Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες

Υποθέσεις
Στο βιβλίο περιέχονται 17 χριστουγεννιάτικα διηγήματα, το ένα λαϊκό και τα υπόλοιπα γραμμένα από σημαντικούς Έλληνες συγγραφείς. Οι τίτλοι και οι υποθέσεις συνοπτικά:

Παύλος Νιρβάνας, Το μοιρασμένο φλουρί - όπου μια οικογένεια αποφασίζει να δώσει στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα το φλουρί που έλαχε στο κομμάτι "του φτωχού".

Γρηγόριος Ξενόπουλος, Πλούτος και ευτυχία - όπου ένα παιδί αλλάζει την ευχή του, όταν στον ύπνο του καταλαβαίνει πως ο πλούτος δεν είναι το σπουδαιότερο αγαθό.

Δημοσθένης Βουτυράς, Παραμονή Πρωτοχρονιάς στον Πειραιά - όπου ένας νεαρός αφηγείται τα όσα κωμικά συνέβησαν όσο έλεγε τα κάλαντα με την παρέα του.

Κώστας Παρορίτης, Μπρος στην Ωραία Πύλη - όπου ένας ληστής αποφασίζει μετά την χριστουγεννιάτικη λειτουργία να επιστρέψει στον ίσιο δρόμο.

Στρατής Μυριβήλης, Ο Μανολάκης γυρεύει το Θεό - όπου ένα φτωχό αγόρι χάνει τη μητέρα του και έπειτα πεθαίνει από το κρύο, κουλουριασμένο έξω από ένα ξενοδοχείο, στο οποίο πραγματοποιείται ο χορός της Φιλανθρωπικής Εταιρείας. Η ψυχή του τριγυρίζοντας, γνωρίζει για λίγο τον απαίσιο -αλλά τόσο σικ- παράδεισο των "κατά νόμον δικαίων", που για θεό λατρεύουν τον Μαμωνά.

Γεώργιος Αθανάς, Τα χριστουγεννιάτικα τσαρούχια - όπου ένα αγόρι που εκπαιδεύεται ως τσαρουχάς, θέλει να επιστρέψει σπίτι του με παπούτσια για δώρο στους γονείς του, στο δρόμο όμως του τα κλέβουν.

Κωστής Μπαστιάς, Τα Χριστούγεννα του Θανάση Μερτίκα - όπου ένας 72χρονος μετανάστης στην Αμερική, βρίσκεται τυχαία μαζί με άλλους Έλληνες και αναθυμάται την μοναχική πορεία της ζωής του από το φτωχό χωριό του στην Ελλάδα, ως την εργασία στους σιδηροδρόμους και τις φάρμες των ΗΠΑ. Γίνεται αναφορά και στον πόλεμο του 1897 (σ.84-85).

Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη, Το πιο πολύτιμο δώρο - όπου η μικρή Νέλλη γίνεται Αϊ Βασίλης για να βοηθήσει τον Άγιο, και μαθαίνει για την αξία της προσφοράς.

Άλκης Τροπαιάτης, Ο Αϊ- Βασίλης του κυρ Πολύδωρου - όπου ο Αϊ Βασίλης ξεμένει από δώρο για το τελευταίο παιδί του κόσμου και αποφασίζει να γίνει δώρο ο ίδιος.

Άλκης Τροπαιάτης, Ο Αϊ- Βασίλης στο Τμήμα! - όπου ο Άγιος συλλαμβάνεται από αστυνομικούς και οδηγείται στο τμήμα για εξακρίβωση ταυτότητας.

Ανδρέας Καραντώνης, Χριστουγεννιάτικη αγριόπαπια - όπου στρατιώτες σε πορεία προς τη Φλώρινα, πυροβολούν μια αγριόπαπια για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, παρακούοντας τη διαταγή του διμοιρίτη τους.

Στρατής Τσίρκας, Τα κάλαντα - όπου στο Κάιρο του παλιού καιρού, τρία παιδιά που μόλις έχουν πει τα κάλαντα, πέφτουν θύματα ληστείας από μια συμμορία νταήδων.

Γεωργία Ταρσούλη, Η βασιλόπιτα και τα χαρτιά - όπου ο Άγιος Βασίλειος, ξανακερδίζει στα χαρτιά τα χρυσαφικά των χριστιανών που πήρε ο τούρκος εφοριακός.

Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ, Το δέντρο - όπου ένα μικρό κορίτσι δέχεται την πρόσκληση ενός ηλικιωμένου ζευγαριού Γερμανών να παρακολουθήσει στο σπίτι τους το -άγνωστο την εποχή εκείνη για τους Έλληνες- έθιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου (ή πώς οι Έλληνες περάσαμε από την γεμάτη παιδιά αυλή στο άδειο αλλά πλούσια στολισμένο σπίτι)

Παντελής Καλιότσος, Ο καλός Φραντζολάκης - όπου ένα τσουρεκάκι σε σχήμα ανθρώπου, ανανεώνεται μέσα από την προσφορά του κι έτσι δεν πεθαίνει ποτέ (θυμίζει λίγο την ιστορία του Gingerbread Man).

Ιωάννης Δ. Ιωαννίδης, Το φωτισμένο παράθυρο - όπου μια οικογένεια χριστιανών στη Ναζαρέτ τρομάζει από μια απρόσμενη επίσκεψη μέσα στη νύχτα.

Λαϊκό Παραμύθι, Η Κάλλω κι οι καλικάντζαροι - όπου η καλή, όμορφη και έξυπνη Κάλλω, καταφέρνει να ξεγελάσει τους καλικάντζαρους ώστε όχι μόνο να μην την φάνε, αλλά να τη φορτώσουν και με χριστουγεννιάτικα δώρα.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καστανιώτης
Συγγραφέας: συλλογικό
Επιμέλεια: Δημήτρης Ποσάντζης
Εικονογράφηση: -
ISBN: 978-960-03-5012-8
Έτος 1ης Έκδοσης: 2009
Σελίδες:164
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Λογοτεχνία με Λ κεφαλαίο. Οι σπουδαίοι συγγραφείς που συμμετέχουν με τα έργα τους σε αυτή τη συλλογή, μας προσφέρουν μικρά αριστουργήματα, τα περισσότερα από τα οποία συνδυάζουν ψυχαγωγία, τέχνη και ηθοπλασία. Ομοιομορφία όμως υπάρχει μόνο ως προς το θέμα. Στα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους, κάποιες ιστορίες είναι χαρούμενες, απλές και κατάλληλες για μικρότερα παιδιά, ενώ άλλες είναι δραματικές και με έκφραση που παραπέμπει σε περασμένες δεκαετίες και γίνεται περίπλοκη. Η εικονογράφηση απουσιάζει παντελώς, ωστόσο το μέγεθος πολλών κειμένων -από 4 έως 14 σελίδες- δεν είναι απαγορευτικό ακόμα και για παιδιά χωρίς μεγάλη αναγνωστική εμπειρία.

Λόγω κάποιων ιστοριών με δύσκολο θέμα και σκληρές εικόνες (Μυριβήλης, Αθανάς, Μπαστιάς), μπορούμε να προτείνουμε το βιβλίο μόνο σε μαθητές της Στ' δημοτικού ή του Γυμνασίου. Αν όμως κάποιος μεγαλύτερος είναι διατεθειμένος να κάνει την επιλογή, τότε αρκετά κείμενα (Νιρβάνας, Παπαδάκη, Τροπαιάτης, Ταρσούλη, Καλιότσος, παραμύθι) μπορούν να διαβαστούν σχετικά εύκολα και ευχάριστα και από παιδιά της Ε' ή της Δ' τάξης.
Στα διηγήματα αυτά, εκτός από τα καλολογικά στοιχεία που αφθονούν και κάποιες μοναδικές περιγραφές (όπως του χριστουγεννιάτικου δέντρου στο κείμενο της Γκρίτση-Μιλλιέξ ή του κρύου που τυλίγει την καρδιά του μικρού Μανολάκη στην ιστορία του Μυριβήλη), προβάλλεται και μια μεγάλη ποικιλία από θέματα: Ανθρωπισμός, πίστη στο Θεό, κοινωνική δικαιοσύνη, αξία της προσφοράς, υπευθυνότητα, εργατικότητα, τιμιότητα, φιλία, αλτρουισμός, παράδοση, εξυπνάδα, διαφορετικότητα... Το μήνυμα των Χριστουγέννων, αναδεικνύεται έτσι όχι μονοδιάστατα, αλλά μέσα από ένα ολόκληρο πλέγμα αξιών και γραφών, με την ξεχωριστή ματιά του κάθε λογοτέχνη να επιτρέπει στα παιδιά μια επιπλέον διαφορετική προσέγγιση.

Αν θα έπρεπε να ξεχωρίσουμε κάποια διηγήματα από το σύνολο, τότε για τους μεγαλύτερους μαθητές θα διαλέγαμε το Ο Μανολάκης γυρεύει το Θεό του Στρατή Μυριβήλη και για τους μικρότερους Το πιο πολύτιμο δώρο της Σοφίας Μαυροειδή - Παπαδάκη ή το Ο καλός Φραντζολάκης του Παντελή Καλιότσου.

Ολοκληρώνοντας, αντιγράφουμε από το οπισθόφυλλο: Πρόκειται για κείμενα που αναδίδουν μελωδίες και εικόνες των γιορτών και διαπνέονται από τον βαθύ ανθρωπισμό που αναβιώνει στο τέλος κάθε χρόνου σε όλα τα σημεία της γης, μαζί με τη φάτνη, τα κάλαντα, το χιόνι, τα δώρα και το φλουρί της βασιλόπιτας. Τα μηνύματα που κρύβονται σε αυτά τα διηγήματα προκύπτουν από τις συγκινήσεις και τα πάθη των ηρώων τους, αλλά πρωτίστως μαρτυρούν την ευαισθησία των ίδιων των δημιουργών τους.

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Φιλία, Ανθρωπισμός, Χριστούγεννα 

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ‘πεσε –ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα – βγήκε μοιρασμένο.

Πώς έρχονται τα πράγματα καμιά φορά!

Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει να κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε, σα να θυμήθηκε κάτι.

«Ξεχάσαμε», είπε, «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ‘ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Ας είναι όμως. Θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός».

Κατέβασε το μαχαίρι.

«Του φτωχού…» ονομάτισε.

Έπειτα ερχότανε το δικό μου κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά.

Καθώς τραβούσε όμως το κομμάτι του φτωχού, για να κόψει το δικό μου, το χρυσό φλουρί κύλησε απάνω στο τραπεζομάντιλο. Το κόψιμο της πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον, κι ο πατέρας όλους μας.

«Ποιανού είναι τώρα το φλουρί;» είπε η μητέρα μου. «Του ζητιάνου ή του Πέτρου; Εγώ λέω πως είναι του Πέτρου».

Η καημένη η μητέρα. Το είχε καημό να μου πέσει εμένα το φλουρί, γιατί ήμουν άτυχο παιδί. Ποτέ μου δεν είχα κερδίσει τίποτε.

«Ούτε του ζητιάνου είναι», είπε ο πατέρας μου, «ούτε του Πέτρου. Το σωστό σωστό. Το φλουρί μοιράστηκε. ήτανε ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Καθώς τα χώρισε το μαχαίρι, έπεσε κάτω. Το μισό είναι του ζητιάνου, το μισό του Πέτρου».

«Και τι θα γίνει τώρα;» ρώτησε στενοχωρημένη η μητέρα μου.

«τι θα γίνει;…» συλλογιζόμαστε κι εμείς.

«Μην πονοκεφαλάτε…» είπε ο πατέρας.

Άνοιξε το πορτοφολάκι του, έβγαλε από μέσα δύο μισές χρυσές λίρες – το χρυσάφι τότε δεν είχε κρυφτεί ακόμα – και τις ακούμπησε στο τραπέζι:

«Να τι θα γίνει. Αυτή φυλάχτε τη να τη δώσετε στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Είναι η τύχη του. Η άλλη μισή είναι του Πέτρου».

Και μου την έδωκε.

«Καλορίζικη! Και του χρόνου, παιδί μου. Είσαι ευχαριστημένος;»


Ήμουν και με το παραπάνω. Η ιδέα, μάλιστα, πως είχα συντροφέψει με το ζητιάνο με διασκέδαζε πολύ.

«Θα του τη δώσω εγώ, με το χέρι μου…» είπα.


Γελούσαμε όλοι με την παράξενη τύχη μου. Τα άλλα παιδιά με πειράζανε.: «ο σύντροφος του ζητιάνου». Μονάχα ο πατέρας μου δε γελούσε. Εκείνος με τράβηξε κοντά του, με φίλησε και μου είπε:

«Μπράβο σου. Είσαι καλό παιδί».

Το άλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε η πόρτα. Κάτι μου ‘λεγε πως ήταν ο ζητιάνος, που έφτανε βιαστικός να πάρει το μερίδιό του. Έτρεξα στην πόρτα, με τη μισή λίρα. Ήταν ένας γέρος ζητιάνος με κάτασπρη γενειάδα, γειρτός από τα χρόνια. Και μουρμούριζε ευχές τρέμοντας από το κρύο.

«Πάρε, παππού…» το είπα.

Ο γέρος, που δεν έβλεπε καλά και που του είχε γυαλίσει, φαίνεται, παράξενα από μακριά το χρυσό νόμισμα, το ‘φερε κοντά στα μάτια του, για να το κοιτάξει καλύτερα. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως κρατούσε χρυσάφι στα χέρια του τον καιρό εκείνο, που όλοι δίνανε στους ζητιάνους δίλεφτα και μονόλεφτα.

«Τι είν’ αυτό, παιδάκι μου;» με ρώτησε. «Δυάρα γυαλισμένη;»

«Μισή λίρα είναι, παππού…» του είπα. «Πάρ’ τηνε. Δικιά σου είναι».

Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει:

«Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονιούς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουνε στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι».

Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Μα έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ’ αρρωστημένα του μάτια και είπε:

«Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ’ αξιώσει να ‘χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να’ χεις».

Μου ‘δωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό, τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε, με το ραβδί του, τη σκάλα.

Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Μα από τότε, όσες φορές δίνω μια βοήθεια σ’ ένα φτωχό, συλλογίζομαι: Τάχα εγώ μοιράζω τα λεφτά μου με το φτωχό ή ο φτωχός μοιράζεται τα λεφτά του μ’ εμένα; Αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τότε, που μοίρασα με τον παλιό ζητιάνο το φλουρί της βασιλόπιτας.
Ο Παύλος Νιρβάνας (ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη) 1866-1937
Προβληματισμοί για συζήτηση
Τι αξία έχει κάθε αξία;
Στο δεύτερο διήγημα της συλλογής (του Γρ. Ξενόπουλου), ένα παιδί εύχεται να γίνει πλούσιο... την ώρα όμως που κοιμάται, ο Πλούτος προσωποποιημένος το επισκέπτεται για να του εξηγήσει πως η υγεία, η τιμή, η αγάπη, η χαρά και η αρμονία, είναι αξίες ανώτερες από αυτή που προσφέρει ο ίδιος, αφού χωρίς αυτές, κανείς δεν μπορεί να ευτυχήσει.

Στη σημερινή εποχή, ο πλουτισμός θεωρείται από πολλούς το σημαντικότερο αγαθό, που μπορεί να διασφαλίσει και όλα τα υπόλοιπα. Εσείς τι πιστεύετε; Έχει άραγε το κείμενο δίκιο, ή οι πλούσιοι είναι πάντα και ευτυχισμένοι;
Πόσο διαρκεί η φιλανθρωπία;
Στο τραγικό διήγημα Ο Μανολάκης γυρεύει το Θεό, διαβάζουμε (σ.36): Η σπλαχνιά του κόσμου δεν αντέχει και πολλές μέρες. Με τη συνήθεια και με την παράταση στομώνει η ψυχή. Έτσ' είναι ο άνθρωπος. Μια, δυο πέντε, δέκα, εκατό, ύστερα καταλαγιάζει κι η ψυχοπόνια για τον άλλον. Ο ξένος πόνος ταχτοποιέται ανάμεσα στ' άλλα καθέκαστα της καθημερινής ζωής και ο καθένας γυρίζει στα δικά του βάσανα.

Εσείς τι πιστεύετε γι' αυτό που λέει ο Μυριβήλης; Έχει ημερομηνία λήξης η φιλανθρωπία; Έχετε σκεφτεί ποτέ γιατί βοηθάμε όσους έχουν ανάγκη περισσότερο τις ημέρες των Χριστουγέννων; Μήπως οι άνθρωποι αυτοί παύουν να πεινούν τον υπόλοιπο χρόνο; Ποιο είναι άραγε το στοιχείο που μας οδηγεί να τους σκεφτόμαστε τις ημέρες αυτές και γιατί χάνεται μόλις οι γιορτές περάσουν;

Χρήση στην τάξη
Το διήγημα στο απόσπασμα, το βρίσκουμε διασκευασμένο -έχουν κοπεί τα περί αστυνομίας, κάποια εισαγωγικά και ο φιλοσοφικός σαρκασμός της τελευταίας παραγράφου- στο βιβλίο της Γλώσσας της Στ' Δημοτικού. Δίνεται έτσι η δυνατότητα στον κάθε εκπαιδευτικό, να συζητήσει μέσα στην τάξη τόσο για το έθιμο της βασιλόπιτας (βλ. σχετική ανάρτηση στην Εγκύκλιο Παιδεία) όσο και για την αξία της ελεημοσύνης και τη σημασία της προσφοράς (με χρήματα ή αγάπη) σε όποιον τα έχει ανάγκη κατά τις μέρες αυτές (ή και τις υπόλοιπες) του χρόνου.
Στη δική μας τάξη, εμπνευσμένοι από ένα πρόσφατο εργαστήρι αφήγησης με τον παραμυθά Γιώργο Ευγενικό, χωρίσαμε το κείμενο σε τέσσερα μέρη, που ισάριθμες ομάδες μαθητών ζωγράφισαν και απέδωσαν ηχητικά (εντόπισαν ήχους και τους αναπαρήγαγαν) μεταφέροντας στην αίθουσα λίγη απ' την ατμόσφαιρα του έργου. Στη συνέχεια, αφού μοιράσαμε ρόλους για τα έμψυχα και τα άψυχα που συμμετέχουν στη κάθε σκηνή, τις δραματοποιήσαμε. Το αποτέλεσμα εκτός από ψυχαγωγία, προσέφερε στους μαθητές την ευκαιρία να συνεργαστούν και να ενισχύσουν την εκφραστικότητα αλλά και την ενσυναίσθησή τους, μπαίνοντας στη θέση των ηρώων του διηγήματος.
Το φλουρί του φτωχού: δραματοποίηση στην τάξη


Share/Bookmark

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Μπελαδομαγνήτης

Υπόθεση
Η Μυρτώ είναι ένα δεκάχρονο κορίτσι που ζει μαζί με τον μπαμπά, τη μαμά, τον μικρό της αδελφό - διαβολάκι Ορέστη και τον σκύλο τους Τζακ σε ένα όμορφο σπίτι με κήπο. Κι ενώ όλα γύρω της μοιάζουν ιδανικά, καταφέρνει μ' έναν περίεργο τρόπο να μπλέκει συνεχώς σε προβλήματα, ακόμη κι όταν της αναθέτουν την ευκολότερη δουλειά. Μήπως έχει τον μπελαδομαγνήτη; Η κατάσταση περιπλέκεται όταν την οικογένεια επισκέπτεται ένα φιλικό ζευγάρι μαζί με την κόρη τους Λουκία, που εγκαθίσταται στο δωμάτιο της Μυρτώς. Μια παράξενη περιπέτεια που θα ζήσουν τα κορίτσια, θα τις ενώσει με δυνατή φιλία και θα δώσει στην ηρωίδα ένα μάθημα ζωής.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Άντρη Αντωνίου
Εικονογράφος: Κατερίνα Χρυσοχόου
Σελίδες: 173
1η έκδοση: 2012
ISBN: 978-960-496-628-8
Τιμή: περίπου 9 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Μια ανάλαφρη, διασκεδαστική περιπέτεια με χριστουγεννιάτικο άρωμα και πολλή αγάπη, από την πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα και φίλη Άντρη Αντωνίου. Η γραφή της είναι απλή και κατανοητή, ενώ το πρώτο πρόσωπο δίνει αμεσότητα και ζωντάνια στο κείμενο. Τα κεφάλαια έχουν μέγεθος κοντά στις 15-17 σελίδες (σίγουρα όχι λίγες), όμως τα τυπογραφικά στοιχεία είναι μεγάλα και η -πολύ χαριτωμένη αν και κάπως στατική- έγχρωμη εικονογράφηση (δύο με τέσσερα σχέδια ανά κεφάλαιο), βοηθάει στην ξεκούραστη ανάγνωση.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε μαθητές Ε', Στ' τάξης αλλά και γυμνασίου. Μάλλον θα αρέσει περισσότερο στα κορίτσια, που δε θα δυσκολευτούν να ταυτιστούν με την Μυρτώ... ιδιαίτερα μάλιστα αν έχουν μικρά ζωηρά αδελφάκια! (για αντίστοιχες περιπτώσεις αγοριών βλ.Σπίτι για πέντε).
Κι ενώ η κρίση μας έχει τυλίξει για τα καλά, είναι ευκαιρία με εικόνες σαν αυτές που περιγράφονται στο βιβλίο, να ξεφύγουμε λιγάκι και να θυμηθούμε πώς ζούσαμε κάποτε (εμείς ή κάποιοι άλλοι, εδώ ή κάπου αλλού): Αγαπημένο ζευγάρι μένει σε σπίτι με ολάνθιστο κήπο, μαζί με τα δυο του παιδιά κι ένα χαρωπό κατοικίδιο. Όταν βγαίνουν έξω αφήνουν τις πόρτες ξεκλείδωτες και στο δρόμο χαιρετούν τους ανέμελους γείτονες που ποτίζουν τα λουλούδια. τους ή ετοιμάζουν barbecue, κάτω απ' τον ζεστό ήλιο του Δεκεμβρίου. Ουτοπικό σαν ταινία του Disney, θα σκεφτούν οι περισσότεροι. Δεν αντιλέγω... όμως τις πόρτες όντως (πριν καιρό) τις αφήναμε ξεκλείδωτες! Και αναρωτιέμαι... μήπως (εδώ και καιρό) έχουμε πάρει λάθος δρόμο;

Η εισαγωγή του βιβλίου έρχεται φουριόζα (ίσως γι' αυτό περιέχει και μερικές υπερβολές) να μας συστήσει στους κεντρικούς χαρακτήρες και να μας μεταφέρει το κλίμα που επικρατεί στο σπίτι της Μυρτώς. Κλίμα πολεμικό, αφού ήδη από την πρώτη σελίδα, η ηρωίδα βρίσκεται σε αναβρασμό, ενώ πριν ολοκληρωθεί η δεύτερη, τη βλέπουμε σε έξαλλη κατάσταση να πιάνεται στα χέρια με τον μικρό της αδελφό κατακεραυνώνοντάς τον με χαρακτηρισμούς όπως «βλαμμένο», «ηλίθιο» και «προβληματικό». Ευτυχώς για την ίδια -αλλά και για εμάς-, οι τόνοι γρήγορα επιστρέφουν σε φυσιολογικότερα επίπεδα, χωρίς το κείμενο να καταντάει βαρετό.

Η εικόνα που δημιουργείται μετά τα πρώτα κεφάλαια, είναι ότι η ιστορία θα εξελιχθεί σε μια ανώδυνη κωμωδία παρεξηγήσεων του τύπου "η Μυρτώ νομίζει ότι κάτι συμβαίνει και εκτίθεται, αλλά τελικά είχε καταλάβει λάθος και οι άλλοι γελούν μαζί της", μοτίβο που επαναλαμβάνεται κάμποσες φορές. Κάπου στη μέση της διήγησης όμως, ένα μυστήριο κάνει την εμφάνισή του και το ενδιαφέρον μας αρχίζει να ανακινείται. Τελικά, όπως αποδεικνύεται στο φινάλε, το βιβλίο έχει να μας προσφέρει κάτι περισσότερο από απλή ψυχαγωγία. Η συμπρωταγωνίστρια Λουκία, έρχεται σαν άγγελος (ή σαν το πνεύμα των μελλοντικών Χριστουγέννων - αφού δείχνει στη Μυρτώ ότι θα καταντήσει σαν την κυρία Βούλα αν συνεχίσει στην ίδια πορεία) στη ζωή της Μυρτώς, να αλλάξει τον τρόπο που βλέπει και αντιμετωπίζει τον μικρό της αδελφό. Έτσι, δίνει σε εκείνη αλλά και σε μας ένα μάθημα ζωής, αφού μας θυμίζει πως όταν αντικρύζουμε τη ζωή με καλοσύνη, υπομονή και χωρίς κόμπλεξ, τα προβλήματα υποχωρούν και όλα μοιάζουν ομορφότερα.

Ολοκληρώνοντας, δεν μπορούμε να αφήσουμε ασχολίαστη την φυσικότατη περιγραφή ορισμένων χαρακτήρων: η γάτα που τρίβεται στα πόδια της κυρίας της και μυρίζει το χώμα, ο σκύλος Τζακ που ενθουσιάζεται με το παραμικρό, αλλά και η συμπεριφορά του μικρού Ορέστη στο τραπέζι, όταν ανοίγει το στόμα του να δείξει το μασημένο φαγητό ή κοιτάζει από την τρύπα της φέτας του ψωμιού, ζωντανεύουν τις σκηνές στα μάτια των αναγνωστών και φανερώνουν πως η συγγραφέας μάλλον έχει μελετήσει τα αντικείμενά της.

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Οικογένεια, Φιλία, Ζωοφιλία, Χριστούγεννα

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Κατεβαίνοντας τις σκάλες, το πρώτο πράγμα που
βλέπω απέναντι είναι το χριστουγεννιάτικο δέντρο. 
Στολισμένο. Το έχουν φτιάξει ωραίο, μπορώ να πω. 
Έχουν βάλει μόνο κόκκινα στολίδια και χρυσές κλωστές. 
Τα λαμπάκια είναι αναμμένα και κάνουν το σαλόνι να δείχνει 
πολύ γιορτινό. Πάντα ενθουσιάζομαι με τα Χριστούγεννα. 
Περισσότερο και από τον Ορέστη. Αν δεν είχαμε κι αυτούς 
τους ενοχλητικούς να μας καταστρέψουν τις γιορτές, 
θα ένιωθα πολύ χαρούμενη τώρα. Για χάρη τους έχασα 
για πρώτη φορά στη ζωή μου το στόλισμα του δέντρου. 
Ακόμα να ‘ρθουν και ήδη ξεκίνησαν να καταστρέφουν τη ζωή μου!

Η μυρωδιά που βγαίνει από την κουζίνα μού σπάει τα ρουθούνια. 
Πεινάω. Μέσα από την κλειστή πόρτα της κουζίνας ακούγονται 
χαρούμενες φωνές και γέλια. Πολύ που τους ένοιαξε που δεν είμαι 
κι εγώ εκεί. Τρεις ώρες έχει που λείπω και κανένας δεν ήρθε 
να με αναζητήσει. Ανοίγω την πόρτα με δύναμη και μπαίνω 
στην κουζίνα. Σταματούν και οι τρεις ό,τι κάνουν και γυρίζουν 
να με κοιτάξουν. Στο τραπέζι υπάρχει ένα μεγάλο μπολ με ζυμάρι. 
Η μαμά στέκεται στην κεφαλή του τραπεζιού και αριστερά και δεξιά 
πάνω σε σκαμπό κάθονται ο μπαμπάς και ο Ορέστης. 
Φτιάχνουν τους κουραμπιέδες. Η μαμά και ο μπαμπάς δηλαδή, 
γιατί ο Ορέστης κρατάει απλώς ένα κομμάτι ζυμάρι και φτιάχνει 
διάφορα σχήματα. Από την πολλή ώρα που το κρατά, το ζυμάρι 
έχει πάρει ένα ελαφρώς μαυριδερό χρώμα. Φαίνεται πολύ αηδιαστικό. 
Ελπίζω να μην το χώσει στο ταψί μαζί με τους κουραμπιέδες.

«Μυρτούλα, ξύπνησες; Την τελευταία φορά που ανέβηκα να σε δω 
κοιμόσουν του καλού καιρού», λέει χαμογελαστός ο μπαμπάς.

«Θα σου βάλω να φας», συμπληρώνει η μαμά και πάει στο νεροχύτη να πλύνει τα χέρια της.

«Φάε κουραμπιέ», προτείνει ο Ορέστης και μου χώνει το βρόμικο ζυμάρι του στη μούρη.

«Πάρε αυτό το αηδιαστικό πράγμα από μπροστά μου!» 
αναφωνώ και σπρώχνω το χέρι του μακριά «Θα φτιάξω ένα σάντουιτς», 
συνεχίζω ψυχρά και ετοιμάζομαι να βρω το ψωμί.

«Σάντουιτς;» απορεί η μαμά. «Έχουμε μπριζόλες με φέτα και ντομάτα στο φούρνο».

Να πάρει! Μπριζόλες με φέτα και ντομάτα στο φούρνο. 
Τις λατρεύω. Αλλά η απόφαση είναι απόφαση. Θα φτιάξω 
το σάντουίτς μου και θα το φάω στην ησυχία του δωματίου μου. 
Μακριά από ζυμάρια και αηδίες.

«Ευχαριστώ, θα φτιάξω σάντουιτς», επιμένω και βγάζω το τυρί 
και το βούτυρο από το ψυγείο. Νιώθω περήφανη για τον εαυτό 
μου που καταφέρνω και αντιστέκομαι.

«Φάε, κορίτσι μου, φαγητό κι άσε τα σάντουιτς. Έχεις τόσες ώρες 
που είσαι νηστική», λέει ο μπαμπάς και παίρνει από τα χέρια 
της μαμάς το πιάτο και το φέρνει μπροστά μου.

Το φαγητό είναι ζεστό και μυρίζει θεσπέσια. Το στόμα μου γεμίζει σάλια 
και το στομάχι μου βαράει ταμπούρλο.

«Μόνο αυτό έμεινε, το υπόλοιπο το καταβροχθίσαμε», γελάει ο μπαμπάς. 
Κόβει ένα κομμάτι μπριζόλα με φέτα και μου το φέρνει στο στόμα.

Οι αποφάσεις μου μαζί με όλες τις αντιστάσεις πάνε περίπατο. 
Το καταβροχθίζω με λύσσα και ύστερα αρπάζω το πιρούνι και 
βουτάω μέσα. Ε, είπαμε, δεν είναι ανάγκη να λιμοκτονήσουμε κιόλας!

«Άντε, φάε, και μετά έλα να μας βοηθήσεις. Έχασες το στόλισμα του δέντρου, 
μη χάσεις και του κουραμπιέδες», λέει η μαμά και με κοιτάει.

Βάζω τη μια μπουκιά μετά την άλλη και σχεδόν τα καταπίνω αμάσητα.

«Σαν τον Τζακ τρώει η Μυρτώ», παρατηρεί ο Ορέστης και με κοιτάει με γουρλωμένα μάτια.

«Σιγά, κοριτσάκι μου. Δε θα σου τα φάει κανένας», γελάει ο μπαμπάς.

«Φάε με την ησυχία σου και έλα να διαλέξεις σχήματα για τους κουραμπιέδες μας», 
λέει η μαμά και μου δείχνει τις φόρμες· αστεράκι, έλατο, τάρανδο, αγιοβασιλάκι, 
καμπανούλα και χιονάνθρωπο.

Δεν αντέχω να μείνω άλλο θυμωμένη. Λίγο το στολισμένο δέντρο, 
λίγο οι γλυκές μυρωδιές στην κουζίνα και τα χαμογελαστά πρόσωπα 
των άλλων, δε μου κάνει κέφι να πάω να κλειστώ στο δωμάτιό μου 
μόνη κι έρημη. Λέω να ξεθυμώσω μάλλον. Τουλάχιστον για λίγο. 
Μέχρι την ώρα που θα έρθουν οι επίτιμοι καλεσμένοι μας…

Προβληματισμοί για συζήτηση
Égalité et Réconciliation
Σχετικά με την ισότητα των δύο φύλων, το βιβλίο δεν λαμβάνει σαφή θέση. Στο ξεκίνημα, ο μπαμπάς παρουσιάζεται λίγο Ανατολίτης: αραχτός σε μια πολυθρόνα, δίνει εντολές στην κόρη και διαβάζει την εφημερίδα του επί μιάμιση ώρα (σ.5), τη στιγμή που η μητέρα πνίγεται (σ.6) στις δουλειές. Στη συνέχεια όμως χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα, φαίνεται να συμμετέχει ενεργά στα οικιακά, αφού κόβει λαχανικά (σ.94) και δοκιμάζει να μαγειρέψει τηγανίτες (σ.159). Πιθανότατα λοιπόν να πρόκειται για ένα σύγχρονο πατέρα, που έχει βρει όμως τον τρόπο να συμμετέχει στις δουλειές μόνο όποτε και όσο επιθυμεί.

Περισσότερο βάρος φαίνεται να δίνει το διήγημα στη συμφιλίωση, και συγκεκριμένα εκείνη ανάμεσα στα αδέλφια. Σε πρώτο πλάνο, παρακολουθούμε τη Μυρτώ να βρίσκει τελικά τον τρόπο (ακολουθώντας το παράδειγμα της Λουκίας και βλέποντας πώς κατάντησε η κα Βούλα) να προσεγγίσει τον μικρό Ορέστη και να βρουν τη χαρά στην αδελφικότητα. Την ίδια ώρα, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει ανάμεσα στους δευτερεύοντες χαρακτήρες, με την ανάποδη και μαγκούφα κυρία Βούλα να τα βρίσκει με τον αδελφό της Βαγγέλη.
Χρήση στην Τάξη
Όλοι έχουμε κάποιο κουμπί
Στο βιβλίο, παρακολουθούμε τον μικρό Ορέστη να υπακούει και να ανταποκρίνεται στα καλέσματα της φίλης Λουκίας. Αντίθετα, όποτε η αδελφή του Μυρτώ του ζητάει κάτι, εκτυλίσσονται σκηνές που θυμίζουν "Νταντά αμέσου δράσεως". Ποια είναι τα "κουμπιά" του μικρού που ανακάλυψε η Λουκία και που η αδελφή του αγνοεί; Έχουν άραγε όλοι οι άνθρωποι τέτοια "κουμπιά";

Στην τάξη, ο εκπαιδευτικός μπορεί να καλέσει ζευγάρια μαθητών να παίξουν τους ρόλους των δύο αδελφιών (ή υπαλλήλου/πελάτη, δασκάλου/μαθητή, κλπ) εναλλάσσοντας την "απότομη" προσέγγιση με την "ευγενική". Έτσι τα παιδιά θα βιώσουν πόσο διαφορετικά αισθάνεται κάποιος όταν τον προσεγγίζουμε με βιασύνη και προστακτικό ύφος ή αντίθετα με πραότητα, ευδιαθεσία και σεβασμό. ...αρκεί να μην το παρακάνουμε όπως η δις Βασιλείου!

A Spoonful of Sugar helps the Medicine go down
Οι μαθητές μπορούν επίσης με λίγη βοήθεια από τον εκπαιδευτικό να δοκιμάσουν να μετατρέψουν κάποιες από τις καθημερινές εργασίες σε παιχνίδι ή διαγωνισμό, και να τις δουν έτσι να πραγματοποιούνται πιο ευχάριστα. Το συγκεκριμένο τέχνασμα το συναντάμε ήδη από παλιά στην παιδική λογοτεχνία (βλ. άσπρισμα φράχτη στον Τομ Σόγιερ), αλλά και ως τραγουδάκι στη Μαίρη Πόππινς:
In every job that must be done
There is an element of fun
you find the fun and snap!
The job's a game
Στο βιβλίο, ένα τέτοιο κόλπο χρησιμοποιεί η Μυρτώ για να δελεάσει τον αδελφό της, ώστε να τη βοηθήσει στο καθάρισμα του πατώματος της κουζίνας από τις τηγανίτες (σ.166-168). Το πιο σημαντικό κατά τη γνώμη μου, είναι ότι στον "αγώνα" αυτόν η μεγάλη αδελφή επιλέγει να χάσει, για να δώσει τη χαρά της νίκης στον Ορέστη. Αλτρουισμός ή χρησιμοθηρία; Για το πρώτο, περισσότερα θα αναφέρουμε στην Τάξη που νίκησε την κρίση, τον επόμενο μήνα. Προς το παρόν, θυμίζουμε -μέρες που είναι- μια αντίστοιχη "ήττα" στην πάλη από έναν 12χρονο μαθητή, προς όφελος ενός συμμαθητή του με εγκεφαλική παράλυση.
https://www.youtube.com/watch?v=VLmzjsKV8Ps


Share/Bookmark

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Ο πειρατής Περπερούα και τα κάλαντα

Υπόθεση
Είναι Πρωτοχρονιά, και ο λοστρόμος ο Πυξίδας ονειρεύεται νόστιμα φαγητά και λαχταριστούς κουραμπιέδες. Όμως, ο πειρατής Περπερούα έχει άλλα σχέδια. Θέλει να βρουν το χαμένο χάρτη του Τορ, που είναι κρυμμένος σε μια σκοτεινή θαλασσοσπηλιά. Λογαριάζουν όμως χωρίς τον ξενοδόχο, αφού μια φοβερή έκπληξη τους περιμένει...

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αλεξάνδρα Μπίζη
Εικονογράφηση: Ναταλία Καπατσούλια
ISBN: 978-960-16-3514-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 2009
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 3 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ'

Κριτική
Χαριτωμένη ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο Δελφινάκια - 800 λέξεις). Η γραφή είναι απλή και τα νοήματα κατανοητά, ώστε να μην δυσκολεύουν τους μικρούς αναγνώστες. Η επιμέλεια είναι όπως πάντα πολύ προσεγμένη, και η πολύχρωμη εικονογράφηση κάνει την ανάγνωση ξεκούραστη, σαν να κρατούσαμε στο χέρι μας όχι ένα βιβλίο, μα ένα κόμικ. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές τρεις δραστηριότητες. Η πρώτη, αρκετά δημιουργική, συνδυάζει μια συνταγή για κουραμπιέδες με ένα κρυπτόλεξο. Η δεύτερη είναι μια άσκηση αναγραμματισμού, εμπνευσμένη από τα σαρδάμ του παπαγάλου Σαρδάμ. Η τελευταία (την οποία εγώ δεν κατάφερα να φέρω εις πέρας χωρίς τη βοήθεια από το λυσάρι) είναι μια δραστηριότητα αντιστοίχησης που απαιτεί αρκετή παρατηρητικότητα και φαντασία.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Α’, Β’ και Γ' τάξης, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και μεγαλύτεροι μαθητές που συμπαθούν τον Περπερούα και παρακολουθούν τις περιπέτειές του από μικρότερες τάξεις.
Ο Περπερούα, σαν όλους τους ήρωες που σέβονται τον εαυτό τους (και τους πιστούς οπαδούς τους) δεν θα γινόταν να μην έχει κι αυτός μια χριστουγεννιάτικη περιπέτεια. Έτσι, στη σύντομη αυτή ιστορία, τον παρακολουθούμε να περνάει τις άγιες τούτες μέρες προσπαθώντας να ανακαλύψει το χάρτη ενός θησαυρού.

Τα προβλήματα για τον ίδιο και το τσούρμο του, ξεκινάνε όταν στο σκηνικό εμφανίζεται η όμορφη Μάρθα Ρουθ, το αντίπαλο δέος του Περπερούα, που ως εξυπνότερη και ικανότερη (ίσως ένα μήνυμα για τις σχέσεις των δύο φύλων), καταφέρνει να τους αιχμαλωτίσει! Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο ήρωας να συλλαμβάνεται και να μένει αιχμάλωτος σε όλο το έργο, κάτι που οι θαυμαστές του μάλλον δεν θα εκτιμήσουν... Θα τους διασκεδάσουν όμως τα διαφορετικά κάλαντα, που σκέφτεται η παρέα των πειρατών για να γλιτώσει τη ζωή της. Κάλαντα, με τα οποία οι άγριοι πειρατές δείχνουν να γυρίζουν πίσω στα παιδικά τους χρόνια. Κάποια αγόρια της Ε’ που διάβασαν την ιστορία στην τάξη, ενθουσιάστηκαν με τα λόγια από τα τραγούδια αυτά, ίσως επειδή ξεφεύγουν λίγο από το τυπικό ρεπερτόριο των ημερών.

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Διαφορετικότητα, Χριστούγεννα, Ισότητα Φύλων

Απόσπασμα 
Ο πειρατής Περπερούα, ο λοστρόμος του
ο Πυξίδας, η μαϊμού του η Ευτυχία και
ο παπαγάλος του ο Σαρδάμ ήταν μέσα σε μια σκοτεινή
θαλασσοσπηλιά και έψαχναν το χαμένο χάρτη
του ξακουστού Τορ.

Ο Πυξίδας περπατούσε και αναστέναζε:

- Πάντως, καπετάνιε, σ’ το λέω! Δε συμφωνώ
μαζί σου! Σήμερα που είναι Πρωτοχρονιά,
έπρεπε να καθόμαστε ζεστά ζεστα΄στο πρωτοχρονιάτικο
τραπέζι μας και όχι να τρέχουμε
στις θαλασσοσπηλιές και να ψάχνουμε χάρτες!

- Σ’ το υπόσχομαι, Πυξίδα! Μόλις βρούμε το
χάρτη, θα σου κάνω το καλύτερο πρωτοχρονιάτικο
τραπέζι στον κόσμο ολόκληρο!

- Μακάρι, καπετάνιε! Μακάρι!

- Καμάρι! Καμάρι! φώναξε ο Σαρδάμ.

Ο Περπερούα σταμάτησε ξαφνικά και έφερε
το δάχτυλο στα χείλη του.

- Σσςςς! Ησυχία! Νομίζω πως κάτι ακούω!
Κάποιος είναι εδώ!

- Σωστά! Πολύ σωστά, πειρατή Περπερούα
Πόντε Πούντα ντε Τόρμες Άτρωτε! είπε μια φωνή.

- Ποιος είναι;

Ένα δυνατό γέλιο αντήχησε στη θαλασσοσπηλιά.

- Ποιος είσαι; Βγες να σε δω!

- Πρώτα θα δεις το ξίφος μου! είπε η φωνή.


Share/Bookmark

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Τέσσερα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα

Υπόθεση
Τέσσερα χριστουγεννιάτικα διηγήματα με θεματική από τα γεγονότα του πολέμου του '40, της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου. Στο πρώτο, ο Νότης λέει τα κάλαντα μαζί με τον εβραίο φίλο του Τζάκο, και δίνει τα χρήματα που μάζεψε για να αγοράσει δώρα και να ξεπληρώσει τα φάρμακα του πατέρα του. Στο δεύτερο, ο 13χρονος Αγγελής ψάχνει μέσα στην κατοχική Αθήνα να βρει δουλειά για να βοηθήσει τα αδέλφια του, ενώ στη συνέχεια επιχειρεί να φέρει τη γιαγιά του από το χωριό στην πόλη. Στην τρίτη ιστορία, δυό ηπειρώτικα χωριά (Ρόμπολο και Βασιλίτσα) συγκρούονται κατά τον εμφύλιο και κάποια παιδιά αποφασίζουν να μοιράσουν τα χρήματα από τα κάλαντα στους λαβωμένους των δύο παρατάξεων. Στην τελευταία ιστορία, τα δύο κορίτσια μιας αστικής οικογένειας στο Μπρούκλιν, μαθαίνουν μέσα από διηγήσεις για την καταγωγή τους από το Μιστρά και ακούνε ιστορίες του πολέμου από έναν θείο τους που καταφθάνει σαν επισκέπτης.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Ντίνος Δημόπουλος
Εικονογράφηση: Άννα Μενδρινού
ISBN: 960-360-916-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 1996
Σελίδες:163
Τιμή: περίπου 11 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Οι ιστορίες του Ντινόπουλου μπορεί να είναι χριστουγεννιάτικες, δεν είναι όμως καθόλου χαρούμενες. Το αντίθετο μάλιστα: με εξαίρεση ίσως την τελευταία, είναι γεμάτες πόνο και απώλεια. Θα λέγαμε λοιπόν ότι το περιεχόμενο απευθύνεται περισσότερο σε μεγαλύτερα παιδιά και εφήβους, ενώ και η γλώσσα, παρότι σε κάποιες από τις διηγήσεις (βλ. απόσπασμα) μιμείται την οπτική μικρού παιδιού, θυμίζει ύφος παλαιότερων δεκαετιών. Η έκταση των κεφαλαίων (30-40 σελίδες) είναι οπωσδήποτε αποτρεπτική για λιγότερο έμπειρους αναγνώστες, ενώ η απουσία εικονογράφησης (μόλις ένα μονόχρωμο χαρακτικό για κάθε ιστορία), σίγουρα δεν θα κάνει την ανάγνωση πιο ξεκούραστη. Όλα αυτά τα στοιχεία μας οδηγούν να συμπεράνουμε, ότι παρότι τα ανθρωπιστικά μηνύματα που περνάει το βιβλίο θα μπορούσαν να συγκινήσουν τους μαθητές όλων των μεγάλων τάξεων του δημοτικού, δεν είναι εύκολο γι' αυτούς να προσεγγίσουν το κείμενο. Σε κάθε περίπτωση, καλό θα ήταν κάποιος μεγαλύτερος να βρίσκεται κοντά στα παιδιά όταν θα διαβάσουν το βιβλίο, ώστε να τους λύσει τυχόν απορίες και να συζητήσει μαζί τους για τα δύσκολα ζητήματα του πολέμου, της απώλειας, της αδικίας, κλπ.

Το βιβλίο προτείνεται σε παιδιά κυρίως της Στ' δημοτικού και μαθητές Γυμνασίου.
"Σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να σταλάξει στην αλαζονεία μιας αδιάφορης κοινωνίας, της τωρινής κοινωνίας της αφθονίας και του περιττού, κάτι από το ιερό ρίγος, από τη χαμένη τρυφερότητα εκείνης της εποχής, όπου ο άνθρωπος της ανάγκης, της στέρησης και της φτώχειας ένιωθε πλούσιος. Γιατί μπορούσε να ονειρεύεται. Αντίθετα με τον σημερινό πλούσιο, που νιώθει πολλές φορές τόσο φτωχός. Και έρημος."

Με αυτές τις γραμμές προλόγιζε το βιβλίο του ο ηθοποιός και σκηνοθέτης, πίσω στο 1996. Και όντως την εποχή εκείνη, η πατρίδα μας διήνυε μια περίοδο οικονομικής ευμάρειας που ίσως ενίσχυε την αδιαφορία στις ανθρώπινες σχέσεις. 17 χρόνια αργότερα, και αφού ξυπνήσαμε απ' το όνειρο του ψευτο-πλούτου κάπως απότομα, βρισκόμαστε πλέον λίγο πιο κοντά, έστω κι ένα βήμα, στις εποχές της στέρησης που περιγράφονται σ' αυτά τα χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Ίσως λοιπόν και να μπορούμε να κατανοήσουμε λίγο καλύτερα τα συναισθήματα και τις αποφάσεις των ηρώων τους. Αναρωτιέμαι αν άραγε, μαζί με την κρίση που μας στοιχειώνει, γίνεται να ξυπνήσει μέσα μας και ένα μέρος της ανθρωπιάς που, όπως τουλάχιστον αναφέρεται πιο πάνω, μας διέκρινε σε παλαιότερες περιόδους δοκιμασίας. 

Πριν ολοκληρώσουμε θα πρέπει να αναφερθούμε σε κάποιες σκληρές σκηνές που υπάρχουν στις ιστορίες και για τις οποίες καλό είναι να είστε ψυχολογικά προετοιμασμένοι. Ένας πατέρας που σκοτώνεται σε βομβαρδισμό μπροστά στα μάτια του γιου του (1η ιστορία), μια γιαγιά νεκρή που το πτώμα της πετάγεται σαν σακί με πατάτες σε ένα κάρο μεταφοράς -αφού το σπίτι της έχουν λεηλατήσει γνωστοί και άγνωστοι (2η ιστορία), ένα χωριό που έχει γεμίσει κοράκια εξαιτίας των άταφων πτωμάτων (3η ιστορία)... σίγουρα δεν είναι εικόνες που μας έρχονται στο μυαλό κάτω από τον τίτλο "χριστουγεννιάτικα διηγήματα". Μόνο η τελευταία ιστορία προσεγγίζει κάπως το χαρωπό - καταναλωτικό πνεύμα στο οποίο -κακώς- έχουμε εθιστεί να βυθιζόμαστε κατά τις ημέρες αυτές. Ακόμα και τούτο όμως το κείμενο, περιλαμβάνει τη διήγηση μιας απόδρασης που προσωπικά μου θύμισε λίγο Rambo III...

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο με χρήσιμα μηνύματα αλλά και αρκετό ρεαλισμό, που καλό θα είναι να αξιοποιηθεί με προσοχή και στον κατάλληλο χρόνο.

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Φιλία, Διαφορετικότητα, Ανθρωπισμός, Απώλεια, Χριστούγεννα, Ειρήνη

Εικονογράφηση

Απόσπασμα 
Ο Νότης είχε φίλο τον Τζάκο. Ήταν και συμμαθητές. Στην τάξη πέρσι κάθονταν στο ίδιο θρανίο.

Ο πατέρας του Τζάκου ήταν Εβραίος και είχε το φαρμακείο του στην πλατεία Πεσόντων του Μπιζανίου. Φάτσα στο μαρμάρινο μνημείο ακριβώς.

Κι ο Τζάκος ήταν Εβραίος κι αυτός, αφού είχε πατέρα Εβραίο. Αλλά δεν του φαινόταν. Οι Εβραίοι έχουν γαμψή μύτη, μεγάλα νύχια, κι όταν γεράσουν γίνονται καμπούρηδες. Κι είναι όλοι τους τσιγκούνηδες.

Ο Τζάκος ούτε γαμψή μύτη είχε ούτε μεγάλα νύχια, τα ‘κοβε, και δεν ήταν καθόλου τσιγκούνης. Το χαρτζιλίκι που του ‘δινε ο πατέρας του κάθε Σάββατο το μοιραζόντουσαν μαζί με το Νότη. Ο Νότης δεν είχε χαρτζιλίκι, γιατί ο μισθός του πατέρα δεν έφτανε. Και τώρα που αρρώστησε τον έδιωξαν από την Αγροφυλακή. Και του κόψανε και το μισθό, γιατί θα του έδιναν σύνταξη. Έβγαλαν λοιπόν τα χαρτιά, αλλά η σύνταξη αργούσε. Και στο σπίτι δεν είχαν λεφτά ούτε για τα χαπάκια και τις ενέσεις. Κι ο πατέρας του Τζάκου, ο φαρμακοποιός, τους έδινε τα φάρμακα με πίστωση. Δηλαδή τα λεφτά δεν τα δίνανε τώρα, θα τα έπαιρνε όταν έβγαινε η σύνταξη του πατέρα.

- Αυτός δεν είναι Εβραίος, έλεγε η μάνα. Αυτός είναι καλύτερος κι από χριστιανός. Ο Θεός να τον έχει καλά!...

- Ποιος Θεός, μάνα; της έλεγε ο Νότης για να την πειράξει.

- Ένας είναι ο Θεός για όλους τους ανθρώπους…

Εκεί, στον απάνω μαχαλά, μέσα στο Κάστρο, που ήταν η γειτονιά του Νότη, άκουες ό,τι ήθελες να λένε για τους Εβραίους. Πως, άμα πήγαινες σπίτι τους, λέει, κι ήσουνα μικρός, να, σαν τον Τασούλη, να πούμε, τον αδερφό του Νότη, ή και τον ίδιο το Νότη, σ’ έπαιρναν οι Εβραίοι και σε βάζανε στα βελόνια και σου έπιναν το αίμα.

Ο Νότης όμως έλεγε πως αυτά ήταν ψέματα με περικεφαλαία.

Γιατί ο Νότης είχε πάει στο σπίτι του Τζάκου, και μια και δυο φορές, σχεδόν κάθε Σάββατο πήγαινε, που οι Εβραίοι το έχουν όπως έχουμε εμείς την Κυριακή, και δεν είδε πουθενά βελόνια, κι ούτε η μάνα του, η κυρία Ρεβέκκα, ούτε η αδερφή του, η Ραχήλ, ούτε ο μεγάλος του αδερφός, ο Σαμουήλ, ο φαντάρος, του ήπιαν το αίμα. Ο πατέρας του, ο φαρμακοποιός, δεν ήταν εκεί. Είχε πάει στη συναγωγή. Γι’ αυτόν δεν ήξερε και πολλά ο Νότης. Αλλά για τους άλλους τρεις έπαιρνε όρκο.

Και μάλιστα, εκείνο το Σάββατο, η κυρία Ρεβέκκα τους έβγαλε να τους τρατάρει ωραίο γλυκό, κίτρο, με κουλουράκια εφτάζυμα, είναι της θρησκείας τους αυτά.

Κι ο Νότης πρώτη φορά τα έβλεπε και δεν τα’ βαζε στο στόμα του, και του είπε ο Σαμουήλ, ο φαντάρος, «δάγκωσε, μωρέ, μη φοβάσαι, δεν έχουν δηλητήριο», κι όλοι γέλασαν εκεί μέσα, κι ο Νότης ντράπηκε και το ‘φαγε ολόκληρο το εφτάζυμο, «άμα είναι να πεθάνω, ας πεθάνω» είπε, αλλά δεν πέθανε. Και το κουλούρι ήταν και πολύ νόστιμο! Και ζήτησε άλλο ένα.

Ύστερα η Ραχήλ, που είχε κόκκινα κατσαρά μαλλιά κι ήταν ψηλή και πήγαινε πρώτη γυμνασίου, κάθισε στο πιάνο και τους έπαιξε ένα τραγούδι του Σούμπερτ, έτσι είπε η Ραχήλ.

- Ο Σούμπερτ είναι σπουδαίος μουσικός, Βιεννέζος, εξήγησε ο Τζάκος, γιατί ήξερε πως ο Νότης, δεν είχε ιδέα ποιος ήταν ο Σούμπερτ, κι η Ραχήλ είπε:

- Ναι, Βιεννέζος είναι ο Σούμπερτ και το τραγούδι αυτό είναι ένα από τα πολλά του λίντερ.

Ο Τζάκος ήξερε να παίζει κι αυτός πιάνο, αλλά στο πιάνο ήταν καλύτερη η Ραχήλ. Ο Τζάκος είχε φυσαρμόνικα. Όχι αυτή που τη βάζουν στα χείλια, αυτή είναι εύκολη, είχε την άλλη, με τη φυσούνα, που παίζεται με τα δύο χέρια, σαν το ακορντεόν να πούμε, πιο μικρή όμως και χωρίς τόσα μπιχλιμπίδια όσα το ακορντεόν.

- Να, αυτή είναι, είπε στο Νότη καθώς την πήρε από το κομό και του την έδειχνε.

- Παίζει σολφέζ ακόμα, είπε η Ραχήλ για να τον πειράξει.

Αλλά ο Νότης δεν κατάλαβε αν ο Σολφέζ ήταν Βιεννέζος κι αυτός σαν το Σούμπερτ. Κι ούτε και ρώτησε.

Ύστερα η κυρία Ρεβέκκα, η μητέρα του Τζάκου, τους τράταρε σουμάδα κι ο Σαμουήλ, ο φαντάρος, είπε πως δεν τα βλέπει καλά τα πράγματα και πως σύντομα θα ‘χουμε επιστράτευση.

-  Τι θα πει «επιστράτευση»; ρώτησε ο Νότης.

- Να, θα καλέσουν στα όπλα κι άλλες κλάσεις.

Αλλά εδώ μπερδεύτηκε πιο πολύ ο Νότης και σώπασε. Δεν καταλάβαινε τίποτα, και δεν ήθελε να ρωτήσει άλλο, να μην τον πούνε και χαζό.

Προβληματισμοί για συζήτηση 
Αντισημιτισμός και Λαϊκή Παράδοση
Στο απόσπασμα βλέπουμε τον Νότη να απορεί για τα όσα φυσιολογικά βλέπει να συμβαίνουν στην οικογένεια του εβραίου φίλου του Τζάκου, μια και έρχονται σε αντίθεση με τις προκαταλήψεις που την εποχή εκείνη επικρατούν. Σύμφωνα με αυτές, οι Εβραίοι έχουν γαμψή μύτη, μεγάλα νύχια και είναι τσιγκούνηδες...δεν κερνούν τους επισκέπτες τους κανονικά κουλουράκια, αλλά δηλητηριασμένα... και φυσικά δεν πίνουν σουμάδα, αλλά αίμα παιδιών! Τίποτα όμως δεν συμβαίνει απ' όλα αυτά, και ο μικρός αρχίζει να αναρωτιέται. Τι ισχύει τελικά; Έχει άραγε άδικο η λαϊκή παράδοση όταν μιλάει για νεράιδες, μάγισσες, δράκους, βρουκόλακες, γίγαντες, αράπηδες και Οβριούς;

Ο άμαθος λαός πάντα δημιουργεί θρύλους για να εξηγήσει το άγνωστο, και πολύ συχνά το στοχοποιεί και το καταδιώκει. Από τη στιγμή που ακόμα και τα μνημεία των προγόνων μας, οι αμόρφωτοι Ρωμιοί της τουρκοκρατίας τα θεωρούσαν σπίτια πελώριων γιγάντων (των Ελλένηδων - σ.35 στη μελέτη του Κακριδή Οι αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση) και τα ρήμαζαν, τι πιθανότητες θα είχε ένα ξένο θρήσκευμα μιας κλειστής κάστας ανθρώπων, να θεωρηθεί ευπρόσδεκτο;

Το πρόβλημα προφανώς δεν είναι ούτε η λαϊκή παράδοση, ούτε οι Εβραίοι. Είναι η αμορφωσιά, η απουσία κριτικής σκέψης και η έλλειψη επαφής και αγάπης ανάμεσα στους ανθρώπους. Μόνο σε τέτοιο έδαφος μπορεί να ριζώσουν οι γενικεύσεις, οι αποκλεισμοί, οι διωγμοί και οι γενοκτονίες. Γι' αυτό και μια ανθρωπιστική Παιδεία, πλούσια σε εμπειρίες, πρέπει να είναι το ζητούμενο κάθε εποχής.

Θυμίζουμε πως αντίστοιχες προκαταλήψεις αντιμετωπίζουν και τα Χορνόπουλα (παιδιά της οικογένειας Χορν) στον Τρελαντώνη της Π.Σ. Δέλτα (σ.65-66)
- Μα ο Στάμος λέγει πως, αν δείξεις του Εβραίου ένα σταυρό, αυτός πέφτει ξερός! Γιατί έχει ένα διάβολο μέσα του και, σα δει ο διάβολος το σταυρό, σκάζει!
Ο Γιάννης την κοίταξε και είπε: Τι ανοησίες!
- Ναι! επέμεινε η Αλεξάνδρα. Κι εμείς ξέραμε κάτι κορίτσια Εβραίες, που πήγαιναν κι έπαιζαν στο ίδιο περιβόλι όπου πηγαίναμε κι εμείς, και μας είπε ο Στάμος να δοκιμάσουμε και να δούμε. Και πήραμε το σταυρό της βαφτίσεώς μου...
(...)
- Κι έπεσαν ξερές; ρώτησε ο Γιάννης.
Η Αλεξάνδρα μαζεύθηκε.
- Όχι! ομολόγησε. Έφυγαν. Μα ο Στάμος λέγει πως δεν τον είχαν κοιτάξει καλά και γι' αυτό δεν έσκασαν...
Χρήση στην τάξη
Πριν το σχολείο διακόψει τη λειτουργία του για τις γιορτές, μπορούμε με αφορμή αποσπάσματα από αυτό το βιβλίο, να αφιερώσουμε κάποιες ώρες για να κουβεντιάσουμε με τους μαθητές το πώς οι συμπατριώτες μας περνούσαν τα Χριστούγεννα σε άλλες εποχές. Δώρα, βιτρίνες, έλατα και μηχανικοί τάρανδοι δεν υπήρχαν πάντοτε, ειδικά πριν η κουλτούρα της κατανάλωσης αρχίσει να μας πολιορκεί. Όμως οι καρδιές των ανθρώπων έρχονταν πραγματικά κοντά, μόλις η μεγάλη οικογένεια μαζευόταν γύρω από το γιορτινό τραπέζι. 

Αν η συζήτηση οδηγηθεί στην οικονομική κρίση (κάτι πολύ πιθανό στις μέρες μας), μπορούμε να ανταλλάξουμε εμπειρίες για φτωχούς ανθρώπους, που αντί να χαίρονται τις γιορτές, προσπαθούν να επιβιώσουν αβοήθητοι. Κείμενα όπως Το φλουρί του φτωχού από το βιβλίο της Γλώσσας (Στ' τάξη, β' τεύχος) μπορεί να διευκολύνουν στην ευαισθητοποίηση των παιδιών και να τα βοηθήσουν να προσεγγίσουν την οπτική των ανθρώπων με ανάγκη. Προς την κατεύθυνση αυτή μπορεί να συμβάλλουν και βιωματικές δραστηριότητες, όπως η αναπαράσταση με παντομίμα του κλασικού παραμυθιού του Άντερσεν Το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Ο παρακάτω σύνδεσμος από μια ομώνυμη βωβή ταινία του 1902, δείχνει πόσο λιτά μπορεί να στηθεί ένα τέτοιο θεατρικό.

Share/Bookmark

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Τα Χριστούγεννα της συμφοράς

Υπόθεση
Παραμονή Χριστουγέννων στο σπίτι του Ραλφ και, μαζί με τους γονείς του, τον παππού και τη γιαγιά, το θείο Τρίστραμ και τον αδελφό του Χάρι, έρχονται να γιορτάσουν θείοι, θείες και σατανικά μικρά ξαδελφάκια. Τα σχέδια των οικοδεσποτών για ένα χαρούμενο εορταστικό διήμερο πάνε πολύ γρήγορα περίπατο και οι -έτσι κι αλλιώς εύθραυστες- σχέσεις τους με τους συγγενείς, δοκιμάζονται ακόμα περισσότερο. Το ίδιο και τα νεύρα τους. Έτσι, με κάθε νέα παρεξήγηση οι τόνοι ανεβαίνουν, οι προσβολές πάνε κι έρχονται και πριν το σπίτι γίνει πεδίο μάχης (ή και λίγο μετά), ένα ξεκαθάρισμα βάζει τα πράγματα στη θέση τους και στέλνει τους επισκέπτες πίσω από εκεί που ήρθαν.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Αν Φάιν (Anne Fine)
Μετάφραση: Ρένα Τουρκολιά - Κυδωνιέως
Εικονογράφος: Kate Aldous
Τίτλος πρωτοτύπου: The More the Merrier
1η έκδοση: 2003 (στα ελληνικά 2007)
ISBN: 978-960-453-190-5
Σελίδες: 134
Τιμή: περίπου 3 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
To site του βιβλίου εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Χιουμοριστική ιστορία με θέμα ένα επεισοδιακό χριστουγεννιάτικο τραπέζι, γραμμένη με τρόπο που να ψυχαγωγεί αλλά και ταυτόχρονα να σχολιάζει την κατάσταση του θεσμού της οικογένειας στον δυτικό κόσμο. Το βιβλίο χωρίζεται σε έξι μέρη και πολλές υποενότητες, με 2 έως 7 σελίδες η κάθε μία. Η γλώσσα είναι απλή και η έκφραση το ίδιο, ενώ τα μεγάλα τυπογραφικά στοιχεία και τα ασπρόμαυρα σκιτσάκια που στολίζουν τις σελίδες, φροντίζουν για μια ξεκούραστη ανάγνωση. Η μετάφραση/επιμέλεια κειμένου προβληματίζει, καθώς ξεκινάει με το αριστερό, αφήνοντας στο κείμενο ορθογραφικά (σ.9 να με κι εγώ) γραμματικά (σ.11 όλοι τη θεωρούσαν ένα σιχαμένο ξερόλα) και εκφραστικά (σ.26 έκανα μεγαλύτερη τη βάρδια απ' όση μου αναλογούσε σήμερα το πρωί) λάθη. Γρήγορα όμως το κλίμα ζεσταίνεται και όταν μπαίνουμε πιο βαθιά στην ιστορία, τα εκτός πλοκής στοιχεία περνούν σε δεύτερη μοίρα.

Το βιβλίο προτείνεται σε εφήβους (μαθητές Στ' τάξης και γυμνασίου), οι οποίοι έτσι κι αλλιώς έχουν την τάση να επανεξετάζουν σχέσεις και δεδομένα που οι ενήλικοι θεωρούμε υπεράνω αμφισβήτησης. Τα αγόρια ίσως το συμπαθήσουν περισσότερο για την αμεσότητά του, ειδικά αν ταυτιστούν με τον ταλαιπωρημένο ήρωα και την αλλεργία του προς τη ροζ, πασπαλισμένη με χρυσόσκονη, πραγματικότητα της ξαδέλφης του Τιτάνια.
Παρότι -ειδικά μετά τη μέση- το βιβλίο είναι αρκετά συμπαθητικό και με έξυπνους διαλόγους (οι ατάκες κάποιες φορές μου θύμισαν αμερικάνικη σειρά -χωρίς τα τεχνητά γέλια-), δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι από ηθική άποψη υπάρχουν (όπως είχαμε αναφέρει και για την οικογένεια Αναμπουμπούλα) μερικά θέματα προς συζήτηση. Το προσβλητικό χιούμορ προς τη γιαγιά π.χ. μυρίζει φορμόλη (σ.27) αλλά και η γλώσσα της ίδιας Μωρέ και να παρακαλάς μέχρι να σαπίσης... (σ.85), η ελάχιστη έστω βία που ασκείται από τον μπαμπά (σ.70 και 92-93), ο γείτονας που απατά τη γυναίκα του με μια ξανθιά γκόμενα (σ.76) η γιαγιά που προσφέρεται να συμμετάσχει σε έρανο υπέρ της κακοποίησης παιδιών (σ.86), το απειλητικό υστερόγραφο προς τον Αϊ-Βασίλη έτσι και ξεχάσεις έστω και ένα απ' αυτά που σου ζήτησα, θα μαζεύεις τα δόντια σου με σπασμένο χέρι (σ.23) και διάφορα άλλα, μπορεί να αναφέρονται στα πλαίσια της "πλάκας", αλλά σίγουρα δεν δημιουργούν πρότυπα προς μίμηση. Το ίδιο και η γλώσσα, που, χωρίς να υπερβαίνει τα όρια, είναι μάλλον αρνητικά φορτισμένη π.χ. η λέξη "ηλίθιος" στολίζει συνεχόμενες σελίδες (σ.11 ηλίθια φορέματα, σ.13 ηλίθιας γαλοπούλας, σ.14 ηλίθιος -σκέτο- κλπ.). Για πρώτη φορά, συναντήσαμε ακόμα και ΝΑΤΟϊκό χιούμορ: Ο θείος Τοντ είπε ότι είχε περάσει καλύτερα όταν πολεμούσε με τους Σέρβους (σ.37).

Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν μιλάμε για το τυπικό χριστουγεννιάτικο βιβλίο... ακόμα και ο τοσοδούλης Άλμπερτ, που κατά τα άλλα ρωτάει συνεχώς "τι σημαίνει αυτό" και "τι σημαίνει το άλλο", δηλώνει ευθαρσώς ότι δεν θα τραγουδήσει τα κάλαντα, γιατί δεν τον αγαπάω το μικρό Χριστό και δεν πιστεύω ότι είναι γλυκούλης (σ.85).

Από μια άλλη άποψη βέβαια, η (πολυβραβευμένη) συγγραφέας ίσως ξέρει τι κάνει. Αφού το βιβλίο απευθύνεται σε εφήβους, μια κλασική ιστορία χριστουγεννιάτικης θαλπωρής δεν θα είχε νόημα (αλλά και δε θα οδηγούσε σε πωλήσεις). Το παραπάνω παρακμιακό σκηνικό αμφισβήτησης των πάντων, στήνεται λοιπόν μάλλον σκόπιμα, ίσως για να καυτηριάσει τον τρόπο που στην κοινωνία μας έχουμε οδηγηθεί να γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Τα δώρα που δίνονται επειδή πρέπει να δοθούν, οι συγγενείς που προσκαλούνται -όχι επειδή τους συμπαθούμε, αλλά επειδή πρέπει να προσκληθούν, οι εορταστικές φανφαρο-εκπομπές στην τηλεόραση, τα λουκάνικα και η γαλοπούλα στο τραπέζι, τα νερόβραστα μηνύματα δήθεν αγάπης των ημερών... Όλα αυτά μπορεί να μοιάζουν στον έφηβο με ένα φουσκωμένο μπαλόνι (...) που καθώς προσπαθείς να το δέσεις, εκείνο ξεφεύγει από τα δάχτυλά σου και βγαίνει από μέσα όλος ο αέρας, κάνοντας έναν άκομψο θόρυβο, και το μπαλόνι πετάγεται μακριά, στριφογυρίζει και χοροπηδάει στον αέρα και τέλος πέφτει στο πάτωμα, θλιβερό και ζαρωμένο, ένα αξιοθρήνητο τίποτα (σ.52). Η λύση που προβάλλεται για να αναδυθούμε από το παραπάνω τέλμα, είναι να είμαστε αληθινοί προς τον εαυτό μας και σε αυτά που νιώθουμε, γιατί μόνο τότε μπορούμε να ζούμε ανέμελοι, περίπου σαν τον μαστροχαλαστή αλλά πρόσχαρο παππού. Όποιος λοιπόν αυτή την περίοδο των εορτών αισθάνεται πίεση αντί για χαρά, δεν έχει παρά να κλείσει εισιτήρια για Σεϋχέλες, σαν τους γονείς του Ραλφ!

Κατά τα άλλα, πολλοί υποστηρίζουν πως είναι λάθος να ρωτάμε σε ποιες ηλικίες απευθύνεται το κάθε βιβλίο. Κάθε παιδί έχει φυσικά τη δική του προσωπικότητα και ξεχωριστά ενδιαφέροντα, και μπορεί να ωριμάζει διαφορετικά από τους συμμαθητές του... είναι ωστόσο σαφές πως ένα κείμενο σαν το παραπάνω, ενώ θα μπορούσε να είναι ωφέλιμο και διασκεδαστικό για έναν έφηβο, θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα και λανθασμένες εντυπώσεις σε ένα μικρότερο παιδί. 

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Οικογένεια, Χριστούγεννα, Ισότητα Φύλων

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Ο θείος Τρίστραμ έσκισε το περιτύλιγμα. Ήταν ένα κουτί με μαντιλάκια που στις γωνίες είχαν κεντημένους παπαγάλους.

- Αυτά τα έδωσα εγώ στη θεία Ίντα πέρυσι, του είπα.

Νόμιζα ότι το είπα σιγά αλλά ο μπαμπάς μού έδωσε μια καρπαζιά. Ο παππούς έβαλε τα γυαλιά του.

- Α, τα θυμάμαι αυτά τα μαντιλάκια. Τα είχα αγοράσει στην Παταγονία. Νομίζω ότι σου τα είχα φέρει για δώρο γενεθλίων, Τρίστραμ.
- Πράγματι, του είπε ο Τρίστραμ. Εδώ και χρόνια. Στη συνέχεια, τα χάρισα εγώ στον Τζέιμς και στην Τάνσι ως ευχαριστήριο δώρο.
- Τα μαντιλάκια αυτά ήταν μέσα στην ντουλάπα εδώ και αιώνες, είπε ο Χάρι.
- Α, γι’ αυτό μου είπες ότι μπορούσα να τα πάρω για να τα χαρίσω στη θεία Ίντα πέρυσι; ρώτησα τη μαμά.
- Τελικά ο περσινός τρόπος με τα δώρα είχε ένα πλεονέκτημα, παρατήρησε ο μπαμπάς. Μέσα σ’ εκείνο το χαμό που γινόταν δεν υπήρχε περίπτωση να αρχίσουμε να ψάχνουμε την προέλευση κάθε δώρου.
- Τι είναι «προέλευση»; ρώτησε ο Άλμπερτ.
- Από πού έρχεται κάτι, εξήγησε ο θείος Τρίστραμ. Στην περίπτωση αυτή εδώ, ποιος έδωσε σε ποιον τούτο το δώρο πιο πριν.
- Αυτό το παιδί δε σταματάει ποτέ να κάνει ερωτήσεις; σχολίασε η γιαγιάκα.
- Τουλάχιστον θυμάται τις απαντήσεις, της είπα εγώ. Μαζί με ό,τι άλλο ακούει. Ξέρει σχεδόν απ΄έξω όλο το ποίημα Η φώκια και ο μαραγκός, μόνο και μόνο επειδή η μαμά με έβαζε συνέχεια να της λέω τα λόγια για το ρόλο μου. Σκέφτηκε ότι, αφού οτιδήποτε δώρο και αν μου είχε πάρει βρισκόταν ήδη στο σωρό, ήταν καλύτερο να σπρώξω λίγο τα πράγματα. Και μαθαίνει σωστά τα ονόματα όλων.

- Τρίστραμ, είπε η μαμά βιαστικά. Αφού εσύ ήσουν αυτός που πήρε το δώρο, εσύ θα διαλέξεις τώρα το επόμενο.
- Μα είναι δίκαιο αυτό; μπήκε στη μέση ο παππούς. Στο κάτω κάτω, ο Τρίστραμ πήρε ήδη ένα δώρο.
- Δε θα το πάρει για δικό του το επόμενο δώρο, εξήγησε η μαμά στον παππού. Απλώς θα το διαλέξει από το σωρό.
- Ναι, αλλά μπορεί να είμαι τυχερός, της απάντησε ο θείος Τρίστραμ. Μπορεί αυτό που θα πάρω από το σωρό να είναι πάλι για μένα.
- Τότε, υποθέτω ότι θα έχεις την καλοσύνη να το ξαναβάλεις αμέσως πίσω στη θέση του, είπε η μαμά.
- Αμάν! Μ’ αυτόν τον ρυθμό θα φτάσουμε στη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων! γκρίνιαξε πάλι ο Χάρι.

Έφαγε κι αυτός την καρπαζιά του από τον μπαμπά.

Για να του φτιάξει το κέφι, ο θείος Τρίστραμ έψαξε στο σωρό ώσπου βρήκε ένα δώρο που έγραφε πάνω «Χάρι» και του το έδωσε.

Ο Χάρι άρχισε αμέσως να σκίζει το περιτύλιγμα.
- Από ποιον είναι; μπήκε στη μέση η μαμά με φωνή που προμηνούσε μπελάδες.

Ο Χάρι σταμάτησε το σκίσιμο και κοίταξε την ετικέτα.
- Δεν τα βγάζω αυτά τα γράμματα. Δεν ξέρω καν αν εδώ γράφει το όνομά μου.

Ο θείος Τρίστραμ έσκυψε από πάνω του να κοιτάξει κι αυτός.

- Σίγουρα γράφει «Χάρι», δήλωσε έπειτα από μερικές στιγμές.
- Πού το κατάλαβες δηλαδή;
- Να, αυτό είναι κεφαλαίο Χ.
- Όχι, δεν είναι.
- Εγώ σου λέω πως είναι.
- Ας πούμε πως κάνεις λάθος. Τότε θα έχω ανοίξει το δώρο κάποιου άλλου.
- Όχι, δε θα συμβεί αυτό, είπε ο θείος Τρίστραμ. Το ξέρω στα σίγουρα πως το δώρο αυτό είναι για σένα.
- Μπα! Πώς το ξέρεις;
- Γιατί εγώ το αγόρασα.
- Α! έκανε ο Χάρι και συνέχισε να σκίζει το περιτύλιγμα. Μέσα ήταν μια πλαστική σακούλα που έγραφε πάνω «Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ» με μεγάλα γράμματα. Και μέσα από τη σακούλα ο Χάρι έβγαλε μια πελώρια ψεύτικη μαύρη γενειάδα.

- Α! Υπέροχο! είπα εγώ με ζήλια.
- Μην ανησυχείς, μου είπε ο θείος Τρίστραμ. Σου πήρα και σένα μία.
- Μαμάαα! τσίριξε η Τιτάνια. Ο θείος Τρίστραμ μας χαλάει όλες τις εκπλήξεις!
- Όχι και όλες, είπε ο θείος Τρίστραμ και μου έκλεισε το μάτι, γιατί μόνο εγώ ήξερα για τα τυλιγμένα μισά τούβλα.

Ο Χάρι φόρεσε τη γενειάδα του αμέσως. Πιανόταν από τα αυτιά με λαστιχάκι και του έφτανε μέχρι κάτω τα πόδια.

- Μμμ, πολύ κομψή, σχολίασε η γιαγιάκα.

Πρόσφατα, κάποιος που του έμοιαζε πολύ πέρασε πετώντας έξω από το παράθυρό μου, είπε εμπιστευτικά η θεία Ίντα.

- Στο μέλλον πρέπει να είμαστε σίγουροι πως το παράθυρό σου είναι καλά κλεισμένο, της είπε ο μπαμπάς.
- Τέλεια! φώναξε ο Χάρι μέσα από η γενειάδα αλλά η φωνή του ίσα που ακούστηκε.
- Θα είσαι πολύ όμορφος στις χριστουγεννιάτικες φωτογραφίες, του είπε η μαμά.
- Λοιπόν, τώρα ο Ρασπούτιν θα διαλέξει το δώρο, είπε ο μπαμπάς.
- Ο Άλμπερτ κοίταξε το θείο Τρίστραμ.
- Ποιος είναι ο Ρασπούτιν; ρώτησε.
- Ένας Ρώσος που είχε μια τέτοια γενειάδα, απάντησε ο θείος Τρίστραμ. Ήταν ανελέητος, πανούργος και σατανικός. Για να τον σκοτώσουν οι εχθροί του στην Αυλή του τσάρου, του έβαλαν στο φαγητό τόσο δηλητήριο που μπορούσε να σκοτώσει και άλογο. Αυτός όμως ήταν τέτοιο σκληρό καρύδι, που αναγκάστηκαν να τον πυροβολήσουν δεκαεφτά φορές για να πεθάνει και μετά πέταξαν το πτώμα του στο ποτάμι.
- Να, είδες; του είπε η μαμά. Τι σου έλεγα; Γι’ αυτό του αρέσει να κάθεται κοντά σου.
- Κι αυτό επιμορφωτικό ήταν, της απάντησε ο θείος Τρίστραμ.

Ο Χάρι προσπάθησε να πάρει το επόμενο δώρο μέσα από τη γενειάδα του. Του πήρε λίγο χρόνο αλλά τελικά κατάφερε να πιάσει ένα. Το αναγνώρισα. Είχε το σχήμα μισού τούβλου.

- Είναι πολύ βαρύ, είπε. Είναι για τη Σίλβια. Και στην ετικέτα δε γράφει από ποιον είναι.

Το θείο Τρίστραμ τον αγαπάω πολύ, οπότε δεν είπα κουβέντα. Αλλά φαίνεται ότι εκείνος αποφάσισε πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να υπερασπιστεί τον εαυτό του από την αρχή.

- Πέρυσι κανείς δε διάβασε τις ετικέτες, θύμισε σε όλους. Ο καθένας άρπαζε ένα δώρο και το άνοιγε.
- Όχι εγώ, τον διόρθωσε η θεία Σούζαν.
- Ούτε κι εγώ, πετάχτηκε η Τιτάνια. Εγώ ευχαρίστησα όλο τον κόσμο και έκανα και μια ωραία υπόκλιση και σας χόρεψα κι ένα χορό.
- Πράγματι, είπε ο μπαμπάς που τα θυμήθηκε όλα.
- Πάντως, το μόνο που έκαναν κάποιοι ήταν να αρπάξουν, είπε ο θείος Τρίστραμ. Και δε ζάλισαν το μυαλουδάκι τους να δουν ποιος του αγόρασε τα ακουστ… Κατάλαβε τότε ότι προδόθηκε μόνος του, αλλά παρ’ όλα αυτά, συνέχισε. Τέλος πάντων. Ποτέ τους δεν προσπάθησαν να μάθουν ποιος ήταν τόσο γενναιόδωρος μαζί τους, ούτε του έγραψαν ένα ευχαριστήριο γράμμα. Επομένως, το πρόσωπο που είχε αγοράσει και στους δύο ένα ωραίο δώρο πέρυσι δε θα φταίει καθόλου αν φέτος δεν κάνει το καλύτερο δώρο του κόσμου σ’ αυτούς τους δύο που δεν τον ευχαρίστησαν καν.

- Όλοι οι άλλοι πάντως, θα πάρουν δώρο μια γενειάδα, πρόσθεσε ο θείος Τρίστραμ.
- Εγώ σε ευχαρίστησα, είπε η Τιτάνια. Κι εμένα γενειάδα μού πήρες;
- Να είσαι σίγουρη, είπε ο θείος Τρίστραμ, πως σ’ αυτό εκεί μέσα το σωρό υπάρχει μια γενειάδα και για σένα.

Η Τιτάνια ξέσπασε σε κλάματα.

- Μαμάαα! κλαψούρισε πάλι. Ο θείος Τρίστραμ μου πήρε ένα απαίσιο δώρο, πάρα πολύ απαίσιο δώροοο!

Ο Χάρι χτύπησε πιο γρήγορα από μένα.

- Άμα δεν τη θες τη γενειάδα σου, την παίρνω εγώ. Θα σ’ την ανταλλάξω με κάτι άλλο.

Η Τιτάνια σταμάτησε αμέσως το κλάμα, σαν να γύρισε διακόπτη.

- Τι άλλο έχεις πάρει; ρώτησε.
- Δεν ξέρω ακόμη, ξέρω; είπε ο Χάρι. Αργούμε πολύ να μάθουμε μ’ αυτό τον τρόπο.
- Ξετύλιξε το δώρο σου, χρυσό μου, είπε η μαμά στη Σίλβια.

Η Σίλβια το ξετύλιξε. Ήταν το μισό από ένα τούβλο.

- Από ποιον είναι; ρώτησε.

Κανείς δε σήκωσε το χέρι.

Ο θείος με είχε βοηθήσει στο τραπέζι. Αποφάσισα λοιπόν να τον βοηθήσω κι εγώ.

- Είναι τέχνη, δήλωσα. Είναι πάρα πολύ ακριβό. Ήμουν μαζί με το θείο Τρίστραμ όταν το αγόρασε. Ο άνθρωπος στο μαγαζί ε΄πε ότι το είχε φτιάξει ο αδελφός της διάσημης Φράζι Άντερσον.
- Ε, να! Το βλέπετε; φώναξε η γιαγιάκα. Η οικογένεια το’ χει, φαίνεται, στο αίμα της να τη ληστεύουν μπροστά στα μάτια της. Δεν έχετε παρά να κοιτάξετε εκείνο εκεί το δεσποινάριο με το φρουφρουδένιο φουστάνι.
- Α, σε παρακαλώ, μη λες έτσι την κόρη μου, είπε επιτιμητικά ο Ντίγκμπι.
- Όπως θέλω θα τη λέω την κόρη σου, απάντησε η γιαγιάκα. Ύστερα απ’ αυτό που είπες εσύ για μένα όταν σηκώθηκες από το τραπέζι το πρωί, έχω κάθε δικαίωμα.
- Τι είπε; ρώτησα εγώ.
- Όχι! έκανε κοφτά η μαμά.

Ήταν όμως αργά. Ο Σιλβέστερ είχε πάρει φόρα.

- Ο θείος Ντίγκμπι είπε τη γιαγιάκα «μοχθηρή γριά φώκια».
- Τι θα πει «μοχθηρή»; ρώτησε ο Άλμπερτ.
- Σατανική, του εξήγησε ο θείος Τρίστραμ.
- Α! Σαν τον Ρασπούτιν! πέταξε ο Άλμπερτ.

 Να, είδες; φώναξε ο θείος Τρίστραμ στη μαμά. Σ’το είπα ότι ήταν επιμορφωτικό.
Η μαμά σηκώθηκε από την καρέκλα της.

- Ποιος θέλει τσάι;

Προβληματισμοί για συζήτηση
Ίσος - Ίση - Ίσως
Ένα από τα επεισόδια στο κείμενο (σ.62-69) είναι αφιερωμένο στο θέμα της ισότητας των δύο φύλων. Την ώρα που ο μικρός Ραλφ κάθεται και καθαρίζει πατάτες για τους επισκέπτες -ολόκληρο λόχο από αχάριστους-  ο μπαμπάς περνάει από την κουζίνα και αρνείται να βοηθήσει τη μαμά με τη δικαιολογία ότι είναι πιεσμένος. Τότε η μητέρα ξεκινάει έναν μονόλογο (σε κάποιους ίσως θυμίσει τη Molly Bloom από τον Οδυσσέα) για τις -άπειρες- δουλειές που έχει φέρει σε πέρας ως εκείνη τη στιγμή, μονόλογο που διακόπτεται κάθε τόσο από τα "Συγγνώμη" του πατέρα. Μετά από 4 σελίδες μονότερμα, ο μπαμπάς μετανιωμένος αλλάζει γνώμη και με θέρμη δέχεται να βοηθήσει, πλένοντας τα λαχανάκια Βρυξελλών!

Ποιος από τους δύο γονείς πιστεύετε ότι πρέπει να φροντίζει για τις δουλειές του σπιτιού; την καθαριότητα; το μαγείρεμα; τα παιδιά; Αν εργάζονται και οι δυο τους, μήπως είναι δίκαιο να μοιράζονται και τις εργασίες στο σπίτι; Εσείς βοηθάτε καθόλου τον μπαμπά και τη μαμά ή όχι;
 



Share/Bookmark