειπε, το σπίτι σίγουρα θα ήταν διαφορετικό.

Αυτές οι εικόνες στο κεφάλι του - η κόκκινη βελούδινη πολυθρόνα, τα προσελάνινα μπολάκια φαγητού - μπορεί να μην υπήρχαν πια.

Για ένα μόνο ήταν σίγουρος. Έπρεπε να σκαρφαλώσουν στη μάντρα για να μπούνε μέσα και ο Βάρτζακ θυμόταν ότι ήταν το χειρότερο σκαρφάλωμα της ζωής του.

Μια βροντή βρυχήθηκε πάνω από την πόλη καθώς έφταναν στους πρόποδες του λόφου. Ο ουρανός είχε γίνει μαβής υπό την απειλή μιας ακόμα καταιγίδας.

«Εκεί πάνω είναι», είπε ο Βάρτζακ καθοδηγώντας τους, τη στιγμή που ο ουρανός φωτίστηκε από μια αστραπή.

Ανέβηκαν το λόφο όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Άρχισε να βρέχει. Οι σταγόνες μαστίγωναν με ορμή τη μύτη, τα μάτια και τα αυτιά του Βάρτζακ. Πάσχισε για μια ανάσα· νερό γέμισε το στόμα του, αλλά συνέχισε να ανεβαίνει το λόφο, ένα βήμα, δύο βήματα, εκατό, χίλια. Όσα χρειάζονταν.

Το φεγγάρι τους κοίταζε από ψηλά, ένας μελαγχολικός μονόφθαλμος ουράνιος φρουρός. Παράτα τα, έμοιαζε να λέει. Παράτα τα και φύγε.

Μουσκεμένοι, κατάκοποι, λαχανιασμένοι, έφτασαν στην κορφή του λόφου τη στιγμή που ο ουρανός ξεσκίστηκε από ένα λευκό φως.

Αυτό που είδε ο Βάρτζακ εκεί τον έκανε να ανατριχιάσει. Μια μικρή πέτρινη μάντρα στεκόταν μπροστά τους, η μισή σε ύψος από οποιαδήποτε άλλη της πόλης. Έμοιαζε παλιά και μισογκρεμισμένη, σαν να ήταν εγκαταλελειμμένη εδώ και πολύ καιρό. Μια ακόμη βροντή ταρακούνησε τη γη. Ο Βάρτζακ τρεμούλιασε. Ήταν αυτή η ίδια μάντρα που περιέβαλε τον κόσμο στον οποία μεγάλωσε; Το τείχος που τότε έμοιαζε τόσο ψηλό και αδύνατο για να το περάσει κανείς; Ή μήπως είχαν όλα αλλάξει όσο έλειπε;

Στη μάντρα υπήρχε μια πόρτα. Την έσπρωξε. Δεν κουνήθηκε· ήταν κλειδωμένη. Έκανε το γύρο της μάντρας, αναζητώντας κάτι οικείο. Μια αστραπή αποκάλυψε τις ρωγμές και τις χαραμάδες όπου είχαν φυτρώσει βρύα. Στην κορφή της μάντρας μπορούσε να δει τα ροζιασμένα πάνω κλαδιά κάποιων άρρωστων, γέρικων δέντρων - και να, εκείνο το μοναδικό δέντρο από το οποίο είχε πέσει τη νύχτα που έφυγε από το σπίτι.

Ο Βάρτζακ άγγιξε το μουσκεμένο κορμό του και χαμογέλασε με ανακούφιση. Τώρα το αναγνώριζε. Μα φυσικά ήταν το ίδιο. Το μέρος αυτό δε θα άλλαζε ποτέ· αυτός είχε αλλάξει.

«Αυτό είναι!» φώναξε χαρούμενος, σκεπάζοντας το θόρυβο της βροντής. «Υπάρχουν δέντρα μέσα από τα οποία μπορούμε να κατέβουμε. Εγώ θα πάω πρώτος και… Κλατζ, τι συμβαίνει;»

Ο Κλατζ έτρεμε. Τα μάτια του είχαν θολώσει και πάλι από φόβο. «Δε-δεν μπορώ σκαρφαλώσω», ψέλλισε. «Κλατζ δε σκαρφαλώνει».

Ο Βάρτζακ κοίταξε με δυσπιστία το πελώριο, δυνατό σκυλί. «Δεν μπορείς;».

«Μα φυσικά και δεν μπορεί», είπε απότομα η Χόλι. «Όλοι ξέρουν πως τα σκυλιά δε σκαρφαλώνουν - θα ήμασταν χαμένες αν μπορούσαν. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μπούμε;»

«Τα σκυλιά δε σκαρφαλώνουν;»

«Όχι, δε σκαρφαλώνουν», είπε η Χόλι συνοφρυωμένη. «Αυτός είναι ο μόνος τρόπος, σωστά;» Το βλέπω στα μάτια σου».

Ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Κι είχαν φτάσει τόσο κοντά! Όμως αυτή η μάντρα, αυτή η παλιά πέτρινη μάντρα στεκόταν εμπόδιο για μια ακόμη φορά.

«Κλατζ λυπάται», είπε μια αδύναμη, φοβισμένη φωνή δίπλα του. «Θέλει βοηθήσει Βάρτζακ.»

Μια αστραπή φώτισε το σύμπαν. Ακούστηκε και βροντή. Η βροχή κυλούσε στο πρόσωπο του Βάρτζακ σαν δάκρυα. Όμως ήταν παράξενο· η καταιγίδα δεν τον τρόμαζε όπως κάποτε. Αντίθετα, έμοιαζε να εισχωρεί μέσα του, από τα μουστάκια μέχρι την ουρά του, πλημμυρίζοντάς τον με τη δική του άγρια δύναμη, με αποτέλεσμα αυτός και η βροχή να γίνονται ένα.

Τώρα πια δεν υπήρχε γυρισμός. Με ή χωρίς σκυλί, θα έβρισκε την οικογένειά του.

«Δεν πειράζει, Κλατζ», είπε. «Θα μας περιμένεις εδώ. Έλα, Χόλι. Πάμε μέσα».

Άφησαν τον Κλατζ ζαρωμένο κάτω από το δέντρο. Οι δύο γάτες τινάχτηκαν πάνω στη μάντρα. Σκαρφάλωσαν στην κορυφή της και μετά κατέβηκαν από την άλλη, περνώντας από ένα μπερδεμένο λαβύρινθο κλαδιών.

Αθόρυβα, βρέθηκαν στον κήπο. Περπάτησαν στο υγρό χορτάρι κι έφτασαν στο πορτάκι για γάτες.

«Εδώ είμαστε», ψιθύρισε ο Βάρτζακ καθώς γλιστρούσαν μέσα. «Αυτό είναι το σπίτι της Κοντέσας.»
Σχόλιο
Ο Βάρτζακ Πο έχει αγαπηθεί από τους έφηβους αναγνώστες, γιατί και ο ίδιος είναι ένας προβληματισμένος έφηβος. Νιώθει την οικογένειά του να τον περιορίζει και προσπαθεί με κάθε τρόπο να ξεφύγει. Στην αρχή με τη φαντασία του -που θεριεύει με τις ιστορίες του παππού- και στη συνέχεια κυριολεκτικά, πηδώντας τη μάντρα του κήπου για να βγει στον απαγορευμένο έξω κόσμο. Αυτά που θα συναντήσει εκεί αρχικά τον ενθουσιάζουν: νέες εμπειρίες, ελευθερία επιλογών… Η απογοήτευση όμως δεν θα αργήσει να έρθει, όταν ο νεαρός γάτος διαπιστώνει ότι μακριά από την οικογένειά του νιώθει ακόμα μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Τίποτα δεν είναι πια δεδομένο, ενώ οφείλει να φροντίζει για τις ανάγκες του μόνος του. Το συναίσθημα της αποτυχίας και η αυτολύπηση που έτσι κι αλλιώς ένιωθε, γίνονται εντονότερα και τον ακολουθούν σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος. Οι λανθασμένες επιλογές (όπως π.χ. η προσκόλληση σε συμμορίες ή οι ανούσιοι τσακωμοί) φαντάζουν σωστές στο θολωμένο εφηβικό του μυαλό. Τελικά, μόνο με τη βοήθεια των νέων του φίλων και την σταθερή καθοδήγηση του προτύπου – μυθικού προγόνου Τζελάλ, θα έρθουν οι πρώτες επιτυχίες που θα ενισχύσουν την πληγωμένη του αυτοεκτίμηση. Ο Βάρτζακ έτσι επιστρέφει στο σπίτι του αλλαγμένος, έτοιμος να αντιμετωπίσει τους προσωπικούς του δαίμονες. Τα όσα επικά θα ακολουθήσουν, επιβεβαιώνουν στον ίδιο αλλά και στο περιβάλλον του ότι ενηλικιώθηκε.

Η ιστορία με τον αποπροσανατολισμένο έφηβο που χάρη σε κάποιον προστάτη βρίσκει το δρόμο του, είναι κλασική και την συναντάμε από την μυθολογία μέχρι τον Tolkien. Στο συγκεκριμένο σενάριο, η εκπαίδευση του νέου περνάει από μια λίστα με οδηγίες, τον Τρόπο του Τζελάλ (κάτι σαν Bushido για γάτες), τις οποίες ακολουθεί και γίνεται ατρόμητος. Κάτι αντίστοιχο θα βρούμε σε βιβλία προσωπικής βελτίωσης που βασίζονται στην Ανατολική Φιλοσοφία, όπως ας πούμε το αρκετά γνωστό Ο δρόμος του ειρηνικού πολεμιστή (Way of the Peaceful Warrior, 1980) Σε όρους κινηματογράφου, ανάλογο σενάριο έχει το  Karate Kid, όπου ο αρχικά άγαρμπος νεαρός πρωταγωνιστής, μυούμενος στη φιλοσοφία ενός μέντορα, ξεκλειδώνει μια ιδιαίτερη πολεμική τεχνική που τον μεταλλάσσει σε ανίκητο ήρωα. Μιλώντας για κινηματογράφο και για μεταλλάξεις, οφείλουμε να κάνουμε μια αναφορά στο φαινόμενο Paul Varjak το οποίο (σύμφωνα με το Urban Dictionary) αφορά άντρες που μετασχηματίζονται από αντιπαθητικοί σε συμπαθητικοί. Ο όρος προέκυψε από την ταινία "Πρόγευμα στο Τίφανις" (Breakfast at Tiffany's, 1961) στην οποία ο συγγραφέας Βάρτζακ Πολ ερωτεύεται την Χόλι Γκολάιτλι (συνωνυμία;) και τη γάτα της, ενώ έχει γράψει ένα βιβλίο με τίτλο Εννέα ζωές (Nine lives by Varjak Paul) που από πέρυσι κυκλοφορεί και στην πραγματικότητα.
Ένας άλλος Varjak με μια άλλη Holly, διαβάζουν το βιβλίο "Εννέα Ζωές
Εκτός όμως από μυστήριο και δράση, το βιβλίο περιέχει και αρκετά μηνύματα. Ένα από τα κυριότερα, αυτό της ανοχής στη διαφορετικότητα: Ο Βάρτζακ δεν έχει μπλε μάτια σαν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, κάτι που ο μεγάλος του αδελφός χρησιμοποιεί για να τον κάνει να νιώθει υποδεέστερος. Ο ήρωας πέφτει λοιπόν θύμα διακρίσεων από μικρός και δυσκολεύεται να νιώσει κανονικό μέλος της πρώτης του ομάδας. Όταν επιστρέφει από τη μεγάλη του περιπέτεια, γίνεται (επιτέλους) αποδεκτός, όμως καλείται να υιοθετήσει και τους κανόνες της (σνομπ) συμπεριφοράς της αριστοκρατικής του ράτσας. «Είμαστε ιδιαίτερες. Είμαστε Μπλε Μεσοποταμίας. Όσο γι' αυτές τις κοινές γάτες, ποιος νοιάζεται τι τους κάνει; Είναι ασήμαντες.» (σ.212) λέει ο πατέρας που αδιαφορεί για όποια γάτα «δεν είναι μία από εμάς». Οφείλει άραγε ο Βάρτζακ να ακολουθήσει τις επιταγές της οικογένειας ή να μείνει πιστός στους φίλους που τον δέχτηκαν στην παρέα τους όταν είχε ανάγκη;

Για όσους διάβασαν το βιβλίο και ενθουσιάστηκαν, να πούμε ότι η συνέχεια με τίτλο «Ο παράνομος Βάρτζακ Πο», όπου ο ήρωας παρουσιάζεται πλέον ως ενήλικας, έχει ήδη κυκλοφορήσει (και βραβευτεί) στο εξωτερικό, αλλά δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στη γλώσσα μας (γίνεται προσπάθεια να είναι έτοιμο αρχές του 2015)· ένα τρίτο βιβλίο που θα συμπληρώνει την τριλογία ίσως γραφτεί στο μέλλον, όπως όμως ο συγγραφέας αναφέρει, πρέπει πρώτα να γεράσει και ο ίδιος, ώστε να μπορεί να μας μεταφέρει την οπτική του Βάρτζακ σε αυτή την ηλικία! [to write a book about an old character, I need to be old myself]. Ας κάνουν λοιπόν υπομονή!
Πόστερ από την (άκαρπη) προώθηση του βιβλίου ως
σεναρίου animation για τα στούντιο του Hollywood
Χρήση στην τάξη
Στο μυθιστόρημα, ο νεαρός Βάρτζακ εμπνέεται από τον δοξασμένο πρόγονό του Τζελάλ και ακολουθεί τον Τρόπο του για να φτάσει στην ωριμότητα. Ποια είναι άραγε τα πρότυπα των δικών μας μαθητών; Ιστορικές προσωπικότητες; Καλλιτέχνες; Αθλητές; Από ποιους ανθρώπους εμπνέονται και τι θα τους έλεγαν, αν μπορούσαν να τους συναντήσουν; Εδώ βλέπουμε την αντίδραση ενός μικρού Κολομβιανού, όταν συναντάει το ίνδαλμά του στο πρόσωπο του -αυτό τον καιρό τραυματία- ποδοσφαιριστή Φαλκάο (Radamel Falcao).

Στο μάθημα της Γλώσσας, θα μπορούσαμε να συντάξουμε ένα γράμμα προς μια προσωπικότητα που θεωρούμε πρότυπο· ακόμα καλύτερα όμως θα ήταν να γράψουμε τι θα μας απαντούσε η προσωπικότητα αυτή αν λάμβανε το γράμμα μας! Μπαίνοντας στη θέση του προτύπου για να στείλουμε την απάντηση στον εαυτό μας, μπορούμε από τη μία να συνειδητοποιήσουμε πως τα πρόσωπα αυτά είναι άνθρωποι σαν κι εμάς (συνήθως με ξεκάθαρο όραμα και ατσάλινη θέληση να το ακολουθήσουν), και από την άλλη ότι ίσως και εμείς οι ίδιοι αποτελούμε πρότυπα για κάποιους άλλους.

Συγκεκριμένα, τα παιδιά της Στ' δημοτικού ή του γυμνασίου -στα οποία απευθύνεται το βιβλίο- αντιμετωπίζονται συχνά ως stars από τους μικρότερους συμμαθητές τους. Τα παραπάνω θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια συζήτηση στην τάξη, για το πώς θα οφείλαμε να ρυθμίσουμε τη συμπεριφορά μας αν ξαφνικά διαπιστώναμε ότι όσα κάνουμε γίνονται παράδειγμα προς μίμηση. Επίσης, ενδιαφέρον θα είχε να σκεφτούμε το πώς (ως εμπειρότεροι και ωριμότεροι) θα μπορούσαμε να αναλάβουμε υπό την προστασία μας τους νεοφερμένους στο σχολείο μαθητές της Α' τάξης και να κάνουμε την προσαρμογή τους ευκολότερη. Ακούγεται σαν μια αρκετά πρωτότυπη άσκηση υπευθυνότητας, αρκεί να οργανωθεί σωστά και σε συνεργασία με τους αρμόδιους συναδέλφους και τη διεύθυνση.

Για να μην αφήσουμε τους φίλους των γατών παραπονεμένους, να αναφέρουμε ότι ο Βάρτζακ Πο ανήκει στη ράτσα μπλε Μεσοποταμίας, που δυστυχώς ζει μόνο στο μυαλό του συγγραφέα και στις σελίδες των βιβλίων του. Ωστόσο, αν παρακολουθήσουμε το παρακάτω βίντεο για τα χαρακτηριστικά της Ρωσικής μπλε, θα αναγνωρίσουμε στο πρόσωπό της τη φιγούρα του ήρωα. Το κείμενο μας δίνει αφορμή να μιλήσουμε για τα διάφορα είδη γάτας (υπάρχουν γύρω στα 30-40 αναγνωρισμένα) και σε περίπτωση που οι μαθητές δείξουν ενδιαφέρον, κάθε ομάδα μπορεί -χρησιμοποιώντας κείμενα, ζωγραφιές ή βίντεο- να αναλάβει την παρουσίαση μιας ράτσας και των χαρακτηριστικών της. Θα μπορούσαμε επίσης να ετοιμάσουμε στην τάξη ένα πόστερ με κολάζ από όσο περισσότερα είδη γάτας μπορούμε να συγκεντρώσουμε ή ένα αντίστοιχο με αυτό σχεδιάγραμμα. 
https://www.youtube.com/watch?v=RtI7UgN3bxQ


Share/Bookmark

Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Οι ιερές γάτες

Υπόθεση
Η μικρή Μαργαρίτα είναι λίγο κρυωμένη και κάθεται στο κρεβάτι αγκαλιά με την γάτα της. Η θεία Αναστασία, έρχεται να της κρατήσει παρέα και αρχίζει να της διαβάζει το νέο της ιστορικό διήγημα... Σε αυτό, παρακολουθούμε ένα άλλο κορίτσι, την Ιλιόνη από τη Μίλητο, να ταξιδεύει γύρω στα 550 π.Χ. μαζί με τον πατέρα της στη Ναυκράτη της αρχαίας Αιγύπτου. Εκεί, για όσες μέρες ο Κλέαρχος ασχολείται με τις εμπορικές του υποθέσεις, η κόρη του θα έχει χρόνο να γνωρίσει τον τόπο, να κάνει φίλους, αλλά και έρθει σε επαφή με ένα άγνωστο ζώο, τη γάτα. Λίγο πριν την επιστροφή τους, αποφασίζει μάλιστα να ταξιδέψει με τους νέους της φίλους στην πόλη Περ-Μπάστετ, για να παρακολουθήσει το μεγάλο πανηγύρι της θεάς γάτας!

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Κίρα Σίνου
Εικονογράφηση: Σταύρος Παλαντσάς
ISBN: 978-960-04-1695-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2000
Σελίδες: 72
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε'

Κριτική
Συμπαθητικό διήγημα ιστορικής μυθοπλασίας από τη βιρτουόζο του είδους, αείμνηστη Κίρα Σίνου. Με γλώσσα απλή και κατανοητή, μας ταξιδεύει αυτή τη φορά στην αρχαία Αίγυπτο, όπου θα γνωρίσουμε τα ήθη και έθιμα των κατοίκων της, αλλά και θα αναζητήσουμε τις απαρχές της σχέσης ανθρώπου και γάτας. Για να ξετυλίξει τον μύθο, η συγγραφέας επιλέγει την τεχνική του εγκιβωτισμού (ιστορία μέσα στην ιστορία) που χρησιμοποιεί με μαεστρία, κερδίζοντας από την αρχή τους αναγνώστες. Χωρισμός σε κεφάλαια δεν υπάρχει, όμως αντίστοιχο σκοπό εξυπηρετούν οι διακοπές (πέντε τον αριθμό) στην αφήγηση της θείας Αναστασίας, μέσα από τις οποίες παίρνουμε ανάσες και πληροφορούμαστε για διάφορα σχετικά θέματα: άλλοτε για την πόλη Ναύκρατη, άλλοτε για την ιστορία της γάτας, την θρησκεία των Αιγυπτίων, κτλ. Η έγχρωμη εικονογράφηση προσθέτει στην αισθητική αξία του βιβλίου και η έκδοση είναι γενικά προσεγμένη (καλό θα ήταν βέβαια να υπάρχει και αρίθμηση), ενώ στην τελευταία σελίδα θα βρούμε και βιβλιογραφία. Προτείνουμε ανεπιφύλακτα το βιβλίο σε παιδιά των μεσαίων και μεγάλων τάξεων, ενώ σίγουρα οι φίλοι των κατοικίδιων αιλουροειδών και της αρχαιολογίας θα ενθουσιαστούν!

  • Απλή γλώσσα, στρωτή διήγηση
  • Πληροφορίες για την αρχαία Αίγυπτο και την ιστορία της γάτας

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Αιγυπτιολογία, Περιπέτεια, Ζωοφιλία, Γάτες, Φιλαναγνωσία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Το ταξίδι στο Νείλο και οι ιστορίες από την αιγυπτιακή μυθολογία!

Εικονογράφηση
Πολύχρωμα σκίτσα (ένα σε κάθε 3-4 σελίδες κειμένου) με στυλ που τείνει στο φωτορεαλιστικό. Συνοδεύουν με επιτυχία την ιστορία, βάζουν τους αναγνώστες στην ατμόσφαιρα της εποχής, αλλά και ξεκουράζουν το μάτι. Μικρή παρασπονδία, το ότι ενώ στην αφήγηση τα αιγυπτιακά πλοιάρια περιγράφονται με ζωηρόχρωμα πανιά, ο καλλιτέχνης τα αποδίδει με ολόλευκα.


Απόσπασμα
Ο δούλος οδήγησε την Ιλιόνη στην ξύλινη σκάλα. Εκείνη άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια, όμως κοντοστάθηκε όταν άκουσε τον Κίμωνα:

- Πώς και πήρες μαζί τη θυγατέρα σου σ’ ένα τόσο μακρινό ταξίδι, Κλέαρχε; Εσείς εκεί πίσω πιστεύετε πως οι γυναίκες όσα λιγότερα γνωρίζουν τόσο καλύτερες σύζυγοι γίνονται. Και σ’ ένα υπερπόντιο ταξίδι θα δει και θα μάθει ένα σωρό πράγματα. Δε φοβάσαι για την ηθική της;  πρόσθεσε, και η Ιλιόνη τον άκουσε να γελάει ειρωνικά.

- Δίκιο έχεις, Κίμωνα, αυτές τις βλακείες πιστεύουν στα μέρη μας, μα εγώ που γυρίζω τον κόσμο έχω αντίθετη γνώμη. Η αμόρφωτη γυναίκα δύσκολα κρατάει κοντά της το μορφωμένο άντρα. Μπορεί να γίνει καλή νοικοκυρά, μα δε θα γίνει ποτέ καλή σύντροφος. Δε θα έχει τι να πει, θα μιλά μόνο για τα παιδιά και το νοικοκυριό, και όσο για το αν θα είναι καλή μητέρα, κι αυτό είναι συζητήσιμο, γιατί ναι μεν θα μπορεί να μεγαλώσει τα παιδιά της, χωρίς να τους παρέχει όμως πνευματική τροφή.

- Θες να σου πω τη γνώμη μου; είπε σοβαρά ο Κίμων. Οι Έλληνες άντρες ακολουθούν αυτή τη γραμμή ίσως, χωρίς να το συνειδητοποιούν, από ένστικτο, γιατί φοβούνται τη γυναίκα, ξέρουν ότι κατά βάθος δεν υστερεί σε μυαλό από τους ίδιους, και την προτιμούν αμόρφωτη για να μη σηκώνει κεφάλι, σε αντίθεση με τους Αιγύπτιους, που πιστεύουν ότι η γυναίκα είναι ισότιμη με τον άντρα. Γνωρίζω καλά τους Αιγύπτιους τόσα χρόνια που ζω στη χώρα τους και ξέρω τον τρόπο που σκέφτονται.

- Και έχουν δίκιο, παραδέχτηκε ο Κλέαρχος. Ενώ αυτή η ανόητη ανατροφή που δίνουμε εμείς στις κόρες καλώς οικογενειών αναγκάζει τον άντρα να ψάξει έξω από το σπίτι για γυναικεία συντροφιά. και δε νομίζω απ’ αυτό να βγαίνει κερδισμένη η σύζυγος. Από αυτή την άποψη οι Αιγύπτιοι δίνουν πολύ πι σωστή ανατροφή στα κορίτσια τους. Κι εγώ την Ιλιόνη μου έτσι προσπαθώ να τη μεγαλώσω…

Στο κεφαλόσκαλο εμφανίστηκε η Αριστέα, η γυναίκα του Κίμωνα. Αφού αγκάλιασε και φίλησε την κοπέλα, φώναξε τις κόρες της και άρχισε να τις συστήνει μία μία:
- Αυτή είναι η Αλκμήνη, η πρώτη μου. Πρέπει να έχετε πάνω κάτω την ίδια ηλικία. Αυτή είναι η Εκάβη, αυτή η Λητώ, αυτή η Ροδώπις…

Άθελά της η Ιλιόνη έκανε μια κίνηση απορίας.

- Σου φαίνεται περίεργο το όνομα, ε; είπε η Αριστέα, που το παρατήρησε. Είναι αλήθεια πως είναι κάπως ασυνήθιστο, αλλά εδώ στην Αίγυπτο η Ροδώπις είχε αφήσει εποχή. Ήταν μια εταίρα από τη Θράκη που φημιζόταν για την ομορφιά της και ανήκε στον ίδιο αφέντη με τον Αίσωπο, εκείνον, ξέρεις, που έγραψε τους μύθους. Αργότερα έγινε φιλενάδα του φαραώ μας του Άμασι. την είδε κάποτε ο άντρας μου ο Κίμων και θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Τώρα κατά πόσο είναι σωστό να δώσεις σ’ ένα κορίτσι το όνομα μιας εταίρας, έστω και καλλονής… Γι’ αυτό καλύτερα να ρωτήσεις τον πατέρα της που είχε αυτή την ιδέα…

Εκείνη τη στιγμή η Ιλιόνη πρόσεξε από την ανοιχτή πόρτα να μπαίνει ένα ζωάκι. δεν ήταν μεγαλόσωμο. Το λεπτοκαμωμένο αλλά νευρώδες σωματάκι του ήταν καστανοκόκκινο, με πιο σκούρες γραμμές, που ξεκινούσαν από τη ράχη του. Τα μάτια του έλαμπαν πιο πράσινα ακόμα μέσα στο κοκκινωπό τρίχωμα. Το ζωάκι σήκωσε τη λεπτή ουρά του κι άρχισε να τρίβεται στα πόδια της Αριστέας.

- Τι είναι αυτό; ρώτησε απορημένη η Ιλιόνη δείχνοντας το ζωάκι. Πρώτη φορά βλέπω τέτοιο ζώο.

Η Αλκμήνη την κοίταξε ξαφνιασμένη.

- Καλά, δεν έχεις ξαναδεί γάτα; απόρησε.

- Γάτα; Έτσι το λένε; Και γιατί το έχετε στο σπίτι σας;

- Γιατί έχουμε μια γάτα στο σπίτι μας; απόρησε με τη σειρά της η Αλκμήνη. Για να πιάνει τα ποντίκια, φυσικά. Εσείς, δηλαδή, στα δικά σας τα μέρη δεν έχετε ποντίκια;

- Και βέβαια έχουμε Μα εμείς έχουμε νυφίτσες για να τα πιάνουν.

- Καλά, θεία, διέκοψε πάλι τη θεία της η Μαργαρίτα, είναι δυνατό στις ελληνικές πόλεις να μη γνώριζαν τις γάτες; Αφού έχουμε ένα σωρό γάτες στην Ελλάδα.

- Δεν ήταν έτσι τα πράγματα στην αρχαιότητα, είπε εκείνη πάλι αφήνοντας το χειρόγραφό της. Στα ελληνικά σπίτια τα χρέη της γάτας εκτελούσαν τότε πράγματι οι νυφίτσες. Αυτές κυνηγούσαν τα ποντίκια. Οι γάτες δεν ήταν, βέβαια εντελώς άγνωστες, έχουμε ένα ανάγλυφο απότον 6ο αιώνα π.Χ. όπου τέσσερις νεαροί κομψευόμενοι Αθηναίοι βάζουν ένα σκύλο να τσακωθεί με μια γάτα. Όπως και ένα ερυθρόμορφο αγγείο, δηλαδή ένα αγγείο όπου οι φιγούρες είναι ζωγραφισμένες πάνω σε κόκκινο πηλό, του δεύτερου μισού του 4ου αιώνα π.Χ., που βρέθηκε στην Κάτω Ιταλία, κι εκεί δύο πολύ κομψές κυρίες παίζουν με μια γάτα κι ένα περιστέρι. Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλες παραστάσεις με γάτες. Όμως απ’ ό, τι φαίνεται, οι γάτες τότε σπάνιζαν ακόμα στην Ελλάδα. Ίσως να τις έφερναν από την Αίγυπτο και να κόστιζαν πολλά λεφτά. Μη βλέπεις που σήμερα έχει γεμίσει ο τόπος.

- Μα η δικιά μου η Πίσσα δεν είναι όποια κι όποια γάτα!

- Όχι, είναι πραγματικά πολύ όμορφη. Όλο ξεχνάω να σε ρωτήσω, γιατί την έβγαλες Πίσσα; Μόνο επειδή είναι μαύρη σαν πίσσα ή υπάρχει κάποιος άλλος λόγος;

- Δεν την έβγαλα εγώ έτσι. όταν μου τη χάρισε η γιαγιά, μου είπε πως έτσι λέγεται, κι εμένα μου άρεσε το όνομά της και το κράτησα.

- Καλά το φαντάστηκα πως έτσι την έβγαλε η γιαγιά σου, γέλασε η Αναστασία. Η γιαγιά σου είναι μια παλιά «διαπλασοπούλα», ήταν, δηλαδή, παιδάκι, συνδρομήτρια του διάσημου περιοδικού Διάπλασις των παίδων, που άφησε εποχή. Το περιοδικό κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον περασμένο αιώνα, όταν κάτι τέτοιες βαρύγδουπες ονομασίες ήταν συνηθισμένες. Μα, καθώς τα παιδιά δεν καταλάβαιναν ότι η λέξη «διάπλαση» σημαίνει «διαμόρφωση», ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο γνωστός συγγραφέας και αρχισυντάκτης του περιοδικού, εφεύρε την κυρία Διάπλαση, μια ωραία αριστοκρατική κυρία που το εκπροσωπούσε. Λοιπόν, η κυρία Διάπλαση είχε μια μαύρη γάτα που την έλεγε Πίσσα, μια γάτα με μεγάλη προσωπικότητα. Και είναι φυσικό η γιαγιά σου να τη θυμάται αυτή τη γάτα από τα παιδιά της χρόνια, γιατί είναι αλήθεια πως οι παιδικές μας αναμνήσεις όχι μόνο σημαδεύουν τη ζωή μας, μα επανέρχονται πιο ζωηρές όσο μεγαλύτεροι γινόμαστε. Όμως, τώρα στο βιβλίο μας. θέλεις να συνεχίσω ή βαρέθηκες;

- Συνέχισε, είπε η Μαργαρίτα και τα μάτια της έλαμψαν.

Σχόλιο
Η ισότητα των δύο φύλων είναι ένα θέμα που θίγεται τόσο σε σχέση με τους ανθρώπους (βλ. απόσπασμα όπου η σχετική νοοτροπία των αρχαίων Ελλήνων αποδοκιμάζεται σφόδρα) όσο και σε σχέση με τα κατοικίδια... Συγκεκριμένα, όταν η Μαργαρίτα απορεί γιατί οι Αιγύπτιοι λάτρεψαν τις θηλυκές γάτες, αλλά αδιαφόρησαν για τις αρσενικές, λαμβάνει από τη θεία της την απάντηση ότι στην αιγυπτιακή μυθολογία υπάρχει κι ένας αρσενικός γάτος που παίζει σημαντικό ρόλο: κάθε βράδυ εξουδετερώνει με το μαχαίρι του το πελώριο φίδι Απώφι, ώστε ο θεός Ρα να περάσει από τον Κάτω Κόσμο με ασφάλεια και να μπορέσει να ανατείλει την επομένη μέρα από τα ανατολικά.

Περισσότερες πληροφορίες για την ανασκαφή και τη σημερινή θέση της Ναυκράτιος μπορείτε να βρείτε εδώ.
Το τοπίο όπως φαίνεται σήμερα (πηγή)

Στο κλείσιμο της ιστορίας, η Ιλιόνη κλέβει ένα γατάκι από το εκτροφείο της θεάς Μπαστέτ. Δικαιολογείται άραγε μια τέτοια πράξη από τη στιγμή που οι Αιγύπτιοι ιερείς εκμεταλλεύονταν τα ζώα και τα προόριζαν για εμπόριο και θανάτωση;

Όπως μαθαίνουμε από το βιβλίο, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ονόμαζαν τις γάτες Μιίτ (Πα - Μιίτ τις αρσενικές και Τα - Μιίτ τις θηλυκές). Στους πίνακες που ακολουθούν, βλέπουμε πώς τις αποκαλούν διάφοροι λαοί σήμερα, αλλά και πώς αποδίδεται ο ήχος του νιαουρίσματος σε διαφορετικές γλώσσες.



Χρήση στην Τάξη
Μέσα από την ιστορία, οι αναγνώστες θα αποκτήσουν με ευχάριστο τρόπο μια ιδέα για την Αίγυπτο του 6ου αι. π.Χ. και τους κατοίκους της, θα μάθουν για τη θρησκεία τους και τις συνήθειές τους, τις κατοικίες, το ντύσιμο, αλλά και τις σχέσεις τους με τους Έλληνες. Θα περιηγηθούν στη Ναύκρατη και σε άλλες πόλεις, θα ταξιδέψουν στον Νείλο και θα ζήσουν από κοντά ένα θρησκευτικό πανηγύρι της εποχής. Με αφορμή όλα αυτά, μπορούμε και στην τάξη να πλησιάσουμε λίγο στην αιγυπτιακή κουλτούρα, αναθέτοντας σε ομάδες μαθητών να μας παρουσιάσουν πληροφορίες και μύθους γύρω από αιγυπτιακές θεότητες που αναφέρονται στο βιβλίο (Μπαστέτ, Μπες, Σεχμέτ, Ρα, Θωθ). Για παράδειγμα, σε σχέση με τη θεά - γάτα, την Μπαστέτ (κατά το ελληνικότερο Μπαστίτη), που στην ιστορία της θείας Αναστασίας κατέχει κεντρικό ρόλο, θα μπορούσαμε να πούμε τα εξής:
Πρόκειται για μια από τις πιο αγαπημένες θεότητες των αρχαίων Αιγυπτίων. Στη χώρα των Φαραώ, όλες οι γάτες θεωρούνταν ενσαρκώσεις της και άρα ιερές. Όπως γράφει ο Ηρόδοτος (βιβλίο ΙΙ παράγραφος 66), οι πιστοί έπρεπε να παραφυλάνε τις φωτιές τους για να μην πηδήξει η γάτα τους μέσα και καεί· όταν τύχαινε κάποια να πεθάνει, οι ένοικοι του σπιτιού ξύριζαν τα φρύδια τους σε ένδειξη πένθους, όπως βλέπουμε να έχει κάνει και η νεαρή γυναίκα στο βιβλίο. Η αδυναμία τους για τις γάτες, στοίχισε όμως κάποτε ακριβά στους υπηκόους του Φαραώ. Σύμφωνα με τον Πολύαινο (βιβλίο 7 παράγραφος 9), οι Πέρσες εκμεταλλεύτηκαν την λατρεία των Αιγυπτίων προς τις γάτες για να τους υποδουλώσουν: Στη μάχη του Πελούσιου το 525 π.Χ. ο Πέρσης βασιλιάς Καμβύσης διέταξε τους στρατιώτες του να χρησιμοποιήσουν γάτες (αλλά και σκύλους, πρόβατα και άλλα ιερά ζώα) ως ασπίδα καθώς πλησίαζαν τα τείχη της πόλης, κι έτσι οι Αιγύπτιοι υπερασπιστές φοβόντουσαν να τους χτυπήσουν με τα τόξα τους! Έτσι κατάφερε να κυριεύσει τη συνοριακή πόλη και να περάσει με τον στρατό του στην Αίγυπτο. Αν επισκεφτούμε την αιγυπτιακή συλλογή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, θα μπορέσουμε ανάμεσα στα υπόλοιπα εκθέματα να δούμε και γατόμορφα αγαλμάτια και μουμιοποιημένες γάτες σε ειδικές σαρκοφάγους!

Από τις πληροφορίες που δίνει η θεία Αναστασία στη Μαργαρίτα, μαθαίνουμε ότι οι χριστιανοί του Μεσαίωνα, θεωρούσαν τις γάτες διαβολικά όντα και τις κυνηγούσαν. Ποια είναι άραγε η θέση της γάτας στη δική μας κοινωνία; Τι πιστεύουμε γι' αυτές σήμερα; Γνωρίζετε λαϊκές φράσεις ή παροιμίες, κάποιο ποίημα (στο Ανθολόγιο Ε'-Στ' υπάρχει αυτό) ή σχετικό τραγούδι για τις γάτες; Υπάρχουν ήρωες - γάτες που ξέρουμε από τα κινούμενα σχέδια;

 



Share/Bookmark