Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Το Υπναρούδι και η Ελεάννα

Υπόθεση
Η μικρή Ελεάννα ζει χαρούμενη με το Υπναρούδι, το κατοικίδιο μυρμηγκάκι της, που έχει χάσει την οικογένειά του. Μια μέρα που το παίρνει μαζί της στο σχολείο, το Υπναρούδι την ακούει να παινεύει κάποιο άλλο κατοικίδιο ως αγαπημένο της, και από τη ζήλια του το σκάει από τη θήκη του, αναστατώνοντας την τάξη. Οι περιπέτειές του όμως δεν τελειώνουν εκεί, καθώς η επόμενη μέρα το βρίσκει παγιδευμένο στον ιστό μιας πεινασμένης αράχνης. Θα προλάβει άραγε η Ελεάννα να το σώσει;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αργυρώ Μουντάκη
Εικονογράφηση: Βαγγέλης Ελευθερίου
ISBN: 960-16-1630-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 2005
Σελίδες:55
Τιμή: περίπου 2 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β', Γ', Δ'

Κριτική
Το πρώτο παραμυθάκι της σειράς με ήρωα το Υπναρούδι, που μας μιλάει για τη φιλία και το πόσο σημαντική μπορεί να γίνει για τη ζωή μας. Από φέτος (2013), ξανακυκλοφορεί μαζί με τις δύο επόμενες συνέχειές του (Το Υπναρούδι και το Τυχερούδι, Το Υπναρούδι και η Μελένια) σε έναν ενιαίο τόμο με τίτλο Το Υπναρούδι και η Ελεάννα σε φανταστικές περιπέτειες. Προτείνεται σε παιδιά μικρότερων και μεσαίων τάξεων.


  • Γλώσσα: απλή και κατανοητή
  • Πλοκή ενδιαφέρουσα και χαριτωμένη

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Περιβάλλον, Φιλία, Ζωοφιλία, Φαντασία, Διαφορετικότητα, Διάλογος

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Το Υπναρούδι βρίσκεται παγιδευμένο στον ιστό και η αράχνη το πλησιάζει με απειλητικές διαθέσεις... θα προλάβει η Ελεάννα να το σώσει;

Εικονογράφηση
Ασπρόμαυρη, χαριτωμένη, με παρουσία μιας ολοσέλιδης εικόνας κάθε περίπου τρεις σελίδες

Απόσπασμα
Ντρίιιν ντριιιιν... ακούστηκε το ξυπνητήρι της Ελεάννας.
Ώρα να ετοιμαστεί για το σχολείο.

“Ελεάννα, ξύπνα, μην καθυστερείς”, φωνάζει και η μαμά της.

Η Ελεάννα όμως ονειρευόταν ότι βρισκόταν σε ένα μέρος όπου υπήρχαν νεροτσουλήθρες και θαλάσσια ποδήλατα και μπαλόνια και χίλια δυο ωραία παιχνίδια! Κι έκανε βουτιές και τσουλήθρα κι έπαιζε με το Υπναρούδι της ώρες ατελείωτες! Ωραίο το όνειρό της. Όμως έπρεπε να σηκωθεί. Να ξυπνήσει και το Υπναρούδι - σίγουρα αυτό ακόμα θα ροχάλιζε του καλού καιρού!

Τι είναι το Υπναρούδι; Είναι μικρούλικο, αδυνατούλι, καφετί και έχει δύο μαύρα ναζιάρικα ματάκια. Είναι ένα μικρό έντομο που κανένα παιδί δεν το φοβάται, όχι όπως τις μέλισσες, που τσιμπάνε και πονάει μετά! Αντίθετα, αυτό όλα τα παιδιά το αγαπάνε. Αλλά μόνο τα παιδιά, γιατί οι μεγάλοι τέτοια έντομα, όταν τα ανακαλύψουν μέσα στο σπίτι τους, θέλουν να τα διώξουν. Η μαμά της Ελεάννας, όμως, όχι μόνο το αγαπάει το Υπναρούδι, αλλά το φροντίζει κιόλας!

Η οικογένειά του όλο το καλοκαίρι μαζεύει φαγητό, το κρύβει κι έτσι έχει αρκετό για το χειμώνα, που είναι κρύος και δύσκολος. Υπάρχει κι ένας γνωστός μύθος του Αισώπου, του αρχαίου σοφού, που περιγράφει την εξυπνάδα και την εργατικότητα αυτών των εντόμων. ο μύθος λέγεται “Ο τζίτζικας κι ο ... μέρμηγκας!” Το βρήκες; Ναι! Σωστά το μάντεψες!

Το Υπναρούδι είναι ένα μυρμηγκάκι. Είναι το κατοικίδιο ζωάκι της Ελεάννας. Όπως τα άλλα παιδιά έχουν γάτες, σκυλάκια ή χελώνες, η Ελεάννα έχει το μικρό της μυρμηγκάκι. Κάθε πρωί πριν πάει σχολείο το ξυπνάει, ε... δηλαδή προσπαθεί, γιατί, για να σου πω την αλήθεια, δεν τα καταφέρνει πάντα. Μόλις λοιπόν, πλυθεί και φάει το πρωινό της, πηγαίνει κοντά στο Υπναρούδι και του ψιθυρίζει:

“Ξύπνα, χουζουράκο, μικρό Υπναρούδι μου , ξύπνα, είναι ώρα να πάμε σχολείο!”.

“Άσε με λίγο ακόομα, νυστάααααζω...” απαντάει αυτό με κλειστά μάτια σαν Κινεζάκι και μ' ένα χασμουρητό κροκόδειλου!

Τότε η Ελεάννα πηγαίνει να ντυθεί. Μετά ξαναγυρίζει. Καμιά φορά τα καταφέρνει να το ξυπνήσει, να, σαν σήμερα. Το ξύπνησε, του έδωσε φαγητό, ένα κομματάκι από έναν σπόρο ρυζάκι, και το πήρε να πάνε σχολείο.

Σχόλιο
Στο κείμενο συναντάμε δύο περιπτώσεις "παιδιών" από προβληματικές οικογένειες: Στην πρώτη, το μυρμηγκάκι που έχει χάσει και τους δύο γονείς του και ζει ορφανό. Στη δεύτερη, ο φίλος της Ελεάννας, Γιώργος, που οι γονείς του έχουν χωρίσει. Η σημασία της φιλίας είναι τεράστια και για τα δύο παιδιά, καθώς χρειάζονται ιδιαίτερη συναισθηματική στήριξη, ή έστω κάποιον άνθρωπο να πουν τον καημό τους. Τι καλύτερο λοιπόν από έναν πραγματικό φίλο;

Ο ανθρωπομορφισμός του μυρμηγκιού της ιστορίας ελπίζουμε να μην μπερδέψει τους μικρούς αναγνώστες, καθώς τα πραγματικά μυρμήγκια -όσο αξιολάτρευτα κι αν είναι- ούτε μιλάνε σαν άνθρωποι, ούτε σκέφτονται, ούτε και ζηλεύουν όπως κάνει το Υπναρούδι... επίσης, δεν έχουν οικογένεια και δεν χάνουν τον δρόμο τους για τη φωλιά, αφού μπορούν και ακολουθούν το ίχνος της μυρωδιάς τους για εκατοντάδες μέτρα!

Η αντίδραση των συμμαθητών της Ελεάννας μόλις δηλώνει ότι έχασε ένα μυρμήγκι είναι τυπικότατη (σ.24): αρχίζουν να την κοροϊδεύουν και να χοροπηδάνε τριγύρω της χωρίς ίχνος συμπόνοιας, μέχρι να παρέμβει ο φίλος της ο Γιώργος και να τους βάλει στη θέση τους.

Χρήση στην τάξη
Στην τάξη μπορούμε να αξιοποιήσουμε το κείμενο για να ξεκινήσουμε μια συζήτηση για τη φιλία και την αξία της ειδικά στις μικρές ηλικίες, τότε που πολλά παιδιά θυμίζουν κάπως τα μυρμηγκάκια: νιώθουν συχνά ανυπεράσπιστα σ' έναν κόσμο μεγάλων και χρειάζονται τη συναισθηματική μας στήριξη, ενώ μια λάθος λέξη μπορεί να τα πληγώσει ανεπανόρθωτα! Αν οι μαθητές μας ανήκουν στις μεγαλύτερες τάξεις, μπορούμε να τους αναθέσουμε να "υιοθετήσουν" έναν μαθητή μικρότερης τάξης για το επόμενο διάλειμμα, ώστε να τον γνωρίσουν καλύτερα και να μάθουν τα προβλήματα που τον απασχολούν.

Θα μπορούσαμε επίσης να κάνουμε μια αναφορά στο ίδιο το μυρμήγκι, το εργατικό αυτό έντομο που ζει στον πλανήτη μας πάνω από 100 εκατομμύρια χρόνια τώρα, διδάσκοντάς μας τι μπορεί να πετύχουμε με τη συνεργασία, και δημιουργώντας ακούραστα τεράστιες πολιτείες κάτω από τη γη. Αν υπάρχουν μαθητές που ενδιαφέρονται, ίσως αναλάβουν να παρουσιάσουν κάποιες πληροφορίες στα πλαίσια του μαθήματος της Μελέτης Περιβάλλοντος. Παράλληλα μπορούμε να προβάλλουμε στην τάξη το παρακάτω βίντεο, που πριν λίγα χρόνια μας αποκάλυψε το μέγεθος που καταλαμβάνει μια μυρμηγκοφωλιά. Αν τα αγγλικά μας είναι σε καλό επίπεδο, τα παιδιά θα εντυπωσιαστούν με ορισμένα στιγμιότυπα από το πολύ ποιοτικό ντοκιμαντέρ του BBC "Planet Ant".
στιγμιότυπο από το ντοκιμαντέρ του BBC Planet Ant

Share/Bookmark

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Μογκ, ο δαίμων του τυπογραφείου

Υπόθεση
Το 12χρονο ορφανό Μογκ Γουίντερ (Mog Winter), δουλεύει ως βοηθός τυπογράφου στο Λονδίνο της βικτωριανής εποχής. Πηγαίνοντας με τον πιστό του σκύλο Λας (Lash) να εισπράξει μια οφειλή για το αφεντικό του, έρχεται σε επαφή με μια σπείρα δολοφόνων και λαθρεμπόρων ναρκωτικών, που έχει βάλει στο μάτι να κλέψει κάτι από το πλοίο Ήλιος της Καλκούτας. Τα αινίγματα και οι κίνδυνοι με τους οποίους θα μπλέξει, θα φέρουν το παιδί σε επαφή με το ξεχασμένο του παρελθόν.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Πολ Μπατζόρια (Paul Bajoria)
Τίτλος πρωτοτύπου: The Printer's Devil
Μετάφραση: Νατάσα Κοντογιάννη
Εικονογράφηση: -
ISBN: 978-960-04-3354-8
Έτος 1ης Έκδοσης: 2004 (στα ελληνικά 2010)
Σελίδες: 333
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Το πρώτο βιβλίο της τριλογίας του Paul Bajoria, ένα εφηβικό αστυνομικό θρίλερ στο Λονδίνο της βικτωριανής εποχής! Παρακολουθήσεις, απαγωγές, εγκλήματα και εξιχνιάσεις, συνθέτουν μια περίεργη ατμοσφαιρική περιπέτεια,  στην οποία τίποτα τελικά δεν είναι όπως φαίνεται. Λόγω όγκου και περιεχομένου προτείνεται μόνο σε έμπειρους αναγνώστες, κυρίως μαθητές γυμνασίου.


  • Πολλές πληροφορίες για τη Βικτωριανή Εποχή
  • Πρωτοπρόσωπη αφήγηση κρατάει το ενδιαφέρον μας
  • Τα περισσότερα κεφάλαια έχουν έκταση γύρω στις 20 σελίδες
  • Καλή μετάφραση, μόνο το φλεγματικό χιούμορ χάνει λίγη από τη χάρη του (σ.130) ενώ και κάποιες εκφράσεις δεν θα έπρεπε να μεταφέρονται απευθείας από την ξένη γλώσσα (σ. 255)


  • Γλώσσα κατά σημεία απαιτητική, μακροσκελείς περιγραφές και συλλογισμοί που μπορεί να γίνουν κουραστικοί
  • Ενήλικο χιούμορ (σ.90-91), ενήλικη κριτική (σ.179), σκηνές σε οπιοποτείο (σ.31-32) και παιδιά που πίνουν αλκοόλ (σ.24)
  • "Προχωρημένο" λεξιλόγιο (συναντάμε έξι φορές το "ηλίθιος")
  • Σκηνές με βία ή απειλή βίας (σ.35, 57, 60-62, 127-129, 222, 269-270, 290-1, με τα δύο τελευταία κεφάλαια να έχουν τίτλο "Θάνατος" και να περιλαμβάνουν αρκετές δολοφονίες)
  • Χωρίς εικονογράφηση

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Περιπέτεια, Ιστορία - Αρχαιολογία, Ζωοφιλία, Ναρκωτικά, Ισότητα Φύλων, Φιλαναγνωσία (σ.160).

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Ίσως στην πιο ατμοσφαιρική σκηνή του έργου, ο Μογκ περιδιαβαίνει σ' ένα σπίτι που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στις παραισθήσεις του και την πραγματικότητα (σ.180-186). 

Για όσους προτιμούν τις στιγμές αγωνίας, κρατάμε το πολύ καλό φινάλε αλλά και τη σκηνή στο υπόγειο (σ.110-111), όπου  ο Μογκ και ο φίλος του Νικ είναι εγκλωβισμένοι... την έξοδο κλείνει μια πελώρια γυναικεία φιγούρα μ' έναν μπαλτά στο χέρι!

Εικονογράφηση
Απόσπασμα 
Προσγειώθηκα πάνω σ’ ένα κουλουριασμένο σκοινί που έμοιαζε με κοιμισμένο φίδι, φύλακα μιας εξωτικής κρύπτης θησαυρών. Έριξα μια ματιά γύρω μου. Το κατάστρωμα ήταν βρεγμένο και γλιστρούσε. Σε μερικά σημεία, κυρίως στις άκρες, είχε ένα γυαλιστερό πράσινο χρώμα. Δεν υπήρχε ψυχή. Στα δεξιά μου υψωνόταν ένα πελώριο κατάρτι, ψηλότερο από οποιοδήποτε δέντρο, με τα λερά πανιά του δεμένα στα ξάρτια και με σωρούς από δίχτυα να το περικυκλώνουν.  Στα αριστερά μου απλωνόταν ο διάδρομος που οδηγούσε στις καμπίνες και στο πλωριό τμήμα του καραβιού. Παντού υπήρχαν σκοινιά, άλλα δεμένα και άλλα λυτά, που σέρνονταν στο κατάστρωμα, και, όπως τα κοιτούσα να κρέμονται από τα ρέλια, ξαφνικά παρατήρησα μια μπότα ναύτη σε μια γωνία πίσω από το κατάρτι.  Ήμουν έτοιμος να ξανακρεμαστώ στα πλαϊνά του πλοίου όταν συνειδητοποίησα με ανακούφιση ότι δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια σκέτη μπότα χωρίς ναύτη.

Έτρεμα στην ιδέα ότι μπορεί να συναντούσα κάποιον ναύτη εκεί πάνω και πεταγόμουν κάθε φορά που τα ξύλα έτριζαν κάτω από το βάρος μου, παρ’ όλο που οι ήχοι τους χάνονταν μέσα στις συγχορδίες από τους τριγμούς των αραγμένων καραβιών. Όπως άνοιγα την πόρτα που οδηγούσε στο διάδρομο, η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα ότι αντηχούσε στο μικρό υγρό δωμάτιο όπου έμπαινα.  Ένα θερμό ρεύμα αέρα με αναθυμιάσεις ιδρώτα και βόθρου ερχόταν από τα έγκατα του καραβιού, και η μυρωδιά ήταν τόσο δυνατή που με ζάλισε και χρειάστηκε να κρατηθώ από την κάσα της πόρτας για να μην πέσω στη μαύρη τρύπα που ανοιγόταν κάτω από τα πόδια μου. Καθώς το φως έπεφτε πάνω στις σανίδες, έβλεπα τις ουρές καφέ αρουραίων να γλιστράνε σαν σκουλήκια και να χώνονται με ταχύτητα στις μικρές σχισμές του ξύλου. Μου πήρε αρκετή ώρα για να βρω το κουράγιο να κατέβω τη σκάλα που οδηγούσε στο εσωτερικό του καραβιού.

Η πρώτη πόρτα που άνοιξα με οδήγησε σε μια μικρή καμπίνα που φωτιζόταν αχνά από τα πιο μικρά παράθυρα που είχα δει ποτέ μου, τα οποία τα κάλυπταν κουρτίνες φτιαγμένες από καραβόπανο. Η καινούρια μυρωδιά που χτύπησε τα ρουθούνια μου ήταν ένα μείγμα από καπνό και ξύλο βελανιδιάς. Σε μια σκοτεινή γωνιά της καμπίνας μια άλλη κουρτίνα έκρυβε μια στενή κουκέτα. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι κάποιος μπορεί να κοιμόταν εκεί μέσα. Αφουγκράστηκα προσεκτικά. Μπορούσα ν’ ακούσω το νερό που πάφλαζε κάτω από το καράβι και τον υπόκωφο ήχο του σκαριού, αλλά η μοναδική ανάσα που μπορούσα να εντοπίσω σ’ αυτή τη μικρή καμπίνα δεν ήταν παρά η δική μου, κοφτή και φοβισμένη. Προχώρησα και τράβηξα τις κουρτίνες για να φωτιστεί ο χώρος.

Εντόπισα αμέσως κάτι που γυάλιζε στην απέναντι γωνία. Καθώς το δωμάτιο φωτιζόταν, παρατήρησα για πρώτη φορά ένα μεγάλο χρυσό φανάρι που κρεμόταν στο ίδιο ύψος με το κεφάλι μου. Ήταν ένα από τα πιο όμορφα αντικείμενα που είχαν δει ποτέ τα μάτια μου. Δεν ήταν αναμμένο και κουνιόταν ελαφρά ακολουθώντας τον κλυδωνισμό του καραβιού, σκορπώντας χρυσές σπίθες, καθώς το φως της ημέρας αντανακλούσε στην περίτεχνη επιφάνειά του. Δεν μπορούσα να φανταστώ πώς ένας χρυσοχόος είχε καταφέρει να φτιάξει κάτι τέτοιο. Σίγουρα είχε δημιουργηθεί, όπως ο ήλιος, από κάποιον ή κάτι που ξεπερνά το φάσμα των γνώσεων του ανθρώπου. Η ομορφιά του μου έκοβε την ανάσα. Ήταν υπέροχο. Ένα μασίφ απαστράπτον καλάθι με περίπλοκο σχέδιο, αποτελούμενο από εκατοντάδες συρματάκια που μπλέκονταν μεταξύ τους, φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από χρυσό, έστελνε τις ιριδίζουσες αντανακλάσεις του στους τοίχους και στα έπιπλα της μικρής καμπίνας. Στεκόμουν μαγεμένος, σχεδόν υπνωτισμένος, από την ομορφιά του. Ήταν μια σφαίρα καλυμμένη από χρυσάφι. Μια λαμπερή μπάλα που όμοιά της δεν υπήρχε στον κόσμο.

Ώστε λοιπόν αυτό ήταν το αντικείμενο που προσπαθούσαν να κλέψουν ο Κόμπεν και ο Τζιγκς! Αν κατάφερναν να ξεφύγουν με κάτι που να είχε έστω τη μισή αξία απ’ αυτό, σίγουρα θα πλούτιζαν. Ήταν επίσης προφανές ότι με κάτι τέτοιο εκεί μέσα ο χώρος δε θα έμενε για πολύ αφύλαχτος. Θα ήταν καλύτερα να μη χρονοτριβώ.

Εξέτασα το χώρο γύρω μου. Υπήρχαν πολύ λίγα έπιπλα: δύο παλιές πολυθρόνες από κόκκινο φθαρμένο δέρμα και, στη μέση του δωματίου, ένα τραπεζάκι όπου πάνω του ήταν απλωμένοι διάφοροι χάρτες. Δεν καταλάβαινα και πολλά από τις γραμμές και σχήματά τους καθώς τους παρατηρούσα. Κάτω από το τραπεζάκι όμως υπήρχαν και δύο συρτάρια στα οποία βρήκα ένα πιστόλι, ένα μικρό διακοσμημένο κουτί για ταμπάκο και διάφορα έγγραφα. Με τρεμάμενα χέρια, πήρα τα χαρτιά και άρχισα να τα ξεφυλλίζω. Τα περισσότερα απ’ αυτά είχαν κάτι το μεγαλοπρεπές με τα μεγάλα προσεγμένα βουλοκέρια στο χρώμα του αίματος. Ωστόσο, απ’ όσο καταλάβαινα δεν παρουσίαζαν κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ήμουν έτοιμος να τα ξαναβάλω στη θέση τους, όταν μια λέξη με έντονα γράμματα στο τέλος ενός από τα έγγραφα τράβηξε το βλέμμα μου. ΝΤΑΜΙΑΤΑ.

Κάτι σ’ αυτή τη λέξη μ’ έκανε να ανατριχιάσω. να την και πάλι μπροστά μου. Η λέξη που δεν ήταν λέξη. Να ήταν το όνομα κάποιου;  Σε κάποιο άλλο έγγραφο υπήρχε μια λίστα με ονόματα που έφερε τον τίτλο: Εξουσιοδοτημένοι Έμποροι της υπό της Αυτού Μεγαλειότητος Ηνωμένης Εταιρίας Εμπόρων της Αγγλίας ασκούσης Εμπόριο στις Ανατολικές Ινδίες. Δίπλα από κάθε όνομα υπήρχε μια ημερομηνία και ένα χρηματικό ποσό. Η γραφή ήταν καλλιγραφική και δύσκολα μπορούσα να την αποκρυπτογραφήσω. Απ’ όσα έβγαζα όμως, κανέναν από τα ονόματα δε μου έλεγε κάτι. Αναρωτιόμουν αν έπρεπε να την πάρω μαζί μου, αλλά η μεγαλοπρεπής εμφάνιση των εγγράφων με τα βουλοκέρια με έπεισε ότι, αν με έπιαναν με κλεμμένα χαρτιά από εκεί, θα μπορούσα να μπλέξω πολύ άσχημα. Καθώς τα τοποθετούσα πίσω στο συρτάρι, το μάτι μου έπεσε σε μια  χρυσή επιγραφή που υπήρχε στο καπάκι του κουτού για το ταμπάκο και  που ήταν γραμμένη με την ίδια παράξενη γραφή που είχα δει στα χαρτιά του Κόμπεν και του Τζιγκς. Έμοιαζε με κανονική γραφή, αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι τα γράμματα αντί να ακουμπάνε πάνω στη γραμμή κρέμονταν από κάτω.
Δεν είχα χρόνο να την παρατηρήσω επαρκώς, καθώς ξαφνικά άκουσα ένα θόρυβο πάνω από το κεφάλι μου. Ένα ρυθμικό ντουπ... ντουπ... ντουπ. Κάποιος περπατούσε κατά μήκος του καταστρώματος και έμοιαζε να κατευθύνεται με αποφασιστικότητα προς τη σκάλα που μόλις πριν από λίγο είχα κατέβει.

Άρχισε να με κυριεύει πανικός. Η πόρτα που οδηγούσε προς τις καμπίνες είχε ανοίξει και τα βήματα ακούγονταν να κατεβαίνουν τα σκαλιά και να έρχονται προς το μέρος μου. Ένιωσα ένα κάψιμο στα σωθικά μου  σαν ένα κύμα από καυτό μολύβι ν’ ανεβαίνει από την κοιλιά στο λαιμό μου. Θα με βρουν! Βούτηξα στην κουκέτα και κουλουριάστηκα πίσω από την κουρτίνα τη στιγμή ακριβώς που άνοιγε η πόρτα της καμπίνας και τα βαριά βήματα αντηχούσαν στο εσωτερικό της.

Άκουγα έναν άντρα που ανάσαινε βαριά, σχεδόν ασθμαίνοντα. Δεν τολμούσα να κουνηθώ, ούτε καν να αναπνεύσω. Απλώς καθόμουν εκεί ελπίζοντας πως οποιοσδήποτε και να ήταν θα έφευγε. Δε στεκόταν παρά μόνο ένα μέτρο μακριά από το κεφάλι μουκ, ενώ οι μπότες του έκανα το πάτωμα να τρίζει σε κάθε του κίνηση. Κρατούσα την αναπνοή μου. Ήμουν τρομοκρατημένος, παγιδευμένος. Θα πέθαινα.

Πέρασαν κάποια δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνες. Μπορεί να ήταν και ώρες. Είχα παγώσει. Κρατούσα τα μάτια μου κλειστά και ο εγκέφαλός μου εξέπεμπε μόνο τη φράση»Φύγε! Φύγε από δω!» καθώς η βαριά ανάσα συνέχιζε να ακούγεται από την άλλη μεριά της κουρτίνας. Στεκόταν ακόμα εκεί, αφουγκραζόταν.

Ξαφνικά, το πάτωμα άρχισε να τρίζει και πάλι κάτω από τις μπότες του, και σχεδόν αναστέναξα με ανακούφιση καθώς υπέθεσα ότι θα έφευγε από την καμπίνα. Αλλά δεν έφυγε. Με μια κίνηση, η κουρτίνα της κρυψώνας μου είχε τραβηχτεί, κι εγώ βρέθηκα να κοιτάζω έναν πελώριο ναύτη που το πρόσωπό του ήταν σαν καρίνα καραβιού. Ήμουν τόσο ταραγμένος που δεν μπορούσα ούτε να ουρλιάξω. Απλώς τον κοιτούσα σαν να νόμιζα ότι, αν δεν έλεγα τίποτα, θα έκλεινε την κουρτίνα και θα αποχωρούσε και ότι μετά θα ξυπνούσα συνειδητοποιώντας πώς όλ’ αυτά ήταν μέρος του πιο τρομακτικού εφιάλτη της νεαρής ζωής μου. Για λίγη ώρα που μου φάνηκε αιώνας, δε συνέβη τίποτα.

Έπειτα ακολούθησε μια φρενίτιδα κινήσεων. Με μια απότομη κίνηση, σαν να βρισκόταν σε παροξυσμό, άπλωσε τα τεράστια χέρια του, με άρπαξε βίαια τραβώντας με έξω από την κουκέτα και με πέταξε πάνω στην ξύλινη πόρτα. Μετά με έστησε στα πόδια μου τόσο άγρια που νόμιζα ότι θα μου εξάρθρωνε τα χέρια. Τον κοίταξα. Ένα χαμόγελο απλώθηκε στο επίπεδο ρυτιδιασμένο πρόσωπό του και τα δυνατά χέρια του έσφιξαν ακόμη περισσότερο τους εύθραυστους ώμους μου. Μου έδειξε μια σειρά από κιτρινισμένα, αραιά και φθαρμένα δόντια.

«Συνελλήβης επ’ αυτοφώρω», είπε απολαμβάνοντας την κάθε λέξη και χαμογελώντας απαίσια. «Ένας κλέφτης που προσπαθούσε να το σκάσει από τον Ήλιο της Καλκούτας κι εγώ τον έπιασα! Τον σύλληψα επ’ αυτοφώρω και τον στραγγάλισα πριν προλάβει να πει λέξη! Μπράβο, ναύτη! Θα πάρεις περισσότερες μερίδες, ναύτη!» Με έσφιγγε ολοένα και περισσότερο. Είχα παραλύσει από το φόβο μου. Ήταν σαν να με είχε κυριεύσει ο θάνατος πριν ακόμη σκοτωθώ.

«Δεν είμαι κλέφτης», άκουσα τον εαυτό μου να λέει αχνά. 
Τα αγγλικά εξώφυλλα από τα βιβλία της τριλογίας - το δεύτερο μας μεταφέρει σε μια έπαυλη στην αγγλική επαρχία, ενώ στο τρίτο οι δυο ήρωες ταξιδεύουν στην Καλκούτα της Ινδίας, αναζητώντας ένα διαμάντι
Σχόλιο
Εκμεταλλευόμενος την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ο συγγραφέας μας παραπλανεί συστηματικά, από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα του βιβλίου. Έτσι, καθώς βλέπουμε μέσα από τα μάτια ενός νεαρού φοβισμένου παιδιού, δεν μας επιτρέπεται να καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει στην υπόθεση, μέχρι λίγο πριν φτάσουμε στη λύση του μυστηρίου. Στο κλίμα σύγχυσης συμβάλουν επίσης η αφέλεια της ηλικίας του Μογκ, το άγνωστο παρελθόν και τα ένοχα μυστικά του, όπως και οι παραισθήσεις του κάθε φορά που εισπνέει αναθυμιάσεις από ναρκωτικά. Η κατάστασή του στις στιγμές αυτές θυμίζει τις λιποθυμίες του Τεν-Τεν στο "Τα Πούρα του Φαραώ - Ο Μπλε Λωτός".
Χρήση στην τάξη
Εκτός από το μάθημα της Γλώσσας, για το οποίο μπορούμε να ανιχνεύσουμε αρκετές παραγράφους-πρότυπα αφήγησης ή περιγραφής, είναι δυνατόν να αξιοποιήσουμε το βιβλίο αυτό και για το μάθημα της Ιστορίας Στ΄, αν αποφασίσουμε να αναφερθούμε στην καθημερινή ζωή των Ευρωπαίων κατά τα πρώτα χρόνια του νέου ελληνικού κράτους (ίσως στα κεφάλαια 2 ή 4 της Ενότητας Δ') - συγκρίνοντάς την ίσως με την αντίστοιχη των Ελλήνων της εποχής. Χρήσιμο στην περίπτωση αυτή θα ήταν να διαβάσουμε επιλεγμένα αποσπάσματα που θα μας ταξιδέψουν πίσω στον χρόνο. Θα μάθουμε τότε για παιδιά που εργάζονταν από πολύ νωρίς σε δουλειές δύσκολες, επικίνδυνες και κακοπληρωμένες. Για τις άθλιες συνθήκες υγιεινής στο Λονδίνο (σ.17-18) όπου σπίτια και άνθρωποι βρίσκονταν μέσα στη βρώμα, με τους δρόμους γεμάτους ποντίκια και περιττώματα (21-24), εγκληματικότητα (24,29,80), αναλφαβητισμό (105) οικογενειακή βία (104) φτώχεια και ανισότητα (233) παντού. Για την αναπαράσταση της εποχής μπορούμε φυσικά να επιλέξουμε και αντίστοιχα μυθιστορήματα του Καρόλου Ντίκενς, όπως ο Όλιβερ Τουίστ.

Share/Bookmark

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Ένας απρόσμενος φίλος

Υπόθεση
Ανάμεσα σ' ένα βιβλίο και τον μικρό Φώτη, αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη σχέση φιλίας. Όταν η μητέρα του τον φέρνει για πρώτη φορά στη βιβλιοθήκη, εκείνος το διαλέγει απ' όλα τα υπόλοιπα και το παίρνει στα χέρια του. Κάθε βδομάδα που ακολουθεί, συνεχίζει να το επισκέπτεται και να το διαβάζει. Ένα Σάββατο όμως, το νεαρό παιδί δεν εμφανίζεται στο καθιερωμένο ραντεβού. Τι συμβαίνει; Ο Φώτης έχει χάσει το φως του και γι' αυτό αφήνει χωρίς παρέα τον χάρτινο φίλο του. Θα καταφέρει άραγε το βιβλίο να τον παρηγορήσει και να τον στηρίξει;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κόκκινη Κλωστή Δεμένη
Συγγραφέας: Βασίλης Κουτσιαρής - Γιάννης Διακομανώλης
Εικονογράφηση: Ζωή Λούρα
ISBN: 978-618-80218-0-8
Έτος 1ης Έκδοσης: 2012
Σελίδες: 34
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β', Γ', Δ'
άλλες κριτικές εδώ, εδώ κι εδώ

Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Κουτσιαρή για τη δωρεά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη της τάξης μας!

Κριτική
Συγκινητικό μικρό παραμύθι για τη φιλία και τη φιλαναγνωσία. Προτείνεται κυρίως σε μαθητές των μικρότερων και μεσαίων τάξεων.

  • Γραμμένο με απλότητα και ευαισθησία
  • Η πολύ ωραία εικονογράφηση μας μεταφέρει σε ονειρικούς κόσμους 
  • Σκληρό εξώφυλλο, έγχρωμο, μεγάλο μέγεθος (22.5x22.5εκ)

  • Η εξέλιξη της ιστορίας θυμίζει "μελό"
  • Η αναπηρία του Φώτη αντιμετωπίζεται μάλλον επιφανειακά

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Φιλαναγνωσία, Αναπηρία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Πιο εντυπωσιακή βρήκαμε τη σκηνή με το κλάμα του Φώτη πάνω στο βιβλίο. Τα δάκρυα κάνουν τα γράμματα ανάγλυφα και φουσκώνουν τις εικόνες, κι έτσι ο νεαρός καταφέρνει και πάλι να διαβάσει!

Εικονογράφηση
Απόσπασμα 
Ποτέ δε μου άρεσε αυτό το στρίμωγμα στην παιδική βιβλιοθήκη.

Μπορεί να ήμουν ένα βιβλίο όπως τόσα άλλα, όμως πάντα πίστευα ότι μου άξιζε μια καλύτερη τύχη.

Ζήλευα τα καινούρια βιβλία που τα είχαν μπροστά με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνεται όλο το εξώφυλλο.

Εγώ βρισκόμουν πιεσμένο ανάμεσα σε πολλά άλλα βιβλία και το μόνο που φαινόταν ήταν ο τίτλος στα πλάγια.

Έπρεπε να γυρίσεις λίγο το κεφάλι για να τον διαβάσεις, διαφορετικά τον προσπερνούσες και προχώραγες παρακάτω.

Ένα Σάββατο μπήκε μέσα στη βιβλιοθήκη ένα μικρό παιδάκι.

Μιλούσε τόσο δυνατά που μας ξύπνησε όλα εκεί μέσα.

Είχαμε συνηθίσει στην ησυχία και οι φωνές του παιδιού μάς αναστάτωσαν.

- Φώτη, ησυχία! Αν φωνάζεις, δε θα σε ξαναφέρω, είπε η μαμά του.

- Εντάξει, μαμά, της απάντησε εκείνος.

- Θα περάσω να σε πάρω σε μια ώρα, του είπε και του έδωσε ένα φιλί.

Μόλις η μαμά του βγήκε έξω, ο Φώτης άρχισε να περπατά αργά ανάμεσα στα ράφια.

Κάτι έψαχνε αλλά δε μπορούσε να το βρει.

Τα βήματά του άρχισαν να ακούγονται πιο έντονα, ώσπου σταμάτησε.

Κατάλαβα ότι βρισκόταν μπροστά στο δικό μου ράφι.

- Παιδικά εικονογραφημένα... ψιθύρισε.

Σχόλια
Το μήνυμα της ιστορίας έφτασε στους μαθητές με σχετική ευκολία: "Στην ανάγκη, οι πραγματικοί φίλοι είναι εκεί ο ένας για τον άλλο. Αλληλοβοηθούνται και στηρίζονται". Κάποιες μικροσυμβάσεις (π.χ. το τυφλό βιβλίο μιλάει για το γαλάζιο χρώμα στο εξώφυλλό του), που επισημάνθηκαν, μάλλον δεν συνιστούν πρόβλημα, καθώς το ανάγνωσμα απευθύνεται κυρίως σε μικρότερες ηλικίες. Είχαμε όμως και μια εύλογη απορία που δεν κατάφερα να απαντήσω: γιατί αφού η βιβλιοθήκη είναι δανειστική, ο Φώτης επιλέγει να επισκέπτεται το βιβλίο αντί να το πάρει στο σπίτι του;

Χρήση στην τάξη
Διαβάζουμε στην αρχή της ιστορίας, πως το βιβλίο νιώθει στριμωγμένο και παραμελημένο μέσα στην παιδική βιβλιοθήκη. Συζητήσαμε στην τάξη αν και εμείς έχουμε στα σπίτια μας βιβλία που έχουν περάσει στα "αζήτητα". Πώς θα μπορούσαμε άραγε να τα ξαναζωντανέψουμε; Αναφέρθηκαν ιδέες για ανταλλαγή τους με άλλα διαβασμένα βιβλία από μαθητές άλλων τάξεων. Προτάθηκε για τον σκοπό αυτό να οργανώσουμε μια μικρή εκδήλωση-παιχνίδι ανταλλαγής βιβλίων, ή απλώς οι μαθητές να φέρουν τα βιβλία τους στη βιβλιοθήκη της τάξης, ώστε να τα διαβάσει όποιο παιδί επιθυμεί.

Με αφορμή τα παραπάνω, κάναμε αναφορά και στo σύγχρονο φαινόμενο του Bookcrossing, όπου διαβασμένα βιβλία απελευθερώνονται (αφήνονται) σε δημόσιους χώρους για να φτάσουν στα χέρια νέων, τυχαίων αναγνωστών. Οι μαθητές βρήκαν την ιδέα συμπαθητική, αλλά δεν νομίζω πως είναι έτοιμοι να συμμετάσχουν στο κίνημα.


Share/Bookmark

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Όταν αναστήθηκε το μαμούθ

Υπόθεση
Τα μαμούθ μεταναστεύουν βόρεια, προσπαθώντας να αποφύγουν τη μοίρα που τους προετοιμάζουν οι κυνηγοί. Μια ομάδα λευκών αποφασίζει να τα ακολουθήσει, αναγκάζεται όμως να συγκρουστεί με ανθρώπους της κίτρινης φυλής όταν μπαίνει στην περιοχή τους. Όλα τελικά καλύπτονται από μια τεράστια χιονοστοιβάδα.
Χιλιάδες χρόνια αργότερα, κάπου στα 1920, ο Γάλλος επιστήμονας Μουζέν, εφευρίσκει με τη βοήθεια της βοηθού του Ναδίας, μια μέθοδο επαναφοράς παγωμένων ζώων στη ζωή. Ενθουσιασμένος από την εφεύρεση, ένας πλούσιος Αμερικανός χρηματοδοτεί μια αποστολή στη Σιβηρία, όπου οι μελετητές θα βρουν θαμμένα κάτω από τους πάγους το μαμούθ και τη φυλή των προϊστορικών ανθρώπων που συναντήσαμε πιο πάνω! Θα καταφέρουν άραγε οι επιστήμονες να αναστήσουν το θηρίο και τους πρωτόγονους; Κι αν όλα αυτά συμβούν... πώς θα συμβιώσουν πλάσματα τόσο παράταιρα στην ίδια κατασκήνωση;
Bégouën, Max

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Αδελφοί Βλάσση
Συγγραφέας: Μαξ Μπεγκουέν (Vicomte Max Henri Bégouën)
Τίτλος Πρωτοτύπου: Quand le mammouth ressuscita
Bégouën, Max
Bégouën
Bégouën
Bégouën
Bégouën
Μετάφραση: Γρηγόριος Ξενόπουλος
Εικονογράφηση: Auguste Bouché-Leclercq
ISBN: 960-302-221-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 1928 (στα ελληνικά 1938, Διάπλαση των Παίδων)
Σελίδες: 147
Τιμή: από 1,5 ως 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Βραβευμένη περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας από τα περασμένα, συναρπαστική παρότι κάπως παλιομοδίτικη. Να επισημάνουμε ότι ο συγγραφέας (που έχει στο ενεργητικό του άλλα δύο βιβλία με παρόμοια θεματική) ήταν γιος του διάσημου κόμη Μπεγκουέν, ανθρωπολόγου ερευνητή και καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Τουλούζ. Το μυθιστόρημα προτείνεται περισσότερο σε έμπειρους αναγνώστες, μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων, και φυσικά στους λάτρεις των φυσικών επιστημών και των εξερευνήσεων.

  • Μετάφραση ζωντανή και λογοτεχνική 
  • Συνδυασμός φαντασίας, δράσης, γνώσεων
  • Ωφέλιμα μηνύματα (η Επιστήμη δεν είναι αυτοσκοπός) 

  • Η επιστημονική φαντασία του '20 μοιάζει ξεπερασμένη
  • Κάποια κεφάλαια (π.χ. το 6) ίσως είναι υπερβολικά πληροφοριακά  
  • Σκηνές με αγριότητες (σ.29, σ.31, σ.140)

Αξίες - Θέματα
Προϊστορία, Επιστήμη - Τεχνολογία, Περιβάλλον, Ζωοφιλία, Ταξίδια, Ανθρωπισμός

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Η χαρά των επιστημόνων που μετά από χρόνια κοπιαστικών ερευνών καταφέρνουν το ακατόρθωτο (κεφ. 4-5), αλλά και αργότερα (σ.130) η απόφαση του Αμερικάνου να σπάσει τις αλυσίδες του ψεύτικου δυτικού πολιτισμού και να ζήσει ελεύθερος στη φύση κοντά στα παραλίγο θύματά του (όπως κάνει και ο πρωταγωνιστής στην ταινία Χορεύοντας με τους Λύκους).

Εικονογράφηση
Δίνει απλώς το "παρών" με περίπου 20 ασπρόμαυρα σκίτσα σε 150 σελίδες, χωρίς να φωτίζει ιδιαίτερα τους χαρακτήρες ή να αλληλεπιδρά με την ιστορία.
Απόσπασμα 
Ο Μουζέν ήταν έτοιμος να απαντήσει και να διαμαρτυρηθεί, όταν η πόρτα της τέντας σηκώθηκε και παρουσιάστηκε ο Νταρλιέ.

- Κοιτάξτε τι σας φέρνουμε! φώναξε θριαμβευτικά.

Και μαζί με τον Τόκετ και τον οδηγό έβαλε μπροστά στα πόδια τους ένα πλήθος από όπλα λεπτότατα δουλεμένα σε ξύλο σκληρό με μύτη από πέτρα ή από κόκαλο.

- Οι άνθρωποι που βρίσκονται ξαπλωμένοι εκεί είναι σύγχρονοι του μαμούθ. Ορίστε και οι αποδείξεις. Και ο Νταρλιέ έδειξε τα όπλα αυτά που είχαν ανακαλύψει μέσα στον πάγο, δίπλα στα πτώματα που βρίσκονταν τώρα εκεί.

- Ας ελπίσουμε πως σε λίγο θα μας το βεβαιώσουν και οι ίδιοι, είπε ο Μουζέν. Φτάνει να μπορέσουμε να τους καταλάβουμε.

Βάζοντας υπεράνθρωπη θέληση ο Μουζέν κατόρθωσε χωρίς να τρέμει το χέρι του να βυθίσει τη βελόνα στην καρωτίδα ενός από τα πτώματα. Εκείνη τη στιγμή μια φωνή ακούστηκε:

- Ω, τι νόστιμη girl!

Ήταν ο Τόκετ που κοίταζε μα θαυμασμό το πτώμα μιας νέας, που και στο θάνατο ακόμα το πρόσωπό της είχε διατηρήσει μια υπερήφανη χάρη.

Ο Νταρλιέ απάντησε:

- Πραγματικά είναι όλοι τους τα ωραιότερα δείγματα της ινδοευρωπαϊκής φυλής. Διαφέρουν απόλυτα από τις μογγολικές και τουρκικές φυλές που κατοικούν σήμερα στη Σιβηρία. Και μου φαίνεται πολύ περίεργο πώς βρέθηκαν εδώ ψηλά.

Από τους επτά προϊστορικούς ανθρώπους τέσσερις ήταν άνδρες και τρεις γυναίκες: Ένα ζευγάρι καμιά τριανταριά χρονών, ένα άλλο ζευγάρι ως πενήντα χρονών, η νέα που είχε θαυμάσει ο Τόκετ, ένα αγόρι μικρότερο της και τέλος ένας άνδρας ως σαράντα χρονών.

Ο Τόκετ στεκόταν κοντά στη νέα και περίμενε με αγωνία την πρώτη σύσπαση που θα φανέρωνε το ζωντάνεμά της. Πραγματικά, αυτή πρώτη άνοιξε τα μάτια της και έριξε τη σαστισμένη ματιά της σ’ αυτό τον άγνωστο που ήταν σκυμμένος από πάνω της. Λίγα λεπτά αργότερα και οι επτά προϊστορικοί άνθρωποι είχαν ξαναγυρίσει στη ζωή.

Ποιος μπορεί να περιγράψει την ψυχική κατάσταση των αναστημένων από το ένα μέρος κι εκείνων που τους ανάστησαν από το άλλο;

Οι πρώτοι έβγαιναν από το πιο βαθύ παρελθόν, από τη λίθινη εποχή, για ν’ αντικρίσουν εμπρός τους τους αντιπροσώπους της εποχής των θαυμάτων της Επιστήμης.

Οι προϊστορικοί άνθρωποι ανακάθισαν και κοίταζαν γύρω τους σαστισμένοι. Έμοιαζαν σαν να είχαν ξυπνήσει από βαθύ ύπνο. Είχαν τα μάτια τους καρφωμένα πάνω σ’ αυτούς τους ξένους, που δίχως άλλο τους θεωρούσαν κακοποιά πνεύματα.

Σιγά και τρικλίζοντας ακόμη σηκώθηκαν όρθιοι. Κοίταζαν τις λάμπες, τα ηλεκτρικά μηχανήματα. Ανάσαιναν βαριά και γρήγορα ασθμαίνοντας από τον τρόμο. Οι γυναίκες μαζεύτηκαν η μια κοντά στην άλλη.

Ξαφνικά ο μεγαλύτερος από τους άνδρες, που έμοιαζε για αρχηγός, έβαλε μια κραυγή και τράβηξε το μαχαίρι του από τη ζώνη του. Οι άλλοι τον μιμήθηκαν, μα έβλεπε κανείς ότι είχαν εντελώς χάσει τα νερά τους.

Δεν ήταν και τόσο εύκολο πράγμα να ησυχάσουν τους τρομοκρατημένους αυτούς ανθρώπους. Όλα τους προκαλούσαν τον τρόμο και την κατάπληξη. Και όμως με άπειρη υπομονή και γλυκύτητα οι τρεις άνδρες και η Ναδία κατόρθωσαν να τους κάνουν να αφήσουν την επιθετική τους στάση και να τους οδηγήσουν σε μια από τις άδειες γιούρτες. Τους έδωσαν μερικά ψάρια και ένα κομμάτι κρέας ταράνδου. Έβαλαν δίπλα και μια αγκαλιά ξερόκλαδα και τους άφησαν να ετοιμάσουν το φαγητό τους.

Πώς να περιγράψει κανείς τη χαρά του Νταρλιέ μπροστά σ’ αυτό το θέαμα; Παρευρισκόταν στον εικοστό αιώνα σε μια σκηνή της καθημερινής ζωής των προϊστορικών ανθρώπων.

Ο αρχηγός άναψε φωτιά τρίβοντας γοργά δύο κομμάτια ξύλο το ένα πάνω στο άλλο. Στο διάστημα αυτό οι γυναίκες άνοιγαν τα ψάρια και έκοβαν το κρέας σε κομμάτια. Η επιδεξιότητά τους έκανε κατάπληξη στον Νταρλιέ και στο Μουζέν.

Ο Τόκετ, βρίσκοντας ότι ήταν μεγάλη ανοησία να παιδεύεται κανείς με πέτρινα μαχαίρια τη στιγμή που υπήρχαν ατσαλένια, έβγαλε από την τσέπη του το μεγάλο του κυνηγετικό σουγιά, τον άνοιξε και τον έδωσε στη νέα. Εκείνη έκανε πίσω τρομαγμένη. Μα ο Νταρλιέ διαμαρτυρήθηκε:

- Φίλε μου, έχε υπόψη σου ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν ξέρουν τι είναι αυτό που τους δίνεις. Αγνοούν απολύτων τα μέταλλα. Είναι άνθρωποι της λίθινης εποχής.

- Αν δεν το ξέρουν, θα τους το εξηγήσω εγώ, είπε ο Τόκετ.

Και παίρνοντας ένα κομμάτι κρέας το έκοψε στα δύο με το σουγιά του και ύστερα αφήνοντάς τον δίπλα στο κρέας έκανε νόημα στους προϊστορικούς ανθρώπους να δοκιμάσουν. Εκείνοι σ’ όλο αυτό το διάστημα τον παρακολουθούσαν με το στόμα ανοιχτό. Τέλος ένας, ο πιο ηλικιωμένος, ξεθαρρεύτηκε και παίρνοντας το σουγιά έβαλε όλη του τη δύναμη για να κόψει το κρέας, όπως ήταν μαθημένος απ’ τα πρωτόγονα δικά τους μαχαίρια. Στο πρόσωπό του καθρεφτίστηκε όλη η έκπληξη που ένιωσε όταν είδε με πόση ευκολία κοβόταν το κρέας. Ξαναδοκίμασε δύο – τρεις φορές ενώ οι σύντροφοί του είχαν μαζευτεί γύρω του. Ο Τόκετ θριάμβευε.

 Βλέπετε; έλεγε στον Νταρλιέ. Τους εκπολιτίζω.

Ξαφνικά μια φωνή πόνου τους έκανε να γυρίσουν. Ένας από τους πρωτόγονους είχε περάσει το χέρι του πάνω από την ακονισμένη κόψη του σουγιά και είχε ανοίξει βαθιά το δάχτυλό του. Ο κύκλος σκόρπισε αμέσως και ο πληγωμένος πέταξε μακριά το σουγιά λέγοντας θυμωμένος κάτι σε άγνωστη γλώσσα. 

- Χμ, μου φαίνεται ότι δεν είναι και τόσο ενθουσιασμένοι από την πρώτη επαφή τους με τον πολιτισμό, είπε ο Νταρλιέ. Κοίταξε, ξαναπήραν τα πέτρινα εργαλεία τους και μας κοιτάζουν καχύποπτα. Δίχως άλλο θα φαντάζονται πως μέσα στο μαχαίρι κατοικεί κάποιο ύπουλο και εκδικητικό πνεύμα, που δαγκώνει μόλις το πιάσεις.  

Σχόλιο
Η μαμουθοκεντρική άποψη που μας παρουσιάζεται στα πρώτα δύο κεφάλαια του βιβλίου είναι ενδιαφέρουσα και τολμηρή για την εποχή, χαρακτηρίζοντας τον άνθρωπο πονηρό και αιμοβόρο πλάσμα (σ.10) επίμονο και υπομονετικό (σ.19) που με τα φονικά του όργανα πραγματοποιεί καταστρεπτικό έργο (σ.12) και όπου πηγαίνει φέρνει μαζί του τον θάνατο (σ.35). Ο συγγραφέας, παρότι αναγνωρίζει ότι η βασιλεία του πνεύματος κατάφερε να εκθρονίσει τη βασιλεία της σωματικής δύναμης (σ.11) μάλλον διατηρεί τις επιφυλάξεις του για την πορεία που ακολούθησε το πνεύμα αυτό μόλις επικράτησε. Επιφυλάξεις που εκφράζονται τελικά με την ανταρσία του Αμερικανού Τόκετ, ο οποίος (όπως και ο Ροβινσώνας του Τουρνιέ μισό αιώνα αργότερα) απαρνιέται τον δυτικό πολιτισμό για μια ζωή κοντά στη φύση. 

Οι επιστήμονες στο κείμενο φέρονται γενικά με μεγάλη υπευθυνότητα (σ.59), και σε κάθε δίλημμα που προκύπτει, τοποθετούν την Επιστήμη στην κορυφή της αξιακής τους κλίμακας. Όταν όμως τίθεται θέμα επιβίωσης (σ.138) και εκείνοι φαίνεται να λυγίζουν: Ο Μουζέν αποφασίζει να σκοτώσει το μαμούθ που ο ίδιος ανέστησε, για να μπορέσει η ομάδα του να τραφεί. Μήπως τελικά ο άνθρωπος δεν έχει ξεφύγει όσο νομίζει από την αρχική του φύση; 

Το πραγματικό επίπεδο της τεχνολογίας την εποχή της συγγραφής του βιβλίου, αποκαλύπτεται όταν μας αναφέρεται ότι ο Αμερικάνος μόλις ενημερώθηκε για την ανακάλυψη των Γάλλων, πήρε αμέσως το πλοίο από τη χώρα του για να φτάσει στην Ευρώπη και να τους συναντήσει!

Ο κινηματογράφος έχει ασχοληθεί τόσο με τα μαμούθ, δίνοντάς μας ταινίες όπως το 10.000 BC (στο οποίο ωστόσο συναντάμε και αρκετούς ετεροχρονισμούς) όσο και με την Κρυογονική, δημιουργώντας περιπέτειες σαν το Demolition Man, στο οποίο βλέπουμε να χρησιμοποιούνται κρυο-φυλακές για τους εγκληματίες. Με λιγότερο καταστροφική και πιο χιουμοριστική διάθεση, στην ταινία Encino Man (1992) βλέπουμε τι θα μπορούσε να συμβεί σύμφωνα με το Χόλιγουντ, αν ένας προϊστορικός άνθρωπος (Brendan Fraser) ξεπάγωνε ξαφνικά στην εποχή μας...
Στιγμιότυπο από την κινηματογραφική ταινία 10.000 BC
Χρήση στην τάξη
Η λογοτεχνία πάντα υποψιάζεται ή εμπνέει το μέλλον και κάποιες φορές καταφέρνει να το συνδιαμορφώσει. Ο Ιούλιος Βερν έγραψε στα 1865 το "Από τη Γη στη Σελήνη" και το 1969, περίπου 100 χρόνια μετά, ο πρώτος άνθρωπος όντως έφτασε στο φεγγάρι! Η επιστήμη με την οποία ασχολείται ο Μουζέν στο βιβλίο λέγεται Κρυογονική. 83 χρόνια μετά το έργο του Μπεγκουέν, η κρυογονική δεν έχει καταφέρει να αναστήσει παγωμένους ανθρώπους, ενώ κάποιες επιστημονικές εκτιμήσεις λένε ότι θα χρειαστεί άλλα 200 χρόνια για να το κάνει πραγματικότητα. Διαβάζουμε ωστόσο ότι ορισμένοι μελετητές κατάφεραν να επαναφέρουν στη ζωή ένα χάμστερ για 2 ώρες αλλά και βρύα παγωμένα εδώ και 1500 χρόνια!

Μπορούμε να ζητήσουμε από τα παιδιά να γράψουν μια μικρή ιστορία για κάτι που θα ήθελαν να δουν στο μέλλον (π.χ. μετά από έναν αιώνα) να συμβαίνει. Αν πρόκειται για κάποια εφεύρεση, καλό είναι το κείμενο να συνοδεύεται από ένα σχετικό σχέδιο. Συγκεντρώνοντας τις ιστορίες των παιδιών, μπορούμε να τις ενώσουμε σε ένα μίνι - βιβλίο που θα μας δίνει μια ιδέα για το πώς θα μοιάζει η κοινωνία μας σε 100 χρόνια.
Γράφημα με εφευρέσεις που συγγραφείς είχαν πρώτοι φανταστεί!
Αν οι μαθητές δείξουν ενδιαφέρον για την ιστορία και τα μαμούθ, μπορούμε να συζητήσουμε για το μαμούθ Γιάρκοφ (θα βρείτε πληροφορίες αλλά και δραστηριότητες στο Ανακαλύπτω τον κόσμο τ.57 - εμείς το έχουμε στην τάξη) που Γάλλοι και Ρώσοι επιστήμονες άρχισαν να ξεπαγώνουν το 1999. Επιπλέον πληροφορίες και τελευταία νέα από επιστημονικές αποστολές για μαμούθ θα βρείτε στα αγγλικά εδώ !

Το κείμενο μπορεί βεβαίως να χρησιμοποιηθεί και ως αφόρμηση για το κεφάλαιο της θερμότητας στη Φυσική, όπως και για πληροφορίες σχετικά με τη Σιβηρία στην Γεωγραφία της Στ'. Με λίγη καλή θέληση θα μπορούσαμε ασχολούμενοι με την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση να μιλήσουμε για τη θέση του ανθρώπου μέσα στη φύση αλλά και στα Θρησκευτικά, να συζητήσουμε ένα από τα διλήμματα που προκύπτουν στις σελίδες: είναι άραγε σωστό να θυσιάζουμε ζώα και ανθρώπους στο βωμό της Επιστήμης;
http://www.livescience.com/27930-images-deextinction-species.html

Share/Bookmark

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Ένα μάρμαρο για την Ίμβρο

Υπόθεση
Ο μαρμαροτεχνίτης Παρασκευάς ζει μαζί με τη γυναίκα και την κόρη του στην Ίμβρο. Όταν μαθαίνει την απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης να κατασχεθούν τα κτήματα των Ελλήνων του νησιού, αποφασίζει πριν εγκαταλείψει τα χώματα των προγόνων του, να δημιουργήσει ένα μοναδικό γλυπτό, πελεκώντας το τελευταίο του μάρμαρο.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καστανιώτης
Συγγραφέας: Στρατής Μπαλάσκας
Εικονογράφηση: Κώστας Μανιατόπουλος
ISBN: 960-03-3699-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 2004
Σελίδες: 55
Τιμή: περίπου 2 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ'

Κριτική
Απλό και συγκινητικό διήγημα που μέσα σε λίγες σελίδες εξιστορεί τη μοίρα των Ελλήνων της Ίμβρου. Το μήνυμα για την αγάπη προς τον τόπο καταγωγής περνάει στον αναγνώστη αβίαστα. Προτείνεται κυρίως σε μαθητές μεσαίων και μεγαλύτερων τάξεων που θα μπορέσουν να το κατανοήσουν και να το εκτιμήσουν.

  • Μικρό μέγεθος κεφαλαίων
  • Γλωσσάρι στην τελευταία σελίδα
  • Πολύ ζωντανός ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας
  • Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα

  • Τα λαϊκά στοιχεία και η ποιητικότητα στην έκφραση ίσως δυσκολέψουν αναγνώστες χωρίς εμπειρία
  • Το όνειρο που μας μεταφέρει στην αρχαία εποχή (και χαρίζει την εικόνα στο εξώφυλλο) είναι λίγο εκτός τόπου και χρόνου, αλλά έτσι δεν είναι τα όνειρα;

Αξίες - Θέματα
Ιστορία - Αρχαιολογία, Οικογένεια, Διαφορετικότητα, Μετανάστευση

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Ο Παρασκευάς εξαφανίζεται από το σπίτι για μια ολόκληρη μέρα και επιστρέφει το βράδυ, αφού πηγαίνει να αποχαιρετίσει τα δέντρα και τα χώματα που σύντομα θα χάσει για πάντα. (βλ. απόσπασμα)

Εικονογράφηση
Απλή και ασπρόμαυρη, αλλά σίγουρα μέσα στο κλίμα της ιστορίας. Στα περισσότερα κεφάλαια αντιστοιχεί μια ολοσέλιδη εικόνα, ενώ σε κείνο με το όνειρο του Παρασκευά μετρήσαμε τρεις.
Απόσπασμα
Πάει καιρός που ο Παρασκευάς είχε τελειώσει το πελέκημα. Αλλά κανείς δεν είχε δει την πλάκα που δούλεψε ώρες, μέρες ατέλειωτες εκείνες τις δύσκολες μέρες στις αρχές της άνοιξης. Σαν την τέλειωσε, τη σταύρωσε μ ‘ένα κεραμίδι με αναμμένα καρβουνάκια, μοσχολίβανο και χιώτικη μαστίχα. Την έπλυνε ξανά με ξίδι και τη φάσκιωσε μ’ ένα σκούρο πανί να μην μπορεί να τη δει κανένας. Σε όλο το χωριό είχε μαθευτεί πως τούτη η δουλειά δεν είχε όμοιά της κι εικόνιζε, έλεγαν, τρεις γυναίκες. Οι δυο μοιάζανε πολύ, τόσο πολύ, της κόρης και της γυναίκας του! Mα η τρίτη... Ποια ήταν η τρίτη γυναίκα που ‘χε ‘στορήσει απά’ στο μάρμαρο ο Παρασκευάς;

Μα ετούτο δεν ήταν και το μοναχό μυστήριο. Τα βράδια έλεγαν πως ο Παρασκευάς έπαιρνε το κουμάρι, το γέμιζε κρασί και καθόταν δίπλα στο μάρμαρο και μιλούσε. Κι έλεγε, ώρες ολόκληρες, σιγά σιγά στο μάρμαρο άγνωστο τι ιστορίες. Και μοναχά σαν κόντευε να ξημερώσει, η Ραλλιώ έβγαινε και τον τραβούσε μέσα στην κάμαρή τους να κοιμηθεί. Η Πανώρια λίγο, πολύ λίγο, έβγαινε πια από το σπίτι και μοναχά, λένε, της Παναγιάς, ανήμερα στο πανηγύρι, είχε πάει παραόξω από τη γειτονιά της.

Σαν μπήκε ο Σεπτέμβρης κι άρχισε να παγώνει ο καιρός, ο Παρασκευάς ήρθε και μαράζωσε.

«Που ‘ναι, μωρή Ραλλιώ, τα σύκα, πού ‘ναι τα σταφύλια μας; Πάνε, χαθήκαν όλα, πάνε...» έλεγε συνέχεια.

Τότες του ‘παιρνε του Παρασκευά η Ραλλιώ το κεφάλι, του το ‘χωνε στην αγκαλιά της, έχωνε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του και τον παρηγόραγε. Μαύρη παρηγόρια.

«Δεν το σηκώνει το άδικο ο Θεός, Παρασκευά μου, να το δεις, δε θα τις ξεριζώσουν τις συκιές, μηδέ τ’ αμπέλια. κάτι θα γίνει και την τελευταία στιγμή θα γλυτώσουν και δαύτα, θα γλυτώσουμε κι εμείς.»

«Ναι, πατέρα, θα το δεις, την τελευταία στιγμή τίποτα δε θα γίνει. Θα γλυτώσουν και τα χτήματά μας κι εμείς», απόσωνε η Πανώρια, που σε μια γωνιά του καναπέ μετρούσε, τους αναστεναγμούς του πατέρα της.

Θαρρείς όμως κι ο Θεός τούς είχε ξεχάσει τους νησιώτες. Προτού μπει για τα καλά ο χειμώνας, στο λιμάνι ξεφορτώσαν υλικά και μηχανήματα. Μαζί με δαύτα ήρθαν και φαντάροι. Κατά το Νοέμβρη, στο τηλεγραφείο ήρθαν κι οι φάκελοι με τα λεφτά που το κράτος τούς έδινε για τα χτήματα που τους έπαιρνε. Ο Παρασκευάς, σαν έλαβε το δικό του φάκελο, έκατσε στον καναπέ της κουζίνας και, ώρες αμίλητος, κοιτούσε την Παναγιά στο εικονοστάσι. Κάθε λίγο σηκωνόταν και γέμιζε την τσίγκινη κούπα του με μαύρο κρασί από δαύτο που έφτιαχνε ο πεθερός του πάνω στ’ Αγρίδια. Η Ραλλιώ δίπλα του, βουβή κι αυτή, και πιο βουβή απ’ όλους η Πανώρια. Που ακόμα κι εκείνη την ώρα δεν είχε καταλάβει καλά καλά πώς έγινε και χαθήκαν οι χαρές, το βροντερό γέλιο του πατέρα της, οι μαζώξεις της μάνας της, μια στο σπίτι τους, μια στ’ άλλα σπίτια της γειτονιάς, οι μαζώξεις με τους λουκουμάδες τους βουτημένους στο μούστο, τα ψημένα κάστανα, πώς έγινε και πάνε, όλα, χαθήκαν.

Το ξημέρωμα βρήκε εκεί στον καναπέ την Πανώρια και τη μάνα της τη Ραλλιώ, σφιχταγκαλιασμένες. Σκεπασμένες με μια κουβέρτα που την είχε ρίξει ο Παρασκευάς κάποια στιγμή σαν τις πήρε ο ύπνος κι αυτός σηκώθηκε για να γεμίσει μια ακόμα φορά την κούπα τους. Πρώτη ξύπνησε η Πανώρια. Λίγες στιγμές μετά άνοιξε τα μάτια της κι η μάνα της. Ο Παρασκευάς δεν ήταν στο σπίτι.

«Θα ‘χει πάει να ‘ξαργυρώσει την επιταγή που του στείλανε απ’ τη νομαρχία, μπορεί και να’χει πάει να μοιραστεί τον καημό του με τους άλλους γειτόνους. Ποιος να ξέρει τέτοιες ώρες τι κάνει ο άνθρωπος», σκέφτηκε.

Μα οι ώρες περνούσαν κι ο Παρασκευάς δε φαινόταν. Πετάχτηκε η Πανώρια ίσαμε το τσαρσί μπας και τον βρει, ρώτησε η Ραλλιώ και τον Μπραΐμη μήπως τον είχε δει, αλλά τίποτα. Τον Παρασκευά θαρρείς και τον είχε καταπιεί η γης.

Αργά το απόγιομα άκουσαν τα συρτά του βήματα στο καλντερίμι τους. Βγήκαν όξω μα τι να δουν. Δυο κόκκινες πληγές από το κλάμα αντίς για μάτια, άσπρος σαν το μπαμπάκι κι άφωνος. Ο γελαστός Παρασκευάς άφωνος. ποιος; Ο Παρασκευάς άφωνος. Μια απ’ τη μια και μια απ’ την άλλη τον στήριξαν και τον έμπασαν στο σπίτι.

Πήρε πολύ το βράδυ για να τα καταφέρει να αρθρώσει κουβέντα ο Παρασκευάς. Είχε πάει από νωρίς στα χτήματα πέρα στον κάμπο. Αποχαιρέτησε ένα ένα τα δέντρα που ‘χαν φυτέψει ο προπάππης του ακόμα, ο πάππης του, ο μακαρίτης ο πατέρας του και δαύτος. Έφαγε όσα σταφύλια μπορούσε να φάει απ’ τα αμπέλια και κυλίστηκε στο κοκκινόχωμα. Κι ύστερα, σαν να τα νεκροφιλούσε, πέρασε βήμα βήμα από τα σύνορα της γης που πια δε θα του ανήκε. Χωρίς να κοιτάξει πίσω του, γύρισε στο σπιτικό του. Στη Ραλλιώ του και στην Πανώρια του. Έτσι αμίλητους και σφιχτά τον έναν πάνω στον άλλον τους βρήκε το μεσονύχτι. Και ζεστούς, τον έναν απ’ τα χνότα του αλλουνού, τους βρήκε το πρωί.

Σχόλιο
Γιατί άραγε οι Έλληνες της Ανατολής δεν εγκατέλειψαν τις εστίες τους για να γλιτώσουν, από τη στιγμή που οι πολιτικές εθνοκάθαρσης της Τουρκίας ήταν προφανείς ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1910; Όπως φαίνεται και στο κείμενο, η αγάπη που δένει κάθε πληθυσμό με τα πατρογονικά του εδάφη είναι μεγάλη και κανείς δεν αποφασίζει να ξεριζωθεί εύκολα, εγκαταλείποντας σπίτι, γη και ζώα. Ειδικά άνθρωποι με έντονη πίστη στο Θεό, που ελπίζουν μέχρι την τελευταία στιγμή ότι κάποιο θαύμα (σ.43) μπορεί να τους σώσει. Επιπλέον, όπως αναφέρεται στο κεφάλαιο 7, οι φυγάδες από τη Μικρασία δεν τύχαιναν ιδιαίτερα θετικής αντιμετώπισης από τους κατοίκους της Ελλάδας, που τους αποκαλούσαν υποτιμητικά "Τούρκους".

Χρήση στην τάξη
Με αφορμή το βιβλίο μπορούμε να αναφερθούμε στο πώς η συνθήκη της Λωζάννης (Ιστορία Στ'), επηρέασε τους πληθυσμούς της Μικράς Ασίας. Κάποιοι μαθητές που επιθυμούν, μπορούν να παρουσιάσουν στοιχεία για την ιστορία του νησιού, για τους διωγμούς των Ελλήνων στη δεκαετία του '70, να προβάλλουν σχετικά βίντεο, και άλλοι ίσως προετοιμάσουν έναν χάρτη στον οποίο θα συναντήσουμε τα τοπωνύμια που αναφέρονται στο κείμενο, δημιουργήσουν ζωγραφιές αλλά και παρουσιάσουν τοπικά τραγούδια και έθιμα του νησιού. Να ενημερώσουμε τέλος όσους μαθητές κατάγονται από το νησί, ότι μπορούν πλέον να εγγραφούν στο ελληνικό σχολείο που άνοιξε εκεί μετά από 60 χρόνια! Δρομολόγια πλοίων για την Ίμβρο και τελευταία νέα εδώ.



Share/Bookmark

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Ο θησαυρός της Τροίας


Υπόθεση
Καλοκαίρι στην Αθήνα της δεκαετίας του 70'. Μια παρέα μαθητών της Γερμανικής Σχολής Αθηνών, ανακαλύπτει τυχαία μια σπείρα αρχαιοκαπήλων που προσπαθεί να διακινήσει κομμάτια από τον θησαυρό του Πριάμου. Τα παιδιά αποφασίζουν αρχικά να δράσουν μόνα τους, στη συνέχεια όμως η κατάσταση περιπλέκεται και ζητούν τη βοήθεια της αστυνομίας. Θα καταφέρουν άραγε να συλλάβουν τους εγκληματίες ώστε ο θησαυρός να επιστρέψει σε ελληνικά χέρια; 

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Νίτσα Τζώρτζογλου
Εικονογράφηση: Νίνα Σταματίου
ISBN: 978-960-04-0397-8
Έτος 1ης Έκδοσης: 1979
Σελίδες: 139
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'

Κριτική
Συμπαθητική καλοκαιρινή περιπέτεια μυστηρίου εμπλουτισμένη με πληροφορίες γύρω από τις ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν. Προτείνεται κυρίως σε μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων, ενώ περισσότερο θα την απολαύσουν όσοι αγαπούν την αρχαιολογία.

  • Γλώσσα: απλή και κατανοητή
  • Πληροφορίες αρχαιολογικού ενδιαφέροντος

  • Αρκετές Συμβάσεις
  • Διάλογοι που κάποιες φορές αγγίζουν τα όρια της αφέλειας
  • Σκηνές ενδοοικογενειακής βίας (σ.78, 85, 87, 91, 92, 128)

Αξίες - Θέματα
Ιστορία - Αρχαιολογία, Φιλία, Οικογένεια, Εκφοβισμός

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Η παρακολούθηση και το κυνηγητό με τις βάρκες στο τέλος του διηγήματος είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο του, ενώ θυμίζει αντίστοιχες αστυνομικές ταινίες δράσης (σ.115-130).

Εικονογράφηση
Ασπρόμαυρη, αραιή (5 ολοσέλιδες εικόνες σε έκταση 140 σελίδων) και αρκετά σκοτεινή, δεν βοηθά ιδιαίτερα στην ανάγνωση ή την κατανόηση, ούτε και αλληλεπιδρά με το κείμενο.
Απόσπασμα
Πέρασε ως μια ώρα. Η συντροφιά κατακουράστηκε περπατώντας από την υπαίθρια έκθεση ζωγραφικής μέχρι δύο γωνίες παραπάνω, που μια φωτισμένη βιτρίνα έδειχνε έργα λαϊκής τέχνης για τους τουρίστες. Θα ήτανε πια περασμένες εννιά όταν τη στιγμή που οι τρεις φίλοι έλαχε να περνούν ακριβώς έξω από την πανσιόν, ο Έρικ με τους ξένους του φανερώθηκε στην εξώπορτα. Του πέταξαν μια βιαστική καληνύχτα και κατηφόρισαν ενώ εκείνος πέρασε φουριόζος το δρόμο, έφτασε με δυο πήδους την καθισμένη Μαρίχεν και της άστραψε ένα χαστούκι.

- Πού πήγες και δεν καθόσουν εκεί που σου είπα; Ακούστηκε η αγριοφωνάρα του.

Τα παιδιά καρφώθηκαν στη θέση τους χωρίς να σκεφτούν πόσο ανόητα φερνόντουσαν. Πριν προφτάσει η τρομοκρατημένη Μαρίχεν ν’ ανοίξει το στόμα, ο Έρικ τους είχε δει. Να κατάλαβε την παρακολούθηση; Να θύμωσε που τον είδαν να χτυπά το κορίτσι; Ποιος να το ξέρει; Ξαφνικά όρμησε καταπάνω τους.

Για ένα δευτερόλεπτο τα τρία παιδιά στάθηκαν αναποφάσιστα κι ύστερα ο Γιάννης έκανε το μόνο πράμα που δεν έπρεπε. Αρπάζοντας την αδελφή του από το χέρι βάλθηκε να τρέχει, ενώ ξεφώνιζε:

- Φύγε, Πέτρο, φύγε!

Ο Πέτρος το ‘βαλε στα πόδια από την αντίθετη μεριά.

Ο Έρικ κοντοστάθηκε δισταχτικός κι ύστερα ρίχτηκε ξοπίσω του. Μια και το παιδί ήτανε μόνο θα ήταν πιο εύκολο να το τσακώσει.

Ο Πέτρος άκουσε το τρομαγμένο ξεφωνητό της Μαρίχεν, άκουσε και τα τρεχάτα βήματα του άλλου και διπλασίασε τη γρηγοράδα του. Ο Γερμανός ήταν ψηλός, μ’ ατέλειωτες ποδάρες, ο Πέτρος όμως είχε κερδίσει αρκετά δευτερόλεπτα. Το μυαλό του δούλευε τόσο γρήγορα όσο και τα πόδια του.

«Αν με στριμώξει στην ερημιά θα με σπάσει στο ξύλο. Άσε πια που μπορεί να κρατά και μαχαίρι. Αν κατηφορίσω το στενό θα βγω στη Μητροπόλεως…»

Και δώστου έτρεχε με τη γλώσσα έξω. Τα βήματα του Έρικ όμως όλο και πλησίαζαν. Δυο τρεις διαβάτες κοντοστάθηκαν να παρακολουθήσουν τη σκηνή, μα κανένας δεν έδωσε σημασία, κανένας δε θέλησε ν’ ανακατευτεί.

«Τι θα μου κάνει αν με τσακώσει;» αναλογιζότανε τρομαγμένος ο Πέτρος κι έβαζε φτερά στα πόδια. Ξαφνικά αναπάντεχος σαματάς γέμισε με το βουητό του τα στενά κι έκανε τα τζάμια να τρίξουν. Δυο μηχανάκια ξεπρόβαλαν από την κάτω γωνία κι όρμησαν στην ανηφόρα το ένα δίπλα στο άλλο, λες κι οι οδηγοί τους παραβγαίνανε. Ο Πέτρος άρπαξε την ευκαιρία και περνώντας ξυστά ανάμεσά τους, βρέθηκε στο άλλο πεζοδρόμιο. Τα παλικάρια ξαφνιασμένα φρενάρισαν απότομα και βλέποντας το μουσάτο να κυνηγά έναν μικρό, αγρίεψαν.

- Ε! τι γίνεται δω χάμω; Τι σου φταίει το παιδί, κύριος;

Και του φράξανε το δρόμο. Ο Γερμανός σταμάτησε, λογάριασε πως δεν του σύμφερνε να γίνει επεισόδιο και γύρισε μπρος πίσω πετώντας μια θυμωμένη βρισιά. Τα παλικάρια ξέσπασαν σε κοροϊδευτικά γέλια. Ο Πέτρος έριξε μια ματιά πάν απ’ τον ώμο του, τους έγνεψε «ευχαριστώ» και συνέχισε το τρέξιμο. Αν δεν έβγαινε απ’ τα στενά δε θα ‘νιωθε σίγουρος.

Συνάντησε την παρέα του στο περίπτερο της οδού Μητροπόλεως, εκεί που είχαν συμφωνήσει να βρεθούν αν χώριζαν.

- Τώρα την πάθαμε! Έκανε λαχανιασμένος. Άσε που παραλίγο να με τσακώσει! Και σένα πάλι, τι σ’ έπιασε να το βάλεις στα πόδια;

- Φοβήθηκα για την Εύα… ερχότανε καταπάνω μας να τη χτυπήσει, όπως την αδελφή του…

- Δε θα τολμούσε. Δεν είχε δικαιολογία. Με το φευγιό μας τα θαλασσώσαμε.

- Θες να πεις δηλαδή πως εγώ φταίω; Έκανε ο Γιάννης μπουρινιασμένος.

- Όλοι μας. Έπρεπε να είχαμε φύγει την ώρα που όρμησε στη Μαρίχεν. Τώρα μας είδε, μας ξέρει και δε θα μπορούμε πια να τον παρακολουθήσουμε, ούτε και να πλησιάσουμε την πανσιόν.

- Τι να κάνουμε, βρε παιδιά! Ό,τι έγινε, έγινε. Χάσαμε την ψυχραιμία μας, αυτό είν’ όλο. Λέγε όμως Πέτρο, πώς του ξέφυγες; Ρώτησε ανήσυχη η Εύα.

- Στάσου να πάρω την ανάσα μου ένα λεπτό…, της απάντησε το αγόρι που ένιωθε τα ποδάρια του κομμένα και τον ιδρώτα να κατρακυλά στη ράχη του.
Σχόλιο
Η νεαρή Γερμανίδα του διηγήματος, θύμα αδελφικής βίας και βασικός παράγοντας στην εξιχνίαση του μυστηρίου, μας παρουσιάζεται ως ανόητη και απλοϊκή (σ.86), αφελής, αμόρφωτη, χαζή και ευκολόπιστη (σ. 93) κάτι που κάνει το έργο όσων προσπαθούν να της αποσπάσουν πληροφορίες ιδιαίτερα εύκολο και τους επιτρέπει να την κοροϊδεύουν (σ.56) ακόμα και μπροστά στη μύτη της. Ο ξανθός γερμαναράς αδελφός της, επίσης δεν πρέπει να διαθέτει κοφτερό μυαλό, καθώς για να πουλήσει αρχαία ελληνικά κειμήλια έρχεται στην Ελλάδα, στη μόνη χώρα του κόσμου που αυτό διώκεται ποινικά. Η χαζομάρα ωστόσο του διδύμου των Γερμανών, κατεβάζει τον πήχη του ενδιαφέροντος, αφού η ιστορία περνάει από τον ρεαλισμό στην απιθανότητα και την απλούστευση.

Οι πρωταγωνιστές της ιστορίας βασανίζονται καθ' όλη τη διάρκεια του έργου από το δίλημμα αν θα πρέπει να καλέσουν εξωτερική βοήθεια για τη σύλληψη των δραστών ή όχι. Αρχικά σκέφτονται να μιλήσουν στους γονείς του Πέτρου, ένα πρόβλημα υγείας (σ.40) όμως τους αποθαρρύνει. Αργότερα πάλι δεν τους μιλάνε, γιατί φοβούνται την αντίδρασή τους (σ.70). Στη συνέχεια αποφασίζουν να μιλήσουν στην αστυνομία, δύο τυχαία όμως γεγονότα (σ.43 - 44) τους αποτρέπουν. Τελικά, το πρόβλημα λύνεται κάπως "ελληνικά", καθώς η καταγγελία των παιδιών φτάνει στις αρχές μέσω ενός γνωστού του ξαδέλφου τους Θέμη (σ.90). Μήπως το δίδαγμα είναι ότι δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε τις δημόσιες υπηρεσίες αν σε αυτές δεν έχουμε κάποιον γνωστό;

Ολοκληρώνοντας, να αποκαταστήσουμε την ιστορική αλήθεια που στη σ. 12 παραποιείται λιγουλάκι. Ο Πέτρος άδικα τσαντίζεται με το ντοκιμαντέρ που παρακολουθεί, αφού ο Γερμανός αρχαιολόγος πριν χαρίσει τον θησαυρό στη χώρα του (1879), τον είχε όντως προσφέρει στην Ελλάδα (1873), η οποία όμως μέσω των βουλευτών μας τον αρνήθηκε, φοβούμενη αντίδραση των Τούρκων. Ο τότε υπουργός Θρησκευμάτων Βαλασόπουλος έκανε συγκεκριμένα τη δήλωση: "Ας πάρει τα τσουκαλάκια του ο Σλήμαν και ας μας αφήσει ήσυχους..."
Χρήση στην τάξη
Με αφορμή το βιβλίο, μπορούμε να συζητήσουμε στην τάξη για το ζήτημα της αρχαιοκαπηλείας. Πόσο μπορεί να βλάψει τον πολιτισμό η δίψα κάποιων ασυνείδητων για γρήγορο πλουτισμό; Τα πρότυπα που προβάλλει το Hollywood μέσα από ήρωες όπως ο Indiana Jones και η Lara Croft είναι άραγε θετικά ή αρνητικά; Άρθρο του BBC αναφέρει ότι λόγω της οικονομικής κρίσης, το φαινόμενο της αρχαιοκαπηλείας στην Ελλάδα παρουσιάζει στις μέρες μας αύξηση κατά 30%. Τι είναι σωστό να κάνουμε όταν συναντήσουμε κάποιο αρχαίο αντικείμενο μπροστά μας; Και τι θα έκαναν οι μαθητές μας σε περίπτωση που ανακάλυπταν τυχαία έναν αρχαίο θησαυρό;

Στα πλαίσια του μαθήματος της Ιστορίας της Στ', μπορούμε να συζητήσουμε για το πώς ο αρχαιολογικός "πυρετός" των αρχών του 19ου αιώνα, παρότι απομάκρυνε πλήθος αρχαιοτήτων από την Ελλάδα, βοήθησε το φιλελληνικό κίνημα. Θα είχε άραγε η επανάσταση του '21 την ίδια έκβαση αν η νέα Ελλάδα δεν είχε τόσο άρρηκτα συνδεθεί με το αρχαίο της παρελθόν μέσω των ευρωπαίων μελετητών; Εξετάζουμε πιθανά ιστορικά σενάρια.

Σε συναισθηματικό επίπεδο, πώς μπορεί να αισθάνεται ο αρχαιολόγος που καταφέρνει να φέρει στο φως ένα άγαλμα; Διαβάζουμε μια περιγραφή του φιλέλληνα, στρατιωτικού και συγγραφέα Ολιβιέ Βουτιέ (ανακάλυψε και "απέσπασε" την Αφροδίτη της Μήλου), από το Ο πυρετός των Μαρμάρων 1800-1820, Ολκός 1996. Το αρχικό κείμενο προέρχεται από το Olivier Voutier, Découverte et acquisition de la Vénus de Milo, Hyères, 1874. (μτφ. Γιώργος Δεπάστας, Βούλα Λούβρου). Μπορούν άραγε οι μαθητές βασιζόμενοι στο κείμενο να φανταστούν μια δική τους ιστορία ανακάλυψης ενός γνωστού αρχαίου θησαυρού;

"Ενώ επέβλεπα τους εργάτες μου, δύο ρωμαλέους ναυτικούς από το Εσταφέτ, είκοσι βήματα από μας, ένας χωρικός έβγαζε πέτρες από τα ερείπια μιας μικρής εκκλησούλας χωμένης από την ανύψωση του εδάφους και στην οποία υπήρχαν ακόμα ίχνη από αγιογραφίες στο εσωτερικό της. Όταν είδα το χωρικό να σταματά και να κοιτάζει με προσοχή στο βάθος της τρύπας που είχε ανοίξει, πλησίασα: είχε μόλις ανακαλύψει το πάνω μέρος ενός αγάλματος σε πολύ κακή κατάσταση, και καθώς αυτό δεν μπορούσε να του χρησιμεύσει για την κατασκευή του, θα το κάλυπτε με χώματα από τα ερείπια. Με μερικά πιάστρα κατάφερα αντιθέτως να τον κάνω να βγάλει το άγαλμα. Δεν είχε χέρια και μύτη και το δέσιμο της κόμης ήταν σπασμένο, μια οπή με χονδροειδή τρόπο ανοιγμένη στη δεξιά πλευρά έδειχνε μια παλιά και βάρβαρη αποκατάσταση και ήταν φοβερά σπιλωμένο από τις πέτρες∙ ωστόσο, με την πρώτη ματιά αναγνώριζε κανείς ένα σπουδαίο κομμάτι. Πίεσα τον άνθρωπό μου να ψάξει για το άλλο τμήμα. Δεν άργησε να το βρει, αλλά τα δύο μέρη δεν μπορούσαν να ταιριάξουν∙ έλειπε ένα ενδιάμεσο κομμάτι, γεγονός ίσως μοναδικό σε ένα έργο ελληνικό και που είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό τόσο κοντά στην Πάρο.

Με πολλή υπομονή και νέες ενθαρρύνσεις καταφέραμε να ανακαλύψουμε κι αυτό το απαραίτητο κομμάτι. Τότε μπόρεσα να στήσω το άγαλμα.

Όποιος έχει δει την Αφροδίτη της Μήλου μπορεί να κρίνει το σάστισμά μου!

Έτρεξα να ειδοποιήσω τον προξενικό μας πράκτορα για τη σημασία της ανακάλυψης - στο πλοίο να πάρω μολύβι και χαρτί.

(…) Ενώ σχεδίαζα, προσπαθούσα να πείσω τον προξενικό πράκτορα να κανονίσει γρήγορα την αγορά, αφού δεν ζητούσαν ακόμα παρά τετρακόσια πιάστρα και ο καημένος ο Μπρεστ μου έλεγε αναστενάζοντας: Είσαστε απολύτως σίγουρος ότι τα αξίζει; Σας παρακαλώ, μη διακινδυνεύετε τα χρήματά μου!

(...) Εν ολίγοις, η θεά πέρασε θριαμβευτικά στο πλοίο μας, και είχα τη χαρά να την αναλάβω προσωπικά. Την τύλιξα προσεχτικά με ό,τι οι ναυτικοί αποκαλούν μπαλιέτο, και την εναπέθεσα σε μια γωνιά που είχα διαλέξει στο αμπάρι, προστατευμένη από κάθε ατύχημα. 

Βεβαιώνω ότι από εκείνη τη στιγμή το άγαλμα δεν υπέστη την παραμικρή αμυχή, αν και μερικές φορές το ανεβάσαμε στο κατάστρωμα, προς μεγάλη ικανοποίηση των επισκεπτών μας. Κάτω από τον ουρανό της Ανατολής, στο ασύγκριτο φως των φεγγαριών της Ιωνίας, ή των βεγγαλικών που έδιναν στο μάρμαρο την όψη ζωής, ή των ταπεινών κεριών που ήταν στολισμένα με ύφασμα - ήταν μια σύντροφος στο ταξίδι με όλη τη λατρεία που της έπρεπε! Η εύνοια ήταν σίγουρα μεγάλη. Ποιος θα μπορούσε να πει ότι δεν την αξίζαμε; 

Αν ο ένας από μας δεν είχε βρεθεί τυχαία τη στιγμή της ανακάλυψης, το άγαλμα θα έμενε στο σωρό από πέτρες όπου ήταν χωμένο εδώ και αιώνες."

η στιγμή της ανακάλυψης του αγάλματος του Αντίνοου στους Δελφούς (Πηγή)
Αν κάποιοι μαθητές δείχνουν σχετικό ενδιαφέρον, μπορούμε να τους αναθέσουμε να παρουσιάσουν στην τάξη πληροφορίες για τον Ερρίκο Σλήμαν, το έργο του αλλά και πιο συγκεκριμένα τον θησαυρό του Πριάμου. Σε περίπτωση ομαδικού ενθουσιασμού-παραληρήματος μπορούμε να οργανώσουμε μια επίσκεψη στο Ιλίου Μέλαθρον (Νομισματικό Μουσείο - γίνεται αναφορά και στο βιβλίο, στη σελ.10) συνδυάζοντας ένα πέρασμα και από το Α' Νεκροταφείο Αθηνών, όπου θα συναντήσουμε ανάμεσα σε άλλα το ταφικό μνημείο του μεγάλου αρχαιολόγου. Η επιγραφή πάνω από την είσοδο "Εϊνρίχον κεύθω Σχλιεμάννον τού μέγα κλέος. Τον σε μιμείσθαι χρή πολλά πονεύντα βροτοίς" μεταφράζεται κάπως έτσι: "Κρύβω τον Ερρίκο Σλήμαν που η δόξα του ήταν μεγάλη. Πρέπει να μιμείσαι εκείνον, που κατόρθωνε πολλά ανάμεσα στους θνητούς."
Από τη μίνι-σειρά Der geheimnisvolle Schatz von Troja που γυρίστηκε στη Ρόδο

Share/Bookmark