Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Ένα αστέρι για μένα

Υπόθεση
Η μικρή Νεφέλη ξέρει ότι η γιαγιά της είναι άρρωστη, αλλά κανένας -ούτε η μαμά που κλαίει- δεν της λέει περισσότερα. Όταν δυσκολεύεται να κοιμηθεί, πηγαίνει στο δωμάτιο της γιαγιάς, κάθονται μαζί στην πολυθρόνα μπροστά στο παράθυρο και διαβάζουν το αγαπημένο της βιβλίο. Ένα βράδυ, καθώς χαζεύουν το νυχτερινό ουρανό, ένα αστέρι πέφτει και η μικρή εγγονούλα ανησυχεί. «Tα αστέρια δεν πεθαίνουν», την καθησυχάζει η γιαγιά, «αλλά όταν τα βλέπουμε να κατεβαίνουν στη γη, το κάνουν για να πάρουν στην αγκαλιά τους τους καλούς ανθρώπους και να τους οδηγήσουν στον ουρανό». Τι θα συμβεί όμως άραγε όταν οι μέρες κυλήσουν και η πολυθρόνα στο παράθυρο μείνει κενή; Πώς θα μπορέσει η μικρή Νεφέλη να διαχειριστεί την απώλεια της αγαπημένης της γιαγιάς;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Παρρησία
Συγγραφείς: Βασίλης Κουτσιαρής - Γιάννης Διακομανώλης
Εικονογράφηση: Ελίζα Βαβούρη
ISBN: 978-960-696-096-3
Έτος 1ης Έκδοσης: Μάιος 2012
Σελίδες: 24
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Άλλες κριτικές εδώ κι εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ', Δ', Ε', Στ'

Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Κουτσιαρή για τη δωρεά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη της τάξης μας!

Κριτική
Μια μικρή ιστορία, που πραγματεύεται το δύσκολο θέμα της ανθρώπινης απώλειας. Γραμμένο με αγάπη και ευαισθησία, σε γλώσσα απλή και με έκταση γύρω στις 800 λέξεις, το διήγημα απευθύνεται σε παιδιά κάθε ηλικίας. Η επιμέλεια είναι ιδιαίτερα προσεγμένη: σκληρό εξώφυλλο, οι αριστερές σελίδες με ολοσέλιδες πολύχρωμες εικόνες και οι δεξιές με μοβ κείμενο και ένθετες εικονίτσες. Η αραιή στοίχιση (μεγάλο διάστιχο και τυπογραφικά) από τη μία επιτρέπει στο κείμενο να αναπνέει, κάνοντας το διάβασμα ξεκούραστο, και από την άλλη δίνει χώρο στην εικονογράφηση, η οποία συμπληρώνει το έργο με τον καλύτερο τρόπο. Τα όμορφα, καλοδουλεμένα σχέδια με τα υπέροχα χρώματα, μεταφέρουν τα δικά τους μηνύματα και μας παρασύρουν βαθιά μέσα στον χώρο και τον χρόνο της Νεφέλης, σ' έναν κόσμο ονειρικό. Η εικονογράφος συνδιαμορφώνει έτσι την ιστορία και ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για το άρτιο -αισθητικά- τελικό αποτέλεσμα.

Προτείνεται ανεπιφύλακτα σε παιδιά Α' έως και Στ' τάξης, ενώ μπορεί να αποτελέσει χρήσιμη αφόρμηση για να ξεκινήσει μια συζήτηση για την απώλεια. 
Εκτός από την αναμφίβολη αισθητική του αξία, το έργο μας μεταφέρει και χρήσιμα μηνύματα. Ανάμεσα σε αυτά, το ότι ο θάνατος είναι μέρος της φύσης, όπως τα "αστέρια" που βλέπουμε να πέφτουν στον νυχτερινό ουρανό. Κάθε τι ζωντανό ολοκληρώνει τον κύκλο του και χάνεται, με όσους μένουν πίσω να το θυμούνται για πολύ ή λιγότερο καιρό. Το πένθος ωστόσο κάποια στιγμή τελειώνει και τότε η ζωή συνεχίζεται, όπως ακριβώς συμβαίνει στη φύση: Μετά τον μαύρο χειμώνα έρχεται πάντα μυρωδάτη, χρωματιστή η άνοιξη, όπως καταλαβαίνουμε κι από το ανθισμένο κλαδί αμυγδαλιάς λίγο πριν το τέλος της ιστορίας. Η σκυτάλη περνάει στην επόμενη κάθε φορά γενιά, όπως συμβολικά παρακολουθούμε να συμβαίνει με το διάβασμα του παραμυθιού, που καθώς η γιαγιά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, συνεχίζεται από τη μαμά. Με τα λόγια του ποιητή:
Μια στιγμή κάτω από τον ήλιο φωτίζεται ένα από τα πρόσωπά σου. 
Κι ευτύς σβήνει κι ανάβει άλλο.

Ένα ακόμα μήνυμα που μπορούμε να αντλήσουμε από το κείμενο, είναι πως όσοι έχουν φύγει για τον άλλο κόσμο, μπορούν να συνεχίσουν να ζουν στη μνήμη μας, χωρίς όμως και να τους επιτρέπουμε να στοιχειώνουν τις ζωές μας. Όταν ο αέρας παίρνει το μαντίλι της γιαγιάς από το παράθυρο, η μητέρα συγκρατεί και καθησυχάζει τη μικρή Νεφέλη: "Δεν το χρειαζόμαστε για να τη θυμόμαστε". Όντως, το να δένεται κανείς με αντικείμενα εκλιπόντων συγγενών ή να συχνάζει σε χώρους που ζούσαν, προσπαθώντας να μην τους ξεχάσει, δεν συμβάλλει στην ψυχική του υγεία. Αντίθετα μάλιστα, όταν ένας άνθρωπος μένει "κολλημένος" στα περασμένα, συχνά αντιμετωπίζει προβλήματα, καθώς οι σκιές του παρελθόντος δεν του επιτρέπουν να βρει νέες συναισθηματικές ισορροπίες και να συνεχίσει τη ζωή του με τον σωστό προσανατολισμό. 

Κλείνοντας, να θυμίσουμε ότι το ίδιο θέμα πραγματεύεται και το έργο του Πιουμίνι ο Ματθαίος κι ο Παππούς, το Ο παππούς πετάει (που παρουσιάστηκε από φιλικό blog) αλλά και το Ο παππούς μας άφησε που θα αναρτήσουμε σύντομα. Καθένα προσεγγίζει την απώλεια του ηλικιωμένου συγγενή διαφορετικά, όλα όμως έχουν κάτι να μας προσφέρουν με τις οπτικές τους και τις τεχνικές που προτείνουν. 

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Απώλεια, Φαντασία, Φιλαναγνωσία

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
Το παλιό ρολόι του τοίχου χτύπησε πάλι.
Ήταν 11 η ώρα.
Βρισκόμουν κάτω από τις κουβέρτες
αλλά δεν είχα ύπνο.
«Η γιαγιά δε θα έχει κοιμηθεί», σκέφτηκα.
Πέταξα τις κουβέρτες από πάνω μου
και κατέβηκα σιγά σιγά τις σκάλες.

Μόλις πέρασα από το δωμάτιο της μαμάς, σταμάτησα.
Η μαμά έκλαιγε πάλι!
Κάτι είχε η γιαγιά αλλά κανένας δε μου ‘λεγε.

Προχώρησα σιγά σιγά και άνοιξα
την πόρτα του δωματίου της γιαγιάς.
Τη βρήκα να κάθεται δίπλα στο παράθυρο
σε μια πολυθρόνα με μια κουβέρτα ριγμένη στα πόδια της.
Μου έγνεψε κι εγώ πλησίασα κοντά της.

Κάθισα στα γόνατά της και εκείνη άρχισε να μου διαβάζει
το βιβλίο που συνηθίζαμε να διαβάζουμε μαζί τα βράδια.
Μετά από λίγο κουράστηκε και μου είπε:
- Η συνέχεια την επόμενη φορά.

Έκλεισε το βιβλίο, ξάπλωσα στην αγκαλιά της
και κοιτάζαμε κι οι δυο τον έναστρο ουρανό.

Ξάφνου ένα αστέρι έπεσε…

- Γιαγιά, γιαγιά το είδες; φώναξα ενθουσιασμένη.
Εκείνη με κοίταξε γλυκά και μου χαμογέλασε.

- Το αστέρι, όταν πέφτει, πεθαίνει, γιαγιά; Τη ρώτησα με απορία.

- Όχι, Νεφέλη μου, δεν πεθαίνει.

Απλά κατεβαίνει στη γη για να πάρει
στην αγκαλιά του έναν ακόμα καλό άνθρωπο
και να τον οδηγήσει στον ουρανό,
μου απάντησε εκείνη και μου χάιδεψε τα μαλλιά.

- Και μετά εμείς αυτόν τον άνθρωπο δεν τον ξαναβλέπουμε;
την ξαναρώτησα.

- Στην αρχή τον βλέπουμε στα όνειρα,
γιατί δε βρίσκεται κοντά μας και μας λείπει πολύ.
Όταν όμως νιώσουμε ότι θα ζει για πάντα μέσα στην καρδιά μας,
δεν τον βλέπουμε πια, μου είπε η γιαγιά και το βλέμμα της
χάθηκε στο σκοτάδι έξω από το παράθυρο.

Προβληματισμοί για συζήτηση
Πεφταστέρια με άρωμα Θάτσερ
Σύμφωνα με τη γιαγιά στο βιβλίο, τα πεφταστέρια είναι ψυχοπομποί, οδηγούν δηλαδή τις ψυχές στον άλλο κόσμο. Η λαϊκή κουλτούρα από την άλλη, όποτε βλέπουμε ένα αστέρι να πέφτει, μας επιτρέπει-προτρέπει να κάνουμε μια ευχή, ίσως γιατί το θεωρεί φαινόμενο σπάνιο.

Τι ξέρουμε όμως για τα πεφταστέρια ως επιστημονικό φαινόμενο; Η wikipedia αναφέρει ότι διάττοντας αστέρας είναι ένα φωτεινό σημείο σαν αστέρας που εμφανίζεται ξαφνικά από το πουθενά στο νυχτερινό ουρανό επί 1 ή 2 δευτερόλεπτα και μετά εξαφανίζεται. Στην πραγματικότητα, οι διάττοντες δεν έχουν καμιά συγγένεια με τους «μόνιμους» αστέρες του νυχτερινού ουρανού. Είναι μετεωροειδείς, δηλαδή μικροί ή μεγαλύτεροι κόκκοι διαστημικής σκόνης, που προέρχονται συνήθως από κομήτες και δεν ξεπερνούν σε διαστάσεις ένα σπυρί ρυζιού! Όταν οι κόκκοι αυτοί εισέρχονται στην ατμόσφαιρα της Γης, ακτινοβολούν φως ως πυρακτωμένα σώματα, ή ιονίζουν τα άτομα του αέρα κατά μήκος της τροχιάς τους (και τα ηλεκτρόνια επανασυνδεόμενα στη συνέχεια με τα άτομά τους εκπέμπουν φως). Με τον δεύτερο κυρίως τρόπο αυτά τα «σπυριά ρυζιού» κατορθώνουν να γίνονται ορατά με γυμνό μάτι.

Μια λιγότερο ρομαντική (αλλά εξίσου επιστημονική) άποψη, θέλει πολλά από τα πεφταστέρια να είναι απλώς διαστημικά σκουπίδια, που καίγονται μόλις μπαίνουν στη γήινη ατμόσφαιρα.

Η "βροχή αστεριών" ωστόσο, είναι σίγουρα φαινόμενο που οφείλεται στους κόκκους που αφήνουν πίσω τους κομήτες (όπως ο Swift-Tuttle που προκαλεί τις αυγουστιάτικες Περσείδες). Τις ημέρες αυτές, μπορούμε μάλιστα να παρατηρήσουμε τις Λυρίδες (φέτος από 17 έως 22 Απριλίου) που προκαλούνται από τη σκόνη του κομήτη Θάτσερ (C/1861 G1). Η ονομασία του δεν αποτελεί όπως ίσως υποθέσατε φόρο τιμής στην προσφάτως εκλιπούσα πρώην πρωθυπουργό, αλλά έχει για νονό τον A.E. Thatcher, ερασιτέχνη αστρονόμο που τον παρατήρησε στον νυχτερινό ουρανό της Αμερικής του εμφυλίου.
https://www.youtube.com/watch?v=7YiigSm3-qk
Who wants to live forever? 
Πολλοί σοφοί έχουν κατά καιρούς αναρωτηθεί γιατί κάτι τόσο βέβαιο όπως ο θάνατος, αντιμετωπίζεται από τους καθημερινούς ανθρώπους με τόσο φόβο και λύπη. Πολλοί κατηγορούν τη σύγχρονη δυτική νοοτροπία, που δημιουργεί προσδοκίες ακόμα και για το απροσδόκητο. Έτσι, ενώ η μόνη "αθανασία" που η φύση έχει προβλέψει για το είδος μας, είναι μέσα από την αναπαραγωγή, η τεχνολογία προκαλεί συχνά την ψευδαίσθηση πως είμαστε ικανοί για κάθε υπέρβαση.

Τι θα γινόταν άραγε αν η επιστήμη κατάφερνε να μας χαρίσει την αθανασία; Πώς θα έπρεπε να προσαρμοστεί ο πολιτισμός μας; Θα μας άρεσε σίγουρα μια τέτοια κατάσταση; Αν το φιλοσοφήσουμε λιγάκι, πέρα από το αφύσικο του πράγματος (βλ. Φράνκενσταιν), και τα οικονομικής φύσης προβλήματα που ίσως προέκυπταν σε μια τέτοια περίπτωση, η ζωή χωρίς τέλος ίσως τελικά να θυμίζει περισσότερο μαρτύριο παρά δώρο. Θυμίζουμε και την "κατάρα" της αθανασίας πάνω στο Φάντασμα των Κάντερβιλ, που κουρασμένο παρακαλάει τη μικρή Βιργινία να το λυτρώσει (εκδόσεις γράμματα σ.75): Πρέπει να' ναι ωραίος ο Θάνατος... Να κείτεσαι μέσα στο αφράτο χώμα, να κυματίζει η χλόη πάνω απ' το κεφάλι σου, και ν' αφουγκράζεσαι τη σιωπή. Να μην έχεις ούτε χτες ούτε αύριο. να ξεχνάς το χρόνο, να ξεχνάς τη ζωή, να γαληνεύεις."

Εσείς αλήθεια, τι θα κάνατε αν είχατε την ευκαιρία να ζήσετε για μερικές χιλιάδες χρόνια;
https://www.youtube.com/watch?v=Ytxj3JFcQZE


Χρήση στην τάξη
Κάποιοι μαθητές στην τάξη κοίταξαν το νέο βιβλίο με καχυποψία, θεωρώντας ότι μάλλον απευθύνεται σε μικρότερες ηλικίες και όχι σε κοτζάμ τελειόφοιτους Δημοτικού. Στο τέλος της παρουσίασης ωστόσο, αρκετοί από αυτούς είχαν συγκινηθεί... Από τη μία το θέμα και από την άλλη η επιλογή των λέξεων από τους συγγραφείς, κατάφεραν να βάλουν στο κατάλληλο κλίμα όλο το τμήμα. Ξεκινήσαμε έπειτα μια μικρή συζήτηση για την απώλεια, αποκαλύπτοντας μικρές προσωπικές ιστορίες γα παππούδες και γιαγιάδες που γνωρίσαμε αλλά δε ζουν πιά, ενώ κάποιοι μίλησαν ακόμα και για προ-παππούδες τους, που φεύγοντας από τη ζωή τούς άφησαν ένα κενό. Ενδιαφέρον είχε και το πώς το κάθε οικογένεια αντιμετώπισε αυτή την απώλεια, αφού σε κάποιες περιπτώσεις οι αληθινές ιστορίες πλησίαζαν πολύ το κείμενο του βιβλίου.

Share/Bookmark

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Επανάσταση Ονείρων


Υπόθεση
Οι ήρωες των παραμυθιών, νιώθωντας παραμελημένοι από τους σύγχρονους ανθρώπους, αποφασίζουν να μεταναστεύσουν από την Παραμυθοχώρα στον πραγματικό κόσμο, και να αναζητήσουν την τύχη τους στις μπίζνες. Θα καταφέρουν άραγε να επιβιώσουν στην κοινωνία μας; Τι έχει να προσφέρει η μαγική τους γειτονιά στο αδιάφορο, τσιμεντένιο σήμερα;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης 
Συγγραφέας: Ζωή Βαλάση
Εικονογράφηση: Βάσω Ψαράκη
ISBN: 978-960-16-1109-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 1982 (με τίτλο "Η επανάσταση των παραμυθιών")
Σελίδες: 121
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Η πολυβραβευμένη Ζωή Βαλάση μας δίνει ένα καλογραμμένο, δεικτικό, κι εντελώς ανατρεπτικό κείμενο, καυτηριάζοντας αδυσώπητα τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Η γλώσσα γραφής είναι αρκετά απλή και σαφής, αν και οι νεαροί αναγνώστες μάλλον θα δυσκολευτούν να αποκρυπτογραφήσουν πλήρως τα μηνύματα που κρύβονται πίσω από την πρώτη ανάγνωση. Το βιβλίο απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους, ενώ η έκδοση προσανατολίζεται προς μαθητές των τελευταίων τάξεων, με κανονικά τυπογραφικά, σελίδες γεμάτες κείμενο και (ασπρόμαυρη) εικονογράφηση να στολίζει διακριτικά (και κάπως παραδοσιακά) μόλις την πρώτη και την τελευταία σελίδα κάθε κεφαλαίου, όπως και τα χαριτωμένα πρωτογράμματα. Το μέγεθος των κεφαλαίων είναι περιορισμένο (8-10 σελίδες) κι έτσι δεν κουράζει, ενώ η πλοκή κρατάει το ενδιαφέρον σχεδόν αμείωτο. Χρησιμοποιούμε το "σχεδόν", γιατί μετά το πολύ δυναμικό ξεκίνημα (όπου γίνεται της μουρλής) ίσως κάποιοι εντοπίσουν μια "κοιλιά" μεταξύ των κεφαλαίων 4-8. Μην ανησυχείτε όμως, είναι προσωρινή.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Στ' τάξης και Γυμνασίου, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και λίγο μικρότερα παιδιά ή ενήλικοι που δεν φοβούνται να προβληματιστούν. Η αλήθεια είναι πως πρόκειται για ένα από τα αγαπημένα κείμενα των θεωρητικών της Παιδικής Λογοτεχνίας (ειδικά για τους οπαδούς της παραμυθοσαλάτας), οπότε ακόμα και αν τα παιδιά δεν το λατρέψουν, οι μεγαλύτεροι θα το εκτιμήσουν δεόντως.


Στην ιστορία, η κοινωνική σάτιρα μοιάζει να καταλαμβάνει θέση εξίσου σημαντική με την πλοκή. Έτσι, μέσα από μια φαινομενικά αθώα ιστορία, ασκείται αυστηρή κριτική σε πάρα πολλά κακώς κείμενα της σύγχρονης ανθρώπινης δραστηριότητας... Γίνεται αναφορά στην ασχήμια του αστικού τοπίου και την αισθητική της πόλης (σελ. 20 και 107) στη μόδα και τον καταναλωτισμό (σ. 22 και 65) στην τηλεόραση, τη διαφήμιση και το μάρκετινγκ (σ. 31-32 και 113), το σύστημα υγείας (σ.85-87) την εκπαίδευση (σ.14 και 118), στο εκλογικό σύστημα και την πολιτική (σ. 43, 45, 46, 47), στη σύγχρονη τεχνολογία και τη μηχανοποίηση (σ. 116 και 72-74) αλλά και σε συμπεριφορές όπως η εχθρότητα (24) ή ο ρατσισμός και ο καθωσπρεπισμός (103-104). Ακόμα σκληρότερη γίνεται η πένα της συγγραφέως όταν σχολιάζει την λειτουργία του οικονομικού κυκλώματος: Οι λέξεις "μπίζνες" και "κομπίνες" μόνο τυχαία δεν συνδυάζονται (σ.15, 16, 26), ενώ διαβάζουμε για κονδύλια προς ξεκοκάλισμα, για κυκλώματα (σ. 31) και λαμογιές στον τομέα της οικοδομής (σ.120), αλλά και για σπόνσορες - Αμερικάνους κόνδορες (χωρίς σχόλιο) που "λάμπουν και είναι ευγενείς" (σ.28-29). Δεν νομίζω να μένει κανείς παραπονεμένος.

Στον αντίποδα όλων αυτών, οι αγνές αξίες του κόσμου των Παραμυθιών, που προσπαθούν να μείνουν όρθιες σε ένα κόσμο πονηρό και προσανατολισμένο στην εκμετάλλευση και το κέρδος. Το βιβλίο, παρότι γραμμένο πριν από 30 χρόνια, εμφανίζεται απίστευτα επίκαιρο στις μέρες της κρίσης. Θα μπορούσε κάλλιστα να μας μιλάει για μια ομάδα ιδεολόγων (αφού κάθε ήρωας εκπροσωπεί ουσιαστικά και μια ιδέα) που αναζητά το μέλλον της σε μια ρημαγμένη κοινωνία, ξεκινώντας από το μηδέν. Σκοπός τους να επιβιώσουν οικονομικά χωρίς όμως να χάσουν την ταυτότητά τους. Οι λύσεις που δοκιμάζονται πολλές, πάντα όμως στα πλαίσια της αξιοπρέπειας: Όταν π.χ. τους προτείνεται να γίνουν θεματικό πάρκο σε στυλ Ντίσνεϊλαντ (σ. 108) οι παραμυθοήρωες είναι κατηγορηματικά αντίθετοι (δέρνουν τον γάτο που το πρότεινε, και μάλιστα 10 χρόνια πριν ανοίξει η Eurodisney στο Παρίσι). Απορρίπτοντας λοιπόν προτάσεις που νιώθουν πως μπορεί να τους εκθέσουν, προτιμούν να ιδρώσουν και να ιδρύσουν μια μικρή βιοτεχνία παραγωγής γιλέκων και λαμπάδων, μέχρι ο καθένας να βρει τον ξεχωριστό του δρόμο ανάλογα με το ταλέντο του.

Το δίπολο Ήθος vs Business (το Παλιό και το Καινούριο;) καταλαμβάνει λοιπόν στο έργο θέση κεντρική. Ίσως κάποιος να αναρωτηθεί: γιατί οι παραμυθοήρωες να μπουν στη διαδικασία να εγκαταλείψουν την ωραία, μαγική τους χώρα, για να βρεθούν σε έναν κόσμο του οποίου τα αγαθά και οι ιδέες τους αφήνουν αδιάφορους; Αυτό ρωτάει και η Μικρή Γοργόνα (εκπρόσωπος του Ήθους) που αντιτίθεται στο "επαναστατικό" σχέδιο του Παπουτσωμένου Γάτου (εκπροσώπου των Business). Ο τελευταίος όμως καταφέρνει να πάρει με το μέρος του την πλειοψηφία, χάρη σε ένα τέχνασμα (κάνει ότι αδιαφορεί και φεύγει) και δελεάζοντας τα απονήρευτα παραμυθάκια με υποσχέσεις πλουτισμού (σ.17) αν τον ακολουθήσουν στον κόσμο των ανθρώπων. Έτσι η Σταχτοπούτα, η Κοκκινοσκουφίτσα και ο Κοντορεβυθούλης, τρέχουν πίσω του ελπίζοντας να αποκτήσουν ψηφιακή κάμερα, κινητό, ακίνητα και μερσεντές. Οποιαδήποτε ομοιότητα με συμπεριφορές πολιτικών, φοβάμαι ότι δεν είναι καθόλου συμπτωματική. Ισότητα - Αδελφότητα - και κάτι άλλο, δε θυμάμαι... (σ.48).

Ολοκληρώνοντας να προσθέσουμε μερικές διακειμενικές αναφορές. Στην αρχή του έργου παρατηρούμε τον κόσμο των παραμυθιών να περνάει κρίση. Οι ήρωες είναι ανάστατοι γιατί κανείς δεν τους θέλει πια. Αν σε κάποιον θυμίζει λίγο το ξεκίνημα της Ιστορίας Χωρίς Τέλος δεν κάνει λάθος. Μόνο που εδώ, αντί να εξαφανίζονται ολόκληρες περιοχές της Παραμυθοχώρας από το μαύρο χάος, τα φαινόμενα είναι ηπιότερα: Χάνονται τα χρώματα από τα λουλούδια, τα παλάτια σκουριάζουν, οι πηγές στερεύουν και τα αστέρια χάνουν την ισορροπία τους (σ.14). Οι ήρωες δε φεύγουν για να ιδρύσουν τη δική τους κοινότητα, όπως συμβαίνει στη Φρουτοπία, αλλά μεταναστεύουν στον κόσμο των ανθρώπων, που όμως μοιάζει εντελώς ξένος προς τον δικό τους. Ο τρόπος που οι πρωταγωνιστές πλησιάζουν και μαθαίνουν την κοινωνία των ανθρώπων, θυμίζει λίγο την οπτική του ιθαγενούς Παπαλάνγκι ή του Μικρομέγα, επισκέπτη της Γης από το διάστημα. Μόνο που στην περίπτωσή μας, όπως είδαμε πιο πάνω, η κριτική δεν αφορά μόνο την τεχνολογία ή τη νοοτροπία των ανθρώπων, αλλά καλύπτει ένα πολύ μεγαλύτερο φάσμα.

Αξίες - Θέματα
Παραμύθι, Φαντασία, Χιούμορ, Κρίση, Διαφορετικότητα, Συνεργασία, Περιβάλλον, Δημοκρατία.

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από λίγες μέρες, στην Παραμυθοχώρα έγιναν μεγάλες φασαρίες. Οι ήρωες των παραμυθιών βγήκαν στους δρόμους, πλημμύρισαν σοκάκια, λεωφόρους, δασομονοπάτια και γειτονιές, φωνάζανε, βογκάγανε, κραυγάζανε, κλαίγανε, δέρνονταν και δέρνανε, καταριόνταν και ξορκίζανε, καθένας ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία τους… Άλλοι διαμαρτύρονταν και φώναζαν κι άλλοι περιδιάβαζαν περίλυποι και σπάζανε τα τζάμια των γύρω πύργων με διαμαντόπετρες από τα παρτέρια και ρίχνανε ο ένας στα μούτρα του άλλου χρυσόσκονη και πεθαίνανε στο φτάρνισμα.

Πάνω στην ταραχή ο ήλιος τσαλαπατήθηκε από ένα συννεφοδράκοντα, ενώ το φεγγάρι, που την κρίσιμη στιγμή βρισκόταν στη χάση του, δεν μπορούσε να βγει έξω από το σκοτεινό λαγούμι του και χτυπιόταν στη σιδερένια πύλη, χωρίς να το ακούει κανείς. Μερικές νεράιδες νόμισαν ότι βρήκαν την ευκαιρία να λύσουν όλες τις παλιές διαφορές τους με τις μάγισσες, και τις κοπανούσαν με τα ραβδάκια τους, που, όπως θα θυμάστε, είναι εφοδιασμένα στο άκρο τους με ένα αγκαθερό αστέρι… Ο λύκος κυνηγούσε συγχρόνως την Κοκκινοσκουφίτσα, τα τρία γουρουνάκια, τα εφτά κατσικάκια και διάφορα άλλα αρνάκια και παιδάκια, γιατί νόμιζε ότι καταργήθηκαν τα παραμύθια –που –τελειώνουν –καλά κι είχε ξανάρθει η παλιά καλή εποχή, όπου μπορούσες άνετα να τρως και να καταβροχθίζεις ό,τι σου αρέσει, χωρίς να σου το απαγορεύουν οι ευαίσθητοι παιδαγωγοί. Η αλήθεια είναι ότι πράγματι είχε έρθει η εποχή που πολλά πράγματα πήγαιναν για κατεδάφιση, αλλά δεν ήταν ακριβώς όπως τα φανταζόταν ο λύκος. Τέλος πάντων, ας μην προτρέχουμε κι ας παρακολουθήσουμε τις εξελίξεις με τη σειρά.

Οι παραμυθοήρωες, λοιπόν, που είχαν ξεσηκωθεί μια φορά κι έννα καιρό, πριν από λίγες μέρες, στην Παραμυθοχώρα, συγκεντρώθηκαν στην κεντρική πλατεία και φώναζαν όλοι μαζί κι ο καθένας μόνος του.
- Δεν είναι κατάσταση αυτή! Κανείς δε θέλει πια παραμύθια!

- Ακούς! Να μας κατηγορούν ότι είμαστε «ξεπερασμένα»!

- Αχ… και πώς θα ζήσουμε;

- Χανόμαστε…

- Κάτω ο παλιοαιώνας της τεχνολογίας!

- Πάνω οι παλιοί αιώνες της φαντασίας!

- Κάτω η τηλεόραση!

- Πάνω οι δράκοι!

Αφού φώναξαν αρκετά, κουράστηκαν και σταμάτησαν.

- Όμως, τι θα κάνουμε; ακούστηκε μια δειλή δραματική φωνή, νομίζω της Σταχτομπούτας.

-Να πλαγιάσουμε στις σελίδες των χοντρών βιβλίων και να κοιμηθούμε, φώναξε η Ωραία Κοιμωμένη ψηλά απ’ το μπαλκόνι του δημαρχείου του Χάμελιν, όπου είχε ξαπλώσει και χασμουριόταν.

- Να πάμε αμέσως και να φάμε όποιον δεν θέλει παραμύθια, βροντοφώναξε ο δράκος του Κοντορεβιθούλη.

- Να πετάξουμε σ’ άλλους κόσμους, είπε ο Πίτερ Παν, που έκοβε βόλτες πάνω απ’τα κεφάλια τους.

-Σαχλαμάρες! ακούστηκε μια φωνή από το εσωτερικό του δημαρχείου, και ο Παπουτσωμένος Γάτος βγήκε κομψός και κορδωτός στο κεφαλόσκαλο, χαιρέτισε τα πλήθη δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω και πέρα, και συνέχισε:

- Αυτός ο αιώνας είναι ο καλύτερος αιώνας για να κάνουμε την τύχη μας. Έχουμε και λέμε. Ησυχία!

Ησυχάσανε. Πρώτα γιατί ξαφνιάστηκαν. Ύστερα, από περιέργεια.

Η αλήθεια ήταν πως κανένας τους δε χώνευε τον Παπουτσωμένο Γάτο, γιατί ήταν πονηρός, αδίσταχτος, φαντασμένος κι έλεγε του κόσμου τα ψέματα… Αλλά τώρα η κατάσταση ήταν απελπιστική, κι αυτός ο κατεργάρης μπορεί να είχε καμιά ιδέα (αν και κανείς δεν πίστευε ότι θα ήταν καλή…). Εδώ και τόσον καιρό τα παιδιά δεν ήθελαν πια ν’ ακούνε παραμύθια ούτε και να ξεφυλλίζουν τα παλιά βιβλία. Αυτό είχε δραματικό αντίχτυπο στον πληθυσμό της Παραμυθοχώρας. Τα καημένα τα παραμύθια άρχισαν να γεμίζουν σκόνη. Σιγά σιγά τα χρώματα χάνονταν από τα μαγεμένα λουλούδια, λίγο λίγο σκουριά σκέπαζε τ’ αστραφτερά παλάτια, μέρα με τη μέρα στέρευαν οι πηγές με το αθάνατο νερό, και όλο και πιο συχνά τ’ αστέρια έχαναν την ισορροπία τους.

Ο Παπουτσωμένος Γάτος απ’ το κεφαλόσκαλο πήδησε πάνω στη χρυσή καρότσα της Σταχτομπούτας κι άρχισε να βγάζει λόγο.

-Φίλοι μου, εδώ στην Παραμυθοχώρα δεν έχουμε ζωή. Το βλέπετε και μόνοι σας. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για μας. Τα παιδιά ή θα κάνουν αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, μουσική, κολυμβητήριο, υπολογιστές και φροντιστήριο, ή θα βλέπουν τηλεόραση. Κανένα τους δε θέλει ν’ ακούει τα παραμύθια μας. Είμαστε χωρίς δουλειά, αγαπητοί μου φίλοι, άνεργοι, χωρίς σκοπό πια στη ζωή!

Αυτός ο λόγος είχε μεγάλη απήχηση στο κοινό κι έκανε και τους πιο σκληρούς να δακρύσουν. Τα επόμενα λόγια όμως δημιούργησαν αληθινό πανικό.

-Λοιπόν, φίλοι μου, συναγωνιστές μου, πρέπει να επαναστατήσουμε, να ανατρέψουμε τα κατεστημένα, να κάνουμε μια καινούργια αρχή. Πρέπει ν’ αλλάξουμε επάγγελμα!...


Προβληματισμοί για συζήτηση
ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός
Διαβάζουμε στις σελίδες 66-67 τα σχόλια των παραμυθοηρώων όταν παρατηρούν τη λαϊκή αγορά:

- Μα τους σαράντα δράκους, έκανε ξαφνιασμένος κι ο Ραφτάκος, κοιτάτε τι δίνουν και τι παίρνουν! Για κάτι παλιόχαρτα αγοράζουν τα πιο κόκκινα μήλα!

 - Δεν πιστεύω να μας δώσουν κι εμάς τέτοια παλιόχαρτα για να πάρουν τα ωραία μας πολύτιμα καθρεφτάκια… είπε κατακόκκινη η Κοκκινοσκουφίτσα.

 Οι ήρωες των παραμυθιών ένιωσαν χαμένοι μπροστά στο αναπάντεχο. Τα νομίσματα εντάξει, αλλά τα χάρτινα χρήματα ήταν κάτι ανεξήγητο… Έκαναν κουράγιο όμως κι ετοιμάστηκαν να δεχτούν τους όρους των ανθρώπων·

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ πώς μπορούμε να αγοράζουμε προϊόντα και υπηρεσίες με χάρτινα χρήματα, με "παλιόχαρτα"; Οι μεγάλοι δουλεύουν για μήνες, και πληρώνονται για όλον αυτόν τον κόπο και τον χρόνο τους, με μόλις λίγα τέτοια χαρτιά. Ληστείες και φόνοι γίνονται καθημερινά για ένα και μόνο από δαύτα. Μα πόση αξία μπορεί τέλοσπάντων να έχει ένα τέτοιο χαρτί; Αν θέλετε να ξέρετε, το ίδιο το χαρτί έχει ελάχιστη αξία. Απλώς λίγο μεγαλύτερη από ένα κομμάτι χαρτί υγείας. Το νούμερο όμως που βρίσκεται ζωγραφισμένο επάνω στην επιφάνειά του, μας θυμίζει μια παλιά υπόσχεση....

Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, όταν το νόμισμα επινοήθηκε από τους αρχαίους μας προγόνους, κάθε ένα νόμισμα (που έμοιαζε με πιεσμένο μπαλάκι από μέταλλο) είχε την αξία που αναγραφόταν επάνω του. Πιο μεγάλη η αξία του; Πιο μεγάλο και το νόμισμα. Καθαρά πράγματα, αν σκεφτεί κανείς ότι ο ιδιοκτήτης του μπορούσε να το λιώσει και να το χρησιμοποιήσει ως μέταλλο (χρυσάφι, ήλεκτρο, ασήμι, χαλκό) χωρίς αυτό να χάσει την αξία του. Τούτη η λογική κράτησε μέχρι το Μεσαίωνα όταν εφευρέθηκαν τα πρώτα χαρτο-νομίσματα. Αυτά ήταν χαρτιά στα οποία υπήρχε μια υπόσχεση: πως όποιος τα δώσει στην τράπεζα, θα πληρωθεί την αξία που αναγράφουν σε μέταλλο.

Έτσι, η άμεση σχέση με την πραγματική αξία του χρήματος άρχισε να γίνεται έμμεση. Το τελικό χτύπημα δόθηκε με τον Α' παγκόσμιο πόλεμο, όταν η υπόσχεση πάνω στα χαρτιά σταμάτησε να ισχύει, όταν καταργήθηκε δηλαδή ο "κανόνας του χρυσού". Από τότε, (ή μάλλον λίγο αργότερα, κάπου στα 1971) τα κομμάτια χαρτί που κρατάμε, είναι κατά βάθος άχρηστα, αφού η τράπεζα εκδίδει όσα θέλει, χωρίς υποχρέωση να διατηρεί αντίστοιχο απόθεμα σε χρυσάφι για να μας πληρώσει αν το ζητήσουμε.

Το ότι απαξιούν για τα χρωματιστά μας χαρτάκια, δείχνει λοιπόν πως οι παραμυθοήρωες είναι ίσως  πιο "πραγματιστές" από τους "πραγματικούς" ανθρώπους.


τοῦ καὶ ἀπὸ γλώσσης μέλιτος γλυκίων ῥέεν αὐδή (Α, 249)
Στις σελίδες 106-107, βρίσκουμε το παρακάτω πρότυπο δημιουργικής περιγραφής, που ασχολείται με τους ονειρεμένους μπακλαβάδες του Αλαντίν.

Κανείς δεν είχε ξαναφάει παρόμοιους. Όταν δάγκωνες τα φύλλα, νόμιζες ότι στο στόμα σου τραγάνιζες τα χρυσά σύννεφα της δύσης. Μια ακατανίκητη λαχτάρα να βγεις έξω και να κοιτάξεις ψηλά συνόδευε τη γεύση τους, και σε μερικά σημεία της πόλης παρατηρήθηκε το παράξενο φαινόμενο να βγαίνουν οι άνθρωποι στα μπαλκόνια τους, (...) και να βάζουνε λουλούδια! Τότε ο καθένας που ήξερε, καταλάβαινε ότι εκείνοι οι άνθρωποι είχαν φάει μπακλαβά από του Αλαντίν. 

Και δεν ήταν μόνο τα φύλλα… Η γέμιση είχε αμύγδαλα από εκείνα που λέγονται «δάκρυα του φεγγαριού», και κανελλογαρύφαλα από το Νησί των Σειρήνων, ικανά να αρωματίσουν ακόμα και την πιο φαρμακερή γλώσσα και να κάνουν την ομιλία μελωδική, νόστιμη και ευχάριστη, να λαχταράς να ακούς… και το σιρόπι ήταν άλλο ένα θαύμα της επιστήμης! Όπως απλωνόταν στο στόμα κι έλιωνε στο λαιμό, γλύκαινε τόσο πολύ την καρδιά, που καμιά κακή και θλιβερή διάθεση και καμία λυπημένη σκέψη δεν έμενε στον οργανισμό.

Το εργαστήρι του Αλαντίν έμοιαζε με τα παραμυθένια εργαστήρια των μάγων στην Παραμυθοχώρα. Η μικρή σάλα του ήταν φωτεινή από την ανταύγεια των ρόδων, ενώ τ’ αεράκι της πατρίδας έπαιζε με τα δαντελένια κουρτινάκια και τη φαντασία των θαμώνων.

Αδυνατώντας να προσθέσω κάτι περισσότερο, παραθέτω μερικές συνταγές για μπακλαβά: Με καρύδινηστίσιμομε σύκα, με μέλι και με σπιτικό φύλλο. Καλή όρεξη!
https://www.youtube.com/watch?v=EY-EuadcWfE
Χρήση στην τάξη 
Αποσπάσματα από την ιστορία μπορούν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν στην τάξη ως αφόρμηση  για να φτιάξουν τα παιδιά δικές τους παραμυθοσαλάτες, ιστορίες από ιστορίες, παιχνίδια, limericks, κατασκευές, θεατρικά, και ό,τι άλλο περνάει από το νου τους! Για όσους δεν μπορούν να κρατηθούν μακριά από την τηλεόραση, να θυμίσουμε ότι η παραμυθοσαλάτα έχει την τιμητική της στη νέα σειρά του ABC με τίτλο Once upon a Time. Όσοι πάλι προτιμούν να είναι παραγωγοί αντί για καταναλωτές, μπορούν να γράψουν το δικό τους σενάριο: Το πρωτοποριακό σχολείο του Φουρφουρά, για παράδειγμα, ετοίμασε ένα βίντεο που ταιριάζει "γάντι" με το βιβλίο... Απολαύστε το! 
https://www.youtube.com/watch?v=qB5hCFKH8-M

Share/Bookmark

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Ένας κήπος στην τάξη μας


Υπόθεση
Ο Στέλιος και οι συμμαθητές του είναι ενθουσιασμένοι, καθώς από φέτος που ξεκινάει η τρίτη τάξη, πιστεύουν πως επιτέλους θα μετακομίσουν στον επάνω όροφου του σχολείου! Όταν όμως φτάνουν στο σχολείο, μαθαίνουν πως η τάξη τους θα παραμείνει στο ισόγειο, αφού ο Στέλιος κινείται με αναπηρικό καροτσάκι και δεν μπορεί να ανεβαίνει σκάλες. Μετά από έναν λανθασμένο χειρισμό του δασκάλου, όλοι στρέφονται κατά του Στέλιου, θεωρώντας τον υπεύθυνο για την διάψευση των προσδοκιών τους. Εκείνος τότε σταματάει να πηγαίνει στο σχολείο, κλείνεται στο σπίτι του απαρηγόρητος και παριστάνει τον αδιάθετο για μέρες. Μπορούν άραγε οι συμμαθητές του να διορθώσουν το λάθος τους και να βοηθήσουν στο να ξεπεραστεί αυτή η δύσκολη κατάσταση;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ψυχογιός 
Συγγραφέας: Χρυσάνθη Τσαμπαλή - Κελεπούρη
Εικονογράφηση: Ναταλία Καπατσούλια
ISBN: 978-960-453-693-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 2010
Σελίδες: 71
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε'

Κριτική
Ένα ανθρώπινο διήγημα, αφιερωμένο στη διαφορετικότητα και την αναπηρία, γραμμένο με τρυφερότητα κι ευαισθησία. Η έκφραση, ακόμη κι αν κάποιες φορές τείνει λίγο προς το εξεζητημένο, είναι αρκετά σαφής και δεν δυσκολεύει τους αναγνώστες. Η προσεγμένη επιμέλεια, με μεγάλα τυπογραφικά και ένθετες εικόνες σχεδόν σε κάθε δεύτερη σελίδα, επιτρέπει το ξεκούραστο διάβασμα, ακόμα και από μικρότερα παιδιά. Η εικονογράφηση είναι έγχρωμη, χαριτωμένη, και σε κάποια σημεία αρκετά βοηθητική προς το κείμενο, αν και περισσότερο περιορίζεται σε διακοσμητικό ρόλο. Χωρισμός σε κεφάλαια δεν υπάρχει καθόλου, αυτό όμως μάλλον δεν αποτελεί πρόβλημα, καθώς το διήγημα είναι μικρό. Στη σελίδα των εκδόσεων Ψυχογιός, μπορείτε να βρείτε έξι δραστηριότητες που ετοίμασε η Έλενα Αρτζανίδου για την παρουσίαση του συγκεκριμένου βιβλίου στους εκπαιδευτικούς της Λέσχης Ανάγνωσης "Αχιλλέας Καψάλης", και επιπλέον τέσσερις ασκήσεις κάπως γενικότερου χαρακτήρα.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Δ'και Ε' τάξης, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και μεγαλύτεροι μαθητές που ενδιαφέρονται για τα θέματα που θίγει, όπως π.χ. η αναπηρία  (βλ.και το ζωντανό ρομπότ).

Το κείμενο έχει αρκετές όμορφες σκηνές, δοσμένες με τρόπο ιδιαίτερο. Προσωπικά συμπάθησα περισσότερο εκείνη στις σελίδες 14-15, όπου με λυρισμό μας περιγράφεται το πώς τα παιδιά μαζεύονται στις γειτονιές για να πάνε σχολείο την πρώτη μέρα του αγιασμού. Στο επίκεντρο βρίσκονται διαρκώς οι σκέψεις του πρωταγωνιστή, όπως και τα συναισθήματά του. Οι αναγνώστες έτσι συμπάσχουν με τον ήρωα και μπορούν να συμμετέχουν ενεργά στην αγωνία, την ντροπή ή τη χαρά του. Μια και αναφερόμαστε στα συναισθήματα, να συμπληρώσουμε ότι η συγκινησιακή φόρτιση του Στέλιου όταν μαθαίνει πως η αναπηρία του είναι η αιτία που η τάξη του δεν θα αλλάξει αίθουσα (σ.16-25), παρατηρούμε ότι κλιμακώνεται με μεγάλη φυσικότητα, στοιχείο που δεν συναντάμε συχνά σε σύγχρονα βιβλία παιδικής λογοτεχνίας.

Από την ιστορία δε λείπουν ωστόσο και λιγότερο ρεαλιστικά στοιχεία. Ο δάσκαλος ας πούμε, που αναγνωρίζει το λάθος που έκανε, μοιάζει λίγο εκτός (ελληνικής) πραγματικότητας - όπως άλλωστε και οι γονείς που επιμένουν ότι το φταίξιμο είναι δικό τους. Σε κάθε περίπτωση όμως, αναδεικνύεται έστω και έτσι, η ανάγκη για στενότερη συνεργασία ανάμεσα στο σπίτι και το σχολείο (κάποιοι καθηγητές μας θυμάμαι να το ανέφεραν ως ολιστική προσέγγιση). Κάτι που επίσης φαντάζει ξένο -προς τα ελληνικά τουλάχιστον δεδομένα-, είναι το σημείο όπου ο μικρός πρωταγωνιστής δεν λέει αυτό που του ήρθε στο μυαλό, επειδή το έχουν ήδη αναφέρει οι συμμαθητές του (βλ. τέλος του αποσπάσματος). Μπορεί με τον τρόπο αυτό η συγγραφέας να θέλει να μας υπογραμμίσει την ωριμότητα του Στέλιου, όμως προσωπικά δεν έχω γνωρίσει ποτέ μαθητή της Γ' δημοτικού να μη μιλάει επειδή αυτό που έχει να πει είναι "περιττό" και η ουσία του έχει προαναφερθεί!

Διακειμενικά, το θέμα "παιδί με πρόβλημα υγείας αρνείται να επιστρέψει στο σχολείο και οι συμμαθητές του αναζητούν τρόπο να τον ενισχύσουν ψυχολογικά" μας θυμίζει κάπως το Ένα σακί μαλλιά, του Παντελή Καλιότσου. Στην περίπτωση όμως εκείνη, οι ενέργειες των φίλων έχουν περισσότερο μυστικό χαρακτήρα, ενώ δεν γίνεται και χρήση επιχειρημάτων για να πεισθεί να γυρίσει στο σχολείο.

Αξίες - Θέματα
Διαφορετικότητα, Αναπηρία, Φιλία, Διάλογος, Περιβάλλον, Εκπαίδευση, Οικογένεια.

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
Οι ακτίνες, στις ρόδες του καροτσιού,
άστραφταν κάτω απ’ το ζεστό φθινοπωρινό
ήλιο. Η διαδρομή απ’ το σπίτι στο σχολείο
με το καροτσάκι κάθε μέρα δεν ήταν εύκολη
υπόθεση. Όχι ότι η απόσταση ήταν ιδιαίτερα
μεγάλη, όπως και να ‘χε όμως χρειαζόταν
δυνατά, ακούραστα χέρια για να γυρίζουν
ασταμάτητα για δέκα λεπτά τις μεγάλες ρόδες του.
Το πράγμα δυσκόλευε όταν σε κάποια σημεία
της διαδρομής έκαναν την εμφάνισή τους εκείνες
οι ενοχλητικές λακκούβες –συνήθως ύστερα από
κάποια δυνατή βροχή- ή τα στραπατσαρισμένα
πεζοδρόμια που έμοιαζαν λες και κάποιος
σκάλισε τις πλάκες τους…

Όμως ο Στέλιος δεν το έβαζε κάτω. Τι κι αν
οι γονείς του προσπαθούσαν να τον πείσουν
πως θα ήταν ευκολότερο για εκείνον αν τον
πήγαιναν στο σχολείο με το αυτοκίνητο,
τουλάχιστον τις βροχερές μέρες; Ο Στέλιος
δε σήκωνε κουβέντα. Ο πρωινός περίπατος από
το σπίτι για το σχολείο ήταν αληθινή ιεροτελεστία
που κρατούσε χρόνια τώρα, απ’ το νηπιαγωγείο
ακόμη: κάθε πρωί ξεκινούσε με την Αλέκα και
τον Μιχάλη, και στο δρόμο συναντούσαν και
άλλους μαθητές από μεγαλύτερες ή μικρότερες τάξεις.
Έκαναν αστεία, μιλούσαν για ποδόσφαιρο, έλεγαν
λίγα για τα μαθήματα και βέβαια δεν ξεχνούσαν
να αναφέρουν τα πιο περίεργα, αστεία και
«πικάντικα»γεγονότα των προηγούμενων ημερών:
ήταν αλήθεια πως ο Σπύρος έφυγε άρον άρον
απ’ το μάθημα επειδή πονούσε η κοιλιά του
ή ήταν πάλι κόλπο γιατί είχε ξεχάσει να μάθει
την ορθογραφία; Αγαπούσε ακόμη ο Ραφαήλ τη Μαρία;
Της έδωσε επιτέλους της σοκολατένια καρδιά
ή ντράπηκε για τρίτη φορά και την έφαγε μόνος του;

Έχοντας πει λοιπόν χίλια πράγματα και περιμένοντας
τα διαλείμματα για να πουν άλλα τόσα, περνούσαν τη
θαλασσιά σιδερένια αυλόπορτα του σχολείου πάντα
λίγο προτού χτυπήσει το κουδούνι. ήταν δυνατό λοιπόν
ο Στέλιος να τα χάνει όλα αυτά επειδή έτυχε να γεννηθεί
με μια ιδιαιτερότητα στα πόδια του που δεν του επέτρεπε
να περπατά όπως τα περισσότερα παιδιά; Όχι βέβαια!
Και σε αυτό συμφωνούσαν και η Αλέκα και ο Μιχάλης,
και όλα τα παιδιά της τάξης τους, που μάλωναν για το
ποιος θα κυλά το καροτσάκι όταν ο Στέλιος κουραζόταν.
Κι εκείνος, που ένιωθε ευγνωμοσύνη, δεν τους ξεχνούσε
ποτέ, ούτε στα μαθηματικά ούτε στην ορθογραφία όπου
ήταν πραγματικά αστέρι. Όλο και έβρισκε τρόπο να
σπρώχνει την κόλα του πιο δεξιά χωρίς να παίρνει είδηση
ο δάσκαλός τους, για να βοηθάει όποιον είχε μπλεχτεί με
τις προσθέσεις, τις αφαιρέσεις και τα πέντε «ι» του
ελληνικού αλφαβήτου.

«Καλή χρονιά!» ακουγόταν στις γειτονιές γύρω από
το σχολείο. Ακόμη μία σχολική χρονιά ξεκινούσε.
Ο αγιασμός είχε γίνει την προηγούμενη μέρα.
Τα βιβλία όμως δεν είχαν μοιραστεί και οι τσάντες,
πεντακάθαρες αλλά άδειες, έστεκαν στις πλάτες έτοιμες
να δεχθούν το βαρύ αλλά πολύτιμο φορτίο. Καθαρά
μπουμπουκένια πρόσωπα, μυρωδάτα και καλοχτενισμένα,
διέσχιζαν μ’ ένα πελώριο χαμόγελο τις γειτονιές·
με το χαμόγελο που φωτίζει κάθε αρχή.

Χαρούμενες φωνές αντηχούσαν σε όλους τους δρόμους.
Μανάδες, γιαγιάδες, θείες και γειτόνισσες εύχονταν και
καμάρωναν. Καμάρωναν και εύχονταν.

- Καλή χρονιά! φώναξε στον Στέλιο, στην Αλέκα και
στον Μιχάλη η κυρία Ελένη, η μαμά του Ανέστη, που
ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος και φέτος θα πήγαινε στην
τετάρτη τάξη. Άντε, από φέτος κι εσείς μεγαλώνετε.
Δε θα είστε πια τα μικράκια του σχολείου.
Ποιος σας πιάνει τώρα!

- Ναι, φέτος θα ανέβουμε επάνω! Στην αίθουσα της τρίτης τάξης!
είπε με περηφάνια η Αλέκα.

- Στους μεγάλους! φώναξε και ο Μιχάλης.

«Επιτέλους στους μεγάλους», ήθελε να πει και ο Στέλιος.
Μα δεν το είπε. Ήταν περιττό. Την ουσία την είχαν πει
η Αλέκα και ο Μιχάλης. Και η ουσία ήταν πως φέτος θα
ανέβαιναν επάνω.

Προβληματισμοί για συζήτηση     
Υπευθυνότητα
Διαβάζοντας την ιστορία, βλέπουμε να προβάλλονται έμμεσα δύο μάλλον συγκρουόμενες θέσεις για την υπευθυνότητα. Στο ξεκίνημα (σ.9), μας περιγράφεται με συμπάθεια το πώς ο Στέλιος, γεμάτος ευγνωμοσύνη για τους συμμαθητές του που του σπρώχνουν το καρότσι, σπρώχνει κι εκείνος την κόλλα του πιο δεξιά στα τεστ, ώστε οι φίλοι του να μπορούν να αντιγράφουν. Σίγουρα όχι πολύ υπεύθυνη πρακτική, αφού με τον τρόπο αυτό τους δίνει κίνητρο να αναζητήσουν την εύκολη λύση, δεν επιτρέπει στον δάσκαλο να εντοπίσει τις ελλείψεις τους και να τους βοηθήσει, ενώ επιπλέον εκθέτει τον εαυτό του και τους φίλους του σε πιθανό έλεγχο. Αν θέλουμε μάλιστα να το τραβήξουμε λίγο περισσότερο, μπορούμε με απλούς συνειρμούς να φανταστούμε τα προβλήματα στα οποία μπορεί να οδηγήσει το σύστημα "μου δίνεις - σου δίνω" όταν τα παιδιά μεγαλώνουν και γίνονται ενήλικοι (βλ. 6η πτέρυγα Κορυδαλλού - "VIP").

Στη συνέχεια μια άλλη, πιο υπεύθυνη υπευθυνότητα, παίρνει σάρκα και οστά, όταν οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση του νεαρού Στέλιου, προσπαθούν να αναλάβουν την ευθύνη για τα γεγονότα (σ.39-44):

(σ.39) μαμά: Πώς δεν το σκέφτηκα; Εγώ φταίω!
(σ.42) δάσκαλος: Είμαι ασυγχώρητος! Για να μην πω τίποτα χειρότερο για τον εαυτό μου...
(σ.42) γονείς: Είναι και δικό μας το λάθος! (...) Εμείς φταίμε...
(σ.43) δάσκαλος: Μην τα βάζετε με τον εαυτό σας! Ήταν δική μου απερισκεψία!
(σ.44) διευθυντής: Ήταν αμέλεια όλων μας!


Οι παραπάνω φράσεις συγκεντρωμένες, καταλήγουν σ' έναν μάλλον αστείο διάλογο, με τον ζήλο των "ανταγωνιζόμενων" να θυμίζει σκετσάκι των Monty Python. Φτάνουμε λοιπόν στο αντίθετο άκρο απ'όπου ξεκινήσαμε, με τους χαρακτήρες σχεδόν να τσακώνονται για το ποιος φταίει (σύνηθες), προσπαθώντας όμως να ρίξουν το φταίξιμο στον εαυτό τους (λιγότερο σύνηθες). Αν αφήσουμε βέβαια την κωμική πλευρά του πράγματος, κάπου εδώ ίσως μπορούμε να θυμηθούμε τη φράση από την Ασκητική του Καζαντζάκη:
Ν' αγαπάς την ευθύνη. 
Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης.
Πάταξον μεν
Στις σελίδες 58-60, οι συμμαθητές του Στέλιου τον επισκέπτονται στο σπίτι του για να τον πείσουν να επιστρέψει στα μαθήματα. Παραθέτοντας μια σειρά από λογικά επιχειρήματα, καταφέρνουν να κλονίσουν την πίστη του ότι οι επάνω αίθουσες είναι καλύτερες από τις κάτω, και πως η τάξη δεν ζημιώθηκε από τη μη μετακινησή της. Συγκεκριμένα του αναφέρουν ότι στις κάτω αίθουσες έχουν περισσότερο διάλειμμα, ότι χάνουν κάποια λεπτά μάθημα, αλλά και πως βρίσκονται μακριά από το "στόμα του λύκου" -το γραφείο του διευθυντή. Αφήνοντας τη λογική να πετύχει το στόχο της, οι επισκέπτες του προχωρούν στο συναισθηματικό μέρος της φιλικής τους επίθεσης. Ανακοινώνουν στον Στέλιο ότι χρειάζονται τη βοήθειά του, καθώς η τάξη τους μετακινήθηκε σ' έναν νέο χώρο, στο σπίτι του κηπουρού. Εκεί, τους επιτρέπεται να φυτέψουν βολβούς και φυτά και να περιποιηθούν πολλά μικρά ζωάκια (που ξέρουν ότι ο Στέλιος λατρεύει)! Και το κάστρο πέφτει...
Έχετε άραγε συνειδητοποιήσει την αξία των επιχειρημάτων και του διαλόγου στην καθημερινή μας ζωή; Εσείς τι είδους επιχειρήματα χρησιμοποιείτε για να πείσετε τους γονείς σας: Λογικά ή συναισθηματικά; Και πώς προσπαθείτε να πείσετε τους συμμαθητές σας για τα διάφορα ζητήματα που ανακύπτουν στην τάξη και στο διάλειμμα;

Το βιβλίο γλώσσας της Στ' Δημοτικού, κάνει μια μικρή αναφορά στο θέμα στο κεφάλαιο "Αυτόχθονες λαοί". Όποιος όμως ενδιαφέρεται να γίνει πραγματικά καλός στο να πείθει τους άλλους, θα πρέπει να διαβάσει και να εξασκηθεί αρκετά. Παραθέτω εν συντομία έναν συγκερασμό των μεθόδων (AIDA και πέντε βήματα) που προτείνει o BizWriter, με στοιχεία από ένα παλαιότερο άρθρο του Harvard Business Review:

0.Αναγνώριση Πριν ξεκινήσουμε, επιδιώκουμε να γνωρίσουμε αυτούς που θέλουμε να πείσουμε: ποια είναι η οπτική τους; τι τους ενδιαφέρει περισσότερο; πώς τους αρέσει να πείθονται; Το τελευταίο το καταλαβαίνουμε όταν ακούμε τα δικά τους επιχειρήματα. Είναι άραγε περισσότερο πρακτικοί (χρησιμοποιούν στοιχεία και αριθμούς) ή συναισθηματικοί; Στον ίδιο τομέα θα πρέπει να επενδύσουμε κι εμείς. 

1.Αφόρμηση - Συμπάθεια. Για να ξεκινήσουμε, τραβάμε την προσοχή τους με ένα αστείο, ένα δώρο (που μπορεί να είναι μια χορευτική φιγούρα ή το καλύτερό μας χαμόγελο) ή μια υπόσχεση, ίσως ανακοινώνοντας ότι αυτό που θα πούμε τους αφορά άμεσα. Μια συνηθισμένη επίσης στρατηγική είναι να συνδέσουμε τον εαυτό μας με κάτι που αρέσει στο κοινό (π.χ. ποδόσφαιρο, παιχνίδια, τηλεόραση).

2.Αυθεντία Παρουσιάζουμε τον εαυτό μας ως ειδικό στο εν λόγω ζήτημα (όπως κάνω εγώ πιο πάνω, παραθέτοντάς σας παραπομπές από το HBR), αναφέροντας ότι έχουμε λύσει αντίστοιχα προβλήματα ή επικαλούμενοι τις σπουδές και το βιογραφικό μας. Αναφέρουμε ή υπονοούμε ότι έχουμε τη στήριξη οργανισμών ή υψηλών προσώπων (όπως έκανε η Φιλική Εταιρία). Έτσι αυξάνεται η πίστη του κοινού και η ασφάλειά του ότι αυτός που μιλάει, ξέρει τι λέει.

3.Συμφωνία - Πρόβλημα Προσπαθούμε να απλώσουμε γέφυρες επικοινωνίας προς το κοινό. Παρουσιάζουμε την κατάσταση που αντιμετωπίζουν όπως ακριβώς είναι. Επιδιώκουμε όχι να υπερβάλλουμε, αλλά να δούμε το κοινό να συμφωνεί, έστω και με κάτι οτιδήποτε μικρό, π.χ. κουνώντας το κεφάλι. Για να σιγουρευτούμε, χρησιμοποιούμε παραδείγματα από την καθημερινότητά όσων μας ακούνε και θέσεις που γνωρίζουμε ότι υιοθετούν. Παρουσιάζουμε τα ελαττώματα της παρούσας κατάστασης. Εξηγούμε πού μπορεί να οδηγήσει αν συνεχίσουν στον ίδιο δρόμο. Δεν επενδύουμε σε υπερβολές, αλλά τονίζουμε αναφέροντας συγκεκριμένα προβλήματα, όπως το τι έχει να χάσει το κοινό αν εξακολουθήσει να αδρανεί. 

4.Λύση Ώρα για φαντασία και λογικά επιχειρήματα. Παρουσιάζουμε την κατάσταση όπως μπορεί να γίνει, αν ακολουθηθεί η λύση που προτείνουμε. Αναφέρουμε πολύ συγκεκριμένα τα οφέλη που θα προκύψουν για το κοινό μας στη νέα αυτή κατάσταση. Εξηγούμε με συντομία και απλότητα τη λύση που προτείνουμε. Η σιγουριά μας για το αποτέλεσμα πρέπει να στηρίζεται σε απτές αποδείξεις: Στατιστικά στοιχεία, ιστορίες από το παρελθόν, αναλογίες με αντίστοιχα ζητήματα που έχουν λυθεί, μεταφορές από το βασίλειο της φύσης, παραδείγματα...

5.Δράση Εξηγούμε ξεκάθαρα στους ανθρώπους που μας ακούν, τι πρέπει να κάνουν ώστε να εφαρμοστεί η λύση που προτείναμε. Τους ενημερώνουμε ότι το χρονικό περιθώριο δράσης είναι περιορισμένο (window of opportunity) και τους εξηγούμε ότι η ώρα να ενεργήσουν είναι τώρα.

6.Συναίσθημα Κλείνοντας την παρουσίασή μας, δείχνουμε το συναισθηματικό μας δέσιμο με το σχέδιο που προτείνουμε, αποφεύγοντας υπερβολές. Ακόμα σημαντικότερο είναι να καταφέρουμε να προκαλέσουμε το αίσθημα του κοινού. Ανάλογα με την περίσταση, μπορεί να χρειαστεί να φωνάξουμε ή να ψιθυρίσουμε, να αναφερθούμε στις αξίες, να επενδύσουμε στον θυμό, τη λύπη, τον ενθουσιασμό του κοινού... Ανάλογα με τη σύστασή του, ίσως χρειαστεί να αναφερθούμε σε πρόσωπα από το παρελθόν ή στις επόμενες γενιές. Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να αφουγκραζόμαστε τις αντιδράσεις, ώστε τα όσα λέμε να βρίσκουν ανταπόκριση.
Δημοσθένης, ίσως ο μεγαλύτερος ρήτορας της αρχαιότητας
Χρήση στην τάξη
Ένας κήπος στην τάξη μπορεί όπως διαβάζουμε στο βιβλίο να αποτελέσει τεράστιο κίνητρο για τους μαθητές και πραγματικό "σχολείο" (μέσα σε εισαγωγικά) μέσα στο σχολείο (αλλά έξω απ' τα εισαγωγικά). Μέσα σ' ένα τέτοιο περιβάλλον τα παιδιά μαθαίνουν να παίρνουν πρωτοβουλίες, να μετατρέπονται από καταναλωτές σε παραγωγούς, να αγαπούν στην πράξη τη φύση και τη ζωή και τελικά να γίνονται πιο υπεύθυνα, αναλαμβάνοντας τη φροντίδα οργανισμών που χωρίς μέριμνα δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν. Έτσι οι μικροί μαθητές καλλιεργούν και ταυτόχρονα καλλιεργούνται. Επιπλέον, σχεδόν όλα τα μαθήματα μπορούν με τη βοήθεια ενός κήπου να γίνουν πιο βιωματικά (γλώσσα, μαθηματικά, φυσική, γεωγραφία) και γι' αυτό πιο ενδιαφέροντα για όλους.

Τα παραπάνω θετικά αποτελέσματα της ενασχόλησης των παιδιών με την κηπουρική επιβεβαιώνονται από σύγχρονες μελέτες, είναι όμως γνωστά από πολύ παλιά. Εδώ ας πούμε, μπορείτε να ξεφυλλίσετε εγχειρίδια λαχανοκομίας που ξεπερνούν τα 100 χρόνια ζωής (!) και μιλούν για τον σχολικό κήπο ως ψυχαγωγικό μέσο, χαρακτηρίζοντάς τον εργαστήριο του αυριανού ανθρώπου (να αναφέρονται άραγε σ' εμάς;)

Παρακολουθώντας το αυξανόμενο ενδιαφέρον για σχολικούς κήπους παγκοσμίως, το ίδρυμα "Σταύρος Νιάρχος" χρηματοδοτεί αυτή τη χρονιά 15 (τυχερά) γυμνάσια, ώστε να δημιουργηθούν σε αυτά πρότυποι βοτανικοί κήποι με τη βοήθεια του ΑΡΚΤΟΥΡΟΥ. Οι αιτήσεις ολοκληρώθηκαν τον μήνα που πέρασε και από συναδέλφους που συμμετέχουν άκουσα πολύ καλά λόγια για το πρόγραμμα. Από την άλλη, εμείς στην τάξη μας περιοριστήκαμε φέτος στις διάσημες φακές-στο-ποτήρι :-)

Η αλήθεια ωστόσο, είναι ότι ο κυριότερος παράγοντας για να ευδοκιμήσουν τέτοιες δράσεις δεν είναι η οικονομική στήριξη, αλλά το μεράκι εκπαιδευτικών και μαθητών. Χάρη σε αυτό -και με ελάχιστα μέσα- έχουν δημιουργηθεί υπέροχοι κήποι, τόσο σε αστικό περιβάλλον, όσο βέβαια και στην επαρχία. Ο φίλος και δάσκαλος Νεκτάριος Τσαγλιώτης για παράδειγμα, κόντρα σε αντιξοότητες και με μηδενική χρηματοδότηση -αλλά πολύ κόπο- κατόρθωσε να δημιουργήσει εδώ και λίγα χρόνια μια μικρή Εδέμ στο 9ο Δ.Σ. Ρεθύμνου. Με χαρά μοιράζεται μαζί μας σχέδια και συμβουλές, στην ιστοσελίδα του Εργαστηρίου Φυσικής του σχολείου του. 
από το εντυπωσιακό Kingdom of Plants

Share/Bookmark