Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Ο μικρός ζωγράφος των βράχων

Υπόθεση
Ο 6χρονος Ποκ, ένα αγόρι της παλαιολιθικής εποχής, ζει σε μια σπηλιά μαζί με τους γονείς του και τα υπόλοιπα μέλη της φυλής. Θέλει να γίνει κυνηγός, αλλά βλέπει ότι οι μεγαλύτεροι δεν τον υπολογίζουν ακόμα λόγω της νεαρής του ηλικίας. Την ημέρα των γενεθλίων του, η μητέρα τού αποκαλύπτει έναν τοίχο με ζωγραφιές, που τα σχήματα και τα χρώματά τους τον καταγοητεύουν. Από εκείνη τη στιγμή, ξεχνάει το κυνήγι και θέλει μόνο να ζωγραφίζει. Σύντομα, γνωρίζεται με τον παππού - ζωγράφο της φυλής, ο οποίος θα τον διδάξει με υπομονή και θα τον βοηθήσει να ζωγραφίσει το πρώτο του έργο.
 
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καλειδοσκόπιο
Συγγραφέας: Μαρία Πετκανοπούλου
Εικονογράφηση: Άννα Καρνή
ISBN: 978-960-471-028-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 2010
Σελίδες: 44
Τιμή: περίπου 11 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Γ', Δ'
Ιστότοπος του βιβλίου εδώ
Απόσπασμα του βιβλίου από τον Μικρό Αναγνώστη εδώ

Κριτική
Βραβευμένο διήγημα προϊστορικής μυθοπλασίας, που μας μεταφέρει στα πρώτα βήματα ενός μικρού καλλιτέχνη της ανώτερης παλαιολιθικής εποχής (35.000-10.000 π.Χ.). Η γραφή είναι απλή και γεμάτη τρυφερότητα, σε ορισμένα όμως σημεία η έκφραση ίσως θα μπορούσε να είναι λιγότερο αποσπασματική και περισσότερο σαφής. Η αφήγηση μας οδηγεί με μαεστρία ανάμεσα στο λογοτεχνικό και το πληροφοριακό μέρος, επιτρέποντάς μας να έρθουμε αβίαστα σε γνωριμία με τις τις συνθήκες ζωής που επικρατούσαν στην προϊστορική εποχή. Η έκδοση είναι πολύ προσεγμένη: σκληρό εξώφυλλο, ζωγραφιές με απλοϊκότητα που ίσως αποδίδουν την "αγνότητα" της εποχής, και κυριαρχία της εικονογράφησης έναντι του κειμένου (3/4 προς 1/4 στο δισέλιδο). Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου συναντάμε ένα ενημερωτικό παράθεμα με πληροφορίες για τα "Πού πώς πότε και γιατί;" της εποχής. Οι ζωγραφιές βοηθούν στη δημιουργία ατμόσφαιρας, εξηγούν και συνοδεύουν το κείμενο και κάνουν την ανάγνωσή του πιο ξεκούραστη. Το ανάγνωσμα προτείνεται περισσότερο σε μαθητές των μεσαίων τάξεων, και σίγουρα σε όσους ενδιαφέρονται για την προϊστορία και τις απαρχές της ζωγραφικής.

  • Τρυφερές εικόνες
  • Πληροφορίες για την προϊστορική εποχή
  • Προσεγμένη έκδοση

  • Από ορισμένα σημεία λείπει σαφήνεια

Αξίες - Θέματα
Προϊστορία, Οικογένεια, Διαφορετικότητα, Τέχνη

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν ο Ποκ ανακαλύπτει τη σπηλιά με τις ζωγραφιές, μένει με ανοιχτό το στόμα και τις κοιτάζει γεμάτος θαυμασμό.

Εικονογράφηση
Αρκετά απλοϊκή αλλά και πανταχού παρούσα, η εικονογράφηση διατηρεί κυρίαρχο ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα. Αντικατοπτρίζει τον κόσμο με γήινα χρώματα και πολλή αθωότητα, όπως ακριβώς και η ματιά του ήρωα.
Απόσπασμα
Ενθουσιάστηκε με όσα είδε, αλλά πιο πολύ μ’ εκείνο το καρβουνάκι… 
Το έπιασε στα χέρια του και προσπάθησε να σχεδιάσει κι αυτός κάτι.
Πόσο ευχάριστο ήταν να τραβάει γραμμές με το καρβουνάκι!
Κι ας του μουντζούρωνε τα χέρια… Δεν χόρταινε να σχεδιάζει.

Ζήτησε από τη μαμά του να του το χαρίσει. 
Αυτή χαμογέλασε και τον οδήγησε στη σβησμένη φωτιά:
μπορούσε να πάρει από εδώ όσα καρβουνάκια ήθελε!

Με μαυρισμένα ήδη τα χεράκια του, γέμισε τις χούφτες του και βγήκε έξω.

Τα φυτά, η φύση και τα ζώα δεν τον συγκινούσαν πια.
Ξέχασε το παράπονο των τελευταίων ημερών. 
Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να βρει λείες επιφάνειες στους βράχους, 
για να καταπιαστεί με την καινούρια του ανακάλυψη.

Τι πρόκληση εκείνο το καρβουνάκι!

Βρήκε ένα κατάλληλο μέρος και ξεκίνησε.
Στην αρχή τράβηξε μόνο γραμμές· μετά, προσπάθησε να φτιάξει έναν κύκλο, 
σαν τον ήλιο που έβλεπε στον ουρανό και σαν τα σχήματα του ημερολογίου.

Όταν τελικά τα κατάφερε, χάρηκε πάρα μα πάρα πολύ.

Δεν σταματούσε να σχεδιάζει κύκλους και κυκλάκια, 
κύκλους μεγάλους και κυκλάκια μικρά, το ένα μέσα στο άλλο, 
το ένα δίπλα στο άλλο. Όλο και πιο όμορφα.

Ενθουσιασμένος, δεν χόρταινε να τα βλέπει και να τα καμαρώνει. 
Ήθελε όμως να βρει και έναν τρόπο να τα βάψει, και μάλιστα 
με το χρώμα που είχαν οι κύκλοι των ημερολογίων…

Προσπάθησε να θυμηθεί πώς ήταν τα φρούτα,
τα φυτά και οι καρποί που είχε βρει τις προηγούμενες μέρες.

Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα…

Η κοιλίτσα του άρχισε
να γουργουρίζει από την πείνα,
όμως εκείνος δεν ήθελε να γυρίσει
στη σπηλιά για να φάει, δεν ήθελε
να απομακρυνθεί από τα σχέδιά του.

Φοβόταν μήπως έρθει κάποιος και του τα χαλάσει.

Θυμήθηκε τις αγριοφράουλες…

Έτρεξε, τις ξαναβρήκε, έφαγε μέχρι να χορτάσει και πήρε μερικές μαζί του.
Ευτυχώς, τα σχέδιά του ήταν όπως
τα είχε αφήσει: κανένας δεν είχε έρθει, κανένας δεν τα είχε δει.

Ήταν μόνο δικά του!

Ζούληξε πάνω στα σχέδιά του τις φράουλες, για να τα βάψει.

Όμως δεν του άρεσε…

Καινούρια ερωτηματικά, καινούρια προβλήματα στο μικρό του μυαλουδάκι. 
Κάθισε κοντά στο βράχο μέχρι αργά το απόγευμα, με την ίδια απορία να τον βασανίζει:

«Πώς θα βάψω τα κυκλάκια;»

Και όταν ο ήλιος κόντευε πια να κρυφτεί, απογοητευμένος που δεν είχε βρει τίποτα, σηκώθηκε να φύγει.
http://www.youtube.com/watch?v=MphhJJh4pT8
Στην ταινία The Croods, η Eep παρακολουθεί για πρώτη φορά τα παιχνίδια που κάνει το φως στην οροφή της σπηλιάς
Σχόλιο
Μετά την απόρριψη του μικρού Ποκ από τους κυνηγούς, η συγγραφέας μας περιγράφει το πώς η παρατηρητικότητά του αρχίζει να οξύνεται με το πέρασμα του χρόνου. Ο ήρωας, επηρεασμένος από την τέχνη, αρχίζει να αντιλαμβάνεται τα παιχνίδια του φωτός και της σκιάς. Σε επίπεδο ρεαλισμού ωστόσο, δύσκολα θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα παιδί που ενώ ζει όλη μέρα μέσα στη φύση, ανακαλύπτει τα χρώματα της δύσης του ηλίου για πρώτη φορά στα έξι του χρόνια.

Σε ένα σημείο του κειμένου το νήμα της αφήγησης κόβεται απότομα, οπότε οι μικροί αναγνώστες ίσως χρειαστούν βοήθεια. Πρόκειται για τη σύνδεση ανάμεσα στις σελίδες 15-17, όπου ενώ αφήνουμε τον Ποκ να κυνηγάει αγριοκούνελα για να αποδείξει την αξία του, αμέσως μετά το σκηνικό έχει αλλάξει εντελώς, και -όπως καταλαβαίνουμε από τα συμφραζόμενα- έχουμε μεταφερθεί έναν ολόκληρο χρόνο αργότερα. 
Μερικά χρώματα και η ετυμολογία τους
 Χρήση στην τάξη
Στην τάξη, μπορούμε να εμπνευστούμε από το βιβλίο για διάφορες δραστηριότητες εικαστικής φύσεως. Χρησιμοποιώντας τις παλάμες μας και νερομπογιά, φτιάχνουμε μια ομαδική προϊστορική ζωγραφιά· ζωγραφίζοντας με καρβουνάκι, νιώθουμε τη χαρά της δημιουργίας που αισθάνθηκε και ο μικρός Ποκ.

Στα πλαίσια του μαθήματος της Γλώσσας, συζητάμε για το πώς φτιάχνονται τα χρώματα και αναζητούμε την ετυμολογία διαφόρων ονομάτων (βλ. πίνακα πάνω). Γιατί το "κόκκινο" γράφεται με δύο "κ"; Από πού πήρε το όνομά του το χρώμα μπορντό; Και τι διαφορά έχει το γαλανό από το μπλε; 

Στη δική μας τάξη, ετοιμάσαμε στα πλαίσια του προγράμματος Ιστορία της Γραφής μικρές βραχογραφίες, χρησιμοποιώντας κηρομπογιές επάνω σε βότσαλα και λευκές επίπεδες πέτρες. Τα θέματα είχαν να κάνουν με την καθημερινότητα της προϊστορικής εποχής και περιλάμβαναν κυνήγι, συλλογή καρπών, συζήτηση γύρω από τη φωτιά, κ.ά.

Share/Bookmark

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

30 αργύρια για το Χιονάτο


Υπόθεση
Μεγάλη Τετάρτη, κάπου στην ορεινή Πελοπόννησο του περασμένου αιώνα. Ο χασάπης Τσέκουρας καταφθάνει με το "Θεριό" του στην κεντρική πλατεία του χωριού και στήνει τη ζυγαριά του. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, αγοράζει τα αρνιά του από τα χωριατόπουλα και πληρώνει με ασημένια τάλιρα. Τα παιδιά καταφθάνουν από παντού, κρατώντας τα ζώα τους στα χέρια· η αγοραπωλησία ξεκινάει. Μόνο ο μικρός Αναστάσης διστάζει να πλησιάσει. Μήπως δεν είναι σωστό να παραδώσει τον Χιονάτο του για 30 αργύρια; Και όταν τελικά παρασύρεται και προχωράει στην «προδοσία», θα βρει άραγε κάτι να του ελαφρύνει την καρδιά;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Παρρησία
Συγγραφέας: Άννα Ιακώβου
Εικονογράφηση: Σπύρος Γούσης
ISBN: 978-960-696-118-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2013
Σελίδες: 48
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'

Κριτική
Πολύ συμπαθητικό πασχαλινό διήγημα, γραμμένο με ευαισθησία. Η γλώσσα είναι απλή αλλά καλοδουλεμένη και η έκφραση σαφής. Το ύφος σε κάποια σημεία γίνεται λυρικό επηρεάζοντας και τη σύνταξη, χωρίς όμως να δημιουργούνται προβλήματα κατανόησης. Χωρισμός σε κεφάλαια ή ενότητες δεν υπάρχει, όμως το στήσιμο είναι υποδειγματικό και οι ζωγραφιές συνοδεύουν κάθε δισέλιδο, επιτρέποντας το ξεκούραστο διάβασμα της ιστορίας. Η έκδοση είναι πολύ φροντισμένη, με σκληρό εξώφυλλο, ποιοτικό χαρτί και πολύχρωμη εικονογράφηση, οπότε το βιβλίο μπορεί να γίνει και ένα πολύ ωραίο δώρο. Το προτείνουμε σε παιδιά των μεσαίων και μεγάλων τάξεων του Δημοτικού.

  • Ενδιαφέρουσα ιστορία που προβληματίζει
  • Εξαιρετική ποιότητα έκδοσης
  • Ωραία εικονογράφηση

  • Κίνδυνος τα παιδιά να παρεξηγήσουν το μήνυμα

Αξίες - Θέματα
Πάσχα, Φιλία, Συμπόνοια, Ζωοφιλία, Αξιοπρέπεια

Εικονογράφηση
Πολύχρωμη και πανταχού παρούσα, παίζει βασικό ρόλο στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας και προσθέτει χαρακτήρα και αισθητική αξία στο έργο.
Απόσπασμα
Σαν το βουνό έστεκε στη μέση της πλατείας ο χασάπης ο Τσέκουρας. Δυο μέτρα ψηλός και γεροδεμένος, με χέρια μακριά και παλάμες θεόρατες. Μ’ ένα μουστάκι παχύ που χυνόταν ποταμός ίσαμε το σαγόνι του και φρύδια δασιά που ίσκιωναν τα μεγάλα του μάτια.

Περνούσε τακτικά από το χωριό κι αγόραζε αρνιά και κατσίκια από τους τσοπάνηδες για το μαγαζί του.

Το μεγαλύτερο όμως φόρτωμα το έκανε τη Μεγάλη Εβδομάδα. Συνήθως ερχότανε τη Μεγάλη Τετάρτη στην Πλατανιά και γέμιζε μ’ αρνιά την καρότσα του φορτηγού του. Ίσα με εβδομήντα ζωντανά θα χώραγε η αμαξιά.

Όλα αυτά τ’ αρνιά, διαλεγμένα ένα κι ένα, τα έπαιρνε ο Τσέκουρας για το κατάστημά του, «ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΟ ΜΑΙΝΑΛΟ» ανέγραφε με καλλιτεχνικά γράμματα η ταμπέλα του μαγαζιού. Τα πουλούσε στους πελάτες του τούτες τις μέρες μιας και το πασχαλινό έθιμο απαιτεί κάθε σπίτι να γιορτάζει τρώγοντας οβελία την ημέρα της Λαμπρής.

Μα σ’ αυτό το χωριό, την Πλατανιά, σαν από παιχνίδι στην αρχή, σαν από συνήθεια λίγο αργότερα και σαν έθιμο τα τελευταία χρόνια, τα αρνιά δεν τα έπαιρνε από τους τσοπάνηδες. Μ’ αυτούς δεν είχε πάρε – δώσε το Πάσχα. Τα αρνιά τα αγόραζε από τα παιδιά του χωριού.

Όλα τα σπίτια εδώ στο χωριό έχουν άλλα πολλά, άλλα λίγα πρόβατα. Εκεί γύρω στο Γενάρη γεννούν οι προβατίνες από ένα – δυο αρνιά. Τότε τα παιδιά του σπιτιού διαλέγουν όποιο αρνάκια τους αρέσει και το παίρνουν δικό τους. Το ταΐζουν και το φροντίζουν μέχρι να μεγαλώσει. Σαν έλθει το Πάσχα πουλάνε το αρνί τους στο χασάπη και τα λεφτά που παίρνουν είναι όλα δικά τους.

Έτσι και σήμερα, Μεγάλη Τετάρτη, ο χασάπης ο Τσέκουρας έφτασε στο χωριό πριν ακόμη σκάσει ο ήλιος στ’ αντικρινά βουνά.  Αγκομαχώντας έβγαλε την ανηφόρα ως την πλατεία το φορτηγό του, το «Θερίο» όπως το έλεγε εκείνος. Και ήταν στ’ αλήθεια πραγματικό θεριό τούτο το φορτηγό, από σίδερο κι ατσάλι, με μια κατακόκκινη και χιλιομπαλωμένη μούρη, με μάτια γουρλωμένα που φώτιζαν αλλήθωρα τη νύχτα, με δυο καθρέφτες που έστεκαν δεξιά κι αριστερά σαν μεγάλα πεταχτά αφτιά, μια σαραβαλιασμένη καρότσα κι εκείνη την τρύπια εξάτμιση που έτριζε και πετούσε πίσω της μαύρο καπνό.

Σαν έβαλε το φορτηγό στην άκρη της πλατείας ο Τσέκουρας κατέβασε από την καρότσα μια μεγάλη ζυγαριά και την έστησε στα ριζά του πλάτανου για να ζυγίζει τα αρνιά, που σε λίγο θα του έφερναν για να τα αγοράσει.

Φόρεσε και μια μακριά, άσπρη, ολοκάθαρη χασαποποδιά που ξεκινούσε δεμένη ψηλά από το λαιμό κι έφτανε ως κάτω, στα κορδόνια των παπουτσιών του, με μια μεγάλη, άπατη τσέπη μπροστά. Σαν έζωσε την ποδιά του, πήγε και πήρε ένα μισοσκουριασμένο τσίγκινο κουτί που το είχε κρυμμένο κάτω από τη θέση του οδηγού στο φορτηγό. Το άνοιξε με προσοχή και γεμίζοντας τη χούφτα του με τα μικρά, ασημένια, γυαλιστερά νομίσματα, τάλιρα τα περισσότερα, παραγέμισε με τούτα την τσέπη της ποδιάς για να τα βρίσκει εύκολα την ώρα της πληρωμής.

Χάρτινα νομίσματα ποτέ του δε χρησιμοποιούσε σε τούτη τη συναλλαγή.

- Τα παιδιά καταλαβαίνουν τους παράδες, έλεγε ο Τσέκουρας, μονάχα, σαν γυαλίζουν στα μάτια τους και κουδουνίζουν στ’ αφτιά τους. Τα χαρτιά δεν τα υπολογίζουν. Γι’ αυτό κι εκείνος φρόντιζε να έχει μόνο κέρματα για να πληρώνει τούτη τη μέρα.

Όταν όλα ήταν έτοιμα ο κυρ Παντελής ο Τσέκουρας άνοιξε την πόρτα του «Θερίου», σκαρφάλωσε πάνω στο σκαλί και κόλλησε το χέρι του στην κόρνα για να την ακούσουν απ’ άκρη σ’ άκρη στο χωριό.

Κι αυτό το βραχνό, επίμονο κάλεσμα, ίδιο κι απαράλλαχτο με μουγκρητό, αντήχησε από τη μια μεριά του χωριού ως την άλλη και τρύπωσε θαρρετά μέσα από τα παραθυρόφυλλα και τις χαραμάδες των σπιτιών.
Σχόλιο
Κεντρική θέση στη διήγηση καταλαμβάνει το ηθικό δίλημμα του Αναστάση. Είναι άραγε σωστό ή όχι να πουλήσει τον μαλλιαρό του φίλο στον χασάπη; Και αν ακολουθήσει αυτά που του υπαγορεύουν η συνείδηση και η καρδιά του, πώς μετά θα συμβιώσει με τους φίλους του που θα τον κοροϊδεύουν; Υπακούοντας στα όσα επιτάσσει ο κοινωνικός του ρόλος ως αγοριού, ο Αναστάσης παραδίδει τελικά τον Χιονάτο, διαλέγοντας εν γνώσει του τον λάθος δρόμο. Τη στιγμή εκείνη όμως πιστεύει πως δεν έχει άλλη επιλογή... πόσο συχνά δε νιώθουμε και εμείς την κρίση μας θολωμένη και τον περίγυρο να μας πιέζει να πάρουμε αποφάσεις; Αφού όμως συμβεί το κακό, τα πειράγματα του κουτο-Νικόλα, -του τρελού του χωριού που ενεργεί ως γελωτοποιός του βασιλιά- κάνουν το νεαρό αγόρι να συνειδητοποιήσει την πράξη του και να αρχίσει να αναζητά έναν τρόπο να επανορθώσει. Δοκιμάζει να «πετάξει» τα χρήματά του σαν τον Ιούδα, όμως αυτό δεν βοηθάει, ούτε και οι συμβολισμοί: τα όσα μας βαραίνουν την καρδιά δεν καίγονται μαζί με τα άχυρα, όπως του εξηγεί ο παππούς του. Τη λύση δίνει στο τέλος η τύχη, που θα χαμογελάσει στους δύο φίλους και θα τους επιτρέψει να ξανανταμώσουν. Καθώς όμως η ζωή σπάνια δίνει δεύτερες ευκαιρίες, καλό είναι να αναρωτηθούμε πώς μπορούμε να αποφύγουμε να ενεργούμε υπό την πίεση των καταστάσεων. Καθαρή σκέψη, ανάλυση των θετικών και αρνητικών συνεπειών της πράξης μας και σταθερότητα στις αξίες και την προσωπική μας φιλοσοφία, σίγουρα μπορεί να βοηθήσουν.
Χρήση στην Τάξη
Διαβάζοντας την ιστορία του Αναστάση, ένας μαθητής θα μπορούσε να αναρωτηθεί: 
«Ποιον Χιονάτο θα σουβλίσουμε άραγε φέτος για το πασχαλινό μας τραπέζι;» 
Είναι όμως σωστό και υγιές να σκεφτόμαστε με τον τρόπο αυτό και να έχουμε τύψεις για κάθε μπουκιά κρέατος που μπαίνει στο στόμα μας; Καταρχάς, να επισημάνουμε ότι είναι θετικό πως στις μέρες μας έχουμε κατακτήσει ένα βασικό τουλάχιστον επίπεδο περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης, καθώς χάρη σε αυτό προβληματιζόμαστε και συνυπολογίζουμε στις αποφάσεις μας τόσο το περιβάλλον όσο και τις επόμενες γενιές. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ον παμφάγο και μάλιστα με ροπή προς την κρεοφαγία· γι' αυτό άλλωστε διαθέτει ένα μόνο στομάχι, ενώ είναι εφοδιασμένος και με τη χολή. Επιπλέον, το κρέας διατηρεί αναντικατάστατο ρόλο στην σωματική του ανάπτυξη και τη γενικότερη υγεία του.

Είναι επομένως απαραίτητο να σεβόμαστε τα ζώα των κτηνοτρόφων που προορισμό τους έχουν να μας θρέψουν -παρέχοντάς τους κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης-, δεν έχει νόημα όμως και να τα αντιμετωπίζουμε ως φίλους.

Αρκετοί βέβαια κάτοικοι των πόλεων τείνουμε συχνά να γινόμαστε υπερβολικοί, ξεχνώντας ότι πολλά από τα καθημερινά προϊόντα που χρησιμοποιούμε προέρχονται από ζώα. Την άγνοιά μας αυτή φανερώνουν οι αντιδράσεις των καταναλωτών σε τούτη την τηλε-φάρσα, ενώ η υπερβολική μας «οικολογική ευαισθησία» έφτασε φέτος ως και την πασχαλινή διαφήμιση των Jumbo που κραυγάζει: θα ζήσ' του ζωντανό!
http://www.dailymotion.com/video/x1kp04l_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7-jumbo-%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%87%CE%B1-2014-%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%84-%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BE-%CF%84%CE%B7_tv


Share/Bookmark

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Του Δωδεκάμερου και της Λαμπρής

Υπόθεση
Το βιβλίο περιλαμβάνει δεκαέξι ιστορίες (6 για το Δωδεκαήμερο και 10 σχετικές με τη Λαμπρή) με τους εξής τίτλους και υποθέσεις:

** Να τα πούμε; Παραμονή Χριστουγέννων και ο καπετάν Ζαννής βρίσκεται με το πλοίο του στο τρίγωνο των Βερμούδων. Κάτι περίεργο τους πλησιάζει απειλητικά και μόνο ένα θαύμα μπορεί να αλλάξει την κατάσταση...

*** Χριστούγεννα στο Ανήλιο Μια οικογένεια από τον Βόλο, περνάει τις γιορτές των Χριστουγέννων στο χωριό Ανήλιο, φιλοξενούμενη από συγγενείς. Τα παιδιά ζουν όμορφες και ήσυχες στιγμές κοντά στη φύση με τα ξαδέλφια τους, όταν όμως δοκιμάζουν να παίξουν με αυτοσχέδια έλκηθρα στο χιόνι... μαθαίνουν ότι αγώνες χωρίς απώλειες δεν γίνονται.

**** Οι φορεσίτσες της γιαγιάς Μαριγώς Η γιαγιά Μαριγώ κάθε Χριστούγεννα φυλάει την ομορφότερη φορεσιά που έχει πλέξει "για τον Χριστούλη". Η εγγονής της νομίζει πως για να Του τη δώσει, η γιαγιά ταξιδεύει μέχρι τη Βηθλεέμ. Μια μέρα όμως, θα καταλάβει ότι για να βρούμε το Χριστό δεν είναι ανάγκη να πάμε τόσο μακριά.

**** Τα παιδιά των φαναριών Δίπλα στη στάση του σχολικού της, ένα κορίτσι συναντά κάθε μέρα ένα παιδί των φαναριών. Βλέποντάς το να καθαρίζει τζάμια για λίγα κέρματα, νιώθει ενοχές για τα όσα εκείνη μπορεί και απολαμβάνει, κι έτσι προσπαθεί να το βοηθήσει, προσφέροντάς του αρχικά φαγητό και έπειτα το μπουφάν της.

**** Το σουρβάκισμα Την Πρωτοχρονιά του 1942, δυο νεαρά παιδιά αποφασίζουν κρυφά από τους γονείς τους, να ριψοκινδυνέψουν "σουρβακίζοντας" μ' ένα κλαδί ελιάς κάποιους Ιταλούς φρουρούς στο χωριό. Όμως η πράξη αυτή αντίστασης δεν περνάει ατιμώρητη.

**** Σήμερα τα Φώτα Η μικρή Οδύσσεια του Αλέξανδρου από το Αφγανιστάν, που προσπαθώντας να ακολουθήσει τα βήματα του μεγάλου του αδελφού, βρίσκεται μέσα από το μονοπάτι του λαθρεμπορίου ψυχών, σ' ένα επαρχιακό σχολείο μεταναστών στην Ελλάδα.

*** Τα λαζαράκια Δεύτερος χρόνος κατοχής και στο χωριό που ταλαιπωρείται από τους Ιταλούς, τα τρόφιμα έχουν λιγοστέψει. Καθώς όμως είναι Σάββατο του Λαζάρου, τα παιδιά θα ζυμώσουν λαζαράκια και θα τραγουδήσουν το Λάζαρο, ευχόμενοι η λευτεριά να έρθει γρήγορα.

*** Συγνώμη, Εβελίνα Η Εβελίνα από τη Γερμανία έρχεται να περάσει με την οικογένεια του νονού της για πρώτη φορά το Πάσχα στην Ελλάδα. Επιμένει μάλιστα για τις διακοπές τους να ταξιδέψουν όλοι μαζί στην Πάτμο. Εκεί, η συμπεριφορά της θα τσαντίσει τον νεαρό Πατινιώτη Ζήσιμο, ο οποίος θα αντιδράσει με άσχημο τρόπο και θα πρέπει να απολογηθεί.

*** Το αυγό κι η αποθήκη με τα ποντίκια Η Βαγγελίτσα θα τραγουδήσει φέτος τον Λάζαρο μόνη, αφού η αδελφή της μεγάλωσε πια για να τη συνοδεύει. Όλοι την καλοδέχονται και της δίνουν απλόχερα αβγά, ευχές και λαζαράκια. Όμως ο Γιάννος βάζει στο σημάδι το καλάθι της και της σπάει σχεδόν όλα τα αβγά. Πώς θα αντιδράσει άραγε η μικρή Βαγγελιώ, όταν σε λίγες μέρες ο Γιάννος θα εμφανιστεί στην πόρτα του σπιτιού της για να ψάλλει το μοιρολόγι της Παναγιάς;

** Η γιαγιά Ευανθία και οι βιολέτες της Η γιαγιά Ευανθία φροντίζει τον κήπο της και διαλέγει τα πιο όμορφα λουλούδια για να τα πάει κάθε Σάββατο στο μνήμα του παππού. Μετά από ένα Σάββατο του Λαζάρου όμως, φεύγει για το μεγάλο ταξίδι, ίσως για να τον συναντήσει.

*** Μια έκπληξη που δαγκώνει Δυο εγγόνια επισκέπτονται τον παππού και τη γιαγιά στην Κοζάνη για να περάσουν μαζί το Πάσχα. Κοντά τους θα γνωρίσουν τα τοπικά έθιμα της περιοχής, αφού "κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη". Μεγαλύτερη εντύπωση όμως απ' όλα, θα τους κάνουν τα περιστέρια του παππού, οι ταχυδρόμοι της Ανάστασης....

*** Χριστός Ανέστη Ο Σταύρος ζηλεύει τα κουλούρια που ετοιμάζει η μητέρα για τα υπόλοιπα αδέλφια του: άλλο του φαίνεται πιο μεγάλο κι άλλο πιο όμορφο από το δικό του... αποφασίζει έτσι να τα χαλάσει όλα! Όταν όμως η ώρα της Ανάστασης φτάνει, έχει ήδη μετανιώσει για την κακή του πράξη.

** Πάσχα στο εξοχικό Καθώς ένα κοριτσάκι επιστρέφει σπίτι μετά από τη λειτουργία της Ανάστασης, μια περίεργη σκιά φαίνεται να την ακολουθεί.... ευτυχώς, όπως θα αποδειχθεί, πρόκειται απλώς για τον σκύλο του βενζινάδικου που αναλαμβάνει το ρόλο τους φύλακα άγγελου. 

*** Το μυστικό της γιαγιάς Ελενίτσας Πριν πεθάνει, η γιαγιά Ελενίτσα εξομολογείται στην εγγονή της το μυστικό της συνταγής για το απίθανο τσουρέκι της. Όταν εκείνη δοκιμάζει να το φτιάξει για πρώτη φορά, τα ρουθούνια του παππού επιβεβαιώνουν ότι το πέτυχε ακριβώς. Έναν χρόνο αργότερα, με τη μυρωδιά αυτή θα αποχαιρετήσει και ο ίδιος τη ζωή. 

*** Ο Θεός μου ο αλλοδαπός Με αφορμή ένα τροπάριο της Μ. Παρασκευής, ένας καθηγητής της Βυζαντινής μουσικής μαθαίνει στον εγγονό του να δείχνει την αγάπη του προς τους ξένους έμπρακτα. 

**** Τα μανουσάκια Χάρη σ' ένα ματσάκι μανουσάκια που του βάζουν στην τσέπη, ένας στρατιώτης ταξιδεύει στην παιδική του ηλικία και αναθυμάται μια μάχη που οι νέοι του χωριού του είχαν δώσει με τους γείτονές τους για τα λουλούδια του επιταφίου.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Αποστολική Διακονία
Συγγραφέας: Ζωή Κανάβα
Εικονογράφηση: Σπύρος Γούσης
ISBN: 978-960-315-619-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2009
Σελίδες: 100
Τιμή: περίπου 2 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'

Κριτική
Δεκαέξι γιορτινές ιστορίες γεμάτες ευαισθησία, ανθρωπιά και αγάπη για την παράδοση του τόπου μας. Η γλώσσα έχει ιδιαίτερο χρώμα, χωρίς να γίνεται δυσνόητη, στους νεότερους όμως αναγνώστες πιθανόν να φανεί λίγο ξεπερασμένη. Στο ύφος συναντάμε ποικιλία: ορισμένα κείμενα είναι περισσότερο λιτά, ενώ άλλα είναι πλούσια σε καλολογικά στοιχεία και όμορφες περιγραφές. Την έκφραση τη χαρακτηρίζει γενικά απλότητα και σαφήνεια. Η έκταση των διηγημάτων κυμαίνεται μεταξύ 2-10 σελίδων (συνήθως 3-5) και διαβάζονται ευχάριστα και ξεκούραστα, αφού εκτός του περιεχομένου φροντίζουν γι' αυτό η προσεγμένη έκδοση και η ελκυστική εικονογράφηση. Προτείνεται περισσότερο σε παιδιά των μεγαλύτερων τάξεων του Δημοτικού.

  • Μικρές ιστορίες, διαβάζονται εύκολα και ευχάριστα
  • Ωφέλιμες αξίες όπως συγχώρεση, συμπόνοια, μεταμέλεια
  • Πληροφορίες για έθιμα της Μ. Εβδομάδας
  • Προσεγμένη έκδοση, σωστό στήσιμο, ωραία εικονογράφηση 

  • Το ύφος και η θεματική ίσως θεωρηθούν «παλιομοδίτικα»

Αξίες - Θέματα
Χριστούγεννα, Πάσχα, 28 Οκτωβρίου, Ανθρωπιά, Αλτρουισμός, Μετανάστευση, Συμπόνοια Οικογένεια, Ζωοφιλία, Γενναιότητα, Πατριδογνωσία

Εικονογράφηση
Πάντα όμορφη και προσεγμένη, η εικονογράφηση του Σπ. Γούση πλαισιώνει αισθητικά τα κείμενα και συμβάλλει στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας.
Απόσπασμα
Η Βαγγελίτσα πάντα με την αδερφή της τη Μαρία τραγουδούσε το Λάζαρο. Μα φέτος η Μαρία μεγαλοπιάστηκε.

- Τέρμα ο Λάζαρος, είπε. Αυτά είναι για τα νήπια.

Η Βαγγελίτσα άρχισε να γκρινιάζει. Μα η μάνα της σεβάστηκε την απόφαση της Μαρίας και δε δοκίμασε να της αλλάξει γνώμη. Κοίταξε πώς θα παρηγορήσει τη μικρή, που είχε κιόλας στολίσει το καλαθάκι της κι έκανε και ξανάκανε πρόβλες πώς θα το κουνά λέγοντας ταυτόχρονα και το τραγούδι:

«Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα βάγια
ήρθε η Κυριακή που τρων τα ψάρια».

Μήτε μια λέξη δεν ξεχνούσε. Έσκυψε η μάνα της και τη φίλησε.

- Μα συ είσαι κοπέλα, αγάπη μου, τι σου χρειάζεται η παρέα και γκρινιάζεις; Να δεις που θα τα καταφέρεις εξίσου καλά και μοναχή σου. Εξάλλου δε θα πας στην Αφρική. Εδώ γύρω θα τραγουδήσεις, στη γειτονιά. Όλοι είναι δικοί μας άνθρωποι.

Τη συνόδεψε ως την ξώθυρα και τη σταύρωσε. Την εμπιστεύθηκε στην Παναγιά.

- Η Παναγιά μαζί σου, της ευχήθηκε.

Κι η Βαγγελίτσα διστακτικά χτύπησε το κουδούνι της κυρα-Τασίας, μιας μεσήλικης γυναίκας που έμενε με την αδερφή της ακριβώς απέναντι. Δεν πρόλαβε να ρωτήσει «να τα πούμε;» και η κυρα-Τασία της άνοιξε την πόρτα και την αγκαλιά της.

- Καλώς μου το! Σε περίμενα. Και τι όμορφα στόλισες, καλέ, το καλαθάκι σου! Πού τις βρήκες τόσο ωραίες βιολέτες; Μοβ και άσπρες! Και πώς μοσχοβολούν!

Η Βαγγελίτσα χαμογέλασε και ξεθαρρεμένη, άρχισε το τραγούδι.

«Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα βάγια».

Μήτε μια λέξη δεν παρέλειψε. Και η κυρα-Τασία, εκτός από το αυγουλάκι που της έβαλε στο καλαθάκι της, τη φίλεψε κι ένα κουλουράκι.

- Και του χρόνου! Την κατευόδωσε.

Πήγε σε όλα τα σπίτια της γειτονιάς η Βαγγελίτσα. Η μάνα της άκουγε τη φωνή της. Πήγε και στη θεία της και στη νονά της, που έμεναν ένα δρόμο πιο πέρα, και στη γιαγιά της.  Και το αυγό που της έβαλε στο καλαθάκι της η γιαγιά ήταν διπλάσιο σε μέγεθος από τ’ άλλα. Διέφερε και στο χρώμα. Δεν ήταν τελείως άσπρο. Ερχόταν προς το κιτρινωπό με πιτσιλάδες κεραμιδί. Το έπιασε στα χέρια η Βαγγελίτσα σαν να το ζύγιαζε.

- Ξέρω, είπε, δεν το γέννησε κότα. Γαλοπούλα το 'κανε. Και δε χρειάζεται βάψιμο. Είναι βαμμένο από μόνο του.

Η γιαγιά της έσκυψε και τη φίλησε. Τη φίλεψε κι ένα λαζαράκι. Κάθε χρόνο ζύμωνε λαζαράκια η γιαγιά. Τους έβαζε και μπόλικες σταφίδες μέσα και κανελογαρίφαλα να μοσχομυρίζουν. Τα φίλευε στα κοριτσάκια που πήγαιναν και της τραγουδούσαν το Λάζαρο.

- Και του χρόνου, της ευχήθηκε και τη συνόδεψε ως έξω στο δρόμο.

Χαρούμενη πήρε να ξεμακραίνει η μικρή κουνώντας το καλαθάκι της. Είχε σχεδόν γεμίσει μ' αυγουλάκια.

Περνώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο, για να μπει στο δρόμο που έβγαζε στο σπίτι της, βλέπει το Γιάννο το συμμαθητή της. Έπαιζε μπάλα μόνος του.

Ο Γιάννος ήταν ο πιο άτακτος μαθητής στο σχολείο. Έσκιζε τα βιβλία των άλλων παιδιών, μουτζούρωνε τα τετράδιά τους και στο μάθημα δεν τ' άφηνε να προσέξουν. Όλο τα ενοχλούσε.

Όταν παραπονιόνταν στη δασκάλα τους, εκείνη τον φώναζε κοντά της, μα δεν τον μάλωνε. Ούτε τον τιμωρούσε.

- Τι έγινε πάλι Γιάννο; Καλοσυνάτα του μιλούσε. Πάλι ο κακο-Γιάννος νίκησε τον καλο-Γιάννο; Πάλι τον άφησες να κάνει το δικό του;

Σαν να 'ταν δυο πρόσωπα ο Γιάννος που αντιμαχότανε το ένα τ' άλλο. Και η δασκάλα δεν έκρυβε τη λύπη της όταν ο κακο-Γιάννος ήταν ο νικητής. 

Έσκυβε ο Γιάννος το κεφάλι και ξεμάκραινε. Ποιος ξέρει, μπορεί να λυπότανε κι αυτός για την ήττα του καλο-Γιάννου. 

Σαν είδε εκείνο το πρωινό τη Βαγγελίτσα, σημάδεψε με τη μπάλα του το καλαθάκι της και της έσπασε τα περισσότερα αυγά. Γύρισε η μικρή στο σπίτι της με κλάματα. 

- Έννοια σου και θα τον συγυρίσω, την παρηγόρησε η μάνα της, σαν άκουσε όσα έτρεξαν. Δε θα έρθει τη Μεγάλη Πέμπτη να μας πει το μοιρολόγι της Παναγίας; Θα τον πιάσω και θα τον κλείσω μέσα στην αποθήκη να τον φάνε τα ποντίκια. 

Ξέφυγε από την αγκαλιά της η μικρή, σκούπισε τη μύτη της που έτρεχε απ' το πολύ το κλάμα, κι έπιασε να ξεδιαλέγει τα γερά αυγά απ' τα σπασμένα. 

- Δες! Έβγαλε χαρούμενη φωνή κι έδειξε το αυγό της γαλοπούλας. Αυτό δεν είχε σπάσει. 

Τη Μεγάλη Πέμπτη, το έβρασε η μάνα της με τ' άλλα, μα δεν το έβαψε. Το στόλισε με χαλκομανίες η Βαγγελίτσα και το έβαλε με τα βαμμένα μέσα στο πανεράκι. Ήταν το πιο όμορφο και λογάριαζε να το πάρει μαζί της στην Ανάσταση, να τσουγκρίσει με της μάνας της, με του πατέρα, με της αδερφής της. Ήταν βέβαιη ότι δεν θα έσπαζε, αφού μήτε κι η μπάλα του κακο-Γιάννου δεν μπόρεσε να το σπάσει. 

Προς το μεσημεράκι νάτος κι ο Γιάννος έξω από την πόρτα τους.

Σήμερα μαύρος ουρανός
σήμερα μαύρη μέρα
σήμερα όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται

έψαλλε το μοιρολόγι της Παναγίας, σαν κοκοράκι βραχνιασμένο.

Πρώτη τον άκουσε η Βαγγελίτσα κι έτρεξε και του άνοιξε.
Ήταν μονάχος και βαστούσε ένα ξύλινο σταυρό στο χέρι. Δε φώναξε τη μάνα της να τον κλείσει μέσα στην αποθήκη με τους ποντικούς, όπως της υποσχέθηκε. Έτρεξε στην κουζίνα, πήρε από το πανεράκι το αυγό της γαλοπούλας και του το έδωσε. 

- Καλή Ανάσταση και του χρόνου, του ευχήθηκε και βιάστηκε να κλείσει πίσω του την πόρτα. Πίσω του και την αποθήκη με τα ποντίκια.

Σχόλιο
Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, από τις ιστορίες δεν λείπει σαφήνεια και η έκφραση είναι απλή και ζεστή, με αποτέλεσμα να αγγίζει τους αναγνώστες με άμεσο τρόπο. Αυτό, σε συνδυασμό με την ιδιαιτερότητα της γλώσσας, μας κάνει σε πολλά σημεία να νιώθουμε πως διαβάζουμε λαϊκό παραμύθι και όχι κάποιο σύγχρονό μας (2009) λογοτεχνικό κείμενο. Για κάποιους αυτό θα είναι καλό, σε κάποιους άλλους ωστόσο, ίσως λείψει το φίλτρο του "πολιτικώς ορθού" αφού θα συναντήσουν φράσεις όπως η Μαρία (...) χτύπησε τη μούρη της και την πήραν τα αίματα ή του 'δωσε μια σβουριχτή στην πλάτη για να μάθει, να μην κοροϊδεύει, κ.ά.

Το ότι το βιβλίο έρχεται από τις εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας ίσως κάνει ορισμένους συναδέλφους να θεωρήσουν ότι περιέχει έντονο διδακτισμό ή δογματικά κηρύγματα. Κάτι τέτοιο όμως σπάνια συμβαίνει -π.χ. όταν (σ.85) ένας πατέρας βάζει «τα πράγματα στη σωστή τους θέση:  Εγώ λέω, να δοξάζουμε το Θεό που έβαλε μέσα σε κάθε ζωντανή ύπαρξη το φόβο»- Κατά κανόνα, στα διηγήματα της συλλογής η θρησκευτικότητα μπορεί να είναι αισθητή, όμως το βασικό γνώρισμα είναι η διάχυτη αγάπη προς τον συνάνθρωπο, χωρίς διακρίσεις: ντόπιοι και ξένοι, χριστιανοί και αλλόθρησκοι, φίλοι και εχθροί, όλοι δικαιούνται και τελικά δέχονται αγάπη. Στην τάξη μας, καθώς τη συγκεκριμένη μέρα που το παρουσιάσαμε είχαν προκύψει αρκετές αντιδικίες, το κείμενο του αποσπάσματος έκανε τους μαθητές να προβληματιστούν έντονα. «Μήπως τελικά αυτό πρέπει να κάνουμε και μεις με αυτούς που έχουμε τσακωθεί;», απόρησαν αρκετοί. Η ιστορία της Βαγγελίτσας και του Γιάννου φαίνεται έτσι ότι ήρθε την κατάλληλη στιγμή, άγγιξε τα παιδιά με φυσικότητα, τα εξέπληξε με την κατάληξή της (όλοι περίμεναν την τιμωρία του «κακού») και τελικά μας βοήθησε να αποχαιρετιστούμε σαν αγαπημένοι φίλοι πριν κλείσει το σχολείο.

Ολοκληρώνοντας, να αναφέρουμε ότι στο ίδιο διήγημα, η αντιμετώπιση του Γιάννου από τη δασκάλα του πότε ως «καλο-Γιάννου»  και πότε ως «κακο-Γιάννου», ανάλογα με τη συμπεριφορά του, μας θύμισε την ιστορία με τον καλό και τον κακό λύκο που παλεύουν μέσα μας, όπως τη μεταφέρει η Λιλή Λαμπρέλλη στο Δέκα και ένα παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών. Άραγε είναι ορθή ψυχολογικά η τακτική της δασκάλας, ή μπορεί να προκαλέσει διχασμό προσωπικότητας στους μαθητές;
Χρήση στην Τάξη
Τα διηγήματα της συλλογής μάς δίνουν αφορμή για αρκετές δραστηριότητες. Μια και η μέρα το καλεί, ας επικεντρωθούμε όμως στο Σάββατο του Λαζάρου. Πρώτα απ' όλα, καλό θα ήταν να υπενθυμίσουμε την ιστορία του, συζητώντας με τους μαθητές για να δούμε τι θυμούνται και στη συνέχεια επισκεπτόμενοι κάποια σελίδα στο διαδίκτυο ή προβάλλοντας μια σχετική παρουσίαση

Στη δική μας τάξη, το κείμενο του αποσπάσματος προκάλεσε το ενδιαφέρον των παιδιών για τα «λαζαρικά», τα κάλαντα της ημέρας. Εδώ στην Αθήνα βέβαια, σπάνια βλέπουμε να τα τραγουδούν στο δρόμο, οπότε τα ακούσματα των μαθητών είναι περιορισμένα (για την ακρίβεια τα παιδιά τα αγνοούσαν πλήρως). Σε μια τέτοια περίπτωση, μπορούμε να ζητήσουμε τη βοήθεια του συναδέλφου της μουσικής ή του you tube ώστε να ακούσουμε τη μελωδία και στη συνέχεια να προσπαθήσουμε να μάθουμε τα λόγια. 

Σε μικρές και μεγάλες τάξεις βλέπουμε συχνά να ζυμώνουν κουλουράκια με τη φιγούρα του Λαζάρου, τα γνωστά λαζαράκια. Μια κλασική συνταγή θα βρείτε εδώ και ωραίες φωτογραφίες από την προετοιμασία τους εδώ κι εδώ. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει φούρνος στο σχολείο, μπορούμε με τη βοήθεια μιας ξύλινης κουτάλας και πανιών να κατασκευάσουμε κούκλες - λαζαράκια όπως στη Σύρο. Αυτές βέβαια δεν τις τρώμε (εκτός αν πεινάμε πολύ), αλλά τις κρατούν στα χέρια τα παιδιά που τραγουδούν τα κάλαντα το Σάββατο το απόγευμα. Καλή διασκέδαση!


Share/Bookmark

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Βάφουμε αυγά, καλή μας Πασχαλιά!

Υπόθεση
Η 6χρονη Νεφέλη και ο μικρός της αδελφός Αλέξανδρος ανυπομονούν και φέτος να βάψουν τα πασχαλινά αβγά. Όταν η Μεγάλη Πέμπτη επιτέλους φτάνει, η γιαγιά τους -που είναι από χωριό- τούς βοηθάει να διαλέξουν τα πιο γερά αβγουλάκια... και η θεία Έφη, που σπουδάζει ζωγραφική, να τα χρωματίσουν! Πόσα πράγματα μαθαίνουν για τους τρόπους βαψίματος, τι όμορφους συνδυασμούς που κάνουν στα χρώματα... όταν μάλιστα επιστρέφει και ο μπαμπάς από τη δουλειά κρατώντας αυτοκόλλητα, τότε η χαρά των δυο παιδιών ολοκληρώνεται.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Σοφία Παράσχου
Εικονογράφηση: Μάρω Αλεξάνδρου
ISBN: 978-960-453-875-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 2011
Σελίδες: 46
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ', 

Κριτική
Ευχάριστη πασχαλινή ιστορία από τη σειρά Βατόμουρο, για τους αναγνώστες των μικρών τάξεων. Η γλώσσα είναι σχετικά απλή και προβλήματα με τη σαφήνεια και την έκφραση δεν υπάρχουν. Όμως το μέγεθος των περιόδων και η σύνταξη σε κάποια σημεία, ίσως δυσκολέψουν ορισμένους μαθητές της Α'. Η εικονογράφηση, γεμάτη ζωηρά πρόσωπα και χρώματα, βοηθάει στη δημιουργία ευχάριστου κλίματος και συμβάλλει στην ξεκούραστη ανάγνωση. Χωρισμός σε κεφάλαια δεν υπάρχει, κάθε χρονική / νοηματική ενότητα χωρίζεται όμως από την προηγούμενη με μια σειρά πολύχρωμα αβγά. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου συναντάμε ένα πλούσιο παράρτημα που περιλαμβάνει πληροφορίες για τη Μεγάλη Εβδομάδα, έτοιμα σχέδια για χρωμάτισμα και δραστηριότητες για παιδιά των πρώτων τάξεων: δύο με αντιστοίχιση (τα χρώματα με τα ονόματά τους) και μια άσκηση παρατηρητικότητας. Προτείνουμε το βιβλίο για τις μέρες αυτές και κυρίως σε παιδιά των μικρών τάξεων του Δημοτικού.

  • Ωραία εικονογράφηση
  • Διαβάζεται ευχάριστα

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Πάσχα, Τέχνη, Αβγό

Εικονογράφηση
Εξαιρετικά χαριτωμένη και πολύχρωμη και παρούσα σχεδόν σε κάθε σαλόνι

Απόσπασμα
Μεγάλη Τετάρτη πρωί…
- Μαμά, πότε θα βάψουμε τα αυγά;  ρώτησε η Νεφέλη, μπαίνοντας πρωί πρωί στην κουζίνα. Τα μάτια της ήταν ακόμη κόκκινα από τον ύπνο και τα έτριψε να καθαρίσουν.

- Μαμά, πότε θα… ξεκίνησε να λέει και ο Αλέξανδρος, μπαίνοντας στην κουζίνα πίσω από την αδελφή του, αλλά έκοψε τη φράση του στη μέση και ξανάβαλε το μισογεμάτο με γάλα μπιμπερό στο στόμα του. Με το άλλο χέρι κρατούσε την άκρη της άσπρης κουβερτούλας του, σέρνοντάς τη στο πάτωμα, προς μεγάλη χαρά του Τσίκο, που τη δάγκωνε κουνώντας τη φουντωτή ουρίτσα του.

Η μαμά, που εκείνη τη στιγμή είχε βάλει στο στόμα της μια μεγάλη γουλιά καφέ, κόντεψε να πνιγεί και ακούμπησε την κούπα στο τραπέζι, βήχοντας, για να καθαρίσει το λαιμό της.

- Γκουχ, γκουχ, μάζεψε την κουβέρτα σου, Αλέξανδρε, έχεις σκουπίσει όλο το πάτωμα. Τσίκο! φώναξε στο σκυλάκι. Σταμάτα αμέσως να τραβάς την κουβέρτα!

Η Νεφέλη πήρε ένα μπισκότο από το τραπέζι και δάγκωσε ένα κομμάτι.

- Μα… πότε θα βάψουμε τα αυγά, μαμά;

- Τα αυγά, μαμά.. επανέλαβε κι ο Αλέξανδρος.

Η μαμά σηκώθηκε από την καρέκλα και παίρνοντας στα χέρια της τον Αλέξανδρο τον κάθισε στο ψηλό καρεκλάκι του μπροστά στο τραπέζι. Τίναξε την κουβέρτα να φύγει η σκόνη και τη δίπλωσε.

- Τι πάθατε κι οι δυο σας πρωί πρωί με τα αυγά; Στον ύπνο σας τα βλέπατε; Θα τα βάψουμε τη Μεγάλη Πέμπτη. Σήμερα θα πάμε να τα αγοράσουμε. Θα πάρουμε και τις βαφές.

- Πού θα πάνε, λέει, τα καλά μου τα παιδιά; ρώτησε η γιαγιά μπαίνοντας στην κουζίνα. Κρατούσε το πλεκτό της και τα γυαλιά της είχαν κατεβεί κάτω κάτω στη μύτη της.

- Α, να και η γιαγιάκα μας! Θα έρθει και η γιαγιά μαζί μας να μας διαλέξει τα καλύτερα αυγά. Η γιαγιά ξέρει ποια αυγά είναι τα πιο καλά για βάψιμο, πρόσθεσε η μαμά.

- Ναι, γιαγιά, ξέρεις;

- Αμ πώς δεν ξέρω, Νεφέλη μου! Εγώ όλα μου τα χρόνια στο χωριό τα πέρασα και πάντα είχα κοτούλες που έκαναν αυγά. Θυμάσαι το καλοκαίρι που είχατε έρθει στο χωριό τι ωραία αυγά έτρωγες;

- Κι εγώ έτρωγα ωραία αυγά, γιαγιά, δεν έτρωγα; πετάχτηκε ο Αλέξανδρος, απλώνοντας τα χέρια στη γιαγιά του.

- Αν έτρωγες, λέει! Γι’ αυτό μεγάλωσες τόσο από τότε που έχω να σε δω.

- Ευτυχώς που ήρθες από το χωριό, γιαγιά, για να μας διαλέξεις γερά αυγά, μουρμούρισε ο Αλέξανδρος και τρίφτηκε στα πόδια της.

Η γιαγιά άφησε το πλεκτό της στην καρέκλα και πήρε στην αγκαλιά της τον εγγονό της.

- Πω, πω, τι βαρύ που είναι το αγόρι μας και δεν είναι ακόμα τριών χρονών!

- Εγώ είχα τα γενέθλιά μου και έγινα έξι χρόνων, γιαγιά, δήλωσε η Νεφέλη τραβώντας τη ρόμπα της γιαγιάς της.

- Ε, εσύ πια είσαι μεγάλη, νεφέλη μου, πας και στο σχολείο και έμαθες και να διαβάζεις! Εσύ τώρα θα βοηθάς τη μαμά σου στις δουλειές…

- Κι εγώ κάνω δουλειές, γιαγιά. Μαμά, πες στη γιαγιά, εγώ δε σε βοηθώ;

- Ναι, μητέρα, και ο Αλέξανδρος με βοηθά, μαζεύει τα παιχνίδια του, μου βρίσκει τα γυαλιά μου όταν τα χάνω, και βάζει και νερό στο πιατάκι του Τσίκο. Λοιπόν, ετοιμαστείτε να πάμε για ψώνια, έχουμε να πάρουμε πολλά πράματα!

Σχόλιο
Η ιστορία είναι ευχάριστη αλλά και τόσο απλή που πραγματικά δεν αφήνει περιθώρια σχολιασμού. Το μόνο που μπορούμε να επισημάνουμε είναι το ήρεμο, γιορτινό κλίμα στο οποίο εκτυλίσσεται η πλοκή, η έλλειψη κάθε είδους έντασης και η σχεδόν απόλυτη ηπιότητα που επικρατεί στις σχέσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες, οι οποίοι παραμένουν χαρούμενοι σε όλη τη διάρκεια του διηγήματος (μόνο η μαμά τσαντίζεται πού και πού). Ιδιαίτερα σχόλια δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε για τα πρόσωπα ή τα πρότυπα, που δεν ξεφεύγουν από τα καθιερωμένα: ο μπαμπάς, εντελώς φυσιολογικά, λείπει στη δουλειά και παραμένει σχεδόν αμέτοχος σε όσα συμβαίνουν, ενώ με τα παιδιά και τις ετοιμασίες ασχολούνται η μαμά, η γιαγιά και η θεία.

Χρήση στην Τάξη
Τελευταία εβδομάδα πριν την ανάπαυλα των εορτών και η ιστορία αυτή μπορεί να μας εμπνεύσει (τι άλλο;) να βάψουμε τα δικά μας αβγά στην τάξη. Ακολουθώντας τις συμβουλές της θείας της Νεφέλης, τυλίξαμε διάφορα φυλλαράκια επάνω στα αβγά μας ώστε να προκύψει κάτι ενδιαφέρον, μάλλον όμως κάτι πήγε στραβά με την ποσότητα της βαφής που χρησιμοποιήσαμε κι έτσι το αποτέλεσμα ήταν λίγο πιο ροζ από το αναμενόμενο. Ούτε όμως και το τρικ της γιαγιάς (σ.28) με τις λίγες σταγόνες λάδι στο μείγμα, φαίνεται να έπιασε, κι έτσι τα αβγά μας δεν πλησίασαν καθόλου τους πίνακες του Μονέ!


Αν δεν θέλουμε να βάψουμε αβγά, χέρια και θρανία, μπορούμε με αφορμή το κείμενο, απλώς να συζητήσουμε στην τάξη για την υψηλή διατροφική αξία του αβγού, για το ταξίδι του από την κότα ως το πιάτο μας, αλλά και τη σύνδεσή του με την Ανάσταση. Οι αγγλομαθείς συνάδελφοι, έχουν επίσης τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν τα σχέδια μαθήματος του προγράμματος Incredible! Τέλος, θα μπορούσαμε να αφιερώσουμε λίγο χρόνο για να μιλήσουμε για τη σήμανση των αβγών και να ευαισθητοποιήσουμε τους μαθητές γύρω από το ζήτημα της ποιότητας ζωής της μαμάς κότας. Εσείς, τι θα τσουγκρίσετε φέτος;
https://www.youtube.com/watch?v=u2HNyxV770k

Share/Bookmark

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Άννα και Θεοφανώ: πριγκίπισσες στα ξένα

Υπόθεση
Τα 8 κεφάλαια του βιβλίου καλύπτουν μια περίοδο 50 περίπου ετών (μεταξύ 950-995 μ.Χ.) που μας παρουσιάζεται μέσα από τις ακόλουθες ιστορικές προσωπικότητες:

Όλγα: Στο Κίεβο του 965, η βασίλισσα και μετέπειτα αγία Όλγα, παρακολουθεί ετοιμοθάνατη από το παράθυρό της τον πολεμοχαρή γιο της Σβιατοσλάβ να γυμνάζεται με την ντρουζίνα του. Νιώθει τύψεις για την άγρια εκδίκηση που η ίδια πήρε από τους Ντρεβλιάνους όταν χρόνια πριν σκότωσαν τον άντρα της. Θυμάται, τέλος, την επίσκεψή της στην Κωνσταντινούπολη το 955, όπου βαφτίστηκε χριστιανή με ανάδοχο τον ίδιο τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ'.

Άννα (Ι): Παρακολουθούμε τις σκέψεις της 9χρονης πριγκίπισσας Άννας, καθώς παρευρίσκεται σε μια λειτουργία στην Αγία Σοφία το 970. Παρατηρεί με μίσος τον Ιωάννη Τσιμισκή που πρόσφατα δολοφόνησε τον προηγούμενο αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά και έκλεισε τη μητέρα της σε μοναστήρι. Κοντά του, οι εκπρόσωποι της Γερμανικής Αυτοκρατορίας που έχουν έρθει με σκοπό ένα βασιλικό προξενιό.

Λιουτπράνδος: Ο ηλικιωμένος επίσκοπος της Κρεμόνας βρίσκεται το 970 για τρίτη φορά στην Κωνσταντινούπολη ως πρέσβης του βασιλιά Όθωνα της Γερμανίας. Ήρεμος, αναθυμάται τις προηγούμενες επισκέψεις του: Το 950, πρώτη φορά που έφτασε στην Πόλη, εντυπωσιάστηκε από τη λάμψη του παλατιού της Μαγναύρας και από την αίθουσα ακροάσεων, ενώ συνέφαγε με τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ' Πορφυρογέννητο σε πλούσιο τραπέζι. Τη δεύτερη φορά, η εμπειρία του από την επίσκεψη στην αυλή του Νικηφόρου Φωκά ήταν τραυματική, καθώς το 968 οι σχέσεις Βυζαντίου και Γερμανών περνούσαν κρίση λόγω συγκρουόμενων συμφερόντων στο ιταλικό έδαφος.

Θεοφανώ (Ι): Η πριγκίπισσα Θεοφανώ Σκλήραινα αγαπάει τον αυτοκράτορα Τσιμισκή, αλλά το μέλλον που της επιφυλάσσει ο γάμος της με τον Γερμανό βασιλιά Όθωνα Β' την κάνει να ανησυχεί. Ειδικά από τη στιγμή που ο ξένος ηγέτης έχει ζητήσει να του στείλουν για νύφη μια πορφυρογέννητη και όχι απλώς κάποια κοπέλα ευγενικής καταγωγής όπως είναι αυτή. Αποφασίζει ωστόσο να μάθει τη γερμανική γλώσσα, να πλουτίσει τις γνώσεις της σε όλους τους τομείς, αλλά και να δοκιμάσει ένα ξόρκι γοητείας... μήπως και την ερωτευτεί ο ξένος ηγεμόνας. Στη συνέχεια παρακολουθούμε το μακρύ και περιπετειώδες ταξίδι της προς την Κεντρική Ευρώπη, τον γάμο της το 972 με τον Όθωνα και τις πρώτες εντυπώσεις της από το νέο περιβάλλον της γερμανικής αυλής.

Βλαντιμίρ: Ο γιος της Όλγας, Σβιατοσλάβ, κατατροπώνεται από τους Βυζαντινούς στο Δορύστολο του Δούναβη. Μια χριστιανή μοναχή τον περιθάλπει, εκείνος όμως μόλις συνέρχεται την αιχμαλωτίζει και τη στέλνει με τη βία ως νύφη στον μεγάλο του γιο. Ο ίδιος θα σκοτωθεί λίγους μήνες μετά (972) πριν καν επιστρέψει στο Κίεβο, σε μια ενέδρα που του στήνουν οι εχθροί του Πετσενέγκοι. Στη συνέχεια, παρακολουθούμε τον εμφύλιο πόλεμο διαδοχής που ξεσπάει ανάμεσα στους τρεις γιους του, στον οποίο επικρατεί ο "νόθος" Βλαντιμίρ με τη βοήθεια 2000 Βαράγγων πολεμιστών που του παραχωρεί ο Σκανδιναβός βασιλιάς Όλαφ. Ο Βλαντιμίρ, μετά τον θρησκευτικό εμφύλιο που προκαλεί μια ανεπιτυχής ανθρωποθυσία στο Κίεβο του 983, αποφασίζει να υιοθετήσει ένα πιο μοντέρνο θρήσκευμα και προσκαλεί εκπροσώπους από τα πέντε γειτονικά του κράτη. Ποια θρησκεία τον συμφέρει περισσότερο να επιλέξει για τον λαό του, τους Ρώσους;

Βασίλειος: Η Θεοφανώ είναι πλέον συναυτοκράτειρα των Γερμανών και μαθαίνουμε τα νέα της. Το 976 ο Τσιμισκής δηλητηριάζεται από τον δαιμόνιο πρόεδρο της Συγκλήτου Βασίλειο Λακαπηνό και ο νεαρός Βασίλειος Β' ανεβαίνει στο θρόνο. Ο Βάρδας Σκληρός, δούκας της Μεσοποταμίας, επαναστατεί και φτάνει έξω από την Πόλη. Εναντίον του στέλνεται ο Βάρδας Φωκάς που το 979 τον νικάει σε μονομαχία! Ο αυτοκράτορας Βασίλειος έτσι επικρατεί και λίγο αργότερα (985) παραγκωνίζει τον παρακοιμώμενο Λακαπηνό. Όταν εκστρατεύει εναντίον των Βουλγάρων του Σαμουήλ και υφίσταται πανωλεθρία, οι δύο Βάρδηδες βρίσκουν πάλι ευκαιρία να ξεσηκωθούν. Ο Βάρδας Φωκάς κυκλώνει την Κωνσταντινούπολη και υποχρεώνει τον Βασίλειο Β' να ζητήσει βοήθεια από τους Ρώσους του Βλαντιμίρ.

Θεοφανώ (ΙΙ): Πίσω στη Γερμανία, ο βυζαντινός πολιτισμός έχει αρχίσει μέσω της Ελληνίδας βασίλισσας να επηρεάζει την τοπική κουλτούρα. Όταν ο Τσιμισκής δολοφονείται, ο Όθωνας Β' εκστρατεύει στη νότια Ιταλία για να κερδίσει εδάφη από τους Βυζαντινούς και να εκδιώξει τους Σαρακηνούς. Το 982, σε μάχη κοντά στον Κρότωνα οι σιδηρόφρακτοι ιππότες του αποδεικνύονται πολύ αργοκίνητοι για το αραβικό ιππικό και ο ίδιος γλιτώνει παρά τρίχα. Λίγο αργότερα θα πεθάνει από ελονοσία, κι έτσι ο ξάδελφός του Ερρίκος ο Καβγατζής θα προσπαθήσει να σφετεριστεί το θρόνο. Η εμφάνιση ωστόσο ενός μετεωρίτη στον ουρανό, τον κάνει να υποχωρήσει από τις διεκδικήσεις του. Μαθαίνουμε έπειτα για τη σοφή διακυβέρνηση της Θεοφανούς και για το τέλος της.

Άννα (ΙΙ): Πίσω στην πολιορκούμενη Κωνσταντινούπολη, ο Βλαντιμίρ για να βοηθήσει τον Βασίλειο Β', ζητάει για νύφη την πορφυρογέννητη αδελφή του Άννα. Ο αυτοκράτορας παρά τις αρχικές του αντιρρήσεις δέχεται και ο Ρώσος ηγεμόνας στέλνει στην υπηρεσία του 6000 άντρες, χάρη στους οποίους το παλάτι επικρατεί και πάλι των Φωκάδων. Όμως οι Βυζαντινοί καθυστερούν να εκπληρώσουν την υπόσχεσή τους και ο αρχηγός των Ρώσων για να τους πιέσει καταλαμβάνει τη Χερσώνα. Ο Βασίλειος τότε κάμπτεται και στέλνει την Άννα στην Κριμαία, υπό τον όρο ο Βλαντιμίρ να βαφτιστεί χριστιανός και να χωρίσει τις δεκάδες άλλες γυναίκες του. Ο γάμος γίνεται το 989 και οι Ρώσοι εκχριστιανίζονται με μια μεγάλη τελετουργία, μετά την οποία καταστρέφουν τα ξύλινα σύμβολα του παλιού τους θεού Περούν. Μαθαίνουμε έπειτα για το ειρηνικό τέλος της Άννας.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Κίρα Σίνου
Εικονογράφηση: Σπύρος Γούσης
ISBN: 960-04-2666-Χ
Έτος 1ης Έκδοσης: 2004
Σελίδες: 312
Τιμή: περίπου 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Με εφαλτήριο μια πλούσια βιβλιογραφία, η αείμνηστη Κίρα Σίνου μας δίνει ένα σπονδυλωτό μεσαιωνικό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στα εδάφη του Βυζαντίου, της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Ρωσίας. Η συγγραφέας εξομολογείται στην εισαγωγή ότι δεν είχε ιδιαίτερα περιθώρια για μυθοπλασία, καθώς τα πρόσωπα και τα γεγονότα που αναφέρονται είναι πραγματικά και περιγράφονται με λεπτομέρειες από τις πηγές. Παρ όλ' αυτά καταφέρνει να μας δώσει ένα κείμενο αρκετά ελκυστικό, σε γλώσσα απλή και χωρίς προβλήματα σαφήνειας. Παρά τον όγκο του βιβλίου, τα περισσότερα επεισόδια καταφέρνουν να κρατήσουν το ενδιαφέρον μας. Υπάρχουν ωστόσο σημεία με αναλυτικές σκέψεις και μακρόσυρτες αναπολήσεις (π.χ. σελ. 113-117) των χαρακτήρων, που ίσως κουράσουν τους λιγότερο μυημένους. Τα περισσότερα κεφάλαια έχουν έκταση γύρω στις 35 σελίδες (που είναι ήδη αρκετές), υπάρχει όμως και ένα που φτάνει τις 61! Η εικονογράφηση περιορίζεται σε μια ολοσέλιδη εικόνα στην αρχή κάθε κεφαλαίου. Λόγω της θεματικής του, οφείλουμε να προτείνουμε το βιβλίο και σε μαθητές της Ε', θεωρώ όμως ότι απευθύνεται σε λίγο μεγαλύτερης ηλικίας μαθητές, τουλάχιστον της τελευταίας τάξης του δημοτικού και βέβαια του γυμνασίου.

  • Αξιόλογοι χαρακτήρες
  • Ενδιαφέροντα ιστορικά γεγονότα
  • Πολύτιμες γνώσεις για τα Βυζαντινά Χρόνια

  • Μεγάλος όγκος
  • Απουσία βοηθητικής εικονογράφησης και ιστορικών χαρτών

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Ταξίδια, Διπλωματία, Βυζάντιο, Οικογένεια, Μαγειρική, Μαγεία, Θρησκεία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Εντυπωσιακή είναι η περιγραφή του βασιλικού τραπεζιού που οργανώνει ο αυτοκράτορας προς τιμήν των Γερμανών πρεσβευτών (σ.34-39), αλλά εξίσου συναρπαστική είναι και η αφήγηση της μάχης στο Capo Colonna, μεταξύ του γερμανοϊταλικού συνασπισμού και των Σαρακηνών (σ.245-250).

Εικονογράφηση
Μια πολύ όμορφη εικόνα συνοδεύει τον τίτλο κάθε κεφαλαίου. Δυστυχώς, οι 8 αυτές ζωγραφιές αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό, αφού οι σελίδες του βιβλίου ξεπερνούν τις 300.
Απόσπασμα
Έλα μαζί μου… Ετοιμάσου όμως να περπατήσεις. Το Ιερό Παλάτι καλύπτει μια τεράστια έκταση που φτάνει τα δύο τετραγωνικά χιλιόμετρα, ευτυχώς όμως εμείς δεν έχουμε να πάμε ως την άλλη άκρη του.

Βγήκαν από τον προθάλαμο, όπου στέκονταν προσοχή οι φρουροί ντυμένοι με τους θώρακές τους, μπήκαν σε μια μακριά στοά κι από κει φτάσανε σ’ ένα σύνολο χωριστών κτιρίων που συνδέονταν μεταξύ τους μ’ ένα λαβύρινθο από μικρότερες στοές και ταράτσες.

- Αυτό είναι το Ανάκτορο της Δάφνης, του εξηγούσε ο πρωτοασηκρήτης καθώς προχωρούσαν. Το είχε χτίσει ο Μέγας Κωνσταντίνος, αλλά τη σημερινή του μορφή την οφείλει στον Ιουστινιανό. Εκείνο το οκτάγωνο κτίριο στη μέση με το μεγάλο θόλο είναι ο Χρυσοτρίκλινος, η μεγάλη αίθουσα του θρόνου… Αυτό εκεί είναι το Τρίκογχο, η αίθουσα συνεδριάσεων.  Λέγεται έτσι γιατί έχει τρεις κόγχες. Το έχτισε ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, που υπήρξε μέγας θαυμαστής της αραβικής αρχιτεκτονικής. Εμείς όμως πάμε, όπως είπαμε, στη Μαγναύρα, που κι αυτή την έχτισε ο Θεόφιλος…

Ο Λιουτπράνδος είδε ένα απέριττο κτίριο που απέξω έμοιαζε με εκκλησία, με μια απλή τρίκλιτη βασιλική. Όμως, όταν μπήκαν μέσα, του κόπηκε η ανάσα. Η μεγάλη αίθουσα των δεξιώσεων έδινε την εντύπωση ότι είχε βγει από τις Χίλιες και μια νύχτες, τόσο παραμυθένια φάνταζε με τις αλαβάστρινες κολόνες, διάφανες και ροδαλές σαν την ανθρώπινη σάρκα, έτσι όπως τις φώτιζε η λάμψη από τα αμέτρητα γυάλινα καντήλια λαδιού που ήταν τοποθετημένα πάνω στους επτά μεγάλους πολυέλαιους.

Ο αυτοκρατορικός θρόνος ήταν τοποθετημένος σε μια εξέδρα, που βρισκόταν σ’ ένα κοίλωμα στην άκρη της αίθουσας, όπου σε οδηγούσαν έξι σκαλοπάτια. Δίπλα στο θρόνο υπήρχε ένα χρυσό δέντρο, ένας πλάτανος μ’ ένα πολύ φυσικό φύλλωμα, σμιλεμένο κι αυτό από το ίδιο μέταλλο. Στα κλαριά του κούρνιαζαν διάφορα είδη πουλιών, κι αυτά φτιαγμένα από χρυσό. Στον ολόχρυσο σκαλιστό θρόνο καθόταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας ντυμένος με μια πολυτελή χρυσή πανοπλία, μα, καθώς ο Λιουτπράνδος στεκόταν μακριά, το μόνο που διέκρινε από το πρόσωπό του ήταν το κοντό μαύρο γένι του.

Και ενώ τα μάτια του περιεργάζονταν με θαυμασμό το θρόνο, πρόσεξε ξαφνιασμένος τα δυο μεγάλα χρυσοκίτρινα λιοντάρια που ήταν ξαπλωμένα δίπλα στα σκαλοπάτια κα δύο χρυσελεφάντινους γρύπες που φρουρούσαν το θρόνο από τα πλάγια. Το αίμα του πάγωσε στις φλέβες.

Τρόμαξε ακόμα περισσότερο όταν, καθώς οι πρεσβείες έμπαιναν στην αίθουσα η μία πίσω από την άλλη, τα λιοντάρια άρχισαν να χτυπούν θυμωμένα στο δάπεδο τις μακριές ουρές τους, ν’ ανοίγουν τα στόματά τους και, κουνώντας τις γλώσσες τους, να βγάζουν φοβερούς βρυχηθμούς, ενώ οι γρύπες ανορθώθηκαν στις θέσεις τους, έτοιμοι, θαρρείς, να επιτεθούν σε κάθε παρείσακτο. Δεν ήταν και πολύ γενναίος ο Λιουτπράνδος και ετοιμάστηκε να το βάλει στα πόδια. Θα το έκανε, όσο και να ντρεπόταν, αν την ίδια στιγμή τα χρυσά πουλιά στον πλάτανο δεν άρχιζαν να κελαηδούν και να λένε το καθένα το δικό του μελωδικό σκοπό, που όλοι μαζί ενώνονταν σε μια αρμονική χορωδία. Τότε μόνο κατάλαβε ότι και οι γρύπες και τα λιοντάρια δεν ήταν παρά ομοιώματα που ένας έξυπνος τεχνίτης τα είχε φτιάξει έτσι ώστε όχι μόνο να μοιάζουν σαν ζωντανά αλλά και να λειτουργούν όπως θα έκαναν αν ήταν ζώα πραγματικά.

Καθώς ο Λιουτπράνδος έπαιρνε ανακουφισμένος βαθιές αναπνοές, τον πλησίασαν δυο νεαροί ευνούχοι και τον ανέβασαν στους ώμους τους, κάνοντάς του νόημα να χαμηλώσει το κεφάλι του. Καθισμένος εκεί ο γραμματέας του Βερεγγάριου υποκλίθηκε τρεις φορές βαθιά μπροστά στον αυτοκράτορα, μα, όταν σήκωσε το κεφάλι του, έμεινε έκπληκτος. Ο θρόνος του αυτοκράτορα είχε εξαφανιστεί. Καθώς έστρεφε απορημένος ολόγυρα το βλέμμα του, είδε ξαφνικά το θρόνο να αιωρείται ψηλά, σχεδόν στο επίπεδο τα οροφής. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πρόσεξε, προς μεγάλη του έκπληξη, πως ο αυτοκράτορας δε φορούσε πια τη χρυσή πανοπλία αλλά ήταν τυλιγμένος σε μια πορφυρή χλαμύδα. Μόνο τα αυτοκρατορικά κόκκινα υποδήματα στα πόδια του δεν είχε αλλάξει.

Γύρω του ακούστηκαν κατάπληκτα επιφωνήματα. Μερικοί από τους ξένους πρεσβευτές και οι άντρες της ακολουθίας τους είχαν πέσει καταγής και κρύβανε τα πρόσωπά τους μέσα στα χέρια. Ο Λιουτπράνδος κούνησε με θαυμασμό το κεφάλι του. Οι τεχνίτες του παλατιού ήταν αξεπέραστοι. Τα τεχνάσματά τους κατέπληξαν ακόμα και αυτόν που ήταν διαβασμένος και λίγο πολύ προετοιμασμένος γι’ αυτά που θα έβλεπε στο Βυζάντιο.  Δεν ήταν λοιπόν ν’ απορεί κανείς για το γεγονός ότι άλλοι που έρχονταν από βάρβαρες χώρες τρομοκρατούνταν βλέποντας αυτά τα τεχνικά θαύματα.

Ο αυτοκράτορας εξακολουθούσε να αιωρείται στα ύψη εντυπωσιάζοντας τους ξένους που τα είχαν χαμένα. Ύστερα ο θρόνος άρχισε σιγά σιγά να κατεβαίνει, ώσπου ακούμπησε μαλακά στο δάπεδο. Ο παρακοιμώμενος έκανε ένα ανεπαίσθητο νόημα και ο Θεοφάνης, που είχε φέρει τον Λιουτπράνδο, τον ρώτησε, φωνάζοντας για ν’ ακούγεται, για την υγεία του κυρίου του, του μαρκήσιου Βερεγγάριου. Κι αφού εκείνος απάντησε ότι έχαιρε άκρας υγείας, ακολούθησαν κι άλλες τυπικές ερωτήσεις στις οποίες ο Λιουτπράνδος απάντησε κάνοντας συνέχεια βαθιές υποκλίσεις. Ύστερα ο ευνούχος του έκανε νόημα ότι ήταν ώρα να φύγουνε.

Στην πραγματικότητα, δεν ήταν απόμακρος ο Κωνσταντίνος. Τις παραμονές των Χριστουγέννων θυμήθηκε τον Λιουτπράνδο και του έστειλε πάλι τον Θεοφάνη.

- Έρχομαι, του ανήγγειλε με στόμφο ο χοντρός ευνούχος, να σου διαβιβάσω την πρόσκληση του αυτοκράτορα για το δείπνο των Χριστουγέννων.

Ο Λιουτπράνδος μόνο που δεν πήδηξε από τη χαρά του. Με μεγάλη προσπάθεια κατάφερε να διατηρήσει την ψυχραιμία του, γιατί δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να καταλάβει ο φαντασμένος ευνούχος πόσο κολακευμένος ένιωσε…

- Διαβίβασε, σε παρακαλώ, τις ευχαριστίες μου στον αύγουστο, είπε. Πού θα δοθεί αυτό το γεύμα;

- Στο Τρίκλινο των δεκαεννέα ανακλίντρων, αποκρίθηκε ο ευνούχος, στη μεγάλη αίθουσα των δεξιώσεων.
Το τρίκλινο των 19 ανακλίντρων (Πηγή)
Σχόλιο
Λίγες οι "δύσκολες" σκηνές, τις επισημαίνουμε όμως ώστε να είστε προετοιμασμένοι για σχετικές απορίες και συζητήσεις. Στη σελ. 22 η -μετέπειτα αγία- Όλγα, διατάζει να κάψουν ζωντανούς στο λουτρό τους, τους απεσταλμένους των Ντρεβλιάνων. Αρκετά αργότερα (σ.171) παρακολουθούμε (ευτυχώς ήπια και ελαφρώς έμμεσα) το πώς ο πρίγκιπας Βλαντίμιρ κάνει με το ζόρι δικιά του την όμορφη Ρογκνέντα. Και τέλος, (σ.195), διαβάζουμε πώς ο Ιωάννης Τσιμισκής πεθαίνει από το δηλητήριο που έριξε στο ποτό του ο ευνούχος Βασίλειος Λακαπηνός.
Ο Ιωάννης Τσιμισκής (Τζιμισκής) συναντιέται με τον Ρώσο Σβιατοσλάβ (Σφενδοσθλάβος)
- Κι όμως αδελφέ μου, είπε η Άννα, η θρησκεία μας είναι θρησκεία της αγάπης και μας διδάσκει τη συγγνώμη.
- Ξέρω πως είσαι καλή χριστιανή αδελφούλα, της είπε χαμογελώντας ο Βασίλειος, μα η ζωή είναι σκληρή, κι αν ακολουθούμε κατά γράμμα αυτά που λένε οι παπάδες οι άλλοι θα μας κάνουν ό,τι θέλουν, κι αυτό εγώ δεν το δέχομαι.

Διαβάζοντας τα παραπάνω (σ.215) ίσως κάποιοι αναρωτηθούν αν ο Βασίλειος θα μπορούσε να έχει πει ποτέ αυτά τα λόγια, ακόμα περισσότεροι όμως θα απορήσουν αν αυτό που υποστηρίζει είναι τελικά σωστό. Πρέπει να ακολουθούμε τα όσα υπαγορεύει η θρησκεία μας, ή θα αποτελέσει αυτό αιτία να χάσουμε τον έλεγχο της ζωής μας;

Από το κείμενο πάντως, προκύπτει ότι κάνοντας τελικά αυτό που νομίζει ο ίδιος σωστό, ο νεαρός αυτοκράτορας απαλλάσσεται από τον Βασίλειο τον Λακαπηνό που δεν τον άφηνε να κυβερνήσει. Αντίθετα, η Ελληνίδα καλόγρια που λίγο πριν (σ.157) εφαρμόζει το "Αγαπάτε αλλήλους", σώζει από τους Βυζαντινούς τον Ρώσο αρχηγό και τον περιθάλπει, βρίσκει τον μπελά της και στέλνεται από τον ίδιο στο Κίεβο για να γίνει με το ζόρι γυναίκα του γιου του. Μήπως τελικά είναι επικίνδυνο να ακολουθούμε τα όσα κηρύττει η θρησκεία της αγάπης σε έναν κόσμο σαν τον δικό μας;
Βυζαντινός στρατιώτης με χριστόγραμμα στην ασπίδα Πηγή
Σε κάποια σημεία του κειμένου, καθώς Ελληνίδες πριγκίπισσες ταξιδεύουν στο εξωτερικό, αλλά και ξένοι αντιπρόσωποι επισκέπτονται το ιερό Παλάτι, γίνεται σύγκριση της κουλτούρας του Βυζαντίου με εκείνη των Δυτικών (σ.147) και των Ρώσων (σ.160), με προφανή συμπεράσματα για την ανωτερότητα της πρώτης (οικονομική, πολιτισμική, τεχνολογική). Όπως ωστόσο διαβάζουμε εδώ, οι πολιτισμένες συνήθειες των Βυζαντινών δεν τους έκαναν πάντα συμπαθείς. Το ότι π.χ. η Θεοφανώ επέμενε να κάνει μπάνιο καθημερινά (!) ήταν λαλίστατη και φορούσε μεταξωτά υφάσματα, προκαλούσε αρνητικά σχόλια στους κύκλους της εκκλησίας, ενώ συνήθειες όπως π.χ. η χρήση πιρουνιού (το οποίο εισήγαγε στη Δύση μια άλλη πριγκίπισσα, η Μαρία Αργυροπουλίνα), αναστάτωναν την γερμανική αυλή! Σε κάθε περίπτωση, χίλια χρόνια πριν η Κωνσταντινούπολη ήταν ένα μοναδικό στολίδι που φώτιζε τον κόσμο, ενώ και σήμερα, το βυζαντινό παρελθόν ακόμα αποτελεί παράγοντα έμπνευσης για τους πολιτισμένους ανθρώπους.

ο κόσμος του Βυζαντίου εμπνέει σύγχρονους σχεδιαστές μόδας

Χρήση στην τάξη
Με όχημα σημαντικές προσωπικότητες της εποχής, το βιβλίο μπορεί να προσφέρει στους μαθητές μας ένα ευχάριστο διδακτικό ταξίδι στον ελληνικό και ευρωπαϊκό Μεσαίωνα. Λόγω του όγκου του, μια έξυπνη πρόταση θα ήταν να το αξιοποιήσουμε ανά κεφάλαιο ή σε μικρά αποσπάσματα, άλλες φορές αναφερόμενοι σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα (π.χ. μάχες, γάμους) και άλλοτε ξεδιπλώνοντας όψεις της βυζαντινής καθημερινότητας, μέσα από προβληματισμούς των χαρακτήρων και διαλόγους με πρόσωπα στον περίγυρό τους.

Έχοντας πάντα κατά νου το παραπάνω σχόλιο για την ανωτερότητα της βυζαντινής κουλτούρας σε σύγκριση με τις άλλες της εποχής, ίσως θα μπορούσαμε να αποδώσουμε κάποιες σκηνές του βιβλίου με παντομίμα, που ταυτόχρονα ψυχαγωγεί αλλά και ενεργοποιεί τη δημιουργικότητα των παιδιών:

- Εντυπώσεις ενός ξένου επισκέπτη από το παλάτι του βυζαντινού αυτοκράτορα (σ.32-33)
- Η Ρωσίδα βασίλισσα Όλγα βαπτίζεται στην Αγία Σοφία (σ.38)
- Το υγρό πυρ αποθαρρύνει τους Σαρακηνούς πειρατές που τρέπονται σε φυγή (σ. 128)
- Ο Ερρίκος είναι έτοιμος να αρπάξει τον θρόνο από τον ανήλικο Όθωνα Γ', όταν ένα θεϊκό σημάδι με τη μορφή μετεωρίτη τον κάνει να αλλάξει γνώμη και να γονατίσει μπροστά του (σ.263-264)!
- Μια τελετή μαγείας πραγματοποιείται στο περίπτερο του κήπου, ενώ η πριγκίπισσα και η ακολουθία της παρακολουθούν με αγωνία (σ.105-110)


Βιβλία με μάγια!

Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθήνας
IV.3γ Εκκλησία - Τόπος πίστης - χώρος κοινωνικής συνοχής


Εμείς, μετά τη διήγηση της ιστορίας της Άννας, κάναμε μια μικρή συζήτηση για τα περιορισμένα δικαιώματα που απολάμβαναν οι γυναίκες στη μεσαιωνική Κωνσταντινούπολη (σ. 117 του βιβλίου και πολύ πιο αναλυτικά σε αυτή την ιστοσελίδα), αλλά και τη σκληρή μοίρα που επιφύλασσε η ζωή ακόμα και σε κάποιες βυζαντινές πριγκίπισσες (για το ίδιο θέμα βλ. και Η Μαρία των Μογγόλων). Θα δεχόντουσαν άραγε οι μαθήτριές μας να θυσιαστούν για έναν μεγάλο σκοπό όπως έκανε η αδελφή του Βασίλειου Β' ή η κόρη του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου; Τα περισσότερα κορίτσια στην τάξη μας αντέδρασαν όπως ήταν φυσικό μ' ένα μεγάλο "Όχι"!
Η σαρκοφάγος της Θεοφανούς (DOMINA THEOPHANU IMPERATRIX)
στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονος στην Κολωνία της Γερμανίας (Πηγή)
Οι περιγραφές πολυτελών αιθουσών και ιστορικών κτηρίων όπως το ανάκτορο της Μαγναύρας, οι αναφορές στο ντύσιμο και το φαγητό των ανθρώπων της μεσαιωνικής Κωνσταντινούπολης, οι βυζαντινές ψαλμωδίες αλλά και οι εικόνες από εκθέματα του Βυζαντινού και Χριστιανικού μουσείου, μας έβαλαν για τα καλά στο κλίμα της εποχής και πρόσφεραν έμπνευση για δημιουργία. Έτσι, κατασκευάσαμε τα δικά μας ψηφιδωτά (αριστερά), ενώ χάρη στην ευγενική βοήθεια του φίλου και ευεργέτη Δημήτρη Κουρουβακάλη από το Ίδρυμα Ευγενίδου, αποκτήσαμε τη δική μας πλάκα με επίστρωση από κερί, όπου γράψαμε με γραφίδα σαν Βυζαντινοί μαθητές!


Share/Bookmark