Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Το μαγικό μου ημερολόγιο (2): Ένα αξέχαστο πάρτι


Υπόθεση
Με μια καινούρια «κολλητή» φιλενάδα, την Μπεθ, και ένα ντίσκο πάρτι να την περιμένει στην Ακαδημία Χορού Μάλκοβα, η ζωή στο Κρόσακρ φαντάζει γεμάτη υποσχέσεις για την ντροπαλή Ήβη. Όλα αυτά, όμως, μέχρι τη στιγμή που η προσπάθειά της να κρατήσει μυστικό το μαγικό της ημερολόγιο, απειλεί να καταστρέψει τη φιλία των δύο κοριτσιών. Μπορεί, άραγε, η λύση για το μάλωμά τους να βρίσκεται εκεί ακριβώς όπου ξεκίνησε – στο ημερολόγιο; Για να το διαπιστώσει η Ήβη, θα πρέπει να εμπιστευτεί τον μαγικό φίλο της...

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Άγκυρα
Συγγραφέας: Λόρα Μπέικερ (Laura Baker)
Μετάφραση: Αιμιλία Μανούση
Εικονογράφηση:  Mélanie Florain
ISBN: 978-960-422-870-6
Τίτλος πρωτοτύπου: From your Diary with LoveDon't Do Disco
Έτος 1ης Έκδοσης: 2008 (στα ελληνικά 2010)
Σελίδες: 105
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ', Δ', Ε'

Κριτική
Λιγότερο χαριτωμένη και ουσιώδης από την πρώτη ιστορία, η συνέχεια των περιπετειών της Ήβης. Το ύφος γραφής παραμένει απλό και κατανοητό, και η εικονογράφηση το ίδιο ζωντανή. Οι χαρακτήρες όμως, μοιάζουν σιγά σιγά να καταρρέουν υπό το βάρος του πολιτικά ορθού και ο ροζ ορίζοντας να στερεύει από νέες ιδέες. Στο τέλος του βιβλίου παραμονεύουν και πάλι τα εξής κοσμοπολιτανικά: ένας οδηγός για τις θέσεις των χεριών στο μπαλέτο, (άλλο) ένα τεστ προσωπικότητας, ένας οδηγός για "θεϊκά μαλλιά", πληροφορίες για τη ζωή της Μάργκοτ Φοντέιν και ένα κουίζ με ερωτήσεις μνήμης και κατανόησης της περιπέτειας. Όπως και στο προηγούμενο "τεύχος" μας δίνεται κι εδώ η ευκαιρία για μια σύντομη ματιά (preview) στο πρώτο κεφάλαιο του επόμενου βιβλίου.

Το βιβλίο θα μπορούσαμε να το προτείνουμε κυρίως σε κορίτσια Γ' και Δ' τάξης, αλλά θα το κάναμε μόνο σε όσα λάτρεψαν την Ήβη και τους υπόλοιπους χαρακτήρες από το προηγούμενο βιβλίο.

Δυστυχώς απογοητεύτηκα λιγάκι διαβάζοντας αυτή τη συνέχεια του Μαγικού Ημερολογίου. Δεν ξέρω τι περίμενα, όμως το αρχικό εύρημα με το μαγικό βιβλίο φαίνεται να μένει βαλτωμένο στη ροζ λάσπη του πολιτικά ορθού, ενώ οι χαρακτήρες των ηρώων ανακυκλώνονται γύρω από πανομοιότυπες καταστάσεις, χωρίς να εξελίσσονται στο παραμικρό. Μέχρι περίπου τη μέση του, το κείμενο μοιάζει βουτηγμένο στο γκλίτερ και μάλλον αδιάφορο, ενώ ένας καβγάς ανάμεσα στις φίλες Ήβη και Μπεθ (βλ. απόσπασμα) που ίσως μπορούσε να οδηγήσει σε πιο ενδιαφέρουσες καταστάσεις, λήγει στο τέλος της ιστορίας χωρίς να δίνονται ιδιαίτερες εξηγήσεις.

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Χορός

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
«Ού-ου!» Φώναξε η Μπεθ μέσα από τη σχισμή για την αλληλογραφία, στην μπροστινή πόρτα του σπιτιού της. «Εγώ και η Ήβη είμαστε, μαμά!»

«Ελάτε μέσα, κορίτσια», είπε η κυρία Ντίκινσον, που είχε κόκκινα μάγουλα και μαύρα μακριά μαλλιά, ίδια με της Μπεθ. «Η επιστολή από τη σχολή της Μάλκοβα ήρθε σήμερα. Λέει πως οι αφίσες πρέπει να παραδοθούν μέχρι την Τετάρτη».

Την Τετάρτη;! Μα είχαν μόνο δυο μέρες καιρό! Τα κορίτσια όρμησαν στο σαλόνι, όπου η Ήβη έβγαλε από την τσάντα της τα καλύτερα μολύβια της, ενώ η Μπεθ άνοιξε ένα κουτί με πινέλα, μπογιές και αυτοκόλλητα «γκλίτερ», που τις περίμενε πάνω στο τραπέζι. Κάθισαν και καθεμιά άπλωσε μπροστά της ένα μεγάλο λευκό χαρτί.

Η Μπεθ τράβηξε μερικές παχιές γραμμές κατά μήκος της σελίδας με έναν χοντρό κόκκινο μαρκαδόρο, ενώ η Ήβη δάγκωνε σκεφτική την άκρη ενός μολυβιού, περιμένοντας να της έρθει καμιά ιδέα.

«Ειλικρινά, μου φαίνεται πως δεν περνούν οι μέρες!» είπε η Μπεθ, χαμογελώντας με ενθουσιασμό καθώς η αφίσα της έπαιρνε σχήμα.

«Το ξέρω, θα περάσουμε υπέροχα!» συμφώνησε η Ήβη που σχεδίαζε απαλά το περίγραμμα μιας μπαλαρίνας πάνω στο χαρτί. «Τα καταφέρνεις καθόλου στις φιγούρες της ντίσκο;»

«Βέβαια!» είπε η Μπεθ, γνέφοντας μ’ ενθουσιασμό. «Φυσικά, δεν είμαι τόσο καλή όσο η Λότι Ντιν», πρόσθεσε στριφογυρίζοντας τα μάτια. «Αλλά η δεσποινίς Κόνι μας έδειξε μερικές φιγούρες την τελευταία στιγμή κι είχε μεγάλη πλάκα».

«Πρέπει να καταστρώσουμε ένα σχέδιο», πρότεινε η Ήβη.

«Καλή ιδέα!» συμφώνησε η Μπεθ χρωματίζοντας ζωηρά μερικά πράσινα αστέρια.

«Νομίζεις πως τα παιδιά από την Αγία Χίλντα θα φερθούν όπως φέρονται στο μάθημα του χορού;» ρώτησε η Ήβη.

«Τι εννοείς; Τις φιγούρες που κάνουν;» είπε η Μπεθ με μια σπίθα στα μάτια της. «Ναι, έτσι πιστεύω! Αλλά εμείς δεν θα τους αφήσουμε να μας χαλάσουν το κέφι. Αύριο θ’ αρχίσουμε να μαθαίνουμε τις καλύτερες φιγούρες ντίσκο που έχουν δει ποτέ στο Κρόσακρ!»

Τα κορίτσια άρχισαν να σχεδιάζουν μερικές χορευτικές φιγούρες και σε λίγο ξέχασαν τα μολύβια τους προς χάρη του χορού.

Κλοτσούσαν ψηλά και έκαναν ένα σωρό φιγούρες με τα χέρια.

«Για στάσου…», είπε η Ήβη ξαφνικά.

«Πιστεύεις ότι θ’ αφήσουν την Τζες να έρθει στην ντίσκο; Οι γονείς της είναι πολύ αυστηροί».

«Το ξέρω», είπε η Μπεθ στενοχωρημένη. «το ελπίζω. Εμένα θα μου λείψει πολύ αν δεν έρθει… και νομίζω πως θα ήταν πολύ σημαντικό για μια γιατρίνα να μπορεί να χορεύει ντίσκο».

«Αφού το λες εσύ!» είπε η Ήβη χασκογελώντας. Η αφίσα της, μια μπαλαρίνα που χόρευε κάτω από τα φώτα της ντίσκο, φαινόταν πολύ όμορφη. Ξαφνικά, η Μπεθ ξέσπασε σε γέλια, σκορπίζοντας γκλίτερ σε όλη την αφίσα της.

«Φαντάζεσαι τον Άντονι και τον Τζόζεφ να χορεύουν;» είπε η Μπεθ κι οι λέξεις έβγαιναν με το ζόρι ανάμεσα από τα χαχανητά.

Πήδηξε από την καρέκλα της και όμοια με κάποιον που τρέχει σαν τρελός για να ξεφύγει από ένα σμάρι μέλισσες, άρχισε να χοροπηδάει και να χτυπιέται στο πάτωμα κάνοντας αστείες γκριμάτσες, μέχρι που και τα δύο κορίτσια έπεσαν κάτω γελώντας μέχρι δακρύων.

Χαχανίζοντας πάντα η Μπεθ σύρθηκε πάλι ξανά στην καρέκλα της και άρχισε να προσθέτει κι άλλα αυτοκόλλητα γκλίτερ στην αφίσα της, ενώ η Ήβη πρόσθετε μερικά αστράκια σε μια μπάλα ντίσκο, που είχε ζωγραφίσει πάνω από το κεφάλι της χορεύτριάς της. Σε λίγο είχαν κι οι δυο απορροφηθεί από τη δουλειά τους, ενώ η Μπεθ κλοτσούσε τεμπέλικα με το πόδι της το πόδι της καρέκλας.

«Α, συγγνώμη, ήβη», είπε η Μπεθ καθώς κλότσησε κατά λάθος την τσάντα της ήβης. Καθώς έσκυψε για να την σηκώσει, η Ήβη πετάχτηκε, την πρόλαβε και άρπαξε το ημερολόγιό της που είχε πέσει κάτω απ’ την καρέκλα.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε η Μπεθ, που της κίνησε το ενδιαφέρον το μυστηριώδες κατακόκκινο βιβλίο που η φίλη της προσπαθούσε να κρύψει.

«Α, τίποτα», είπε η Ήβη συνειδητοποιώντας ότι η φωνή της δεν ακουγόταν καθόλου πειστική.

«Μπορώ να το δω;» ρώτησε η Μπεθ.

Η Ήβη ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν, «Εε, είναι ένα μπλοκ σχεδίου», εξήγησε. «Οι εικόνες δεν λένε και πολλά».

«Ω, έλα τώρα», παρακάλεσε η Μπεθ.
«Υπόσχομαι ότι δεν θα γελάσω»

Η Ήβη άκουσε τη σοβαρή εντολή του ημερολογίου να βουίζει μέσα στο κεφάλι της:

Ήβη μου, σε παρακαλώ,
κράτα με καλά κρυμμένο,
γιατί αν κανείς με ξετρυπώσει,
τα λόγια τούτα στη στιγμή
θε να σβηστούν και να εξαφανιστούν.
Και αμφιβολία καμιά για τούτο
δεν υπάρχει.

Ειλικρινά, δεν είναι καθόλου ενδιαφέρον, δεν έχει σημασία», είπε η Ήβη που ήεξερε ότι έπρεπε να προστατεύσει το μυστικό του ημερολογίου της, όσο χαζό κι αν ακουγόταν αυτό.

«Δεν καταλαβαίνω», είπε η Μπεθ πληγωμένη. «Νόμιζα πως είμαστε φίλες, κι οι φίλες δεν κρατούν μυστικά η μία από την άλλη».

Η Ήβη ένιωσε απαίσια, αλλά δεν μπορούσε καν να διανοηθεί πως θα έχανε τώρα τη μαγεία του ημερολογίου της. Σήκωσε τους ώμους και στριφογύρισε στενοχωρημένη το μολύβι της στα δάχτυλά της.
Χρήση στην τάξη
Μπορούμε να αξιοποιήσουμε το βιβλίο στην τάξη, αν ξεκινήσουμε μια συζήτηση γύρω από την εχεμύθεια. Είναι άραγε σωστό να κρατάμε μυστικά από τους φίλους μας; Από τα αδέλφια και τους γονείς μας; Και ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες από την αποκάλυψη ενός μεγάλου μυστικού; 

Με τους μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων, ίσως μπορεί να γίνει μια συζήτηση γύρω από τα θρησκευτικά μυστικά, τα μυστικά των ταχυδακτυλουργών και των μάγων (μια και το βιβλίο της ιστορίας είναι μαγικό),  αλλά και τις οργανώσεις που διατηρούν μια μυστικότητα γύρω από την ταυτότητα των μελών τους και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν (Φιλική Εταιρεία, κλπ.)

Share/Bookmark

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Η τάξη που νίκησε την κρίση!

 
Υπόθεση
Ο Νικηφόρος είναι μαθητής της Δ' τάξης και οι γονείς του μιλούν συνεχώς για την "κρίση". Αρχικά θεωρεί πως πρόκειται για κάποια μακρινή θεία, αλλά γρήγορα ανακαλύπτει ότι δεν είναι παρά ένα τέρας που θέλει να στερήσει τη χαρά από τους μεγάλους και τα παιδιά. Στο σχολείο, ο δάσκαλος κύριος Αντώνης κάνει ό,τι περνάει απ' το χέρι του για να κατανοήσουν οι μαθητές τι ακριβώς είναι η κρίση και να επινοήσουν τρόπους αντιμετώπισής της. Τελικά, αποφασίζουν να οργανώσουν μια σχολική παράσταση - έκπληξη, μέσα από την οποία θα δώσουν ένα μήνυμα στους μεγάλους: Η ελπίδα, η αισιοδοξία και η αλληλεγγύη μπορούν να νικήσουν το κακό!

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ελληνοεκδοτική 
Συγγραφέας: Γιώργος Μπουμπούσης
Εικονογράφος: Θανάσης Γκιόκας
Σελίδες: 145 
1η έκδοση: Δεκ. 2012 
ISBN: 978-960-5630-12-6
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Ανάλυση από άλλα ιστολόγια εδώ κι εδώ 
Διαβάστε απόσπασμα του βιβλίου εδώ προβολή στο fb εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Ελληνοεκδοτική για την δωρεά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη της τάξης μας!

Κριτική
Μια φρεσκότατη σχολική ιστορία με θέμα που καίει: Την οικονομική κρίση! Η γραφή του (βραβευμένου) Γιώργου Μπουμπούση είναι απλή, η πένα του ευγενική και η γλώσσα του σαφής, ενώ το πρώτο πρόσωπο κάνει το κείμενο άμεσο και ζωντανό. Το μέγεθος των κεφαλαίων δεν κουράζει, καθώς φτάνει το πολύ τις 7-8 σελίδες, ενώ σχεδόν σε κάθε δεύτερη από αυτές συναντάμε μικρά (ασπρόμαυρα) συνοδευτικά σκίτσα που βοηθούν το μάτι να ξαποστάσει. Κάτι ωστόσο που μπορεί να αποδειχθεί προβληματικό, είναι πως το έργο λιμνάζει αρκετά γύρω από το ίδιο θέμα (με τα συνολικά 24 του κεφάλαια) και ελλείψει συγκλονιστικών εξελίξεων, ανατροπών, κλπ., οι λιγότερο έμπειροι αναγνώστες, ίσως χρειαστούν βοήθεια για να το ολοκληρώσουν. Προσοχή ίσως χρειαστεί επίσης στη μεταχείριση του βιβλίου, καθώς οι σελίδες του είναι λεπτές και τσακίζουν εύκολα.
 
Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε μαθητές Ε', Στ' τάξης αλλά και γυμνασίου, ενώ αποσπάσματά του μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αφόρμηση για να συζητήσουμε για την κρίση σε οποιαδήποτε τάξη.
Το θέμα είναι πολύ επίκαιρο, με το πρόβλημα να προσεγγίζεται από διάφορες πλευρές, αλλά κυρίως υπό την οπτική των παιδιών: Η κρίση στα μάτια τους είναι κάτι κακό που αφήνει τους γονείς χωρίς δουλειά και περιορίζει τις βόλτες και τα δώρα, είναι ένα τέρας που υποχρεώνει την οικογένεια να μετακομίσει και τα φιλαράκια να αποχωριστούν μεταξύ τους, είναι ο εχθρός που καλύπτει τα πάντα με τη σκόνη της μιζέριας και τρυπώνει ύπουλα ακόμα και στα όνειρα, κάνοντας μικρούς και μεγάλους να βλέπουν εφιάλτες. Υπάρχει άραγε τρόπος να νικηθεί η λερναία κρίση; (η απάντηση μετά το απόσπασμα)

Δεν μπορώ να κρύψω πόσο χάρηκα, όταν διαπίστωσα ότι στο βιβλίο γίνεται αναφορά στη χρήση των νέων τεχνολογιών -επιτέλους- όχι ως κάτι το αποκομμένο από την πραγματικότητα, όπως συνέβαινε με συγγραφείς μη εξοικειωμένους με το αντικείμενο, αλλά ως καθημερινό εκπαιδευτικό εργαλείο. Συναντάμε έτσι μαθητές που χρησιμοποιούν άφοβα -και χωρίς κάποιο μυστηριακό πέπλο δέους- το Skype (σ. 23) για να επικοινωνήσουν με την ξενιτεμένη τους συμμαθήτρια. Τι πιο απλό και φυσικό;

Ολοκληρώνοντας, να καταθέσω ότι προσωπικά δεν με έπεισε ο ρόλος του αφηγητή ως μικρού μαθητή της Δ', αφού από τη μία δεν μπορεί να καταλάβει απλές συζητήσεις των μεγάλων και αγνοεί λέξεις όπως η κρίση, ενώ από την άλλη μπορεί να παίρνει απόσταση από τα γεγονότα, να χρησιμοποιεί θεωρητικό λόγο και να καταλήγει σε συμπεράσματα που χρειάζονται αναλυτική σκέψη, οξυδέρκεια και εμπειρία (π.χ. σ. 27).

Αξίες - Θέματα
Εκπαίδευση, Οικογένεια, Οικονομική Κρίση, Δραστηριοποίηση, Αλληλεγγύη, Χριστούγεννα, Πάσχα

Εικονογράφηση
Απόσπασμα 
Οι γιορτές πέρασαν γρήγορα. Όσο διαφορετικά κι αν ήταν τα φετινά Χριστούγεννα, δεν έπαυαν να είναι Χριστούγεννα.

- Λοιπόν, πώς περάσατε φέτος; Μας ρώτησε ο δάσκαλός μας την πρώτη ημέρα μετά τις διακοπές.

- Καλαααααά, κύριε! Απαντήσαμε όλοι με μια φωνή.

- Έγινε τίποτα ξεχωριστό που πρέπει να μάθω;

Ο Κυριάκος σήκωσε το χέρι του.
- Ο Άγιος Βασίλης υπάρχει, κύριε, και νικάει την κρίση.

Ο δάσκαλος κούνησε καταφατικά το κεφάλι και με το χαμόγελό του άφησε τον Κυριάκο να συνεχίσει.

- Του είχα γράψει να βρει δουλειά ο μπαμπάς ή η μαμά κι εκείνος διάβασε το γράμμα μου. Τη μαμά την πήρανε πωλήτρια σε έναν φούρνο, κύριε, μέσα στις γιορτές. Κι επειδή ήταν πολύ καλή στη δουλειά, της είπαν ότι θα την κρατήσουν.

- Αυτό είναι πολύ καλό νέο, Κυριάκο! Μπράβο!
Αναφώνησε ο δάσκαλος.

Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πολύ άσχημα που δεν είχα ζητήσει κι εγώ κάτι παρόμοιο για τη δική μου τη μαμά. Αντί για αυτό, είχα γράψει ένα γράμμα για το τηλεκατευθυνόμενο αγωνιστικό αυτοκίνητο που ήθελα εδώ και καιρό. Έπρεπε, τώρα, να περιμένω μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα.

Είμαι χαζός, είπα από μέσα μου. Μόνο τον εαυτό μου σκέφτομαι!

Ο δάσκαλος έκανε ένα γύρο στην τάξη και μας ρώτησε αν τα Χριστούγεννα τα περάσαμε όπως τις προηγούμενες χρονιές.
- Ήταν διαφορετικά, του απάντησαν κάποιοι συμμαθητές μου.

- Δηλαδή;

- Δηλαδή κύριε, πήρε το λόγο η Σίσσυ, ένα στρουμπουλό κοριτσάκι με γυαλιά, εμείς μείναμε όλες τις διακοπές σπίτι. Άλλες χρονιές πηγαίναμε στη θεία μου, στον Βόλο. Φέτος, όμως, «η κρίση δεν μας άφησε». Έτσι είπε ο μπαμπάς.

Τότε ήταν που σήκωσε το χέρι η Καλλιόπη. Η Καλλιόπη είχε έρθει φέτος στην τάξη μας από τον Πύργο. Ο μπαμπάς της είχε χάσει τη δουλειά του κι ένας συγγενής τους τον έβαλε εργάτη σε ένα εργοστάσιο παρασκευής χαρτιού στην Αθήνα.

- Έλα, Καλλιόπη μου, πες μου.

- Κύριε, μίλησε χαμηλόφωνα εκείνη σαν να ντρεπόταν, υπάρχει περίπτωση ο Άγιος Βασίλης να μην πήρε το γράμμα μου;

Οι περισσότεροι γυρίσαμε και την κοιτάξαμε.

- Τι εννοείς, Καλλιόπη; Ρώτησε ο δάσκαλος.

- Εμένα, κύριε, δεν μου έφερε κανένα δώρο φέτος τα Χριστούγεννα.

- Κανένα; Κάναμε όλοι σαν να ήμασταν σε χορωδία.

- Κανένα, απάντησε εκείνη.

- Τίποτα; Ούτε ένα τόσο δα αρκουδάκι; Ρώτησε η Αλίκη.

- Τίποτα…

Ο δάσκαλος κάθισε στην έδρα και μας κοίταξε.
- Αχ, παιδιά μου, αυτό είναι κάτι που δεν σας το είπα. Ξέρετε, ο Άγιος Βασίλης έχει τόσα πολλά δώρα να μοιράσει σε ένα μόνο βράδυ, που καμιά φορά μπορεί να ξεχάσει κάποιο παιδάκι.

- Λέτε να έχασαν το γράμμα της Καλλιόπης στο ταχυδρομείο; Ρώτησα εγώ.

- Πολύ πιθανό. Επειδή όμως εγώ ήμουν εκείνος που ταχυδρόμησα τα γράμματά σας στον Άγιο Βασίλη, θα πάω ο ίδιος προσωπικά στο ταχυδρομείο να δω τι έχει συμβεί. Μην ανησυχείς, Καλλιόπη μου. Θα βρούμε τη λύση.

Ένα χαμόγελο σαν ουράνιο τόξο σχηματίστηκε στο πρόσωπο της Καλλιόπης.
- Αλήθεια λέτε, κύριε;

- Αλήθεια λέω.

Μετά από τρεις ημέρες ο δάσκαλός μας ήρθε στην τάξη κρατώντας ένα κουτί.
- Παιδιά, σήμερα έχω ένα ευχάριστο νέο, μας είπε.

Ύστερα γύρισε στην Καλλιόπη.
- Τα πράγματα έγιναν όπως τα είπε ο Νικηφόρος. Το ταχυδρομείο άργησε να στείλει το γράμμα σου και γι’ αυτό ο Άγιος Βασίλης σου στέλνει το δώρο καθυστερημένα.

- Δεν πειράζει, κύριε, δεν πειράζει.
Τον αγαπάω έτσι κι αλλιώς!

Η Καλλιόπη πήρε το κουτί και το άνοιξε.
- Ναι, αυτό ήθελα! Αυτό ακριβώς έγραφα μέσα στο γράμμα που σας έδωσα να ταχυδρομήσετε! Την κούκλα «Μελένια – Γοργόνα» !!!

Ο δάσκαλος χαμογέλασε και είπε:
- Κάλλιο αργά παρά ποτέ! αμέσως μετά μας ζήτησε να βγάλουμε τα τετράδια της ορθογραφίας.

 
Προβληματισμοί για συζήτηση   
Μισοάδειο; Μισογεμάτο; ή εντελώς γεμάτο μέχρι τη μέση;
Η συνταγή που δίνεται για να χτυπήσουμε την κρίση δεν είναι μαγική και δεν είναι μία, αλλά ποικίλλει, ανάλογα με την περίπτωση και τη θέση στην οποία βρίσκεται ο καθένας. Για παράδειγμα, "νικούν" την κρίση οι επιχειρηματίες που μειώνουν τις τιμές σαν τον κυρ Θόδωρο (σ. 124), οι τοπικοί άρχοντες όταν στολίζουν την πόλη περισσότερο απ'όσο τη φρόντιζαν πριν (σ.29), οι νέοι όταν χρησιμοποιούν την τεχνολογία (σ.23), οι συγγενείς και οι φίλοι όταν αλληλοβοηθούνται... Κοινός παρονομαστής σε κάθε επίπεδο, το χαμόγελο και η αισιοδοξία (τα όπλα του Άι Βασίλη σ.27), ή αλλιώς η θετική στάση απέναντι στα εμπόδια, που προσωπικά μου θύμισε λίγο την οπτιμιστική νοοτροπία του καλότυχου δράκοντα Φούχουρ

Τι καταλαβαίνει κανείς ήδη από τα πρώτα κεφάλαια; Ότι προβλήματα έχουμε όλοι, και πως δεν βοηθάει να τα κρύβουμε για να μην μας λυπούνται οι φίλοι (σ. 16). Αντιθέτως, βγάζοντας όσα μας απασχολούν στο φως κι εκφράζοντας τις φοβίες μας μέσα από την τέχνη (σ.43, σ.50) μπορεί ως ένα βαθμό να καταφέρουμε να τα αντιμετωπίσουμε. Και για να μην ξεχνιόμαστε: σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει λόγος να ντρεπόμαστε να ζητήσουμε βοήθεια από τους φίλους μας.

Ας προσπαθούμε λοιπόν να μη σκεφτόμαστε τι χειρότερο θα συμβεί αύριο, αλλά τι καλύτερο μπορούμε να κάνουμε εμείς σήμερα (σ.45), όπως προτείνει -με μια δόση έμμεσου διδακτισμού- ο συγγραφέας. Σε παρόμοιο επιμύθιο καταλήγει και το παραμύθι της γιαγιάς Αγγέλως, που διηγείται η θεία Καίτη στο μικρό Νικηφόρο (σ.101) "Να χαίρεσαι την κάθε μέρα και να μη στεναχωριέσαι γι'αυτά που θα 'ρθουν...". 
Αμάδες Χίου, το χωριό της γιαγιάς Αγγέλως
Oh captain, my captain
Ο κύριος Αντώνης, ο δάσκαλος του Νικηφόρου, παρουσιάζεται ως ο παιδαγωγός που θα θέλαμε όλοι να είμαστε (ή να έχουμε). Αστείρευτα δημιουργικός, υπομονετικός, με καλή καρδιά, ταλέντο, μεράκι και σωστή μεθοδολογία: Συζητάει με τα παιδιά, τα εμπνέει να πάρουν πρωτοβουλίες και τα καθοδηγεί, βοηθώντας τα να σκεφτούν τα ίδια δημιουργικές λύσεις στα ζητήματα που τα απασχολούν. Επεμβαίνει όταν και όπου χρειάζεται, έχοντας στο μυαλό του ταυτόχρονα το δέντρο και το δάσος. Για παράδειγμα, να τι συμβαίνει στο κεφάλαιο 13: Στο παιχνίδι των ευχών που διοργανώνεται, ένας μαθητής ζητάει για δώρο ένα ακριβό παιχνίδι. Ο κύριος Αντώνης, παρότι ήδη διαθέτει τα χρήματα για να του το αγοράσει, αφήνει τους συμμαθητές του να συγκεντρώσουν με πρωτοβουλία τους ένα ποσό από το χαρτζιλίκι τους, για να τους εκπαιδεύσει στον αλτρουισμό. Ήθελα να δω αν μπορείτε να θυσιάσετε κάτι δικό σας, για να κάνετε τον άλλο ευτυχισμένο (σ.72), τους δικαιολογείται έπειτα, και αγοράζει το παιχνίδι.
Χρήση στην Τάξη  
Το βιβλίο μάς προσφέρει μια πρώτης τάξεως αφορμή να συζητήσουμε στην τάξη για την κρίση, το πώς έχει επηρεάσει τον καθένα μας και με ποιους τρόπους μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε. Δεν είναι βέβαια απαραίτητο να καταλήξουμε σε κάποια μεγάλη δράση όπως το θεατρικό της τάξης του Νικηφόρου... άλλωστε κάτι τέτοιο προϋποθέτει συνθήκες που δεν συναντάμε εύκολα σε κάθε σχολείο: Πρόθυμο διευθυντή, γονείς που να συμμετέχουν με ενθουσιασμό, χρήματα για στολές και σκηνικά, συνεργάσιμους εκπαιδευτικούς απ' όλες τις ειδικότητες και κυρίως διάθεση για εθελοντική εργασία...

Μπορούμε ωστόσο να καταλήξουμε σε κάποια δραστηριότητα ενημέρωσης μαθητών και γονέων και να προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε μια διαφορετική προσέγγιση αντιμετώπισης των προβλημάτων που προκύπτουν καθημερινά: σε θετικότερη βάση και ενεργοποιώντας πρακτικές αλληλεγγύης.

Τελικά, επηρεασμένοι από το βιβλίο αλλά και σεβόμενοι την οικονομική κατάσταση των περισσότερων μαθητών, αποφασίσαμε φέτος να μην νοικιάσουμε στολές για τη γιορτή της 25ης Μαρτίου. Μεταποιήσαμε σεντόνια και άλλα υλικά που δεν χρειαζόμασταν και δημιουργήσαμε μ' αυτά δικές μας φορεσιές. Ανακαλύψαμε έτσι μια νέα διέξοδο για τη δημιουργικότητά μας, χρωματίσαμε τη γιορτή με την προσωπική μας πινελιά, και δώσαμε στους γονείς έναν επιπλέον λόγο να είναι υπερήφανοι για τα παιδιά τους!
Οι Σουλιώτισσες ράβουν φουστανέλες και ο Codrington επωμίδες!


Share/Bookmark

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Ιστορία Χωρίς Τέλος

Υπόθεση
Ο 10χρονος Μπάστιαν Μπάλταζαρ Μπουξ μπαίνει κυνηγημένος από συμμαθητές του σ' ένα βιβλιοπωλείο και κλέβει ένα βιβλίο με τίτλο "Ιστορία Χωρίς Τέλος". Κρυμμένος λίγο μετά στη σοφίτα του σχολείου του, ξεκινά να το διαβάζει και γρήγορα διαπιστώνει ότι δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη περιπέτεια... Η ιστορία φαίνεται πως με κάποιο μυστηριώδη τρόπο αλληλεπιδρά μαζί του και τον καλεί να συμμετάσχει σε αυτή, ως σωτήρας του κόσμου των παραμυθιών! Ο Μπάστιαν αποφασίζει να βοηθήσει τους ήρωες και να γίνει μέρος του μυθιστορήματος... τι τον περιμένει όμως μέσα σε αυτό; και θα καταφέρει άραγε μετά το τέλος της περιπέτειας να επιστρέψει σπίτι του;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Μίχαελ Έντε (Michael Ende)
Μετάφραση: Ρένα Καρθαίου, Λίζα Λάμπρου
Τίτλος πρωτοτύπου: Die Unendliche Geschichte
1η έκδοση: 1979 (στα ελληνικά 1985)
ISBN: 978-960-702-100-7
Σελίδες: 453
Τιμή: περίπου 14 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: E', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Πρόκειται για ένα από τα πιο επιτυχημένα (και αγαπημένα) παιδικά βιβλία όλων των εποχών: πολυβραβευμένο, με μεταφράσεις σε δεκάδες (45) γλώσσες και μεταφερμένο σε κινηματογραφική ταινία, τηλεοπτική σειρά, κινούμενο σχέδιο, θεατρικό έργο, ηλεκτρονικά παιχνίδια, ποπ τραγούδι, ακόμα και στην όπερα... Ως προς το είδος, θα το χαρακτηρίζαμε επική περιπέτεια φαντασίας με φιλοσοφικές προεκτάσεις. Η μετάφραση των Καρθαίου/ Λάμπρου είναι πολύ καλή, σε απλή γλώσσα και με ξεκάθαρη έκφραση, που όμως παράλληλα δεν αφήνει την ποιητικότητα του κειμένου να χαθεί. Η εικονογράφηση (πιστή στο πρωτότυπο) περιορίζεται δυστυχώς μόνο στην πρώτη σελίδα κάθε κεφαλαίου και δεν συμμετέχει ιδιαίτερα ενεργά. Η επιμέλεια της συγκεκριμένης έκδοσης είναι αρκετά προσεγμένη, με ανάγλυφο εξώφυλλο, πρωτογράμματα σε κάθε κεφάλαιο και το χρώμα του κειμένου να γίνεται πότε καφέ -όταν αυτό αναφέρεται στον πραγματικό κόσμο- και πότε πράσινο -όταν αναφέρεται στον κόσμο της Φαντασίας. Το βιβλίο χωρίζεται σε 27 κεφάλαια με περίπου 15 πυκνογραμμένες σελίδες το καθένα. Όσοι αγαπούν το διάβασμα ας μη φοβηθούν να το ξεκινήσουν, είναι πολύ πιθανό μέσα από τις σελίδες του να πραγματοποιήσουν ένα αξέχαστο ταξίδι.

Θεωρείται από πολλούς ένα από τα βιβλία που αξίζει να διαβάσει κάθε παιδί στη ζωή του και δεν έχουμε λόγο να διαφωνήσουμε. Δυστυχώς όμως ο όγκος του και τα φιλοσοφικά μηνύματα που περιέχει, δεν μας επιτρέπουν να το προτείνουμε σε μαθητές από μικρότερες τάξεις.
Δεν μπορώ να σκεφτώ κείμενο που να εξυπηρετεί τη φιλαναγνωσία με πιο ηρωικό τρόπο. Η ιστορία του Έντε μιλάει για το ξεχωριστό ταξίδι που πραγματοποιεί κάθε αναγνώστης διαβάζοντας ένα βιβλίο, για τον φανταστικό κόσμο που γεννιέται μόλις ανοίξουμε ένα εξώφυλλο, αλλά και για το πώς κάθε ανάγνωσμα μας δίνει την ευκαιρία να προσεγγίσουμε τον «πραγματικό» μας εαυτό ταυτιζόμενοι με τους «μη πραγματικούς» χαρακτήρες, κάτι που ίσως μετασχηματίζει κάθε βιβλίο σε ένα είδος πλατωνικού σπηλαίου. 

Η Ιστορία χωρίς τέλος είναι ακόμη ένα κάλεσμα προς τους αναγνώστες να γίνουν δημιουργοί του δικού τους κόσμου, λογοτεχνικού ή πραγματικού. Η προτροπή/εντολή «Κάνε ό,τι θέλεις», αν δεν αφορά μόνο όποιον αποφασίζει να γράψει, αλλά και όποιον αποφασίζει συνειδητά να ζήσει, μας θέτει προ των ευθυνών μας για οτιδήποτε πράττουμε, παραλείπουμε ή αφήνουμε να μας συμβεί στην καθημερινότητά μας.

Θα μπορούσαμε επίσης να χαρακτηρίσουμε την ιστορία ως τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» της Παιδικής Λογοτεχνίας. Όχι μόνο για το επικολυρικό του πράγματος, αλλά και επειδή τα στοιχεία που θυμίζουν την τριλογία του Tolkien δεν είναι λίγα. Με μια πρώτη μόνο ματιά παρατηρούμε:  
- Την (παράξενη) συντροφιά των ηρώων που διασχίζει την Ονειροφαντασία με σκοπό τη σωτηρία του κόσμου. 
- Τη μαγική ΛΑΜΠΗΔΟΝΑ που (στη θέση του δαχτυλιδιού) προσφέρει μοναδικά χαρίσματα στον ιδιοκτήτη της, αλλά και γίνεται αιτία να αποξενωθεί ο ήρωας από τους φίλους του. 
- Το κακό που αναζητάει τον ήρωα στέλνοντας μια σκιά που οσμίζεται και ουρλιάζει (σ.51)
- Την αιώνια πάλη του καλού και του κακού, που χωρίζει τον κόσμο σε δύο μεγάλα στρατόπεδα και φέρνει τους στρατούς τους σε σύγκρουση.
- Την δημιουργία πολιτισμών από ξεχωριστά πλάσματα με μοναδικές ιδιότητες, πρωτότυπες γλώσσες, ιδιαίτερα παλάτια, κλπ.
- Τα μαγικά αντικείμενα που συνοδεύουν τον ήρωα, όπως το σπαθί που λαμπυρίζει στον κίνδυνο ή ο πανάλαφρος μανδύας.
- Ομοιότητες σε δευτερεύοντες χαρακτήρες, όπως τα δέντρα που μιλάνε και κινούνται, η κακιά αράχνη που παραμονεύει στο βουνό, κ.ά.
Το The Lord of the Rings του J.R.R. Tolkien προηγήθηκε ως βιβλίο (1954) της Ιστορίας χωρίς Τέλος,
μεταφέρθηκε όμως στον κινηματογράφο πολύ αργότερα (2001) από εκείνη (πηγή)
Η Ιστορία Χωρίς Τέλος έχει εμπνεύσει τρεις ομώνυμες κινηματογραφικές παραγωγές: το 1984, 1990 και 1994. Η πιο κοντινή στο βιβλίο είναι η πρώτη (που αναφέρεται στο πρώτο μισό της ιστορίας), και έκανε πολλά παιδιά της εποχής να τρέξουν στο βιβλιοπωλείο για να το διαβάσουν. Ακόμα κι αυτή ωστόσο, άλλαζε αρκετά στοιχεία (π.χ. δεν εμφανίζονται ποτέ η Υγκραμούλ ή ο γέρος στο όρος του Πεπρωμένου, το Μαντείο του Νότου έχει δύο μόνο πύλες, κ.ά.) σε βαθμό που ο συγγραφέας παραπονέθηκε και ζήτησε η ταινία να αλλάξει όνομα, κάτι που τελικά δεν συνέβη. 

Αξίες - Θέματα
Αυτογνωσία, Φαντασία, Φιλαναγνωσία, Φιλία, Αγάπη, Διαφορετικότητα, Αλαζονεία, Γενναιότητα, Οικογένεια, Μαγεία, Περιπέτεια, Σχολικός Εκφοβισμός.

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Οι ηλιαχτίδες έπεφταν λοξά μέσ’ από τα μαύρα σύννεφα,
την ώρα που ξεκινούσαν εκείνο το πρωινό. Η βροχή κι
ο άνεμος είχαν πια καταλαγιάσει. Στη διάρκεια του πρωινού
βρήκαν τους ταξιδιώτες ακόμα δυο τρεις δυνατές,
αλλά σύντομες νεροποντές, σιγά σιγά, όμως, άρχισε
ο καιρός να καλυτερεύει κι είχε γλυκάνει κάπως.

Οι τρεις ιππότες ήταν στα κέφια τους, αστειεύονταν,
γελούσαν κι έκαναν φάρσες ο ένας στον άλλο.
Ο Μπάστιαν, όμως, προχωρούσε σιωπηλός πάνω στη Γίχα.
Κι οι τρεις ιππότες τον σέβονταν, φυσικά, πάρα πολύ για
να διακόψουν τις σκέψεις του.
Ο βραχότοπος που διέσχιζαν ήταν ακόμα εκείνο το ίδιο
οροπέδιο, που θαρρείς πως δεν είχε τελειωμό. Μόνο τα δέντρα
άρχιζαν να γίνονται σιγά σιγά πιο πυκνά κι όλο και ψηλότερα.
Ο Ατρέγιου, που – όπως το συνήθιζε- πετούσε πολύ πιο μπροστά
από τους άλλους για να κάνει αναγνώριση της περιοχής απ’ όλες
τις μεριές, είχε παρατηρήσει από τη στιγμή που ξεκίνησαν την
περισυλλογή του Μπάστιαν. Ρώτησε, λοιπόν, τον Καλότυχο Δράκοντα
τι θα μπορούσε να κάνει για να φτιάξει τα κέφια του φίλου του.
Ο Φούχουρ στριφογύρισε τα ρουμπινένια μάτια του και είπε:
- Αυτό είναι απλό. Από καιρό δεν ήθελε να ταξιδέψει καβάλα στη ράχη μου;

Λίγη ώρα αργότερα η μικρή συντροφιά έστριψε πίσω από κάτι
βράχους, όπου τους περίμενε ο Ατρέγιου κι ο Καλότυχος Δράκοντας.
Κι οι δυο τους είχαν ξαπλώσει με απόλαυση στον ήλιο και κοίταζαν
τους ταξιδιώτες μέσα από τα μισόκλειστά τους βλέφαρα.
Ο Μπάστιαν σταμάτησε και τους κοίταζε.
- Κουραστήκατε; ρώτησε.
- Όχι, καθόλου, αποκρίθηκε ο Ατρέγιου. Ήθελα μόνο να σε ρωτήσω
αν μ’ αφήνεις ν’ ανεβώ για λίγη ώρα στη Γίχα. Δεν έχω καβαλήσει
ποτέ μουλάρι. Θα πρέπει να είναι πολύ ωραίο γιατί, καθώς βλέπω,
εσύ δεν το βαριέσαι ποτέ. Θα μου έκανες κι εμένα αυτή τη χάρη,
Μπάστιαν; Εγώ στο αναμεταξύ θα σου δανείσω τον παλιό μου φίλο Φούχουρ.

Τα μάγουλα του Μπάστιαν κοκκίνισαν από ευχαρίστηση.
- Αλήθεια, Φούχουρ; ρώτησε. Θα με πάρεις στην πλάτη σου;
- Μ’ όλη μου την καρδιά, μεγάλε μου σουλτάνε! φώναξε ο Φούχουρ
κι έκλεισε παιχνιδιάρικα το μάτι του. Ανέβα και κρατήσου καλά!
Ο Μπάστιαν κατέβηκε από τη ράχη του μουλαριού και μ’ έναν πήδο
βρέθηκε στη ράχη του Φούχουρ. Κρατήθηκε καλά από την ασημένια
χαίτη του κι ο Δράκοντας ανέβηκε στους αιθέρες.

Ο Μπάστιαν θυμόταν ακόμα καλά πώς περνούσε από την Έρημο
των Χρωμάτων καβάλα πάνω στον Γκραογκραμάν. Αλλά το να ταξιδεύεις
μ’ έναν άσπρο Καλότυχο Δράκοντα ήταν πάλι κάτι άλλο.
Αν το τρελό πέρασμα καβάλα στο μεγάλο και δυνατό πύρινο λιοντάρι
ήταν σαν μια μέθη, σαν μια φωνή, αυτό το απαλό σκαμπανέβασμα
πάνω στο λυγερό κορμί του Δράκοντα έμοιαζε με τραγούδι,
μια τρυφερό και γλυκό και μια δυνατό κι ολόλαμπρο.

Και προπάντων, όταν ο Φούχουρ, γρήγορος σαν αστραπή, σχημάτιζε
κορδέλες που έκαναν τη χαίτη του, τα γένια του και τα μακριά κρόσια των μαλλιαρών του ποδιών να πετάγονται σαν άσπρες φλόγες, έμοιαζε το πέταγμά του σαν ουράνιο τραγούδι των αιθέρων. Ο ασημένιος μανδύας του Μπάστιαν ανέμιζε πίσω του και λαμποκοπούσε στο φως του ήλιου σαν ένα κυνηγητό από χιλιάδες σπίθες.

Κατά το μεσημέρι προσγειώθηκαν κοντά στους άλλους,
που είχαν κατασκηνώσει στο μεταξύ σ’ ένα μικρό οροπέδιο,
όπου κελάρυζε ένα ρυάκι. Κρεμασμένο πάνω στη φωτιά άχνιζε
κιόλας το καζάνι με τη σούπα κι είχαν και τηγανίτες. Τ’ άλογα
και το μουλάρι στέκονταν λίγο παράμερα σ’ ένα λιβάδι κι έβοσκαν.

Έπειτα από το φαγητό οι τρεις ιππότες αποφάσισαν να πάνε να
κυνηγήσουν. Οι προμήθειές τους κόντευαν να τελειώσουν και
κυρίως το κρέας. Στο δρόμο, καθώς έρχονταν, είχαν ακούσει
φασιανούς να φωνάζουν μέσα στους θάμνους. Και φαινόταν πως
υπήρχαν και λαγοί. Ρώτησαν τον Ατρέγιου αν ήθελε να πάει μαζί
τους, γιατί το δίχως άλλο, μια που ήταν Πρασινόδερμος, θα ‘πρεπε
να ‘χε πάθος με το κυνήγι. Αλλά ο Ατρέγιου τους ευχαρίστησε για
την πρότασή τους κι αρνήθηκε.
Έτσι οι τρεις ιππότες πήραν τα τόξα τους, κρέμασαν τις φαρέτρες
με τα βέλη στην πλάτη και μπήκαν στο κοντινό δασάκι.

Ο Ατρέγιου, ο Φούχουρ κι ο Μπάστιαν έμειναν μόνοι.
Έπειτα από μια μικρή σιωπή, ο Ατρέγιου πρότεινε:

- Τι θα’λεγες, Μπάστιαν, να μας διηγηθείς πάλι καμιά ιστορία
για το δικό σου κόσμο;
- Και σαν τι θα θέλατε να σας πω; ρώτησε ο Μπάστιαν.
- Εσύ τι λες, Φούχουρ; στράφηκε ο Ατρέγιου στον Καλότυχο Δράκοντα.
- Εγώ θα ‘θελα ν’ ακούσω κάτι για τα παιδιά στο σχολείο σου, απάντησε ο Δράκοντας.
- Ποια παιδιά; ρώτησε με απορία ο Μπάστιαν.
- Αυτά που σε κορόιδευαν, εξήγησε ο Φούχουρ.
- Παιδιά που με κορόιδευαν; ξανάπε ο Μπάστιαν με ακόμα μεγαλύτερη απορία. Όσο για παιδιά δεν ξέρω τίποτα- και το δίχως άλλο κανένα δε θα τολμούσε να με κοροϊδέψει.
- Αλλά το ό,τι πήγαινες σχολείο, πρόσθεσε τώρα ο Ατρέγιου, αυτό θα το θυμάσαι, βέβαια, έτσι δεν είναι;
- Ναι, είπε ο Μπάστιαν σκεφτικός. Καλά λες, θυμάμαι κάποιο σχολείο.

Ο Ατρέγιου κι ο Φούχουρ αλληλοκοιτάχτηκαν.
- Το φοβόμουν αυτό, μουρμούρισε ο Ατρέγιου.
- Τι φοβόσουν;
- Έχεις πάλι χάσει ένα μέρος από τη μνήμη σου, απάντησε ο Ατρέγιου σοβαρά. Αυτή τη φορά θα είναι φαίνεται συνέπεια της μεταμόρφωσης των Άχαρων σε Τρελοπετούμενα. Δε θα ‘πρεπε να το είχες κάνει.

- Μπάστιαν Μπάλταζαρ Μπουξ, ακούστηκε τώρα ο Δράκοντας κι ο τόνος του ήταν σχεδόν επίσημος καθώς μιλούσε. Αν νομίζεις ότι η συμβουλή μου έχει κάποια αξία, τότε μη μεταχειριστείς από δω κι εμπρός τη δύναμη που σου δίνει η ΛΑΜΠΗΔΟΝΑ.
Αλλιώς κινδυνεύεις να χάσεις και τις τελευταίες σου αναμνήσεις. Και τότε πώς θα τα καταφέρεις να ξαναγυρίσεις εκεί απ’ όπου ήρθες;

- Να σου πω την αλήθεια, ομολόγησε ο Μπάστιαν έπειτα από λίγη σκέψη, δεν έχω και καμιά επιθυμία να ξαναγυρίσω εκεί! 
- Μα πρέπει να γυρίσεις! φώναξε ο Ατρέγιου τρομαγμένος. Πρέπει να γυρίσεις πίσω και να προσπαθήσεις να ξαναβάλεις σε τάξη τον κόσμο σου για να μας έρχονται πάλι άνθρωποι στην Ονειροφαντασία. Γιατί αλλιώς, νωρίς ή αργά, θα ξανακαταστραφεί κι όλα θα πάνε χαμένα!
Προβληματισμοί για Συζήτηση 
Το χρέος του δημιουργού
Διαβάζουμε στο βιβλίο (σ.453), ότι χρέος του ανθρώπου που θα ταξιδέψει μέχρι την Ονειροφαντασία, είναι στο γυρισμό του να μεταφέρει το Νερό της Ζωής και στους άλλους ανθρώπους. Διαβάζουμε επίσης (σ.288) ότι ο Σέξπιρ (Σαίξπηρ, Shakespeare, κλπ.) ταξίδεψε τα παλιά χρόνια στην χώρα αυτή. Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι οι ταξιδιώτες στη Φαντασία δεν είναι άλλοι από τους δημιουργούς, που επιστρέφοντας στην πραγματικότητα, δίνουν σε μας τους υπόλοιπους το έργο τους, και μέσα απ' αυτό τη συγκίνηση, τα δάκρυα (σ.447), το νερό της ζωής.

Είναι άραγε ανάγκη ο κάθε δημιουργός να κατασκευάσει έναν ολοδικό του κόσμο ξεκινώντας από το μηδέν, όπως περίπου κάνει ο Μπάστιαν στο δεύτερο μέρος του βιβλίου; Φυσικά και όχι, πρώτον γιατί το απόλυτα καινούριο όπως έχουμε ήδη συζητήσει δεν υπάρχει -η φαντασία βασίζεται σε έννοιες ήδη γνωστές- και δεύτερον γιατί ένα κείμενο χωρίς τίποτα γνώριμο μέσα του ίσως να μην μπορεί να συγκινήσει το ίδιο τους ανθρώπους. Έτσι, ο κάθε δημιουργός ταξιδεύει μέσα στα έργα των προηγουμένων όπως τα αντιλαμβάνεται και συνδυάζοντάς τα με τις εμπειρίες του, πλάθει τους νέους, δικούς του μύθους.

Αυτό άλλωστε κάνει και ο ίδιος ο Έντε. Πλάθει την "Ιστορία χωρίς Τέλος" μέσα από τα προσωπικά του βιώματα (οι επιρροές από την σουρεαλιστική τέχνη του πατέρα του είναι έντονες -δείτε την πόλη των Παλαιών Αυτοκρατόρων-, ενώ ακούγεται πως και η μορφή του Μπάστιαν ανήκει στον παιδικό του φίλο Willie που πέθανε από πνευμονία το 1937) δανείζεται όμως και στοιχεία από προγενέστερούς του δημιουργούς. Θυμίζουμε για παράδειγμα τον Μπάστιαν που δηλώνει στον κακό λύκο (σ.149) "είμαι ο Κανένας" για να προστατευτεί... ή τον Ατρέγιου που αντιστέκεται (σ.56) στην υπέροχη μελωδία των δέντρων - τραγουδιστών, η οποία μαγεύει όσους περνούν από κοντά τους... Μπορείτε να σκεφτείτε ποιος ποιητής ενέπνευσε τον Έντε να χρησιμοποιήσει αυτά τα στοιχεία στο βιβλίο του;

Έτσι λοιπόν επαναλαμβάνονται και εξελίσσονται οι ιστορίες στο πέρασμα του χρόνου. Ο Οδυσσέας ξαναγεννιέται ως Μπάστιαν και εκείνος με τη σειρά του δίνει τη σπίθα σε επόμενους περιπλανώμενους ήρωες, όπως τον Δομήνικο. Όσο αλλάζουμε ονόματα στην "Παιδική Αυτοκράτειρα", οι ιστορίες ζουν, ο κόσμος της Φαντασίας ανανεώνεται και τελικά βοηθά και τη δική μας πραγματικότητα να ισορροπήσει. - Γιατί στο ταξίδι της ζωής η φαντασία βαδίζει χέρι χέρι με την όραση. Οι εμπειρίες και οι γνώσεις είναι η μισή ζωή. Όλα αυτά για να ζήσουν πρέπει να τα αγγίξει το μαγικό ραβδί της φαντασίας. Στον ίσιο δρόμο μπορεί κανείς να δει μέχρι το τέλος του. Η φαντασία όμως μας είναι αναγκαία γιατί βλέπει πίσω από τις στροφές. (Σοφία Μαντούβαλου, Η Σταχτοπούτα της Εκπαίδευσης, Παιδική - Νεανική Λογοτεχνία: Το Μαγικό Ραβδί της Εκπαίδευσης, επιμ. Βάσω Οικονομοπούλου, Εκδόσεις Πατάκη 2003, σσ. 155-162)


Εσείς μπορείτε να σκεφτείτε ένα νέο όνομα για τον ήρωα της ιστορίας; Ποιες ιδιότητες θα είχε, τι εμπόδια θα συναντούσε και πώς άραγε θα κατάφερνε να τα ξεπεράσει;
Ο Αχόρταγος ή Πρόσεξε τι εύχεσαι
Από τη στιγμή που ο Μπάστιαν βρίσκεται μέσα στην Ονειροφαντασία, οδηγεί την εξέλιξη του μύθου μέσα από τις επιθυμίες του. Κάθε νέα επιθυμία φέρνει δημιουργία και έχει καλές ή κακές συνέπειες. Μόλις όμως πραγματοποιηθεί η κάθε ευχή, η χαρά της επίτευξης σβήνει και ο ήρωας γρήγορα συνηθίζει στο νέο του χαρακτηριστικό, σαν να το είχε από πάντοτε.

Έχετε παρατηρήσει πώς και εμείς φερόμαστε στα καινούρια μας δώρα; Πόση σημασία τους δίνουμε τον πρώτο καιρό και πώς αρνούμαστε να τα παραχωρήσουμε σε οποιονδήποτε άλλον; Γρήγορα όμως τα συνηθίζουμε, το βλέμμα μας στρέφεται σε κάτι νέο που θέλουμε να αποκτήσουμε και αρχίζουμε να το επιθυμούμε, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά.

Ο κύκλος αυτός της ανθρώπινης επιθυμίας δεν κλείνει ποτέ, ο χρόνος και οι πόροι μας όμως κάποτε τελειώνουν, γι' αυτό είναι σημαντικό να καταφέρουμε κάποια στιγμή να ελέγξουμε τις επιθυμίες μας. Να προσπαθήσουμε δηλαδή να επιδιώκουμε πράγματα ωφέλιμα για εμάς και τους άλλους ή δεξιότητες που μας ανοίγουν νέους ορίζοντες και μας προσφέρουν επιλογές. Μπορούμε άραγε να βρούμε αυτό που θέλουμε πραγματικά;

Ο Μπάστιαν ξεκινάει τις ευχές του με το βλέμμα στον καθρέφτη, επιθυμώντας να γίνει Όμορφος, έπειτα Δυνατός, στη συνέχεια Σκληραγωγημένος, και τέλος Θαρραλέος. Μόλις τα αποκτήσει όλα αυτά και δεν έχουν πλέον καμία σημασία, η προσοχή του στρέφεται λίγο μακρύτερα, στους άλλους: επιθυμεί να γίνει Αξιαγάπητος, Μεγάλος Ευεργέτης, Επικίνδυνος και έπειτα Σοφός. Νομίζοντας πως πλησιάζει στην κορυφή του κόσμου και επιδιώκοντας να τη αγγίξει, επιλέγει να γίνει Παιδικός Αυτοκράτορας (με δικούς μας όρους - Θεός). Η ύβρις όμως φέρνει την νέμεση και ο Μπάστιαν καταποντίζεται, χάνει τα πάντα. Ευτυχώς, όσο λιγότερες ευχές του απομένουν, τόσο τα "θέλω" του φαίνεται να ωριμάζουν: Επιθυμεί τώρα να Ανήκει κάπου, έπειτα να είναι απλώς ο Εαυτός του, και τέλος ανακαλύπτει την πραγματική του θέληση, επιθυμεί να μπορεί να Αγαπήσει (σ.419).

Εσείς τι θεωρείτε πιο σημαντικό; Μπορείτε να φτιάξετε μια λίστα με τις επιθυμίες που θα ζητούσατε να σας πραγματοποιήσει η Λαμπηδόνα;
Η εξουσία αλλοτριώνει
Κάθε νέα επιθυμία του Μπάστιαν τον κάνει ισχυρότερο, αλλά ταυτόχρονα τον απομακρύνει από τον πραγματικό του εαυτό. Τον βλέπουμε έτσι σιγά σιγά να αλλάζει χαρακτήρα και να γίνεται αλλαζονικός, απότομος, εχθρικός... ακόμα και προς τους φίλους του! Οι αρχαίοι Αθηναίοι, επειδή γνώριζαν πόσο επηρεάζει η εξουσία, έλεγχαν και άλλαζαν τους άρχοντές τους συχνά ώστε να μην διαφθείρονται, αλλά και τους εξοστράκιζαν, ώστε να μην μπαίνει σε περιπέτειες η Δημοκρατία. Στη νεότερη Ελλάδα, ο εθνικός μας ποιητής Σολωμός γράφει στον Ύμνο εις την Ελευθερίαν πως η Διχόνοια χρησιμοποιεί σαν όπλο της το σκήπτρο (στ.144-145), δηλαδή την εξουσία.

Υπάρχει άραγε τρόπος να μη μας επηρεάζει μια σημαντική θέση; Μάλλον όχι, αν κρίνουμε από τις προσφερόμενες επιλογές:

α) Φυγή. Όταν δηλαδή αποποιείται κανείς το αξίωμά του, όπως έκανε ο George Washington στη δεύτερη προεδρική του θητεία, αποσυρόμενος στο κτήμα του. Ας θυμηθούμε και όσα λέγεται πως είπε ο Μάρκος Μπότσαρης στο Μεσολόγγι, όταν έσκισε μπροστά σε όλους το δίπλωμα της αρχιστρατηγίας του:

"Σπαράζεται η καρδιά μου βλέποντας τους συμπατριώτες μου χωρισμένους, νομίζουν πως εγώ από εγωισμό επιθυμώ να τους διοικώ. Εμείς παρατήσαμε την πατρίδα μας και τώρα γυρεύουμε να αποκτήσουμε καινούρια. Σας ρωτώ: Μπορούμε να πετύχουμε όσο θα είμαστε χωρισμένοι; Εγώ πατριώτες μου, δε ζήτησα αξιώματα από τη διοίκηση ούτε αρχηγός σας διορίστηκα. Ένα βαθμό μου δώσανε. Τάχατες κι εσείς όλοι οι καπεταναίοι δεν είστε άξιοι να τον πάρετε; Για να σας αποδείξω πως δε με κατέχει κανένας εγωισμός και καμιά δίψα για μεγαλεία και πως είμαι εκείνος ο Μάρκος, που τον γνωρίσατε να πολεμάει στο πλευρό σας, να εδώ μπροστά σας σκίζω το δίπλωμα της στρατηγίας που μου στείλανε. Και σας ορκίζομαι πως κανένα άλλο αξίωμα δε θέλω από εκείνο που είχανε οι πρόγονοί μας, κι εσείς οι ίδιοι έχετε. Εμάς αδέρφια δεν μας απέμεινε τίποτα να μοιράσουμε ανάμεσά μας.Το μόνο κοινό που έχουμε είναι η τιμή και η δόξα. Να ο εχθρός μας περιμένει! Στον πόλεμο όπου θα ανοίξουμε μαζί του θα δοξαστεί και θα τιμηθεί εκείνος από μας, που θα σταθεί αληθινό παλικάρι"

β) Μη-Εξουσία. Ας δούμε πώς την περιγράφει ο συγγραφέας, αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο ασκεί τον ρόλο της η Παιδική Αυτοκράτειρα (σ.37-38) 

Η Παιδική Αυτοκράτειρα δεν εξουσίαζε, δε μεταχειριζόταν ποτέ ούτε βία, ούτε την ισχύ της. Δεν έδινε διαταγές και δεν καταδίκαζε κανέναν. Δεν είχε επιτεθεί ποτέ και πουθενά και καμιά φορά δεν της χρειάστηκε να αμυνθεί. Δεν είχε εχθρό, γιατί κανένας δεν το είχε καν σκεφτεί να ξεσηκωθεί εναντίον της ή να την πειράξει στο παραμικρό. Γι’ αυτή όλοι οι υπήκοοί της ήταν ίδιοι.
Μόνο υπήρχε, αλλά μ’ έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο.

Αυτή ήταν το κέντρο όλης της ονειροφαντασιακής ζωής. Και κάθε πλάσμα, καλό ή κακό, ωραίο ή άσχημο, σοβαρό ή αστείο, ανόητο ή σοφό, όλα μα όλα υπήρχαν γιατί υπήρχε αυτή. Χωρίς αυτή δε θα μπορούσε να υπάρχει τίποτα, όπως ακριβώς το ανθρώπινο σώμα δεν μπορεί να είναι ζωντανό χωρίς καρδιά.

Προφανώς το παράδειγμα της Παιδικής Αυτοκράτειρας δεν προσφέρεται για πρακτική εφαρμογή στη σημερινή εποχή, τουλάχιστον στον κόσμο των ανθρώπων, οπότε σηκώνω τα χέρια ψηλά.
Τὴν δὲ παρανομίαν ἐλευθερίαν, τὴν δὲ παρρησίαν ἰσονομίαν 
Το περιστατικό με τους Άχαρους, επαναφέρει το ζήτημα της χρησιμότητας των κανόνων στη ζωή μας, με πειστικό -ή λιγότερο πειστικό- τρόπο. 

Οι Άχαροι, τα κακάσχημα δυστυχισμένα σκουληκάκια, μπορεί να ένιωθαν απαίσια, να κρύβονταν διαρκώς για να μην τα δει το φως του ήλιου και να έκλαιγαν όλη την ώρα, ήταν όμως χρήσιμα στον κόσμο, αφού προσέφεραν στους Ασημουπολίτες τα όμορφα καλλιτεχνήματά τους. 

Μόλις ο Μπάστιαν εισακούει την ευχή τους και τα μεταμορφώνει (σ.296-7) σε Τρελοπετούμενα - Πανταγελούμενα, τα πρώην σκουληκάκια καταλαμβάνονται από πνεύμα ασυδοσίας και αρχίζουν να καταστρέφουν ό,τι βρουν, απλώς και μόνο επειδή τίποτα πλέον δεν τους απαγορεύεται. Αυτό προκαλεί πολύ αρνητική εντύπωση στον ευεργέτη τους και στους υπόλοιπους ταξιδιώτες, αλλά απ' ό,τι φαίνεται δεν αρέσει ούτε στους ίδιους τους Άχαρους.

Έτσι, προς το τέλος του βιβλίου (σ.434), ξαναπλησιάζουν τον Μπάστιαν και του ζητούν να επέμβει:

Θέλουμε να μας δίνεις διαταγές, να μας προστάζεις να κάνουμε κάτι, να μας αναγκάζεις να κάνουμε κάτι κι άλλα πάλι να μας τα απαγορεύεις. Θέλουμε η ύπαρξή μας να' χει κάποιο σκοπό!

Αλλά και ο ίδιος ο Μπάστιαν περνάει από δύσκολες καταστάσεις χάρη στην απόλυτη ελευθερία που του δίνει η οδηγία κάνε ό,τι θες που βρίσκεται γραμμένη πίσω από το μενταγιόν του.

Εσείς τι πιστεύετε; Μπορούμε άραγε να ζήσουμε σε μια κοινωνία χωρίς απαγορεύσεις; Περισσότερα για τη χρησιμότητα της τάξης και των νόμων θα δούμε στην ανάρτηση για τον Ροβινσώνα Κρούσο.
Ζεν
Η ΛΑΜΠΗΔΟΝΑ (AURYN στο πρωτότυπο) είναι ένα σύμβολο της αέναης αλληλεπίδρασης μεταξύ καλού και κακού, που θυμίζει αρκετά το ασιατικό Yin-Yang. Επιρροές από την Ανατολική Φιλοσοφία διαποτίζουν ολόκληρο το κείμενο, με τις έννοιες καλό και κακό, ωραίο και άσχημο, ανόητο και σοφό, να μην ξεχωρίζουν ως αντίθετοι πόλοι (σ.49) αλλά συχνά να μπερδεύονται μεταξύ τους. Αποκορύφωμα η φράση του λιονταριού της ερήμου Γκραογκραμάν (σ.236) τώρα βλέπω πως ο θάνατός μου δίνει ζωή κι ότι η ζωή μου φέρνει το θάνατο. Και τα δύο είναι καλά. Τώρα κατάλαβα το νόημα της ύπαρξής μου.

Έτσι, συναντάμε κακό που τελικά κάνει καλό, όπως το δάγκωμα του λύκου Γκμορκ, που σώζει τον Ατρέγιου από το να πέσει στο "Τίποτα". Συναντάμε όμως και καλό που κάνει κακό, όπως όταν ο Μπάστιαν "ευεργετεί" τους Άχαρους που στη συνέχεια καταστρέφουν ό,τι βρουν και τιμωρούν και τον ίδιο. Τελικά τι είναι σωστό και τι όχι; Ο συγγραφέας μας βοηθάει λίγο, γράφοντας πως σημασία έχει και ο χρόνος και η πρόθεση όταν κάνουμε κάτι καλό.

Μια και αναφερθήκαμε σε θρησκείες, να θυμίσουμε ότι ο Μπάστιαν ανάβει μια επτάφωτη λυχνία (σύμβολο του ιουδαϊσμού) για να φωτίσει τη σοφίτα και να μπορεί να διαβάσει το βιβλίο του. Η δοκιμασία αυτογνωσίας που απαιτεί ο δεύτερος πυλώνας στο Μαντείο του Νότου, θυμίζει την επιγραφή "γνώθι σαυτόν" στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς και παραπέμπει σε διάφορες πνευματικές σχολές, ενώ οι τίτλοι που αποδίδονται στον Μπάστιαν (σ.410 "Μεγάλος Γνώστης", "Ιππότης της Επτάφωτης Λυχνίας", κλπ.) παραπέμπουν στον τεκτονισμό.
ΚΔΟΑ
Ο Ατρέγιου παρατηρεί  πως Η ΛΑΜΠΗΔΟΝΑ, χωρίς να είναι παγίδα, σου ανοίγει το δρόμο και σου παίρνει το στόχο (σ.293). Με τι θα μπορούσαμε άραγε να παρομοιάσουμε το μαγικό μενταγιόν; Προσωπικά -και όπως πάντα αυθαίρετα-, θα δοκιμάσω να το παρομοιάσω με τη δύναμη της τεχνολογίας.

Αυτή, πραγματοποιεί σχεδόν κάθε ευχή του ανθρώπου: Τον βοήθησε να καθυποτάξει τη Φύση, να διασχίσει τις θάλασσες, να πετάξει ως το φεγγάρι... Πολλαπλασιάζει τη σωματική του δύναμη με τέτοιο τρόπο, ώστε το πάτημα ενός κουμπιού να του προσφέρει έργο που παλαιότερα θα απασχολούσε χιλιάδες ανθρώπους ή ζώα.

Κι όμως, μετά από αιώνες τεχνολογικής προόδου, και παρά την τεράστια (ποσοτικά) αυτή μηχανική δύναμη που διαθέτει ο άνθρωπος, η ποιότητα (επιδιωκόμενοι σκοποί, κίνητρα, ήθος) της κρίσης του δεν έχει βελτιωθεί ιδιαίτερα... για παράδειγμα, παρότι στις μέρες μας παράγονται (χάρη στην τεχνολογία) τρόφιμα ικανά να θρέψουν όλους τους ανθρώπους, υπάρχουν ακόμα παιδιά που εξακολουθούν να πεθαίνουν από την πείνα, καθώς τα τρόφιμα αυτά πετάγονται στα σκουπίδια ή γίνονται καύσιμα. Αντί να έχουμε αξιοποιήσει την τεχνολογική ισχύ για να σταματήσουμε τους πολέμους, κατασκευάζουμε όλο και πιο φοβερά όπλα, ικανά να εκμηδενίσουν το είδος μας, ενώ η αδικία μαστίζει αδιάκοπα τις κοινωνίες μας από τις πρώτες καταγραφές της ανθρώπινης δραστηριότητας μέχρι σήμερα.

Η Τεχνολογία μπορεί λοιπόν να μας ανοίγει το δρόμο και να αυξάνει την ποσότητα της δύναμής μας, καθώς όμως δεν καλλιεργούμε με αντίστοιχη ζέση την ποιότητα του πνεύματός μας, η ίδια μας η ισχύς μας μεθάει, μας τυφλώνει, μας παίρνει το στόχο. Μοιάζουμε έτσι με τον πανίσχυρο -αλλά θεόστραβο- Πολύφημο, περιφερόμενοι αδέξια μέσα στον χρόνο. 

Μήπως η λύση θα ήταν να "βγάλουμε τη Λαμπηδόνα"; να απαρνηθούμε την τεχνολογία (βλ. κίνημα Λουδιτών 1811-1813) και να επιστρέψουμε στις σπηλιές για να ξανασκεφτούμε ποιος πρέπει να είναι ο στόχος της παρουσίας  μας σ' αυτόν τον κόσμο; Προφανώς και όχι. Ίσως όμως θα μπορούσαμε να αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο στην μόρφωση και την πνευματική μας καλλιέργεια, να συμμετέχουμε σε φιλοσοφικές συζητήσεις για την πορεία και το μέλλον της ανθρωπότητας, και να ενδιαφερθούμε επιτέλους για την παραγκωνισμένη (στον αιώνα της ψηφιακής επανάστασης) ανθρώπινη ψυχή, βοηθώντας όπως μπορούμε τους ανίσχυρους συνανθρώπους μας.

Αν λοιπόν θεωρήσουμε πως ο Άνθρωπος φοράει τη Λαμπηδόνα, τότε εξακολουθεί να της ζητάει δύναμη, ομορφιά και αναγνώριση σαν έφηβος. Μοιάζει να βρισκόμαστε ακόμα στη μέση των ευχών, όπως ο Μπάστιαν μόλις ανακάλυψε το καινούριο του παιχνίδι. Ας ελπίσουμε να μη χρειαστεί η Νέμεση και η πτώση, για να ανοίξουμε επιτέλους τα μάτια μας.
Το έργο είναι τόσο μεγάλο και πυκνογραμμένο, που ακόμα και μια μακροσκελής, κουραστική ανάρτηση σαν την παρούσα, δεν μπορεί να αναφερθεί στο σύνολo των θεμάτων που περιλαμβάνονται. Αφήνουμε λοιπόν ασχολίαστα (προς το παρόν) αρκετά από τα μηνύματα που περιέχει... από τη χρησιμότητα της επιστημονικής έρευνας (που αναδεικνύεται μέσω του Εγγυβούκ), την υπεράσπιση της φιλίας ακόμα και ενάντια στους νόμους (που υποστηρίζει ο Ατρέγιου σ.312), την αντιμετώπιση κάθε αναποδιάς με πνεύμα αισιοδοξίας (ο καλότυχος δράκοντας Φούχουρ πιστεύει πάντα πως όλα θα πάνε καλά - σχετικές αναφορές σελ. 84, 145, 168, 312) μέχρι την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για τον λογοτεχνικό χρόνο και τη συνάντηση της σκέψης συγγραφέα - αναγνώστη, που μπορεί να γίνει με αφόρμηση δύο σημεία (σ. 196-7 και σ.238-9) της ιστορίας.


Χρήση στην τάξη
Το βιβλίο προσφέρει άφθονο υλικό για παιχνίδια και δραστηριότητες στην τάξη. Ενδεικτικά, οι μαθητές μπορούν διαβάζοντας συγκεκριμένα αποσπάσματα:
- να ζωγραφίσουν παράξενα όντα που περιγράφονται στο κείμενο (σ.314-316)
- να δημιουργήσουν δελτία ταυτότητας των χαρακτήρων
- να διαμορφώσουν δικές τους ιστορίες, αλλάζοντας την πλοκή
- να γεννήσουν νέους (ιδανικούς ή μη) κόσμους ξεκινώντας από το μηδέν
- να μιλήσουν με ομοιοκαταληξίες για να συνεννοηθούν με την Ουγιουλάλα (κεφ.7) ή να μελοποιήσουν τις ήδη υπάρχουσες στο κείμενο.
- να αντιγράψουν τα καλλιγραφικά γράμματα της εικονογράφησης, και με τη βοήθεια πηλού, αλουμινόχαρτου, κλπ. να προσπαθήσουν να τα κάνουν ανάγλυφα.
- να κατασκευάσουν ένα "Αλφάβητο" με τις σημαντικότερες λέξεις του κειμένου.
- να δραματοποιήσουν σκηνές που τους έκαναν εντύπωση μέσα στην τάξη.
- να κατασκευάσουν μια λίστα με επιθυμίες που θα ήθελαν να πραγματοποιήσουν αν είχαν στην κατοχή τους τη ΛΑΜΠΗΔΟΝΑ - - - να αφαιρέσουν από τη λίστα τις επίπλαστες και να εστιάσουν στις πραγματικές τους ανάγκες - - - να αναρωτηθούν τέλος, μήπως μπορούν να κάνουν πραγματικότητα αυτές τις ευχές χωρίς την παρέμβαση μαγικών αντικειμένων.

Share/Bookmark