Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Οι νικητές

Υπόθεση
Αθήνα, Δεκέμβριος 1944. Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς, τα σύννεφα του εμφυλίου μαζεύονται πάνω απ' τη χώρα. Η νεαρή Ζωή, οργανωμένη στην Αριστερά, πηγαίνει σε κάποια συγκέντρωση σε σχολείο της Φωκίωνος Νέγρη. Όλμοι από τον Λυκαβηττό βάλλουν στο χώρο σκορπώντας το θάνατο, και το κορίτσι τραυματίζεται σοβαρά. Με κίνδυνο να χάσει χέρι και πόδι, μεταφέρεται αρχικά στο ιατρείο της Άνω Κυψέλης και στη συνέχεια στο νοσοκομείο Αγία Όλγα. Εκεί, ένας νεαρός γιατρός θα κάνει ό,τι μπορεί για να τη σώσει και θα αναπτυχθεί μεταξύ τους αμοιβαία έλξη. Αναρρώνοντας η Ζωή, γνωρίζει τις υπόλοιπες γυναίκες του θαλάμου και ζουν μαζί τα νέα της υποχώρησης των ανταρτών από την Αθήνα.. Όταν οι Άγγλοι καταλαμβάνουν το ίδρυμα, αποφασίζουν να οργανωθούν και να ξεκινήσουν έναν ιδιότυπο αγώνα.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Ζώρζ Σαρή
Εξώφυλλο:Μαρία Κωνσταντακάκη
1η Έκδοση: 1983
ISBN: 960-293-678-9
Σελίδες: 184
Τιμή: περίπου 9 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γυμνάσιο

Κριτική
Εφηβικό μυθιστόρημα της Ζώρζ Σαρή, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα και με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η γλώσσα δεν είναι δύσκολη, αλλά το κείμενο περιλαμβάνει εικόνες σκληρές, που τα μικρότερα παιδιά  καλύτερα να αποφύγουν. Χωρίζεται σε τρία μέρη, από τα οποία πιο ενδιαφέρον είναι μάλλον το τελευταίο, όπου παρακολουθούμε τη διαμάχη των νοσηλευομένων γυναικών με τον άγγλο διοικητή του νοσοκομείου. Τα κεφάλαια δεν έχουν τίτλους, ωστόσο είναι μικρά και δεν κουράζουν. Η εικονογράφηση απουσιάζει εντελώς, κάτι που όμως λίγο προβληματίζει, αφού το ανάγνωσμα απευθύνεται αποκλειστικά σε έμπειρους αναγνώστες.

Θα προτείναμε το βιβλίο σε μαθητές Γυμνασίου που επιθυμούν να αποκτήσουν μια ιδέα του τι συνέβη στα Δεκεμβριανά του 1944. Τα κορίτσια έχουν σίγουρα περισσότερες πιθανότητες να ταυτιστούν με την ρομαντική ηρωίδα, ενώ το βιβλίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως αφορμή για συζήτηση γύρω από την ιδεολογία του κομμουνισμού και την ιστορία της στη χώρα μας. Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι να προσφερθεί για βοήθεια κάποιος ενήλικος, αφού οι απορίες που ανακύπτουν από την ανάγνωση είναι  ποικίλες (βλ. και απόσπασμα). 
Οκτώβρης 1944. Οι Αθηναίοι πανηγυρίζουν την απελευθέρωση
Η ιστορία της Ζωής είναι πολύ ανθρώπινη· σκληρή και συμπαθητική ταυτόχρονα. Ξεκινάει αρκετά δυναμικά, μόλις όμως το κορίτσι τραυματίζεται, η πλοκή αρχίζει να περιορίζεται στους τέσσερις τοίχους ενός νοσοκομειακού θαλάμου, σαν να ήταν το έργο θεατρικό, ή σαν να είμαστε και μεις οι αναγνώστες υποχρεωμένοι σε ακαμψία για να συμπάσχουμε με την ηρωίδα. Παρά τη στατικότητα ωστόσο, υπάρχει πολυφωνία στους τρόπους μέσα από τους οποίους επικοινωνεί μαζί μας το κείμενο:
- πότε με τα λόγια της αφηγήτριας, όπως όταν στην εισαγωγή μας παρατίθεται με σχετική αντικειμενικότητα το ιστορικό πλαίσιο του έργου
- πότε με τη γλώσσα των πηγών, αφού συχνά πυκνά παρεμβάλλονται ντοκουμέντα (σημειώματα του Τσώρτσιλ, δηλώσεις άγγλων βουλευτών, αποσπάσματα άρθρων, κλπ.) που μας αποκαλύπτονται τις κινήσεις ισχυρών παραγόντων πίσω από τα γεγονότα
- και πότε με την υποκειμενική οπτική των διαφόρων χαρακτήρων, που ενθουσιάζονται, αγαπούν και μισούν ανάλογα με τα πιστεύω τους και τα όσα συμβαίνουν τριγύρω.

Αναφερόμαστε στην οπτική "των διαφόρων χαρακτήρων", επειδή η συγγραφέας στα δύο πρώτα μέρη του έργου, χρησιμοποιεί την τεχνική της παράλληλης αφήγησης. Συγκεκριμένα, φωτίζει το περιστατικό που οδήγησε στον τραυματισμό της Ζωής μέσα από πολλαπλές προσεγγίσεις, τόσες σχεδόν όσοι και οι χαρακτήρες που συμμετέχουν. Κι αν αυτό θεωρητικά ακούγεται περίεργο, στην πράξη είναι πρωτότυπο και μπορεί επιπλέον να αξιοποιηθεί στην τάξη.

Το βιβλίο παρόλα τα ενδιαφέροντα στοιχεία, αποφεύγω να το προτείνω σε παιδιά Δημοτικού, λόγω σκληρών σκηνών. Πολύ νωρίς στην υπόθεση, μετά από μόλις 4-5 σελίδες γνωριμίας με τους ήρωες, εμφανίζεται η πρώτη. Η συγγραφέας περιγράφει με "ανελέητο" -όπως προειδοποιεί και από την εισαγωγή- τρόπο το εφιαλτικό τοπίο: την ώρα που έξω απ' το σχολείο βρέχει όλμους, με μια γρήγορη ματιά τριγύρω παρατηρούμε έναν τραυματία να κρατάει τις ευαίσθητες περιοχές του, ένα πολτοποιημένο χέρι στο έδαφος, κομμένα μέλη εδώ κι εκεί... μερικές παράγραφοι αφιερώνονται δηλαδή σ' ένα γενικότερο κλίμα πανικού, και συνθέτουν σκηνικό τρόμου γύρω από την ηρωίδα που κυριολεκτικά τα έχει χαμένα. Προσωπικά, η σκηνή μου θύμισε αυτό το στιγμιότυπο από το Saving Private Ryan. Κι ενώ η αναστάτωση συντηρείται στις πρώτες τριάντα σελίδες, ακολουθεί έπειτα και δεύτερη σκηνή φρίκης, στην αίθουσα του χειρουργείου.

Το βιβλίο έχει κατηγορηθεί στο παρελθόν ότι προωθεί τον διπολισμό (Κυρ. Ντελόπουλος στο περιοδικό Διαβάζω 11.7.84, αρ.98, σ.44-46), κάτι με το οποίο δεν μπορούμε εντελώς να διαφωνήσουμε, από τη στιγμή που στις σελίδες του παρουσιάζονται με έντονη συναισθηματική φόρτιση οι μεν ως καλοί και αγωνιστές, οι δε ως χαφιέδες, προδότες και φονιάδες. Θα ήταν ωστόσο άδικο να έχουμε την απαίτηση από ένα λογοτεχνικό κείμενο - μαρτυρία παθούσας να διατηρεί τις αποστάσεις ή την αντικειμενικότητα μιας ιστορικής μελέτης. Από την άλλη, επειδή απευθύνεται σε νεαρές ηλικίες, ίσως θα ήταν σωστότερο κάποιοι χαρακτηρισμοί να είναι πιο ήπιοι και να λείπει η μονομέρεια. (Ομολογώ ότι στο σημείο που η κυρα-Μαρία από "συμμαζεμένη γυναικούλα" μετατρέπεται σε επιβλητική καθοδηγήτρια, νόμιζα ότι διαβάζω Γκόρκι). Εν πάση περιπτώσει, εμείς παραμένουμε οπαδοί της άποψης του μικρού αδελφού: Τίποτα δεν πρέπει να λησμονιέται... Μα θα διδαχτούμε και θα θυμόμαστε όχι για να μισούμε, αλλά για να ξέρουμε πού οδηγούνε τα μίση. 

Τα όσα συνέβησαν στα Δεκεμβριανά, ήταν έτσι κι αλλιώς τόσο απρόσμενα και απάνθρωπα, που την Άλκη Ζέη -φίλη της Ζ.Σαρή- την τρόμαξαν περισσότερο κι από τα γεγονότα της ίδιας της γερμανικής κατοχής. Όπως αναφέρει σε συνέντευξή της στο Lifo (για την οποία έχουμε ήδη κάνει λόγο):

Η μόνη φορά που φοβήθηκα ήταν το Δεκέμβρη του '44. Ετοιμαζόμασταν να πάμε σε μια γιορτή, σ' ένα σχολείο της Κυψέλης. Λίγο πριν φτάσουμε, μάθαμε πως οι Άγγλοι είχανε ρίξει κάτι σαν «οβίδα» και σκοτώθηκαν παιδιά. Μάλιστα, στο σχολείο ήταν και η Ζωρζ Σαρρή, η οποία τραυματίστηκε πολύ σοβαρά. Κόντεψε να χάσει χέρι και πόδι. Ήταν φρικτό. 

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Ειρήνη, Φιλία, Απώλεια, Ιστορία 

Απόσπασμα
Ο Αντρέας έσφιξε τ’ αριστερό χέρι της Ζωής.

- Γεια χαρά, κορίτσι μου, της είπε.

Η Ζωή έχασε τη μιλιά της. Θόλωσαν τα μάτια της. Η Ηλέκτρα είχε πέρα για πέρα δίκιο. Τι λεβεντάνθρωπος, πόσο νέος, δεν έμοιαζε για πατέρας. Δύο μορφές μπλέχτηκαν μέσα της, ο δικός της πατέρας, γέρος, φαλακρός κι όλο θυμωμένος, κι ο Δημήτρης. Αυτό ήταν, έμοιαζε του Δημήτρη κι ας ήταν τα μάτια του πράσινα σαν τα βαθιά νερά της θάλασσας. Ίδια μάτια της κόρης του… Να’ ταν δικός της τούτος ο πατέρα! Να’ ταν ο Δημήτρης, ο Δημήτρης της Κατοχής, ο δικός της Δημήτρης, ο ατρόμητος! Να μην κλάψω, Θε μου, να μην κλάψω…

- Γεια χαρά, απάντησε.

Αργά το βράδυ έφτασε κι ο Πελοπίδας. Θ’ ανέβαιναν στο βουνό με τον Αντρέα. Κοίτα σύμπτωση, μια χούφτα είναι ο κόσμος, δούλευαν μαζί κι ήταν φίλοι.

- Θα ‘ρθω μαζί σας, φώναξε η Ηλέκτρα.

- Δε θα πας πουθενά. Πώς θ’ αντέξεις το κρύο και την πεζοπορία; Είσαστε πληγωμένες. Οι Άγγλοι δε θα σας πειράξουν. Η κυρα-Μαρία πειράχτηκε για λόγου της.

- Να φύγω; Και τι θα μου κάνουν εμένα γριά γυναίκα; Θα μείνω. Όλες οι νοσοκόμες σκόρπισαν.

Κι ο Νίκος είπε:
- Είμαι γιατρός κι άλλωστε, ποτέ μου δεν ανακατεύτηκα με την πολιτική. Ήμουν εδώ πριν από το Δεκέμβρη.

Η Ζωή σώπαινε. Τι να’ λεγε; Και να’ θελε να φύγει, δε θα το μπορούσε. Τώρα πονούσε μέρα νύχτα και το γόνατό της τούμπανο μελανό. Και τι θα της έκαναν οι Εγγλέζοι; Θα την έδερναν ή θα την έκλειναν φυλακή; Ίσως να κουβαλούσαν μαζί τους σουλφαμίδες. Για να περπατήσει το πόδι της, άλλη ελπίδα απ’ τη σουλφαμίδα δεν είχε. Αυτό πια το ήξερε.

Ο Πελοπίδας κάθισε για κάμποση ώρα κοντά της. Ήταν αξύριστος και τα μάτια του κόκκινα από την αγρύπνια.

- Θα συνεχίσουμε, Ζωή. Ένα καινούριο αντάρτικο θα φουντώσει. Θα σαρώσει. Ο λαός είναι μαζί μας. Τα όπλα δεν τα παραδίνουμε. Κρατάμε ολάκερη την Ελλάδα στα χέρια μας.

- Και μεις τι θ’ απογίνουμε; Πάλι τα ίδια; Θα κρυβόμαστε σε λαγούμια κυνηγημένοι από τους μπουραντάδες* κι από τους Εγγλέζους;

Η Ζωή κατάπινε τα δάκρυά της. Δεν ήθελε να ξεμπροστιαστεί, δειλή στα μάτια του καθοδηγητή της. «Αλήθεια, σκεφτόταν, τώρα ποιον θα ‘χω για καθοδηγητή; Σε ποιον τομέα θα ανήκω; Πάλι στη διαφώτιση;» Ντρεπόταν να ρωτήσει. Η Αθήνα χανόταν, κι αυτή έψαχνε ψύλλους στ’ άχυρα.

- Μόλις σταθώ στα πόδια μου, θ’ ανεβώ στο βουνό.

- Θα χρειαζόμαστε πάντα συντρόφους στην Αθήνα. Μη σε νοιάζει. Οι δικοί μας θα σε βρούνε. Θα ξανάχεις επαφή. Άλλωστε, πολύ γρήγορα θα γυρίσουμε πίσω νικητές. Λες κι ο Πελοπίδας είχε μαντέψει τη σκέψη της.

Κίνησαν να φύγουν. Έξω, πίσσα σκοτάδι. Ούτε ένα αστέρι να φωτίζει το δρόμο τους. Καμιά πενηνταριά άντρες και γυναίκες. Άλλοι με επιδέσμους, άλλοι με δεκανίκια, λίγοι οι γεροί. Η Ηλέκτρα τους ξεπροβόδισε ίσαμε την αυλόπορτα της Αγίας Όλγας. Την τελευταία στιγμή γαντζώθηκε πάνω στον πατέρα της. «Κοριτσάκι μου… κοριτσάκι μου… της έλεγε εκείνος και καταφιλούσε το προσωπάκι της.

Όταν γύρισε πίσω στο θάλαμο τρέχανε ποτάμι τα δάκρυά της.

- Μα πώς κάνεις έτσι; Είναι δυνατό με το γύψο να τους πάρεις από πίσω; τη μάλωσε η κυρα-Μαρία κι έσβησε τα μεγάλα φώτα.

- Ας κοιμηθούμε. Ποιος ξέρει τι μέρα θα ξημερώσει αύριο…

Ωστόσο η κούραση δεν έφερνε τον ύπνο. Η έγνοια κρατούσα τα βλέφαρα ανοιχτά.

Η Ηλέκτρα μιλούσε ψιθυριστά στη Ζωή:
- Αχ, πότε θα τον ξαναδώ;

Όλο τον πατέρα της είχε στο νου της. Η Ζωή πάλι σκεφτόταν τη μητέρα της. Τι να’ κανε μόνη στο Δαφνί; Άραγε φώναζε τα’ όνομά της σαν τότε που με το ζόρι οι νοσοκόμοι την ανέβασαν στην κλούβα με τα σιδερένια κάγκελα; Η μητέρα που ποτέ δεν είχε πειράξει κανέναν…

Την έπιασε το παράπονο.

- Και τη μάνα σου; Τη μάνα σου δεν τη σκέφτεσαι;

Νευρίασε η Ηλέκτρα.

- Παράτα με με τη μάνα μου Αυτή φόβο δεν έχει, τον ξεφορτώθηκε…

Πάντα έτσι μιλούσε για τη μάνα της. Οι γονείς της μια ζωή τσακώνονταν για τα πολιτικά. Ο πατέρας της, δύο χρόνια εξορία στην Ακροναυπλία, τότε με το Μεταξά, κι ύστερα, μόλις πάτησαν οι Γερμανοί το πόδι τους στην Ελλάδα, από τους πρώτους μπήκε στην Αντίσταση. Η μάνα της μαλλιοτραβιόταν: «Φτάνει πια, έχεις παιδί, θα φας το κεφάλι σου…» Όλη μέρα γκρίνιαζε, είχε και τα δικά της. Πεινούσαν. Στεκόταν με τις ώρες στην ουρά για λίγο λάδι, για λίγο χαρουπάλευρο. Η Ηλέκτρα από μικρή είχε πάρει το μέρος του πατέρα της και μόλις έγινε δεκαπέντε χρονών είπε να πάει να γραφτεί στην ΕΠΟΝ. Ο πατέρας της δε συμφώνησε μαζί της. «Άσε να μεγαλώσεις…» και κείνη καμώθηκε πως τον άκουσε, αλλά πού και πού με τα’ άλλα παιδιά της γειτονιάς μοίραζε προκηρύξεις και μια νύχτα, λίγες μέρες πριν την απελευθέρωση, το ‘σκασε από το σπίτι κι έγραψε πάνω σ’ έννα τοίχο με κόκκινα κεφαλαία γράμματα: ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ. Ο πατέρας της πιάστηκε πάλι με τη μάνα: «Εδώ ξεσηκώθηκε ολόκληρη η Ελλάδα. Γιατί θέλεις το παιδί μας να μένει με δεμένα χέρια; Τέλειωσε το Γυμνάσιο, τώρα είναι κοπέλα, δε θα την ορίζουμε πια. Πάρ’ το απόφαση…» Η μάνα μπαρούτιασε. «Είσαι τρελός… τρελός… Με τις ορμήνιες σου θα χάσουμε την κόρη μας. Ο Θεός δεν τα θέλει τέτοια πράματα…» Κι ο πατέρας της είχε απαντήσει πολύ ήρεμα: «Τι ανακατεύεις το Θεό, γυναίκα; Έχει πεθάνει από δω και χρόνους…»

Αυτά είχε στο νου της η Ηλέκτρα και συνέχισε:

- Ξέρεις, Ζωή… θαυμάζω τον πατέρα μου και σ’ όλα συμφωνώ μαζί του. Μόνο στο θέμα της θρησκείας δεν μπορώ να τον καταλάβω. Είμαι σαν τη μάνα μου. Κάθε βράδυ κάνω την προσευχή μου. Μια μέρα, όταν θα νικήσουμε, όταν γυρίσει, θα το συζητήσω μαζί του…

- Δηλαδή, τι θα συζητήσεις;

- Γιατί να μη γίνεται να ‘σαι μαρξιστής και χριστιανός μαζί; Να, ας πούμε, η κυρα-Μαρία είναι ίσαμε τα μπούνια κουκουεδίνα κι όμως την εικόνα του Χριστού την έχει στο προσκέφαλό της και κάθε βράδυ, τη βλέπω, κάνει το σταυρό της και την προσκυνάει. Θα μου πεις, η κυρα-Μαρία δεν ξέρει τι πάει να πει Μαρξ. Ούτε κι εγώ άλλωστε. Όμως, τι σημασία έχει; Εγώ θα τον μελετήσω και η κυρα-Μαρία θα μείνει για πάντα στο Κόμμα. Πες μου, αλήθεια, τι πειράζει να πιστεύεις ΚΑΙ στο Θεό;

Η Ζωή είχε πάψει να πιστεύει από δω και κάμποσα χρόνια. Ο Δημήτρης στην Κατοχή της μιλούσε, της εξηγούσε, της έδινε βιβλία να διαβάσει…

- Αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού δεν έχουμε. Όμως, τα όσα είπε ο Μαρξ είναι χειροπιαστά. Δύο και δύο κάνουν τέσσερα…

- Έχεις διαβάσει «Το Κεφάλαιο»;

- Φυσικά.

- Ολόκληρο;

Θα ‘ταν μεγάλο ψέμα της Ζωής ν’ απαντήσει ναι. Ο Δημήτρης της έλεγε: «Μα γιατί δεν κάνεις μια προσπάθεια; Με μέσες άκρες δε γίνεται κανένας μαρξιστής…» Και κείνη, σαν καλή μαθήτρια, δώστου από την αρχή κι ύστερα βαριόταν και τα παρατούσε. Τον παρακαλούσε: «Πες τα μου με δικά σου λόγια…»

- Ναι… δηλαδή, όχι… θέλω να πω πως ο Μαρξ… «Το Κεφάλαιο» δε διαβάζεται μια κι έξω. Χρειάζεται μελέτη. Με μέσες άκρες δε γίνεται κανένας αληθινός μαρξιστής. Δεν κάνει η Συνείδηση το Είναι αλλά το Είναι τη Συνείδηση…

* μπουραντάδες: μηχανοκίνητο τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων με αρχηγό τον Ν. Μπουραντά
4 Δεκ.1944. Σύνταγμα, διαδήλωση για τα θύματα (από τη διαδήλωση) της προηγούμενης μέρας (πηγή)
Προβληματισμοί για Συζήτηση
Αδερφοφάδες
Τα ντροπιαστικά γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944, παρά τα 70 χρόνια που έχουν περάσει, παραμένουν αόρατα στα σχολικά βιβλία Ιστορίας. Αν σκοπός του συγκεκριμένου μαθήματος είναι να διδάσκει και να προβληματίζει, γιατί να μην τα αξιοποιήσουμε όπως τόσα άλλα; Ίσως έτσι αποκομίσουμε και κάτι θετικό από όλα τα αρνητικά που ο πόλεμος αυτός μας προκάλεσε.

Θυμίζω εδώ ότι ως συνέπεια του εμφυλίου, αντί η πατρίδα μας να ανοικοδομηθεί μετά το τέλος του Β' Π.Π, παρέμεινε σε εμπόλεμη κατάσταση για 5 επιπλέον χρόνια, ξοδεύοντας μέρος της εξωτερικής οικονομικής ενίσχυσης σε νέες καταστροφές, όπλα και πυρομαχικά. Επιπλέον, η εθνική ενότητα πληγώθηκε ανεπανόρθωτα και ο λαός χωρίστηκε σε "αριστερούς" και "εθνικόφρονες", ακριβώς όπως τις προηγούμενες δεκαετίες ήταν μοιρασμένος σε βενιζελικούς / βασιλικούς, νωρίτερα σε δημοτικιστές / αρχαϊστές, ή τον περασμένο αιώνα σε αγγλόφιλους / γαλλόφιλους / ρωσόφιλους, κοκ. 

Αθήνα 5.12.1944 Με κόκκινο οι περιοχές που ελέγχει ο ΕΛΑΣ, με μπλε τμήματα εθνικός στρατός και Βρετανοί
Χρήση στην τάξη
Συζητήστε για τη σημασία των φράσεων
"Διαίρει και βασίλευε" και "Η ισχύς εν τη ενώσει". Πότε χρησιμοποιούμε την καθεμία;

Εξηγήστε τα λαϊκά ρητά
"Το ένα χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο" και "Βόηθα με να σε βοηθώ, ν' ανεβούμε το βουνό" ;
Με ποια από τις παραπάνω φράσεις ταιριάζουν;

Δείτε το ακόλουθο βίντεο από την ταινία Το χώμα βάφτηκε κόκκινο και συζητήστε τι προσπαθεί (μετά το 2:15) να εξηγήσει ο πατέρας (Μάνος Κατράκης) στα δύο αδέλφια.


Στον ελληνικό εμφύλιο, μπορούσαν άραγε οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές να αγνοήσουν τον ξένο παράγοντα και να βρουν τρόπο συνεννόησης πριν καταλήξουν σε αλληλοφάγωμα; Τι θα λέγατε στους αρχηγούς των δύο παρατάξεων αν μπορούσατε με ένα μαγικό τρόπο να μεταφερθείτε σε εκείνη την εποχή;  Εσείς, όταν διαφωνείτε με κάποιον, αναζητάτε ειρηνικές λύσεις πριν συγκρουστείτε ανοιχτά; Έχει τύχει να τσακωθείτε με τους φίλους, τα αδέλφια ή τους γονείς σας; Πώς νιώθετε αφού περάσει ο θυμός σας; Έχετε μετανιώσει ποτέ για πράγματα που είπατε ή κάνατε θυμωμένοι;

Αν αποφασίσετε να αξιοποιήσετε το βιβλίο στην τάξη ή να συζητήσετε για τον εμφύλιο, μπορείτε συμπληρωματικά να προβάλλετε την ταινία του Παντελή Βούλγαρη "Ψυχή Βαθιά", που αναφέρεται στο τελευταίο έτος του εμφυλίου. Υπάρχουν επίσης αποσπάσματα εκπομπών και ντοκιμαντέρ, όπως και παλαιότερες ταινίες, μόνο που θα πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός γιατί συνήθως υιοθετείται μονομερής οπτική (πολύ περισσότερο σε ταινίες γυρισμένες τον καιρό της δικτατορίας, όπως αυτή).

Αναφερόμενος στην κατάσταση της χώρας 6 μήνες πριν τα Δεκεμβριανά, ο Γεώργιος Παπανδρέου (πρωθυπουργός κατά τα Δεκεμβριανά) αναφέρει στο Συνέδριο του Λιβάνου (Μάιος 1944):
Κόλασις είναι σήμερον η κατάστασις της πατρίδος μας. Σφάζουν οι Γερμανοί, σφάζουν τα τάγματα ασφαλείας. Σφάζουν και οι αντάρται. Σφάζουν και καίουν. Τι θα απομείνη από την άτυχη αυτήν Χώρα; (...) Δεν είναι ο ξένος κατακτητής αλλά, δυστυχώς, ο εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος υπονομεύει θανασίμως το μέλλον μας.
Απελευθέρωση: Ο Γ. Παπανδρέου υψώνει τη σημαία στις 18 Οκτωβρίου 1944

Share/Bookmark

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου


Υπόθεση
Στην Αθήνα του 1940-44 παρακολουθούμε την πορεία του εννιάχρονου Πέτρου προς την εφηβεία την ώρα που ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνεται. Οι εξελίξεις στα μέτωπα συμπαρασύρουν την καθημερινότητα και στο σπίτι του, τη γειτονιά και το σχολείο. Οι συγγενείς και οι φίλοι που τον περιστοιχίζουν, κάτω από την πίεση των γεγονότων, αλλάζουν κι αυτοί -προς το καλύτερο ή το χειρότερο-, άλλοτε θυμίζοντας αναξιοπρεπείς, πεινασμένες σκιές και άλλοτε αποφασισμένους μικρούς ήρωες, έτοιμους για όλα.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος (παλαιότερη) / Μεταίχμιο
Συγγραφέας: Άλκη Ζέη
Εικονογράφηση: Σάββας Χαρατσίδης (εξώφυλλο Κέδρου)
ISBN: 978-960-04-0069-4 (Κέδρος)
Έτος 1ης Έκδοσης: 1971
Σελίδες:263
Τιμή: περίπου 11 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο
Εκπαιδευτικό υλικό από τη Μαρίζα Ντεκάστρο εδώ

Κριτική
Πρόκειται για το κλασικό, βραβευμένο μυθιστόρημα της Άλκης Ζέη που μας μιλάει για τα χρόνια της κατοχής στην Αθήνα, μέσα από την αθώα ματιά του μικρού Πέτρου. Η γραφή είναι απλή και η γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας ζωντανή και σαφής, ακόμα και για μικρότερα παιδιά. Το μέγεθος της ιστορίας όμως, το στήσιμο του βιβλίου και κάποιες δύσκολες σκηνές (άλλες με νοερές αναζητήσεις και άλλες με φρικτές εικόνες), δεν μας επιτρέπουν να το προτείνουμε σε πιο άπειρους αναγνώστες, που αν επιχειρήσουν να το διαβάσουν πιθανότατα θα κουραστούν. Αντίθετα, οι εμπειρότεροι θα το απολαύσουν, καθώς το χιούμορ της Ζέη και πολλές από τις αναφορές της, -παρότι "αόρατες" στα μάτια των μικρότερων- θα βρουν τον τρόπο να τους συγκινήσουν. Βιβλίο διαχρονικό λοιπόν που απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες. Ως προς τη δομή του, χωρίζεται σε τέσσερα μέρη και 25 κεφάλαια με πολύ έξυπνους τίτλους που "παίζουν" με το κείμενο. Δυστυχώς, δεν υπάρχει ούτε υποψία εικονογράφησης (ούτε στην παλιά, ούτε στη νέα έκδοση).

Προτείνεται ανεπιφύλακτα σε παιδιά Στ' Δημοτικού και Γυμνασίου, καθώς πιστεύουμε πως είναι από τα κείμενα που μπορούν να επηρεάσουν αποφασιστικά τη σχέση ενός παιδιού με το διάβασμα...  ίσως αυτός να είναι ένας από τους λόγους που το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε τόσες ξένες γλώσσες (περισσότερα εξώφυλλα εκδόσεων εδώ)


Το εξώφυλλο της γαλλικής έκδοσης...

...και της έκδοσης στα ρωσικά

Η Άλκη Ζέη έχει ζήσει τα γεγονότα από πρώτο χέρι και μας τα μεταφέρει αριστοτεχνικά. Άλλοτε μέσα από τη ματιά του μικρού αγοριού που δεν πολυκαταλαβαίνει (ή δεν το πολυσυνερίζονται), άλλοτε ελαφραίνοντας με το χιούμορ της καταστάσεις δύσκολες που μετατρέπονται σε κωμικοτραγικές, κι άλλοτε αφήνοντας τις ωμές εικόνες από τη φρίκη του κατοχικού χειμώνα να μιλήσουν μόνες τους. Παρακολουθούμε τις εξελίξεις βήμα προς βήμα: Αρχικά, την προκατοχική καθημερινότητα που αλλάζει με κάθε νέο του ραδιοφώνου, κι αφήνει άλλους να πανηγυρίζουν κι άλλους να ανησυχούν. Στη συνέχεια, την βουβαμάρα που προκαλεί το απειλητικό πρόσωπο του πολέμου, καθώς αυτός πλησιάζει. Έπειτα τη βία, τις στερήσεις και την εξαθλίωση, που μετατρέπει τους ανθρώπους σε τέρατα. Και τέλος, την ελπίδα που σιγά σιγά ξυπνάει, δυναμώνει μέσα από τους αγώνες και ξανακάνει τα κουρέλια, ανθρώπους. Τι περισσότερο να ζητήσει κανείς από ένα παιδικό βιβλίο;

Παρότι είναι δύσκολο να αποδοθεί μια περίοδος σαν της Κατοχής χωρίς σκηνές "δύσκολες" για μικρά παιδιά, η συγγραφέας καταφέρνει να μας βάλει στο κλίμα χωρίς να κάνει κατάχρηση. Η βία και η αναλγησία των κατακτητών αποδίδεται αρχικά έμμεσα: ένας αξιωματικός μαστιγώνει με κακία τον σκύλο στην αυλή (σ.60) ενώ αργότερα περιγράφεται από τρίτους πώς ένας γερμανός έσπασε το χέρι ενός άγνωστου παιδιού (σ.131). Στη συνέχεια βέβαια τα πράγματα αγριεύουν, αφού τα προβλήματα αρχίζουν να αγγίζουν την οικογένεια του Πέτρου, ενώ για να λέμε και την αλήθεια, δεν υπάρχουν και πολύ μετριοπαθείς τρόποι να αναφερθεί κανείς σε ανθρώπους που πέφτουν στο δρόμο από την πείνα. Στις τελευταίες 50 σελίδες που επέρχεται η κορύφωση, οι περιγραφές αγριοτήτων γίνονται περισσότερες, αμεσότερες και πιο ρεαλιστικές, καθώς πολλά κατοχικά γεγονότα "στριμώχνονται"  μαζί. Έτσι, συγκινούμαστε με  τον χαμό της Δροσούλας, αγανακτούμε για τις εκτελέσεις στο σκοπευτήριο, μελαγχολούμε για την εξαφάνιση των Εβραίων, αγωνιούμε για τον Πέτρο που μπλέκει σε μπλόκο και, τέλος, συγκλονιζόμαστε από την ωμή εκτέλεση του αδάμαστου Σωτήρη.

Να αναφέρουμε εδώ, ότι στο κείμενο διαφοροποιείται αρκετά ο τρόπος που αποδίδονται οι Ιταλοί και οι Γερμανοί κατακτητές. Οι πρώτοι αντιμετωπίζονται με σχετική συμπάθεια, που στο τέλος επιτρέπει στον φυγά "Γκαριμπάλντι" να γίνει μέλος της οικογένειας του πρωταγωνιστή, ενώ οι δεύτεροι περιγράφονται ως εντελώς απάνθρωπα όντα και καταδικάζονται χωρίς ελαφρυντικά: Τα μάτια τους είναι ατσαλένια (σ.186) και αντί να μιλούνε κάνουνε χρουστ χριστ (σ.62) ενώ η παρουσία τους πετρώνει τις καρδιές των ανθρώπων (σ.143). Ας ελπίσουμε οι μικροί αναγνώστες να καταλάβουν την υπερβολή που κρύβει η περιγραφή του Πέτρου και να μη θεωρήσουν πως όλοι οι Γερμανοί ανεξαιρέτως (συμπεριλαμβανομένων των σύγχρονων δανειστών μας) είναι άγρια θηρία που θέλουν να μας φάνε.

Αξίες - Θέματα
Ανθρωπισμός, Αξιοπρέπεια, Απώλεια, Ιστορία, Οικογένεια, Φιλία, Ειρήνη, Διατροφή

Απόσπασμα
Μόνο η μαμά έχει παραξενέψει και δεν τη νοιάζει για τις νίκες. Όλα τα βλέπει στενάχωρα, ακόμα και τα δελτάρια που στέλνει ο θείος Άγγελος εκείνη τα ερμηνεύει αλλιώτικα απ’ όλους τους άλλους. Στο τελευταίο που τους έστειλε από «κάπου στο μέτωπο», έγραφε: «Μου γράφετε πως στην Αθήνα έχει λιακάδες, εδώ έχει κρύο και χιόνια… μ’ ενοχλεί το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού μου…»

Αυτό το μεγάλο δάχτυλο ξεσήκωσε πολλές συζητήσεις, γύρω στο τραπέζι.

- Θα του είναι κοντές οι αρβύλες, αυτό είναι, έλεγε ο παππούς.


- Εγώ σας λέω πως έχει πάθει κρυοπάγημα, μιλούσε η μαμά, με την καινούρια λυπητερή φωνή της.

- Άκου, κρυοπάγημα! θύμωσε ο παππούς. Αυτοί είναι οπλισμένοι με μάλλινα ως το λαιμό. Δε βλέπεις τις φωτογραφίες στις εφημερίδες; Η πριγκίπισσα διάδοχου με τα ίδια της τα χέρια τα μοιράζει.

Η μαμά, όμως, επέμενε πως ο θείος Άγγελος δεν είναι κανένας μυγιάγγιχτος να παραπονιέται πως του πονάει το δάχτυλο, γιατί είναι μικρή η αρβύλα. Κι ακόμα, συνεχίζει νευριασμένη η μαμά, οι γυναίκες που στέκονται στην ουρά στον μπακάλη λέγανε πως φτάνουνε κάθε μέρα από το μέτωπο πλήθος τραυματίες με κρυοπαγήματα.

Ο Πέτρος κι ο παππούς δεν προφταίναν να φτιάχνουνε, με γαλάζιο και άσπρο χαρτί, σημαιούλες και να τις κρεμάνε στο μπαλκόνι σε κάθε καινούρια νίκη. Κι ο Πέτρος μάθαινε στον παππού όλα τα καινούρια τραγούδια, που σατιρίζανε τον Ντούτσε και τους Ιταλούς. Ο παππούς μισούσε τους Ιταλούς, γιατί, πριν πολλά χρόνια, κάποιος Ιταλός τον είχε κάνει τόπι στο ξύλο.

Ήτανε περιοδεία με το θίασο της Μεγάλης Αντιγόνης στην επαρχία. Μόλις είχε παντρευτεί τη γιαγιά, που ήτανε κόρη του ηλεκτρολόγου του θεάτρου. Είχανε πρεπμιέρα. Παίζανε την «Κυρία με τας Καμελίας». Όπως πάντα, όταν δεν υπήρχε μπούκα υποβολέα, ο παππούς είχε στηθεί άκρη άκρη στις κουίντες. Η Μεγάλη Αντιγόνη δεν μπορούσε να κάνει χωρίς τον παππού. Ποτέ της δε θυμόταν τα λόγια και πολλές φορές τα μπέρδευε με φράσεις από άλλο έργο. Ο παππούς ήξερε να της τα ψιθυρίζει τόσο μαστόρικα, που κανένας δεν το ‘παιρνε είδηση. Όταν λοιπόν βρισκόταν εκείνη στη σκηνή, ο παππούς δεν έιχε δικαίωμα, ούτε μια στιγμή, ν’ αποξεχαστεί. Άμα όμως το έργο ήτανε παιγμένο πολλές φορές, μπορούσε τότε εκείνος να ξεκουραστεί λιγάκι. Εκείνο το βράδυ έριξε κρυφά μια ματιά στην πλατεία να καμαρώσει τη γιαγιά που είχε βάλει τα καλά της και παρακολουθούσε στην πρώτη σειρά την παράσταση. Και τι να δει! Έναν άντρακλα καθισμένο στο πλάι της να τραβάει νευριασμένα. Δίνει λοιπόν μια ο παππούς, βγαίνει στη σκηνή, πηδάει στην πλατεία και αστράφτει ένα χαστούκι στο μαντράχαλο. Πετιέται κείνος ολόρθος και τότε κατάλαβε ο παππούς πως ήταν δυο μέτρα μπόι. Φυσικά, η παράσταση σταμάτησε, ο κόσμος φώναζε, κι ο ψηλέας – όπως έμαθε ο παππούς μετά, ήτανε ένας Ιταλός μηχανικός που εργαζότανε σε μια ξένη εταιρία που έχτιζε στην περιοχή μια γέφυρα – έκανε τον παππού του αλατιού και σταμάτησε μονάχα σαν είδε τη γιαγιά να λιποθυμάει στο κάθισμά της.

- Και δεν ήτανε που μ’ έδειρε, με είπε και σαλτιμπάγκο, αγαναχτούσε ο παππούς, κάθε φορά που διηγιότανε την ιστορία.

Γι’ αυτό λοιπόν, τώρα χαιρότανε που τις τρώγανε και οι Ιταλοί στο μέτωπο.

- Δεν μπορεί, έλεγε ο παππούς, κάποιος, κάποιος εγγονός ή κανένα ανίψι κείνου του κερατά θα τις τρώει στα πισινά από τα φανταράκια μας.

Κοντά στ’ άλλα, ο παππούς δεν κρατιότανε από τη χαρά του, γιατί έμαθε πως η Μεγάλη Αντιγόνη – παρ’ όλο που θα ‘τανε πια εξήντα τόσο χρονών – ντύθηκε ξανά τσολιαδάκι και τραγουδούσε σ’ ένα μεγάλο θέατρο για να εμψυχώνει τα μετόπισθεν.

- Θα με πας, Πετράκη, κούτσα κούτσα να τη δω στα παρασκήνια, έλεγε και λάμπανε τα μάτια του.

Σαν έπεσε το Αργυρόκαστρο, ο παππούς, η Αντιγόνη και ο Πέτρος είχανε σκοπό να τραγουδούνε το «Κορόιδο, Μουσολίνι», ίσαμε που να βραχνιάσουν. Τους σταμάτησε όμως η μαμά, που κρατούσε στην ανοιχτή παλάμη της δυο δαχτυλίδια. Είπε στην Αντιγόνη να τα πάει στην κυρία Λεβέντη. Είχε συνεννοηθεί μαζί της. Θα τ’ αγόραζε ο Εγγλέζος για τη Λέλα. Ο Πέτρος ένιωσε τόση απογοήτευση, που πήγαινε να κλάψει. Πήραμε το Αργυρόκαστρο, νικούσαμε τους Ιταλούς – ολόκληρη αυτοκρατορία – και τη μαμά ούτε που την ένοιαζε. Πουλούσε δαχτυλίδια κι ανησυχούσε για το μεγάλο δάχτυλο του θείου Άγγελου. Όταν γύριζε εκείνος νικητής, θα ντρεπότανε για την αδελφή του. Κι ακόμα, θυμάται ο Πέτρος με πιότερη ντροπή, πριν λίγες μέρες που χτυπούσανε καμπάνες για κάποια νίκη  - χωρίς ακόμα να έχει μαθευτεί για ποια – κι η μαμά έλειπε, είχε πάει κάπου και μόλις μπήκε στο σπίτι, ο Πέτρος κι ο μπαμπάς τη ρώτησαν αν είχε μάθει τι έγινε. Η μαμά, θαρρείς και δεν άκουσε τι τη ρώτησαν, είπε με επιθετικό ύφος στον πατέρα:

- Αφού δεν το αποφάσιζες εσύ, πήγα εγώ στον Κοντογιάννη. Θα μας δώσει επί πιστώσει έναν τενεκέ λάδι.

Ο μπαμπάς θύμωσε, είπε να μην ανακατεύεται στις δουλειές, του, κι η μαμά απάντησε, ακόμα πιο νευριασμένα, πως δε θα πεθάνουνε τα παιδιά στην πείνα. Είπανε κι άλλα πολλά, κι ο Πέτρος συλλογίστηκε πως, από τότε που άρχισε ο πόλεμος, η μαμά κι ο μπαμπάς μιλάνε ο ένας στον άλλον απότομα, θυμωμένα, κι η μαμά, κυρίως, είναι όλο έτοιμη για καβγά.

Κι όμως, ο Πέτρος έχει διαβάσει τόσες φορές στα μυθιστορήματα για γυναίκες που μόνο ηρωικές πράξεις κάνανε σ’ όλη τους τη ζωή. Ήξερε απέξω κι ανακατωτά για τη Θέκλα και κυρίως για την Αλεξία τότε, πριν πόσες εκατοντάδες χρόνια, τον καιρό του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, που παρίστανε τη βουβή και περνοδιάβαινε μέσα στον εχθρό και τον κατασκόπευε.

Ακούστε και διαβάστε άλλο ένα απόσπασμα του βιβλίου από τον Μικρό Αναγνώστη



Προβληματισμοί για Συζήτηση
Άνθρωποι με ταλέντο κι εμπειρίες
Οι συγγραφείς είναι συνήθως άνθρωποι που έχουν ζήσει συναρπαστικές καταστάσεις, και έχουν το ταλέντο να μας τις διηγηθούν με τρόπο που τις ζωντανεύει ξανά μπροστά στα μάτια μας. Διαβάστε το ακόλουθο απόσπασμα από συνέντευξη της Άλκης Ζέη στο περιοδικό Lifo και μετά βρείτε στο βιβλίο την περιγραφή της αντίστοιχης ιστορίας με το γραμμόφωνο (σελ. 177). Τι διαφορές βλέπετε ανάμεσα στο κείμενο της συνέντευξης και το λογοτεχνικό; 

Μπορούσα να κυκλοφορώ ελεύθερη, δεν ήμουν αναγκασμένη να κρύβομαι. Φυσικά, υπήρχε πάντα η πιθανότητα να με συλλάβουν. Θυμάμαι πως όταν ετοιμάζαμε παράνομη δουλειά, κάναμε ολονύχτια «πάρτυ». Δηλαδή, μαζευόμασταν και φτιάχναμε προκηρύξεις και πανό. Για να μην μας πάρουν είδηση οι Γερμανοί, βάζαμε το γραμμόφωνο να παίζει και κάναμε πως χορεύαμε. Μάλιστα, ερχόταν κι ένα παιδί μ' ένα μακρύ κασκόλ κι έπαιζε πιάνο. Έτσι τον έλεγα. Το παιδί με το μακρύ κασκόλ που παίζει πιάνο. Ο Μάνος Χατζιδάκις. 

Σημειώνουμε εδώ ότι η μεγάλη διαδήλωση με σύνθημα "Πεινάμε" είναι πραγματικό γεγονός και συνέβη αν δεν κάνω λάθος στις 11 Σεπτεμβρίου του 1942. Πώς άραγε θα έμοιαζε μια σημαντική σκηνή της ζωής σας αν δοκιμάζατε να την αφηγηθείτε μεταφέροντάς την με λογοτεχνικό τρόπο σε ένα κείμενο;


Έξω απ' το χορό, πολλά τραγούδια λέμε
Στην προηγούμενη ανάρτηση αναφερθήκαμε στον στίχο του Πινδάρου:  
γλυκός είν' ο πόλεμος στους ανήξερους, μα όποιος τον δοκίμασε τον τρέμει. 
Σε αυτή την ιστορία, παρακολουθούμε την άποψη του πρωταγωνιστή για τον πόλεμο να αλλάζει σταδιακά. Πριν τον γνωρίσει και όσο τα νέα των νικών έφταναν από το Αλβανικό "έμοιαζε σαν πανηγύρι" (σ.24). Λίγο μετά, έρχεται σε μια πρώτη επαφή μαζί του: ξεκινούν οι βομβαρδισμοί (σ.43) κι έπειτα ο θείος Άγγελος επιστρέφει από το μέτωπο ψειριασμένος και με κατακομματιασμένα άρβυλα (σ.56-57), σέρνοντας μαζί του την απομυθοποίηση για τους ήρωες της Πίνδου. Τα χειρότερα έπονται. Σύντομα, το νερό λιγοστεύει, το ψωμί μπαίνει σε δελτίο -η Ζέη δεν αναφέρει ότι υπήρχε περιορισμός και στην κατανάλωση ρεύματος μέχρι 6 kW το μήνα- και το επίπεδο ζωής επιδεινώνεται, όπως μας δείχνει η αλλαγή στην όψη της μητέρας. Αργότερα η εμπειρία του για τον πόλεμο ολοκληρώνεται, όταν βλέπει ανθρώπους να πεθαίνουν και χάνει κάποια αγαπημένα του πρόσωπα. Ο Πέτρος είναι προετοιμασμένος για όλα αυτά, όσο μπορεί να είναι ένα παιδί της εποχής του. Έχει δηλαδή διαβάσει τα Για την Πατρίδα, Στον καιρό του Βουλγαροκτόνου, τους Αθλίους του Ουγκώ. Μέσα σ' αυτά, έχει ακούσει για τον πόλεμο, όπως όμως παραδέχεται είναι διαφορετικό να ζεις τη φρίκη ο ίδιος (σ.144). 

Το πόση διαφορά έχει να βιώνεις κάτι από το απλά να ενημερώνεσαι γι' αυτό, μπορούμε να το διαπιστώσουμε κι εμείς. Έχουμε όλοι π.χ. πληροφορηθεί για το τι είναι σεισμός και πώς πρέπει να αντιδρούμε όταν συμβεί. Πόσο περίεργα όμως νιώθουμε όταν ο κόσμος γύρω μας αρχίζει να σείεται, και πόσο δύσκολο είναι εκείνες τις στιγμές να συγκρατήσουμε τα συναισθήματά μας; Ή, γνωρίζουμε όλοι πόσο ενοχλητική είναι η πείνα και αισθανόμαστε θεωρητικά συμπάθεια για όσους πεινούν. Μόνο όμως όταν ξεχάσουμε το κολατσιό μας και το στομάχι μας αρχίσει να σφίγγεται, μπορούμε να αποκτήσουμε μια ελάχιστη ιδέα για το πώς νιώθουν όσοι στερούνται. Και πάλι, ας μην ξεχνάμε πως υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην πείνα (σ. 81-82) και την ΠΕΙΝΑ (σ. 101).

Πινγκ (χωρίς Πόνγκ)
Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου είναι ένα βιβλίο καθαρά αντιπολεμικό, γραμμένο σε χρόνια που η Ελλάδα ταλαιπωρείται από μια ομάδα παρανοϊκών συνταγματαρχών με σύνθημα Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια. Οι τρεις αυτές αξίες, κυρίαρχες στις δεκαετίες που το έθνος αναζητούσε την ταυτότητά του, αρχίζουν λόγω κατάχρησης να αμφισβητούνται, να βάλλονται και να οδηγούνται σταδιακά στην ανυποληψία.. Το κείμενο της Ζέη, εκτός της εποχής που περιγράφει (1940) εκφράζει και την εποχή που γράφεται (1970), επιτρέπει λοιπόν στους αναγνώστες να αναρωτηθούν για το "Πατρίς", όταν διαβάζουν ότι Έλληνες φασίστες συνεργάζονται με τον κατακτητή (σ.113), για το "Θρησκεία", όταν παρατηρούν ότι από το σπίτι του ήρωα λείπουν οι εικόνες (σ.156, σ.214), αλλά και για το "Οικογένεια", όταν κρυφοκοιτάζουν τον παππού να κλέβει το ψωμί των ίδιων του των εγγονιών (σ.116).

Ο παλιός κόσμος λοιπόν αλλάζει και το κατεστημένο των αξιών κλυδωνίζεται. Έχουν άραγε θέση στη νέα εποχή ήρωες "παλαιού τύπου" όπως αυτοί της Π. Δέλτα; Ο μικρός Πέτρος, που με τέτοιους έχει μεγαλώσει, ενθουσιάζεται σαν παιδί και θέλει να ακολουθήσει το παράδειγμα του Αλέξιου (βλ. Για την Πατρίδα) (σ.35) Αχ, να μην ήτανε τόσο μικρός ο Πέτρος, να μην ήτανε μονάχα εννιά χρονώ. Να μπορούσε να 'λεγε: "Εγώ είμαι ένας και θα περάσω..." Ποιος όμως τον λογάριαζε;
Όταν όμως χρειάζεται να δράσει, βρίσκει δύσκολο να ακολουθήσει στην πράξη τα είδωλά του (σ.69) Προσπάθησε να θυμηθεί ό,τι είχε διαβάσει για ήρωες-παιδιά, που είχανε τη δική του ηλικία. Δοκίμασε να πει μέσα του το "ένας είμαι και θα περάσω, θα ξεχαστώ, η πατρίδα όμως μένει", μα ένιωσε τα πόδια του να τρέμουνε.  Πιο εύκολο θα είναι βέβαια να γράφει κανείς για ήρωες, παρά να 'ναι ο ίδιος. Η τελευταία φράση θα μπορούσε να κρύβει και ένα σχόλιο σχετικά με το επικό ύφος των χαρακτήρων της Δέλτα.

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει κοντά στο τέλος της ιστορίας. Τα πρόσωπα που ξεκίνησαν την αντίσταση έχουν σχεδόν όλα αλλάξει... άλλος χάθηκε κι άλλος ανέβηκε "στο βουνό", κι όμως ο αγώνας συνεχίζεται. (σ.244) Στη θέση του Γιάννη ήρθε ο Μίλτος, ένας ψηλός, πολύ αστείος, που όλη την ώρα λέει καλαμπούρια. Πάει και τον βρίσκει ο Πέτρος στο πλυσταριό, όπως το Γιάννη, εκείνος του δίνει τις φρεσκοτυπωμένες εφημερίδες, όπως ο Γιάννης, κι ο Πέτρος τις χώνει στη θήκη του βιολιού. Στη θέση της Δροσούλας είναι η Μάρω, στου Αχιλλέα ο Γιώργος, κι όλο κάθε τόσο στη θέση κάποιου έρχεται άλλος, κι ύστερα άλλος... Θαρρείς και δε συμβαίνει τίποτα.

Να λοιπόν που το σύνθημα "ένας είμαι και θα περάσω" αποδεικνύεται διαχρονικό. Ήρωες που θυσιάζονται με αυταπάρνηση για τον μεγάλο σκοπό, την ελευθερία της πατρίδας, φαίνεται πως γεννιούνται σε κάθε εποχή. Εκείνο που αλλάζει με τα χρόνια είναι το πώς εννοούμε κάθε φορά την πατρίδα και το ποιους μαχόμαστε στο όνομα της ελευθερίας της. Περισσότερο υλικό για προβληματισμό ίσως μας δώσει η επόμενη ανάρτηση που συνεχίζει το νήμα της ιστορίας από το 1944, συναντώντας τα Δεκεμβριανά μέσα από τη ματιά της Ζωρζ Σαρή.


Εν αρχή ην η Αξιοπρέπεια
Στο τρίτο μέρος του βιβλίου η αξιοθρήνητη κατάσταση της πείνας μοιάζει παγιωμένη και ο Πέτρος, έχοντας δει τα χειρότερα (πρόχειρη "ταφή" γιαγιάς Σωτήρη και άστεγα παιδιά στην Ομόνοια), νιώθει πλέον σχετικά ικανοποιημένος με την θέση του. Η ώρα για δράση φαίνεται πως πλησιάζει, μα πριν απ' αυτή, ο πρωταγωνιστής, δείχνοντάς μας ότι η αξιοπρέπειά του είναι ακόμα αλώβητη (αντίθετα με τον παππού, που έχει φτάσει στο άλλο άκρο και κάνει οτιδήποτε για να επιβιώσει), ορθώνει το ηθικό του ανάστημα σε τρεις περιπτώσεις:
α. μαζί με την αδελφή του, κόβουν τον δρόμο στον παππού για να μην ξαναπάει να ζητιανέψει
β. παρότι πεινάει, δεν δέχεται τη ζάχαρη που του βάζει στο χέρι η "ξεπουλημένη" γειτόνισσα Λέλα, και την αφήνει να χυθεί στο πάτωμα
γ. την ώρα που συμπατριώτες του ψάχνουν στα σκουπίδια για φαγητό, αυτός αποφεύγει να ταΐσει ακόμα και τον σκύλο του με τα αποφάγια του Γερμανού αξιωματικού που μένει κάτω απ' το σπίτι τους.

Ίσως στη στάση του Πέτρου να κρύβεται το μήνυμα πως οι αγώνες ξεκινάνε πρώτα από μέσα μας. Θα μπορούσαμε άραγε να αξιοποιήσουμε ένα τέτοιο μήνυμα στις μέρες μας;


Κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις
Προς το τέλος της ιστορίας, ο Πέτρος χάνει με απανωτά χτυπήματα τρία πλάσματα που νιώθει πολύ κοντά του: Πρώτα τον Θόδωρο, τη χελωνίτσα του (σ.198), έπειτα τη Δροσούλα, για την οποία τρέφει κρυφά αισθήματα (σ.218) και τέλος τον καλύτερό του φίλο, τον Σωτήρη (σ.258). Κάπου ανάμεσα στα τραγικά αυτά συμβάντα, εμφανίζεται ένα νέο πρόσωπο στην οικογένεια που βελτιώνει το κλίμα και ίσως παίζει ρόλο στο να ξεπεραστεί ως ένα βαθμό το αίσθημα απώλειας. Πρόκειται για έναν Ιταλό φυγά, που κρύβεται στο σπίτι του Πέτρου για να σωθεί από τους Γερμανούς (κι αργότερα μάλιστα βοηθάει τη μητέρα στις δουλειές). Ίσως εδώ να διαγράφεται ένα μήνυμα αλληλοβοήθειας: Το να χάσουμε κάτι αγαπημένο δεν διορθώνεται... βοηθώντας όμως άλλους ανθρώπους, κερδίζουμε στήριξη και έμπνευση για να να τολμήσουμε μια νέα αρχή.

Από το ανέβασμα του έργου στο Εθνικό θέατρο
Χρήση στην τάξη
Μετά τον μικρό αδελφό που αφορά τον πρώτο παγκόσμιο, θα έπρεπε κανονικά να μεταφερθούμε με βιβλία στη δεκαετία του '20 και του '30. Κείμενα που μιλάνε για τα χρόνια αυτά υπάρχουν αρκετά, όπως η Αιολική Γη, τα Ματωμένα Χώματα (για τη δεκαετία του '20), η Μωβ Ομπρέλα και το Καπλάνι της Βιτρίνας της Άλκης Ζέη, που αναφέρονται στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά (1936). Καθώς όμως οι μέρες που πλησιάζουν είναι αφιερωμένες στο ΟΧΙ, είπαμε να προσπεράσουμε τη συγκεκριμένη περίοδο και να προσγειωθούμε απευθείας στις 27 Οκτωβρίου του 1940. Με αφορμή λοιπόν τον περίπατο του μικρού Πέτρου, έχουμε τη δυνατότητα να μιλήσουμε στην τάξη για την κατοχή και τον Β' Π.Π.. Το συμπληρωματικό υλικό που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να αναπαραστήσουμε την εποχή είναι άφθονο. Ο πρωταγωνιστής με τις μουσικές και κινηματογραφικές του προτιμήσεις, μας δίνει μια ιδέα (λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου, τέτοια μάτια γαλανά, ονόματα διασήμων της εποχής όπως του Tyrone Power κλπ.), αλλά καλύτερα να επιλέξουμε μόνοι μας:  Μουσικές swing βγαλμένες από τη δεκαετία του '40, ελληνικές επιτυχίες (όπως του Τσιτσάνη ή της Σ.Βέμπο) απλά τραγουδάκια, κινούμενα σχέδια, ντοκιμαντέρ, ταινίες ξένες αλλά και ελληνικές (Ψηλά τα χέρια Χίτλερ, Το ξυπόλυτο τάγμα (λίγο αργό), Οι Γερμανοί ξανάρχονται, Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση) θα αναβιώσουν για λίγο τα δύσκολα χρόνια του πολέμου στην τάξη.

Να θυμίσουμε ότι ως το τέλος Απριλίου '13 το συγκεκριμένο έργο ανεβαίνει (για δεύτερη χρονιά) στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου (παραστάσεις για το κοινό Σάββατα στις 18.00 και Κυριακές στις 11.30 και 15.00), οπότε έχετε την δυνατότητα να το απολαύσετε και δραματοποιημένο (η εποχή αποδίδεται εξαιρετικά και προσωπικά ενθουσιάστηκα με τα σκηνικά και τα κοστούμια). Μην ξεχάσετε ότι απευθύνεται περισσότερο σε παιδιά από 10 ετών και πάνω.

Για ακόμα πιο βιωματικές καταστάσεις, προτείνουμε (δανειζόμενοι από τις δραστηριότητες 28 και 40 μια παλιάς εργασίας στην Πύλη Παιδαγωγικού Υλικού Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης)

α. Συνέντευξη από τον παππού και τη γιαγιά που έζησαν τη δεκαετία του '30 ή του '40, σχετικά με το «τι έτρωγαν τότε» ώστε οι μαθητές να μπορέσουν να συγκρίνουν την τότε διατροφή με τη σύγχρονη.

β. Διοργάνωση ενός τραπεζιού με «φαγητά κατοχής» ώστε η τάξη να μπει ακόμα περισσότερο στο κλίμα της εποχής. 
Ενδεικτικό μενού:
- ψωμί μπομπότα,
- πίτα από κουκουτσάλευρο,
- τηγανίτες από χαρουπάλευρο και γάλα,
- κέικ από ρεβύθια,
- ζεστό γάλα σκόνη,
- φουντούκια, σταφίδες,
- ζυθαμίνη αλειμμένη σε ψωμί (γκρίζο κατακάθι μπύρας)


Share/Bookmark

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Ο μικρός αδελφός


Υπόθεση
Βρισκόμαστε στο 1916, σε ένα χωριό των Σερρών. Η Ελλάδα έχει μόλις μπει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Φοβούμενη τους βόρειους γείτονες που πολεμούν με τις Κεντρικές Δυνάμεις, μια μακεδονική οικογένεια παίρνει το τρένο της φυγής. Μέσα στον πανικό ο μικρός γιος Αλέξανδρος χάνεται, και ο αδελφός του Άγγελος, υπόσχεται στη μητέρα τους ότι θα τον βρει και θα τον επιστρέψει σε αυτήν σώο. Πώς θα καταφέρει άραγε να τηρήσει την υπόσχεσή του, όταν σε λίγο αιχμαλωτίζεται από τους εχθρούς και οδηγείται σε στρατόπεδο εργασίας μέσα στην ξένη χώρα;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκη
Συγγραφέας: Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου
Εικονογράφος: Παύλος Βαλασάκης
Εξώφυλλο: Σπύρος Ορνεράκης
1η Έκδοση: 1976
ISBN: 960-293-147-7
Σελίδες: 155
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Βραβευμένο ιστορικό μυθιστόρημα που δίκαια κατέχει μια θέση ανάμεσα στα μεγάλα κλασικά της παιδικής μας λογοτεχνίας. Γραμμένο με τρόπο απλό και βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, κρατάει το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων αναγνωστών αμείωτο, ενώ παράλληλα υμνεί την αγάπη προς τον συνάνθρωπο και την ειρηνική συμβίωση των λαών. Τα δεκαοκτώ κεφάλαια έχουν μέγεθος γύρω στις επτά σελίδες το καθένα, και μοιράζονται από μόλις ένα απλό ασπρόμαυρο σκίτσο που αναπαριστά χαρακτηριστικές σκηνές από την διήγηση.

Το προτείνουμε ανεπιφύλακτα σε μαθητές της Ε' και Στ' τάξης αλλά και σε παιδιά του Γυμνασίου, καθώς εκτός από την αδιαμφισβήτητη ποιότητά του ως λογοτεχνικό κείμενο, αφηγείται γεγονότα από μια περίοδο της ελληνικής ιστορίας που δεν συναντάμε συχνά σε διηγήματα παιδικής λογοτεχνίας.


Όπως αναφέρει η συγγραφέας στην εισαγωγή του βιβλίου, σκοπός της ιστορίας αυτής είναι να καλλιεργήσει την αγάπη για την ειρήνη και όχι το μίσος. Και είναι ν' αναρωτιέται κανείς πώς όντως τελικά καταφέρνει οι λέξεις της να ζωγραφίζουν την ανθρωπιά να ανθίζει σαν λουλούδι, μέσα από γεγονότα σπαρμένα με τόση βία και σκληρότητα. Εκτοπισμοί, εμπρησμοί, λεηλασίες, αιχμαλωσία... οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας υπέφεραν στα χέρια των Βορείων (πληροφορίες για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Βουλγάρων θα βρείτε εδώ) και η Πέτροβιτς δεν το κρύβει. Αντίθετα, μας εξηγεί μέσα απ' τα λόγια του πρωταγωνιστή (σελ. 107): "Πρέπει να μαθαίνουμε την ιστορία... Τίποτα δεν πρέπει να λησμονιέται... Μονάχα έτσι θα διδαχτούμε. Μα θα διδαχτούμε και θα θυμόμαστε όχι για να μισούμε, αλλά για να ξέρουμε πού οδηγούνε τα μίση, σε τι όλεθρο μπορούν να φτάσουν οι έχθρες, τι πολέμους μπορούνε να ξεσηκώσουν..."

Ο τίτλος του βιβλίου συνδέεται εκτός των άλλων, με μια όμορφη συγγραφική επινόηση, που αφορά την διαδικασία μετεξέλιξης του 16χρονου Άγγελου από απλό έφηβο σε πολίτη της Οικουμένης. Ακολουθώντας την επιταγή της μάνας να σταθεί σαν άντρας κοντά στο μικρό του αδελφό, ο νεαρός νιώθει το αίσθημα της ευθύνης σταδιακά να πλαταίνει  μέσα του και την καρδιά του να πλημμυρίζει αγκαλιάζοντας όλο και περισσότερους ανθρώπους, θεωρώντας τους ως "μικρούς αδελφούς" και υπηρετώντας τους με αυτοθυσία:
-αρχικά τους συγγενείς του (ξάδελφος Νούσιας σ.36),
-έπειτα τους συμπολίτες του (συμμαθητής Μανόλης σ.52),
-στη συνέχεια τους συμπατριώτες του (Ανδρέας σ.78)
-ξεφεύγοντας από τα όρια της πατρίδας, τους συμμάχους του (άγνωστος ξένος σ.121)
-και, τέλος, ακόμα και τους εχθρούς του (μικρό παιδί σ. 194)

Η πορεία αυτή θα θυμίσει σε άλλους την χριστιανική προτροπή Αγαπάτε Αλλήλους, και σε άλλους την Ασκητική (1927) του Καζαντζάκη, όπου η ευθύνη ανεβαίνει τα σκαλοπάτια από το Εγώ, στη Ράτσα και έπειτα στην Ανθρωπότητα. Πιο πιθανό είναι ωστόσο η συγγραφέας να έχει επηρεαστεί  από τα έργα της Πηνελόπης Δέλτα, όπου η αίσθηση του χρέους εμφανίζεται έντονη (βλ. Για την Πατρίδα, Παραμύθι χωρίς όνομα). Στο τελευταίο συνηγορούν τόσο κάποια βασικά στοιχεία της πλοκής όσο και οι περισσότερες αξίες που διατρέχουν το διήγημα. Όταν π.χ. η μητέρα των δύο παιδιών αναφέρει πως αυτό που ζητά για τα παιδιά της (σ.16) είναι να λένε πάντα την αλήθεια, να είναι γενναία, να νοιάζονται για τους άλλους, ήρωες σαν τον Τρελαντώνη έρχονται απευθείας στο μυαλό μας.

Ολοκληρώνοντας, να αναφερθώ σε κάτι που προσωπικά μου φάνηκε κάπως υπερβολικό και ίσως αταίριαστο. Οι προβλέψεις του νεαρού Αλέξανδρου για μελλοντικές τεχνολογικές εφευρέσεις (ομιλών κινηματογράφος, τηλεόραση και ραδιόφωνο, το οποίο μάλιστα περιγράφει και εξωτερικά ως συσκευή) και η σιγουριά του για γεγονότα που πρόκειται να συμβούν μέσα στον επόμενο μισό αιώνα (δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ταξίδι στο φεγγάρι) ακόμα κι αν δεν υπήρχαν, πιστεύω πως δεν θα μου έλειπαν καθόλου. Αποτελούν ωστόσο μέρος ενός κειμένου, που έτσι κι αλλιώς θεωρείται ένα από τα πιο επιτυχημένα στην ιστορία της παιδικής μας λογοτεχνίας.

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Οικογένεια, Ειρήνη, Φιλία, Απώλεια, Ιστορία

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
Μπήκε παγωμένος στο γραφείο του ταγματάρχη. Εκείνος τον κοίταξε και γύρισε στο βοηθό του. Μιλούσε γρήγορα κι ο Άγγελος προσπαθούσε να καταλάβει. Δεν έπιανε πολλές από τις κουβέντες του. Μονάχα κάτι σαν «γράψιμο», «ωραία γράμματα», «καταλόγους», «δουλειά», «αντικαταστάτη». Τις λέξεις «προδοσία», «κατάσκοπος» δεν τις άκουσε. Καταλάγιασε κάπως.


- Από σήμερα θα έρχεσαι εδώ κάθε πρωί του έλεγε τώρα ο ταγματάρχης αργά αργά, για να καταλαβαίνει. Δε θα πηγαίνεις για καταναγκαστική εργασία. Η δουλειά σου θα είναι γραφική.

Ο Άγγελος έμεινε άναυδος! Δε θα τον ανάκριναν λοιπόν; Δε θα τον τιμωρούσαν; να και μια τύχη μέσα στις τόσες κακοτυχίες. Και δουλειά γραφική! Θα ξεκούραζε, δηλαδή, κιόλας για λίγο καιρό το βαλαντωμένο κορμί του!

Του έδειξαν τι ακριβώς έπρεπε να κάνει: Καινούριο μητρώο φρουράς, βιβλίο ιματισμού, βιβλίο ποινών, βιβλίο αποθήκης, κατάλογο αποστολών, κατάλογο ασθενών…

Το βράδυ ο Ανδρέας χοροπήδησε απ’ τη χαρά του, σαν έμαθε τούτα τα νέα.

- Είδες, λοιπόν, που τρόμαξες άδικα; είπε γελώντας. Τώρα θα τρως και καλύτερα. Όσοι δουλεύουν γραφιάδες τρώνε και φασολάδα και μακαρόνια πού και πού. Λογαριάζονται εκλεκτοί! Διανοούμενοι…

- Μην κοροϊδεύεις, αν θέλεις να σου φέρνω λίγο και σένα, ψευτοφοβέρισε ο Άγγελος.

- Έπειτα μπορεί να μάθεις και νέα, συνέχισε χαμηλώνοντας τη φωνή του ο μικρός. Όλο και κάτι θα παίρνει τα’ αυτί σου εκεί μέσα. Όλο και κάτι θα βλέπει το μάτι σου.

Σταμάτησε λίγο, έξυσε το σβέρκο του και συνέχισε με δισταγμό.

- Ξέρεις, ίσως μπορείς να κάνεις και κάτι ακόμα.

- Τι, δηλαδή;

- Να, οι άλλοι δυο συμπατριώτες που ήρθαμε εδώ μαζί, έχουν μαζέψει πληροφορίες για τούτα τα μέρη. Αν κατάφερνες να βρεςι κανένα χάρτη στρατιωτικό της περιοχής… Να ξέραμε τις κακοτοπιές… Εκείνοι, λένε, είναι αποφασισμένοι. Έτσι και βρούμε ευκαιρία…

Ο Άγγελος κατάλαβε. Του ‘σφιξε το χέρι.

- Αυτό λογαριάζω κι εγώ καιρό τώρα. Επικίνδυνο, δε λέω, μα τούτη η κατάσταση δεν αντέχεται άλλο. Ξέρεις, έχω αφήσει τον αδελφό μου στην πατρίδα. Και είναι μικρός. Πρέπει να βρω τρόπο να γυρίσω, να τον πάρω και να τον πάω στους γονείς μας. Τους το έχω υποσχεθεί… Πού να σου λέω, είναι ολόκληρη ιστορία…

Του είπε μέσες άκρες την ιστορία, το άλλο βράδυ. Έπειτα, λεπτομέρειες για την καινούρια δουλειά. Εύκολα πράγματα, μα για κείνο που έλεγαν θα έπρεπε λίγο να περιμένουν.

- Είναι όλοι σφιγμένοι, κουμπωμένοι μπροστά μου στο γραφείο, του εξήγησε. ν’ αρχίσουν κάπως να μ’ εμπιστεύονται κι έπειτα σίγουρα θα βρω τρόπο να πάρω ένα χάρτη. Κι ό,τι άλλη πληροφορία θα μας είναι χρήσιμη.

Σε λίγες μέρες, είχαν γίνει μια παρέα οι τέσσερις πατριώτες στο στάβλο. Ο Άγγελος, ο Ανδρέας και οι άλλοι, ο Αριστείδης κι ο Γιάννης. Κάθε βράδυ έλεγαν τα νέα τους γύρω απ’ τη λάμπα. Διηγιόταν ένας ένας τα βάσανα της ημέρας, έτσι για να ξεθυμαίνουν. Μετά κατάστρωναν το σχέδιο για την απόδραση. Ο Αριστείδης κι ο Γιάννης ήταν αρκετά μεγαλύτεροι. Είχαν πολεμήσει στον προηγούμενο πόλεμο και ήξεραν από τέτοιες δουλειές. Κι άλλοτε είχαν αποδράσει, όταν κάποτε τους είχαν πιάσει αιχμαλώτους οι εχθροί.

Όλα σχεδόν τα είχαν προβλέψει. Στο βάθος του στάβλου υπήρχε ένα μικρό παράθυρο, δίχως κάγκελα, που έβλεπε στην πίσω μεριά του στρατοπέδου. Τούτο το παράθυρο δε φαινόταν διόλου από κει που κοιμόνταν οι ξένοι όμηροι, στην άλλη άκρη. 

Βέβαια, έξω, στη γωνιά, ήταν στημένο ένα φυλάκιο και μέσα ήταν πάντα ένας φρουρός. Όμως είχανε συνεννοηθεί μ’ εκείνο το φρουρό που γνώριζε ο Άγγελος. του είχαν δώσει τα υπόλοιπα από τη χρυσή λίρα. Μια νύχτα που θα είχε βάρδια εκείνος μπροστά στον πυλώνα θα προσποιόταν πως κάτι ύποπτο βλέπει τάχα στους απέναντι θάμνους. Θα φώναζε μπροστά για ενίσχυση τον πίσω φρουρό. Θα του τραβούσε την προσοχή θα τον καθυστερούσε όσο να προλάβουν  να πηδήξουν και οι τέσσερις από το παράθυρο μ’ αυτό το κόλπο, η δραπέτευση θα φαινόταν σαν απλή αβλεψία των φρουρών. Η ποινή τους δε θα ήταν μεγάλη. Ο γνωστός τους δε θα κινούσε υποψίες πως είχε βοηθήσει. Κι ως το πρωί, που θα ανακάλυπταν την απουσία τους οι εχθροί, εκείνοι θα ήταν κιόλας μακριά. 

Ο Αριστείδης έλεγε πως έτσι και βρίσκονταν έξω, για τα υπόλοιπα μπορούσαν να βασίζονται απάνω του. Με την πείρα του, θα οδηγούσε τη συντροφιά μέσα από τα βουνά. Έλειπε μόνο ο χάρτης.

Και μια μέρα, είδε ένα χάρτη ο Άγγελος απλωμένο πάνω σ’ ένα τραπέζι, στο γραφείο του ταγματάρχη. Τον γυρόφερε κάμποση ώρα. Κατάλαβε με λίγες λοξές ματιές πως ήταν αυτό που γύρευαν. Έπρεπε τώρα να βρει ευκαιρία να τον διπλώσει και να τον χώσει στην τσέπη.

Ήρθε μια στιγμή που έμεινε μόνος. Σηκώθηκε από την θέση του… Πλησίασε… Έπειτα δίπλωσε με βιαστικές κινήσεις το χάρτη. Θόρυβο που έκανε το χαρτί!

- Τον τύλιξες καλά; άκουσε άξαφνα πίσω του μια φωνή.

Ήταν ο ταγματάρχης. Η πόρτα είχε ανοίξει απότομα. 

Κέρωσε ο Άγγελος.
Προβληματισμοί για Συζήτηση
Το γενικό δεν είναι πάντα ευγενικό
Πολύ συχνά, ακούμε ανθρώπους να χαρακτηρίζουν την περιοχή μιας χώρας, αλλά και φυλές και έθνη ολόκληρα με φράσεις "οι τάδε είναι κλέφτες" "τους δείνα δεν μπορείς να τους εμπιστεύεσαι" κλπ. Τέτοιες γενικεύσεις βασίζονται σε μεμονωμένες εμπειρίες και στερεότυπα και εύκολα οδηγούν σε λανθασμένες κρίσεις και παρεξηγήσεις μεταξύ των ανθρώπων.

Ο ίδιος ο ήρωας της ιστορίας, όταν στην ξένη χώρα συναντάει έναν καλόκαρδο βιβλιοπώλη, αναρωτιέται (σ.59) Υπήρχαν λοιπόν κι άλλου είδους Βόρειοι; Άνθρωποι, που έμοιαζαν με τους δικούς τους ανθρώπους;

Εσείς τι λέτε; Θα ήταν ποτέ δυνατόν όλοι όσοι ανήκουν σε μια ομάδα να έχουν τα ίδια γνωρίσματα χαρακτήρα, την ίδια ηθική και συμπεριφορά; Συζητήστε με τους συμμαθητές σας πώς θα αντιδρούσατε σε μια συγκεκριμένη περίσταση (π.χ. βρίσκετε ένα γεμάτο πορτοφόλι στο δρόμο) και θα καταλάβετε πόση διαφορετικότητα χωράει σε λίγους μόλις μαθητές που μορφώνονται κάτω από την ίδια στέγη.
1916 - Βουλγαρικό πεζικό στα σύνορα με τη Σερβία (πηγή)
Πόλεμος και Ειρήνη
Οι αντιπολεμικές αναφορές στο έργο είναι πολλές και ευθείες. Ο Άγγελος αναρωτιέται (σ.80) γιατί ν' αγριεύει έτσι τους ανθρώπους ο πόλεμος; Γιατί και τους καλούς ακόμη να τους κάνει θηρία; Έχετε αλήθεια παρατηρήσει πώς φέρονται οι άνθρωποι όταν παθιάζονται με κάποιο γεγονός; (π.χ. καβγάς για ποδοσφαιρικό αγώνα ή πολιτικά θέματα) Μπορεί μήπως αυτή τους η κατάσταση να τους οδηγήσει σε λόγια και πράξεις για τα οποία αργότερα θα μετανιώσουν; Έχετε ανάλογες προσωπικές εμπειρίες;

Αργότερα (σ.105-8) τα δύο αδέλφια συζητούν και ο Άγγελος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι πόλεμοι θα μπορούσαν να λύνονται όπως οι προσωπικές διαμάχες, με τη βοήθεια της δικαιοσύνης. Είναι άραγε εύκολο να λύνουμε τις διαφορές μας ειρηνικά και χωρίς τη χρήση βίας; Τι πιστεύετε ότι είναι ωφελιμότερο και γιατί; Ίσως ξεκινώντας από τις αυλές των σχολείων, να μπορούμε να οικοδομήσουμε έναν κόσμο χωρίς πολέμους...
Λίγο πριν το τέλος της ιστορίας (σ.126) ο Αλέξανδρος ακούγοντας τα νέα αναρωτιέται αν τέλειωνε στ' αλήθεια ο πόλεμος. Τούτο το θέρισμα του χάρου, που έστρωνε σαν στάχυα στο χώμα χιλιάδες ανθρώπινα πλάσματα. Όταν παρατηρεί κανείς εικόνες από τον Α' παγκόσμιο πόλεμο σαν και την παραπάνω, γίνεται πιο κατανοητός ο στίχος του Πινδάρου:  
γλυκός είν' ο πόλεμος στους ανήξερους, μα όποιος τον δοκίμασε τον τρέμει
(γλυκὺ δὲ πόλεμος ἀπείροισιν, ἐμπείρων δέ τις ταρβεῖ προσιόντα νιν καρδίᾳ περισσῶς)
Γερμανίδα μητέρα τακτοποιεί τον γιο της
πριν εκείνος ξεκινήσει για το μέτωπο (πηγή)
Χρήση στην Τάξη
Προχωρώντας από την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα (όπου μας άφησαν τα Μυστικά του Βάλτου) στη δεύτερη, συναντάμε την πρωτόγνωρη εμπειρία των μεγάλων πολέμων που άλλαξαν την ιστορία του ανθρώπου για πάντα. Με αφορμή το κείμενο αυτό, μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά να ταξιδέψουν στην πολυτάραχη εκείνη εποχή και να επιχειρήσουν (μέσα από την ιστορία των ηρώων) να αφουγκραστούν τα συναισθήματα των παιδιών που την έζησαν. Παράλληλα όμως, έχουμε όπως πάντα τη δυνατότητα να δώσουμε στα παιδιά μια πληρέστερη ποικιλία ερεθισμάτων (μουσική, βίντεο, κλπ.) ώστε να αποκτήσουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της δεκαετίας του 1910 στην Ελλάδα και την Ευρώπη.
 
Αυτονόητο είναι ότι, πέραν των άλλων, το βιβλίο μπορεί να αποτελέσει μια ενδιαφέρουσα αφόρμηση πριν το μάθημα της Ιστορίας για τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αρκεί να θυμηθείτε να αντικαταστήσετε όπου το κρίνετε σκόπιμο, τις πολιτικά ορθές περιφράσεις της συγγραφέως με σαφέστερες εθνικές κατηγορίες, όπως Βούλγαροι αντί για βόρειοι γείτονες, Σέρβοι αντί για σύμμαχοι από χώρα φιλική, κλπ.

Share/Bookmark

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Στα Μυστικά του Βάλτου

Υπόθεση
Στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία των αρχών του 20ού αιώνα (Οκτώβριος 1906 - Ιούνιος 1907), παρακολουθούμε τη ζωή και τις περιπέτειες των ανταρτών μέσα και γύρω από τον βάλτο της λίμνης των Γιαννιτσών. Εκεί, Έλληνες και Βούλγαροι πολεμούν ανελέητα για το ποιος από τους δύο θα επικρατήσει στην περιοχή, κάτω από τη μύτη των οθωμανικών στρατευμάτων που κάνουν τα στραβά μάτια. Κεντρικοί ήρωες της ιστορίας είναι ο Αποστόλης και ο μικρός του φίλος Γιοβάν, δυο ορφανά παιδιά που υπηρετούν ως οδηγοί στο πλευρό του καπετάν Άγρα και των συντρόφων του, μυώντας μας στα σκοτεινά μυστικά του Βάλτου.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Εστία
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
Εικονογράφηση: Δ.Α. Μπισκίνη
ISBN: 960-05-0343-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 1937
Σελίδες:640
Τιμή: περίπου 11 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ  ή εδώ
Δωρεάν ηλεκτρονική ανάγνωση εδώ ή εδώ
Άλλη ανάλυση εδώ 
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Από τα κλασικότερα αναγνώσματα των παλαιοτέρων γενεών, ένα ιστορικό μυθιστόρημα αφιερωμένο στον Μακεδονικό Αγώνα από την οπτική των Ελλήνων. Η γραφή της Δέλτα είναι υποδειγματική και καταφέρνει με μαεστρία να συνδυάσει ιστορικά στοιχεία και μύθο σε ένα κείμενο πολυπρόσωπο και πολυσέλιδο, σχεδόν αχανές, που ωστόσο διατηρεί τη συνοχή του και το ενδιαφέρον μας. Η ρεαλιστική απόδοση των χαρακτήρων, η αξιοποίηση των πηγών, η εξέλιξη της πλοκής, η ζωντάνια του λόγου (που κάποιες φορές γίνεται επικός αλλά όχι πομπώδης), οι μνημειώδεις περιγραφές, κάνουν ένα βιβλίο που μοιάζει τεράστιο, να διαβάζεται ευχάριστα και γρήγορα. Το έργο χωρίζεται σε 33 κεφάλαια που έχουν τίτλους κάπως λακωνικούς. Η ασπρόμαυρη εικονογράφηση εκτός από περιορισμένη (ούτε 20 εικόνες συνολικά) είναι κάποιες φορές τοποθετημένη ατυχώς, αποκαλύπτοντάς μας σκηνές που θα εκτυλιχθούν πολύ αργότερα (στη σελ.513 απεικονίζεται περιστατικό που περιγράφεται 80 σελίδες μετά). Τέλος, όσο περίεργο κι αν ακούγεται μετά από 70 χρόνια κυκλοφορίας και 14 μονοτονικές εκδόσεις, στο βιβλίο (εκδ. 2003) συναντήσαμε και κάποια τυπογραφικά λάθη (Ελάδα σ.98 Ηλέκτα σ.111., η πάλι σ.346, κ.ά.)
Μια νέα εμπλουτισμένη έκδοση (με βιογραφικά στοιχεία για τη ζωή και το έργο της Π.Σ.Δέλτα) από το Μεταίχμιο κυκλοφόρησε πρόσφατα. Η παρούσα ανάρτηση βασίστηκε στην κλασική έκδοση της Εστίας, εκείνη δηλαδή που συναντάμε στις περισσότερες σχολικές βιβλιοθήκες. Σε αυτήν, η επιμέλεια φροντίζει μόνο για τα εντελώς βασικά, παρέχοντας όμως και δύο βοηθητικούς χάρτες χάρη στους οποίους καταφέρνουμε να προσανατολιστούμε, ειδικά όταν λίγο πριν την εκατοστή σελίδα οι καλύβες στο βάλτο αρχίζουν να φυτρώνουν παντού και να μας μπερδεύουν (Κούγκα, Ζερβοχώρι, Αγ. Μαρίνα, Πρίσνα, Τσέκρι, κλπ.).

Το βιβλίο είναι ογκώδες, πυκνογραμμένο και χωρίς πολλές βοήθειες για τους νεαρότερους, γι΄αυτό προτείνεται μόνο σε ώριμους αναγνώστες, ηλικιακά σε μαθητές της Στ' Δημοτικού ή τάξεων του Γυμνασίου. Από την άλλη, το περιεχόμενο μπορεί να συναρπάσει εύκολα, ειδικά τα αγόρια: μάχες, μυστήρια, κατάσκοποι, παιδιά σε ειδικές αποστολές, προδοσίες, συνθηματικά, αποδράσεις, σμίξιμο χαμένων οικογενειών... για όσους δυσκολεύονται να το παρακολουθήσουν από την αρχή επειδή αγνοούν το ιστορικό πλαίσιο, στο ξεκίνημα του Γ' κεφαλαίου υπάρχει μια βοηθητική ανάλυση της κατάστασης. Θα το χαρούν επίσης όσοι έχουν ήδη διαβάσει τον Μάγκα από την ίδια συγγραφέα. Και αυτό γιατί οι κεντρικοί ήρωές του εισάγονται μαζί με το φοξ τεριέ - πρωταγωνιστή στη μέση του βιβλίου (σελ. 304) προσφέροντας ανανέωση σε πρόσωπα και πλοκή.
Ο καπετάν Άγρας (όρθιος στο κέντρο) με το σώμα του
Το μυθιστόρημα εκδίδεται σε περίοδο έξαρσης των πνευμάτων και γενικότερου αναβρασμού, λίγα χρόνια πριν ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Υπό αυτή την οπτική, ίσως μπορούμε να δικαιολογήσουμε ορισμένα σημεία που στις μέρες μας μοιάζουν προβληματικά.

Καταρχάς, τις σκηνές βίας που είναι αρκετές και κάποιες φορές υπέρ το δέον γλαφυρές: άφθονοι σκοτωμοί, σφαγές (Τεχοβίτες σ.277) βασανιστήρια (Μπουμπάρας σ.62), εκτελέσεις (δασκάλα Χατζηγεωργίου σ.364), πτώματα (σ.445), αυτοκτονίες (Γρέγος σ.494) ακόμα και απεικόνιση απαγχονισμού (!) (στη σ.513, Άγρας και Μίγγας στα κλαδιά μιας καρυδιάς). Και θα μου επιτρέψετε να μη δεχτώ το επιχείρημα ότι σήμερα όλοι οι 10χρονοι μαθητές έχουν δει ταινίες σαν το Rambo και έχουν παίξει αντίστοιχης βίας ηλεκτρονικά παιχνίδια. Στα παιδικά βιβλία τουλάχιστον, θεωρώ πως η αφήγηση των όποιων συμβάντων καλό είναι να γίνεται με χρήση ήπιων εκφράσεων που δεν επιτρέπουν τη δημιουργία τραυματικών εικόνων.

Επίσης, κάποιες θέσεις που προβάλλονται στο κείμενο, ξεφεύγουν από τα όρια του πατριωτισμού αφού χαρακτηρίζουν γειτονικούς λαούς με τρόπο προσβλητικό. Σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου υποθετικά η μισαλλοδοξία δεν έχει θέση, γενικευτικές κρίσεις του τύπου Οι Βούλγαροι, πιο άγριοι και απολίτιστοι... (σ.48) ή εκφράσεις όπως αυτά που φορείς...βρωμούν βουλγαρίλα! (σ.84) προτιμότερο είναι να αντιμετωπιστούν από τους σύγχρονους αναγνώστες εγκυκλοπαιδικά, ως απλά απολιθώματα περασμένων εποχών, αλλά και με ψυχραιμία, καθώς μετά το πρώτο τρίτο του βιβλίου τέτοιες γενικεύσεις περιορίζονται, και η μετριοπάθεια αρχίζει να κερδίζει έδαφος.

Η Δέλτα ωστόσο δεν αφήνει το μίσος να υπερισχύσει στην ιστορία της, και απέναντι στις σκληρές θέσεις της κυρίας Ηλέκτρας Κανένας Τούρκος δεν είναι φίλος μου (σ.117) -που χαρακτηρίζεται μονοκόμματη (σ.177)- αντιπαραθέτει τα λόγια του καπετάν Άγρα: Ίσως και να μην φταιν αν τους έκανε ο Θεός αιμοβόρους... (σ.174) και οι Βούλγαροι νομίζουν καθήκον τους να σκοτώνουν Έλληνες (σ. 177). Παράλληλα, παρακολουθούμε μια φιλία ανάμεσα στον Έλληνα καπετάνιο και τον Τούρκο Χαλίλμπεη να στεριώνει και να δείχνει ότι στην πράξη, πάντα υπάρχει ελπίδα συνεννόησης ανάμεσα στους λαούς (σ.209). Μεταξύ των δύο αυτών πόλων (Ηλέκτρα-Άγρας), ο μικρός Αποστόλης αναζητά την αλήθεια μαζί με τους αναγνώστες. Αγάπη ή Μίσος; Το τυφλό μίσος σίγουρα δεν βγάζει σε καλό (σ.578), όποιος όμως δεν μισεί τον εχθρό είναι ύποπτος (σ.507). Όσο για τη συνεννόηση; "Σα δώσει μπέσα", λέει, ο Τούρκος, δεν καταπατά το λόγο του. Το είχε πει ο Αρχηγός, και ο Αρχηγός θα ήξερε. Μα και η κυρία Ηλέκτρα ήξερε. Και η κυρία Ηλέκτρα έλεγε πάντα: Μη βάζεις πίστη ποτέ σε Τούρκου λόγο!" (σ.211). Όλα λοιπόν μοιάζουν σχετικά, και οι αντίθετες απόψεις μαλλιοκουβαριάζονται (σ.614)

Θυμίζουμε εδώ ότι το μίσος, όσο κι αν σήμερα -στην εποχή του πολιτικά ορθού- ακούγεται σε όλους εμάς τους φιλήσυχους φορολογουμένους σαν κάτι το αναφανδόν κατακριτέο, αποτέλεσε (και αποτελεί), βασικό παράγοντα ξεσηκωμού. Με τον σταυρό στο χέρι, δύσκολα γίνεται επανάσταση. Για όσους αμφιβάλλουν, ιδού και η τρίτη πρόταση από τον όρκο (με τον σταυρό στο χέρι) των Φιλικών που ήθελαν να γίνουν ιερείς:

ὁρκίζομαι, ὅτι θέλω τρέφει εἰς τὴν καρδίαν μου ἀδιάλλακτον μίσος ἐναντίον τῶν τυράννων της πατρίδος μου, ὀπαδῶν καὶ τῶν ὁμοφρόνων μὲ τούτους. Θέλω ἐνεργεῖ κατὰ πάντα τρόπον πρὸς βλάβην καὶ αὐτὸν τὸν παντελῆ ὄλεθρον τῶν, ὅταν ἡ περίστασις τὸ συγχωρήση.

Ποιο βαραίνει τελικά περισσότερο από τα δύο αντίθετα Ευαγγέλια που αντιπαλεύουν; (σ.528) Ο Αποστόλης μπορεί να μη βγάζει άκρη, αλλά είναι φανερό πως η θυσία του Άγρα στο βωμό της συμφιλίωσης γέρνει την πλάστιγγα προς την Αγάπη. Το χριστιανικό του μήνυμα, παρά τον όποιον διδακτισμό, είναι βαθιά παιδαγωγικό: Όχι, δε θα μπορέσει πια να πιάσει πόδι η άγρια εκδίκηση, αν μια φορά γευθούν ειρήνη και αδελφοσύνη οι πολυτυραννισμένοι, οι πολυβασανισμένοι μακεδονικοί πληθυσμοί (σ.525)

Και, κάπως έτσι, αφήνοντάς μας προβληματισμένους και αλληλοφαγωμένους, η φύση συνεχίζει ατάραχη τον κύκλο της: Το φεγγάρι, ψυχρό, αδιάφορο, μια σκιάζουνταν από περαστικά σύννεφα, και μια φώτιζε τη χαράδρα του θανάτου, με τους δυο εχθρούς πεσμένους, σχεδόν πλάγι πλάγι, αδελφωμένους στον αιώνιο ύπνο (σ.494)
Αξίες - Θέματα
Πατριωτισμός, Ιστορία, Υπευθυνότητα, Οικογένεια, Φιλία, Ζωοφιλία, Ειρήνη

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
- Είμαι βέβαιος πως θα μας επιτεθούν, αποκρίθηκε ο καπετάν Νικηφόρος. Δεν έχομε λεπτό να χάσομε. Το προαισθάνομαι.

Και χώρισε έξι άντρες από τους εικοσιένα, τους έδωσε δυο πλάβες, και τους διέταξε η μια να κρυφθεί στα καλάμια δεξιά, η άλλη αριστερά, και μόνο σα δώσει εκείνος το σύνθημα, αν πλησιάσουν πολύ οι Βούλγαροι και κινδυνεύει η καλύβα, τότε μόνο να πυροβολήσουν.

Ήταν επτά το πρωί· μόλις είχε ξημερώσει. Από τις βουλγάρικες καλύβες κάτι ακούουνταν, κίνηση, πλατάγημα κουπιών. Και οι σκοποί πυροβόλησαν, υποχωρώντας προς την Κούγκα.

Την ίδια ώρα, ομοβροντίες έπεσαν από διάφορα σημεία, και σφαίρες σφύριξαν, πιτσίλησαν τα νερά γύρω στην καλύβα.

Μα ο Νικηφόρος ήταν πια έτοιμος. Έκανε νόημα να μην πυροβολήσει κανείς. Και ταμπουρωμένοι πίσω από το χαμηλό οχύρωμά τους οι άντρες, πειθαρχικοί, περίμεναν.

Το τουφέκι όμως πύκνωνε. Οι σφαίρες έπεφταν βροχή στο πάτωμα και στην καλύβα. Ένας εύζωνος που έκανε να συρθεί να πάρει κάτι από την καλύβα, έπεσε νεκρός.

Ο Νικηφόρος δίνει διαταγή σε λίγα τουφέκια ν’ αποκριθούν, έτσι που να γελαστούν οι Βούλγαροι, να νομίσουν πως δεν έχει δυνάμεις στην Κούγκα.

Φωνές χαρούμενες και θριαμβευτικές ακούονται, βουλγάρικες:
- Χβανέτε γκι! Χβανέτε γκι φσίτσκι ζίβι! Τε σα μάλκο!
(σ.σ. хванете ги! хванете ги всички живи! те са малко! = Πιάστε τους! Πιάστε τους όλους! Λίγοι είναι!)

Πρέπει να ήταν πολλές οι πλάβες, και κοντά, και, αν και αόρατος ο εχθρός, θα έβλεπε αυτός την καλύβα. γιατί οι σφαίρες όλες έπεφταν στο πάτωμα, χτυπούσαν και θρυμμάτιζαν το χωματένιο περίφραγμα.

- Πυρ ταχύ και γενικό! διατάζει ο Αρχηγός.

Και αρχίζει πανδαιμόνιο.
Όλη η λίμνη αντηχούσε!... Η Κούγκα φλογίζουνταν από τη μιαν άκρη στην άλλη. Τα τουφέκια άναβαν όλα, έφτυναν φωτιά και σίδερο, αλλά στα τυφλά, μες τα καλάμια, απ’ όπου έφθαναν οι εχθρικές σφαίρες. Μπρούμυτα, μες στα νερά, πίσω από το χαμηλό περιτοίχισμα, οι άντρες τραβούσαν αδιάκοπα.

Μα ο εχθρός πλησίαζε ολοένα. Είχαν αποφασίσει οι Βούλγαροι, με κάθε θυσία να πάρουν το προπύργιο αυτό της ελληνικής αντιστάσεως, που τους είχε γίνει καρφί στο μάτι. Κάπου κάπου, καμιά πλάβα έκανε να ξεμυτίσει μέσα από τα αραιά καλάμια, μα τέτοιο τουφεκίδι τη χαιρετούσε ώστε υποχωρούσε την ίδια στιγμή.

Είχε περάσει μια ώρα. Το ήξερε ο Νικηφόρος, ότι πριν από άλλη μια ώρα βοήθεια δεν μπορούσε να φθάσει, όσο και αν βιάζουνταν οι άντρες από τις άλλες ελληνικές καλύβες. Έπρεπε να βαστάξει ως τότε.

Το αριστερό μέρος της Κούγκας, γεμάτο πυκνά φυτά, τον ανησυχούσε. Από τα ρηχά αυτά νερά μπορούσαν και πεζή ακόμα να πλησιάσουν Βούλγαροι, να ρίξουν χεροβομβίδες. Και τότε ήταν χαμένοι.

Έδωσε το σύνθημα να πυροβολήσει η αριστερή πλάβα. Μα, εκτεθειμένοι όπως ήταν οι άντρες στις δύο κρυμμένες πλάβες, είχαν υποφέρει πολύ, και είχαν υποχωρήσει σε άλλα μονοπάτια.

- Ε, θα τα βγάλομε πέρα μόνοι μας, παιδιά! Κουράγιο και σταθερότητα!... φώναξε ο Αρχηγός.

Από τον καπνό όμως που άφηναν τα παλιά τουφέκια γκρα, με μαύρο μπαρούτι, δεν έβλεπε πια τίποτα.

- Καπετάν Παντελή, πιάσε συ το αριστερό μέρος με τον Κουκουδέα, μη μας κάνουν αιφνιδιασμό από κει! Και σεις παιδιά, όλοι, παύσατε πυρ! φώναξε.

Ήταν σα να ‘λεγε στους δυο άντρες: «Αυτοκτονήσετε παιδιά!», τέτοιο χαλάζι από σφαίρες έπεφτε ολόγυρα!... Μα ούτε στιγμή δε δίστασαν τα παλικάρια. Από το ταμπούρι τους σηκώθηκαν κι έπιασαν την αριστερή πλευρά, και χωρίς διακοπή τουφεκούσαν κατά τις βουλγάρικες πλάβες.

Όρθιος, μπροστά σ’ ένα άνοιγμα του προχώματος, κοίταζε ο Νικηφόρος τις εχθρικές πλάβες, που μια φαίνουνταν και μια χάνουνταν μες στα καλάμια, πλησιάζοντας ολοένα πιο κοντά, στενεύοντας την πολιορκία.

Δυο χωρικοί, πανικόβλητοι, έτρεξαν μέσα στην καλύβα κι έχωσαν τα κεφάλια τους σε δέματα από ραγάζι, νομίζοντας έτσι πως θα γλιτώσουν.

Τους είδε ο Νικηφόρος, ένιωσε τον εκνευρισμό των αντρών του, που ακίνητοι τόσην ώρα τουφεκούσαν αδιάκοπα, ξαπλωμένοι μες στα νερά, και φοβήθηκε μην τους μεταδοθεί ο πανικός των χωρικών. Ξαφνικά του ήλθε μια έμπνευση.

- Το τραγούδι του Ζέζα, παιδιά, όλοι μαζί! πρόσταξε. Να μας ακούσουν ποιοι είμαστε!
Και όλοι μαζί, σαν ένας άνθρωπος, άρχισαν να τραγουδούν:

«Σαν τέτοια ώρα στο βουνό, ο Παύλος πληγωμένος
μες στο νερό του αυλακιού ήτανε ξαπλωμένος.
- Για σύρε, Δήμο μου πιστέ, στην ποθητή πληγή μου,
και φέρε μου κρύο νερό να πλύνω την πληγή μου.
Σταλαματιά το αίμα μου, για σε Πατρίς, το χύνω,
για νάχεις δόξα και τιμή, να λάμψεις σαν τον κρίνο.
Είν’ η Ελλάδα μας μικρή, μικρή και ζουλεμένη,
μα ελευθεριά έχει πολλή! Μες στο κλουβί δεν μπαίνει!
Παύλος Μελάς κι αν πέθανε, τα’ αδέλφια του ας ζήσουν,
αυτά θα τρέξουνε μαζί για να τον αναστήσουν!»

Το τραγούδι, που το ‘λεγαν όλοι οι αντάρτες τότε στα βουνά, ηλέκτρισε τους άντρες. Με καινούριο θάρρος και πείσμα, σηκώνουνταν άφοβα στα γόνατα, σημάδευαν, πυροβολούσαν.

Ένα παλικάρι πληγώθηκε. Αδιαφορώντας εξακολουθούσε να τραγουδά. Άλλο παρακάτω, έπεσε.

- Τραβάτε, βρε παιδιά, να πάρετε πίσω το αίμα μου! είπε τους συντρόφους του.

Και σαν αντιλαλιά χαρμόσυνη, μια μπαταριά μακρινή, από πίσω τους, έσχισε τον αέρα.

- Θάρρος! Θάρρος παιδιά! μας έρχεται βοήθεια! Σημαδεύετε και τραβάτε! Πυρ ταχύ! Κουράγιο, παιδιά! φώναξε μεθυσμένος από χαρά ο Αρχηγός.

Και ολόκληρη η Κούγκα έφτυνε φωτιά, σίδερο και θάνατο.

Είχε περάσει άλλη μια ώρα, οι άντρες είχαν ετοιμάσει και χεροβομβίδες, οι Κρητικοί έβγαλαν τα μαχαίρια τους, πρόθυμοι, στον ενθουσιασμό τους, να πηδήξουν και στο νερό ακόμα, με την πρώτη διαταγή του Αρχηγού τους.

Μα ξαφνικά αραίωσε το εχθρικό τουφέκι, οι άγριες φωνές πνίγηκαν, πλατσιά βούτηξαν βιαστικά στο νερό, και όλο αραίωναν, αραίωναν οι πυροβολισμοί.

- Φεύγουν! Φεύγουν… Τραβάτε, βρε παιδιά! Πυρ ταχύ! Σημαδεύετε! Νικήσαμε!... φώναξε έξαλλος ο Αρχηγός.

Και την ίδια ώρα, θριαμβευτική ζητωκραυγή ξέσπασε, κοντά πια, πίσω από την Κούγκα.

- Ζήτω-ω-ω! Ζήτω-ω-ω!... Βαστάτε αδέλφια, και φθάσαμε!...

Απ’ αντίκρυ οι πυροβολισμοί είχαν παύσει ολότελα. Μιλιά πια δεν ακούουνταν. Μόνο το βιαστικό πλατσάρισμα των κουπιών στο νερό και τα τσακισμένα καλάμια μαρτυρούσαν τη βιαστική φυγή των Βουλγάρων.
οπλισμένοι μέσα σε πλάβα
Προβληματισμοί για Συζήτηση
Πατρίδα και Πατριωτισμός
Η λέξη "πατριώτης" πολύ έχει υποφέρει κατά καιρούς χάρη σε ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και υπερβολές. Οι καπεταναίοι που συναντάμε στο βιβλίο είναι πατριώτες "παλαιάς κοπής", ας καταγράψουμε λοιπόν τι χαρακτηριστικά συγκεντρώνουν σύμφωνα με τη συγγραφέα: Ακέραιοι, αξιοπρεπείς και φιλότιμοι, πιστοί στις αξίες τους κι έτοιμοι να θυσιαστούν για τον αγώνα. Δεν παραπονιούνται για τις δυσκολίες, δεν χρηματίζονται για τις υπηρεσίες τους και ριψοκινδυνεύουν χωρίς δεύτερη σκέψη για να φέρουν εις πέρας τις αποστολές τους. 

Τι σημαίνει άραγε η ίδια λέξη στις μέρες μας; Από τα όσα έχετε ακούσει, θεωρείτε τον πατριωτισμό κάτι θετικό ή αρνητικό και γιατί;
"Αναμνηστικό μετάλλιο Μακεδονικού Αγώνος"
Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα
Όταν πρόκειται να εξυπηρετηθεί το εθνικό συμφέρον, ηθικές προτροπές όπως "δεν κάνει να κρυφακούς" φαίνεται να έρχονται σε δεύτερη μοίρα - ειδικά όταν πρόκειται να κρυφακούσει κανείς ομιλίες κομιτατζήδων (σ.99). Είναι λοιπόν η ηθική κάτι που ισχύει μόνο μεταξύ φίλων;

Παρόμοια τύχη έχουν και οι χριστιανικές διδαχές περί σεβασμού της ανθρώπινης ζωής, μη αυτοκτονίας κλπ. Όπως και σε άλλα έργα της Δέλτα (π.χ. για την Πατρίδα), ένας ήρωας αποφασίζει περιφρονώντας στωικά τη ζωή του (σ.500) να αυτοκτονήσει για να μην καθυστερήσουν οι σύντροφοί του με την φροντίδα των τραυμάτων του. Πώς κρίνετε την ενέργειά του;

Αγώνας είναι αυτός. Λοιπόν τα σκεπάζει, τα εξαγνίζει όλα ο Αγώνας για την πατρίδα σου; (σ.345)

Όποια και να' ναι η απάντηση, οι αγωνιστές εμφανίζονται αποφασισμένοι να υπηρετήσουν τον κοινό σκοπό, αδιαφορώντας πλήρως για το "εγώ" τους. Πόσο μακρινό ακούγεται αυτό στις μέρες μας, που οι "ηγέτες του λαού" αδιαφορούν για το σύνολο και αφοσιώνονται στην ατομική τους ευημερία;

- Εσύ σκότωσες τον Σταυράκη, καπετάν Μανόλη;
- Εγώ βέβαια!
- Πώς δε φοβήθηκες;
- Τι να φοβηθώ;
- Να σ' έπιανε η αστυνομία!
- Και ύστερα;
- Θα σε κρεμούσαν!
- Ε, και ύστερα; επανέλαβε ο Μανόλης. 
(...)
- Και αν σε σκότωναν εκεί μες στο πλήθος;
Ο Στενημαχίτης σήκωσε τους ώμους του.
- Ας με σκότωναν - τι σημαίνει; είπε ήσυχα. (...) Το σκοπό να κοιτάζεις. (σ.352)

Στο τέλος του βιβλίου, αντίστοιχα αποφασισμένος να πεθάνει, αυτή τη φορά όμως για την ειρήνη και όχι για τον πόλεμο, αποδεικνύεται και ο Άγρας, όταν συνειδητά ρισκάρει τη ζωή του υπηρετώντας το νέο του σκοπό, όχι το μίσος, αλλά τη συμφιλίωση των λαών της μακεδονικής γης (σ.532).
- Θα πας χαμένος! Θα φας το κεφάλι σου!... Θα σε σφάξουν!...
Ο Άγρας σήκωσε τους ώμους του. 
- Τι είναι ένας άνθρωπος, εμπρός σ' έναν τέτοιο σκοπό; είπε ήρεμα.
Ανθλγός Πεζικού Τέλος Αγαπηνός, ο καπετάν Άγρας
Από πολεμιστής, άγιος
Η πορεία του καπετάν Άγρα προς το τέλος του, αποδίδεται από τη συγγραφέα σαν μια πορεία προς την αγιοσύνη. Ο αρχικά ατρόμητος (αλλά και μετριοπαθής) αξιωματικός, που πολεμούσε τους Βούλγαρους σκεπασμένος με αίματα (σ.528) εμφανίζεται προς το τέλος της ιστορίας κουρασμένος, ταλαιπωρημένος από τα τραύματα και τις ασθένειες (σ.522). Απευθύνει χριστιανικό κάλεσμα για αδελφοσύνη που βρίσκει μεγάλη απήχηση στους καταπονημένους από τον πόλεμο αγροτικούς πληθυσμούς (σ.524). Μιλάει σαν απόστολος και άγιος (σ.539) κι αναφέρεται στο Ευαγγέλιο, τη συγχώρεση και την αγάπη (σ.526) για να πείσει και τους προεστούς να αποδεχθούν μια ειρηνική λύση. Ξεκινάει έπειτα να συναντήσει τους αρχηγούς των Βουλγάρων που τον κάλεσαν με δόλο σε "συνομιλίες" παρότι προειδοποιείται ότι πρόκειται για παγίδα. Το τέλος του μάλιστα προοικονομείται από τον Χατζηδημούλα (σ.531), ώστε να προχωρήσει συνειδητά σαν πρόβατο μέσα τους λύκους. Το σκηνικό ολοκληρώνεται με τη σύλληψή του, όπου οι στρατιώτες τον φτύνουν και τον διαπομπεύουν. Τότε εξυψώνεται ακόμα περισσότερο στα μάτια του αναγνώστη, μέσα από όχι τυχαίες παρομοιώσεις (σ.576): Τον γύριζαν σαν παράξενο θηρίο, και τον μπάτσιζαν, και τον έλεγαν κοροϊδευτικά "Γενικό Αρχηγό των Ελλήνων"! Σαν τον Χριστό τον πήγαιναν, και τον χλεύαζαν, και τον χτυπούσαν...

Και λίγες πληροφορίες για τα πρώτα βήματα αυτού του βιβλίου, από τη γραμματέα της Π. Δέλτα, Αντιγόνη Μπέλλου - Θρεψιάδη, όπως καταγράφονται στο βιβλίο της Μορφές Μακεδονομάχων και τα Ποντιακά του Γερμανού Καραβαγγέλη (εκδ. Τροχαλία, 1984, σ. 14-15). Μια μέρα, τελειώνοντας τη δουλειά μου στην τρίτη έκδοση του έργου της "Παραμύθι Χωρίς Όνομα" -είχα κιόλας επιμεληθεί την έκδοση της μικρής παιδαγωγικής της μελέτης "Στοχασμοί για την Ανατροφή των Παιδιών μας" και του παιδικού της βιβλίου "Τρελαντώνης" σε πρώτη έκδοση- τη ρώτησα τι καινούργιο θ' αρχίζαμε τώρα. 

Μου απάντησε πως είχε στο νου της να ξαναεκδώσει το εξαντλημένο "Για την Πατρίδα" και το επίσης εξαντλημένο δίτομο "Τον Καιρό του Βουλγαροκτόνου". 
- Τι σκέφτεσαι; με ρώτησε χαμογελώντας με το γοητευτικό εκείνο χαμόγελό της, καθώς μ' έβλεπε να σωπαίνω.  
- Σκέφτομαι αν δεν θά 'ταν καλύτερα, αντί να ξαναβγάλετε τα θαυμάσια βέβαια αυτά βιβλία, που ανάγονται στα χρόνια τα βυζαντινά, να γράφατε κάτι καινούργιο, σύγχρονο, κάτι για τον τόσο αγνοημένο Μακεδονικό μας Αγώνα. 
Έγινε μικρή σιωπή. Η Πηνελόπη Δέλτα με κοίταζε τώρα συγκινημένη και σκεφτική. 

- Κι εγώ τό 'χω σκεφτεί από καιρό, μού' πε, κι έχω έτοιμο ίσως το καλύτερό μου έργο με θέμα το Μακεδονικό Αγώνα κι έναν πρόλογο που δείχνει πώς η οικογένειά μου πήρε κατά έναν τρόπο μέρος σ' αυτόν. Μα δυστυχώς δεν μπορώ ακόμα να το εκδώσω, γιατί δεν έχω μια καλή ιστορία να το στηρίξω. Στον "Καιρό του Βουλγαροκτόνου" με βοήθησε ο ίδιος ο Schlumberger, όχι μόνο με το έργο του "Βυζαντινή Εποποιία" αλλά και μ' ένα σωρό φιλικές συμβουλές και παρατηρήσεις. Ενώ για το καινούργιο μου έργο ζητώ απ' το Υπουργείο των Εξωτερικών να μου επιτρέψουν να συμβουλευτώ τα έγγραφα του αρχείου του Μακεδονικού Αγώνα και μου το αρνούνται, λέγοντας πως το αρχείο αυτό είναι κάτω από εκατόν πενήντα άλλες κάσες και περιμένουν τον Πολίτη απ' το Παρίσι να έρθει να τις ανοίξει και να κάνει αρχή. 

Της λέγανε ψέματα κι η κυρία Δέλτα το καταλάβαινε. 
Η φιλία της με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ήταν κι εδώ η αιτία.
Χρήση στην τάξη
Όσοι παρακολούθησαν τις αναρτήσεις του προηγουμένου μήνα και τον Λουκή Λάρα, θα βρουν στο βιβλίο αυτό της Π.Δέλτα, τη συνέχεια στην πορεία της Ελληνικής Ιστορίας μετά τη δεκαετία του 1890.  Με αφορμή λοιπόν το κείμενο αυτό, και μέσα από ανάγνωση σύντομων αποσπασμάτων, οι μαθητές μπορούν να ενημερωθούν για την καθημερινή ζωή στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία του 1906-7. Πώς οι χωρικοί περπατούσαν με σκυμμένο κεφάλι για να μην προκαλούν (σ.32) πώς κατάφερναν να κάνουν τις δουλειές τους χρηματίζοντας τους δημοσίους υπαλλήλους (σ.216-7), πώς τρομοκρατούνταν από τους ληστές (σ. 237) πώς έτρεμαν τις έρευνες που τους γίνονταν δίκαια ή άδικα (σ.254-5).

Επίσης, υπάρχουν στο έργο αναφορές σε περασμένα γεγονότα που συνδέονται με το μακεδονικό,  όπως τον πόλεμο του 1897 (σ.39, σ.473) ή τους διωγμούς στην Ανατολική Ρωμυλία. Σε κάθε περίπτωση, οι μαθητές που θα μπουν στη διαδικασία να διαβάσουν το βιβλίο, θα ενημερωθούν αρκετά για το πόσο μπερδεμένη ήταν η κατάσταση στη Μακεδονία την εποχή εκείνη -τότε που ακόμα και βουλγαρόφωνοι Έλληνες πολεμούσαν Βούλγαρους-  και για το τι οδήγησε τους δυο λαούς να συγκρουστούν.

Παράλληλα, η ακρόαση τραγουδιών των χρόνων εκείνων και η προβολή ντοκουμέντων ή ταινιών με αντίστοιχη θεματική, θα δώσει στους μαθητές μια πληρέστερη εμπειρία της εποχής. Να αναφέρουμε εδώ ότι η ταινία "Το χώμα βάφτηκε κόκκινο" αναφέρεται στην ίδια χρονική περίοδο (1907), σε γεγονότα που συνέβησαν λίγο πιο νότια, στη Θεσσαλία, με τον ξεσηκωμό των εξαθλιωμένων αγροτών υπό την καθοδήγηση του Μαρίνου Αντύπα.


Πέραν του μαθήματος της Ιστορίας, το βιβλίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στη Γεωγραφία (προσανατολισμός, χρήση χάρτη) αλλά και στη Γλώσσα, όπου υποδειγματικές περιγραφές (όπως αυτή του Βάλτου σ.43)  ατμοσφαιρικές σκηνές (όπως όταν οι στρατιώτες προχωρούν σε σειρά μέσα στα καλάμια) και αφηγήσεις που κόβουν την ανάσα (όπως όταν ο Μάγκας βρίσκει την κρυψώνα της κυρίας Ηλέκτρας σ.379) μπορεί να αποτελέσουν όμορφα παραδείγματα ή να εμπνεύσουν τους μαθητές να δημιουργήσουν ένα δικό τους κείμενο. Αναφορά στον καπετάν Άγρα έχει κάνει και η εκπομπή Η Μηχανή του Χρόνου (ο σύνδεσμος εδώ, από το 29:50 ως το τέλος)

Share/Bookmark